Η αξία του παραδοσιακού μας παραμυθιού. Γράφει ο συγγραφέας Θωμάς Μοσχόπουλος

Η αξία του παραδοσιακού, ή λαϊκού παραμυθιού είναι ανεκτίμητη διότι αποτελεί γνήσιο πολιτισμικό έργο και ταυτόχρονα φορέα της συλλογικής ψυχής του έθνους με ισχυρό εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Για να το πω με άλλα λόγια, το περιφρονημένο και ξεχασμένο «παραμύθι του παππού», είναι ουσιώδες πολιτισμικό αποτύπωμα που γεννήθηκε μέσα από την ιστορική εμπειρία των Ελλήνων, τη γλώσσα, τις αγωνίες, τις διαχρονικές αξίες τους και συνδέεται άρρηκτα με τη δημώδη παράδοση λειτουργώντας ως άγραφος κώδικας μετάδοσης των της ελληνικής γραμμής αισθητικών, ηθικών αλλά και μεταφυσικών αντιλήψεων. Λειτουργία υψίστης σημασίας για τη διαμόρφωση ανθρώπου Έλληνος, υψηλών προδιαγραφών.



Θαρρώ ότι από αβλεψία θεσμικά  δεν του έχουμε δώσει τη σημασία που του αρμόζει και τη θέση που του ανήκει, ιδίως στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, κάνοντας το λάθος να το αντιμετωπίζουμε ως άνευ αξίας ψυχαγωγικό αφήγημα για παιδιά, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο.

 Η επιστημονική λαογραφία και η φιλολογία καταδεικνύουν ότι τα παραδοσιακά παραμύθια προέρχονται από ανώνυμους δημιουργούς. Ωστόσο, ένα αφήγημα δεν διατηρείται στον χρόνο μόνο και μόνο επειδή δημιουργήθηκε κάποια στιγμή από κάποιον άγνωστο, έστω και ταλαντούχο παραμυθά. Επιβιώνει όταν ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση του λαού. Ο ίδιος ο λαός το διυλίζει, το επεξεργάζεται και λειτουργεί ως ενισχυτής και φορέας του, επιλέγοντας συνειδητά ή ασυνείδητα ποια στοιχεία αξίζει να μεταβιβαστούν στις επόμενες γενεές και ποια όχι.  

Κατά αυτόν τον τρόπο αν και αρχικά δημιουργήθηκε από συγκεκριμένο άνθρωπο, αυτός χάνεται ενώ το έργο παραμένει. Το παραμύθι επιβιώνει επειδή η κοινότητα το αγκάλιασε, το αποδέχτηκε, το βρήκε σωστό, αισθητικά αποδεκτό και θέλησε να το κρατήσει ζωντανό. Στην παραδοσιακή προ-αστική κοινωνία, μέσα στον χρόνο η διήγηση προσαρμόστηκε στις ανάγκες κάθε εποχής χωρίς να αλλοιωθεί ο πυρήνας της και χρησιμοποιήθηκε τόσο ως μέσο διασκέδασης όσο και ως άτυπο παιδαγωγικό εργαλείο.

Γι’ αυτό είναι απόλυτα σωστό να πούμε ότι τα παραδοσιακά παραμύθια δεν εκφράζουν την ατομική σκέψη αυτού που τα σκαρφίστηκε, αλλά τη σοφία της κοινότητας. Μέσα από σύμβολα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα και αρχετυπικές μορφές αποτυπώνουν την κοσμοαντίληψη του ελληνικού πολιτισμού όπως αυτή διαμορφώθηκε διαχρονικά από την αρχαιότητα έως το Βυζάντιο και τη νεότερη ιστορία κι επιπλέον διαπαιδαγωγούν με ανάλαφρο και ευχάριστο τρόπο τους μικρούς ιδίως ακροατές.

Σε επίπεδο αισθητικής το ελληνικό παραμύθι χαρακτηρίζεται από λιτότητα, καθαρότητα εικόνων και έντονη συμβολικότητα. Τα φυσικά στοιχεία, τα ζώα, οι δοκιμασίες και οι υπερφυσικές μορφές δεν λειτουργούν τυχαία, αλλά πάντοτε ως αρχέτυπα και φορείς νοήματος. Η φύση παρουσιάζεται συχνά ως ζωντανή δύναμη, σύμμαχος ή αντίπαλος του ανθρώπου, στοιχείο που αντανακλά τη βαθιά σχέση του λαϊκού πολιτισμού με το φυσικό περιβάλλον, την αρχέγονη ανιμιστική οπτική και βεβαίως το –όχι και τόσο- υπόγειο πολυθεϊστικό του υπόβαθρο.

Η ηθική διάσταση του παραμυθιού κατέχει κεντρική θέση. Οι ήρωες δεν κρίνονται με βάση την κοινωνική τους καταγωγή ή τη θέση τους στην ιεραρχία, αλλά από τον χαρακτήρα και τις πράξεις τους. Αρετές όπως η εργατικότητα, η φιλοτιμία, η ανδρεία, η ευφυΐα, η δικαιοσύνη και η αντοχή στις δοκιμασίες αποτελούν τα βασικά στοιχεία τους που καθορίζουν την τελική τους δικαίωση. Η ηθική των ηρώων δεν πηγάζει από τη θρησκεία ή από τους νόμους αλλά από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο τρόπος που συμπεριφέρονται βασίζεται στο τρόπο με τον οποίο αυτοί ως προσωπικότητες αντιλαμβάνονται και βλέπουν τον κόσμο, θυμίζοντάς μας έντονα τους ήρωες της ελληνικής μυθολογίας.

Στο πλαίσιο αυτό παρατηρείται μια διαχρονική συνέχεια αρχαίων ηρωικών προτύπων τα οποία επανεμφανίζονται με διαφορετικές μορφές. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας, ο ισχυρός Ηρακλής, ο Περσέας με το φτερωτό άλογο, ο Θησέας ή ο Ιάσονας μετασχηματίζονται στον λαϊκό ήρωα που μπορεί να είναι ένας τολμηρός τυχοδιώκτης, ένας περιπλανώμενος ιππότης, ένας πολεμιστής ή ακόμη και ένας άσημος χωρικός, όπως το βοσκόπουλο της Ίδης, που αναζητά τη δικιά του Ελένη.

Στα λαϊκά παραμύθια η αρετή του ήρωα δεν μοιάζει με την ασκητική αρετή του αγίου, αλλά την ενεργητική αρετή του αρχαίου ήρωα. Ο ήρωας δεν αποσύρεται από τον κόσμο, τον αντιμετωπίζει και τον μεταμορφώνει μέσα από τον αγώνα, τη θυσία και την κοινωνική του προσφορά. Ο ήρωας δεν είναι κάποιος αναχωρητής, σοφός άνθρωπος που ασχολείται με την αυτοβελτίωση του μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο. Αποτελεί ένα άτομο μέσα στην κοινωνία που αλληλοεπιδρά και αγωνίζεται έχοντας σαφείς στόχους και αναζητώντας προορισμό. Γι’ αυτό και στο τέλος ανταμείβεται με δόξα, πλούτο, κοινωνική άνοδο, τον θρόνο ενός βασιλείου ή διά του γάμου με την εκλεκτή γυναίκα  ως επισφράγιση της ηθικής του δικαίωσης.



 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταφυσική διάσταση του λαϊκού παραμυθιού, καθώς ο κόσμος του μόνο στο υλικό επίπεδο δεν περιορίζεται. Πρόκειται για ένα σύμπαν όπου το ορατό επικοινωνεί διαρκώς με το αόρατο, η ζωή με τον θάνατο και το ανθρώπινο με το υπερφυσικό. Όπως ακριβώς και στην μυθολογία μας έτσι και στο παραμύθι εμφανίζονται τέρατα, δράκοι και φίδια, νεράιδες, πνεύματα, στοιχειά, ζώα που μιλούν και διάφορες μορφές μαγείας. Τα στοιχεία αυτά δεν λειτουργούν απλώς ως αφηγηματικά στολίδια, αλλά εκφράζουν τη βαθιά ριζωμένη ελληνική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο κόσμος είναι έμψυχος, εμποτισμένος με νόημα και με σκοπό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συναντούμε θεϊκές ή υπερφυσικές δυνάμεις με προσωπικότητα και βούληση που παρεμβαίνουν στην ανθρώπινη πορεία, όχι για να την ακυρώσουν, αλλά για να τη δοκιμάσουν, να την κατευθύνουν ή να τη δικαιώσουν. Η πλοκή τους θυμίζει τους αρχαίους θεούς, όπου η Αθηνά στέκεται στο πλευρό του Οδυσσέα, η Άρτεμις σώζει την Ιφιγένεια, η Δήμητρα χαρίζει στον Τριπτόλεμο τη γνώση της γεωργίας, ο Ερμής βοηθά τον Περσέα σε κρίσιμες στιγμές, ενώ ο Δίας και ο Ποσειδώνας επεμβαίνουν για να σώσουν ήρωες όπως τον Ηρακλή και τον Αινεία. Κοινό χαρακτηριστικό των αφηγήσεων είναι ότι η θεϊκή παρέμβαση δεν αντικαθιστά τον ανθρώπινο αγώνα αλλά τον ενισχύει, επιβεβαιώνοντας μια διαχρονική ελληνική μεταφυσική αντίληψη σύμφωνα την οποία ο άνθρωπος δρα μέσα σε έναν ζωντανό κόσμο αντιφάσεων, σχέσεων, δοκιμασιών και νοήματος έχοντας ως βοηθό ένα αόρατο φύλακα άγγελο.

Το μοτίβο της σημασίας του πεπρωμένου και της μοίρας, μαζί με το διαχρονικό ερώτημα για τα όρια της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης όπως αναπτύχθηκε στον αρχαίο στοχασμό, επαναλαμβάνεται ατόφιο και στα παραδοσιακά μας παραμύθια. Η πίστη στο πεπρωμένο και στη μοίρα παραμένει κεντρική. Όπως στη μυθολογία, έτσι και στα λαϊκά παραμύθια συναντάμε την αντίληψη ότι «το πεπρωμένο φυγήν αδύνατο», δίνοντας στον κόσμο του ήρωα την ίδια τραγική διάσταση που βλέπουμε στις αρχαίες τραγωδίες. Ωστόσο, η μοίρα θέτει το πλαίσιο, αλλά δεν αναιρεί την ανθρώπινη δράση. ο άνθρωπος καλείται να αγωνιστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο όχι τόσο για να αλλάξει τη μοίρα του, όσο για να μετασχηματίσει τον εαυτό του, να ωριμάσει και να αποδείξει την αρετή και την αντοχή του.



Το παραδοσιακό παραμύθι δεν διδάσκει άμεσα τι είναι καλό ή κακό. Διηγείται τις πράξεις και τη συμπεριφορά των ηρώων του με τρόπο που θυμίζει τον Όμηρο και τους αρχαίους ποιητές, αναδεικνύοντας τους χαρακτήρες, τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων τους,  παραπέμποντας στο κλασικό αρχαίο σχήμα: ύβρις, τίσις, νέμεσις. Μέσα από την αφήγηση αποκαλύπτεται η καθαρά πλατωνική θέαση του κόσμου, όπου οι Ιδέες του Δικαίου, του Αγαθού και του Ωραίου κινούν τους ήρωες, χωρίς την παραμικρή υπόνοια της κατήχησης ή της ανατολίζουσης σχολαστικής, υποκριτικής και σαφώς αντίθετης με την ανθρώπινη φύση ηθικολογίας.

Ακριβώς, αυτή η μορφή αφήγησης είναι που ενισχύει την ανάπτυξη της ελεύθερης σκέψης του παιδιού. Αντί για ηθικά δογματικά κηρύγματα, το παιδί παρακολουθεί τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων, ατενίζοντας τις υψηλές ιδέες μέσα από παραδείγματα και δράσεις χωρίς κουραστικές και ανούσιες αναλύσεις. Με αυτόν τον τρόπο κατανοεί τις αξίες με τρόπο άμεσο, ενορατικό, φυσικό και βαθιά ανθρώπινο, μαθαίνοντας να σκέφτεται ελεύθερα και να διαμορφώνει τη δική του κρίση. Μαθαίνει ασυνείδητα να κάνει αυτή την παρεξηγημένη ενδοσκόπηση, για την οποία έχουν μιλήσει οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι της ύστερης αρχαιότητας, οδηγώντας την ψυχή του στη μέθεξη με τον ιδεώδη κόσμο.

Αντίθετα με τον ακαδημαϊκό λόγο, που απευθύνεται πρωτίστως στη λογική, το παραδοσιακό παραμύθι απευθύνεται στην ψυχή. Δεν εξηγεί με ξύλινη γλώσσα, βιώνεται. Δεν αναλύει, αποκαλύπτει, προσφέροντας ταυτόχρονα απόλαυση και στοχασμό. Το λαϊκό παραμύθι μεταδίδεται αιώνες από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά, κουβαλώντας με αριστοτεχνικό τρόπο το κλειδί της επαφής με τα σπουδαία, κάτι που κανένα πανεπιστήμιο, κανένας λόγιος, δάσκαλος ή θεολόγος, όσο σημαντικός κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει.

  Στον σύγχρονο κόσμο, όπου κυριαρχούν η ταχύτητα, τα terabytes της πληροφορίας και η μηχανικότητα, η ενασχόλησή μας με το παραδοσιακό παραμύθι δεν είναι στείρα νοσταλγία, αλλά ένα δώρο ουσίας προς εμάς και τα παιδιά μας, ένας δρόμος σύνδεσης με τις ρίζες μας, την αυτογνωσία και την ψυχική μας εξέλιξη.


ΒΑΛΤΕΡ ΠΟΥΧΝΕΡ: Ο δυσχερής προσδιορισμός του μεταμοντέρνου

 Υπάρχει μια τάση στον σύγχρονο πολιτισμό, έννοιες που ξεκίνησαν από ένα συγκεκριμένο επιστημολογικό ή πολιτισμολογικό πλαίσιο, είχαν λίγο πολύ καθορισμένους προσδιορισμούς μέσα στο πλαίσιο ενός θεωρητικού concept και ένα πεδίο εφαρμογής περιορισμένο με ελέγξιμη λειτουργία και αποτελεσματικότητα, αυτές οι έννοιες να ξεφεύγουν και να κυκλοφορούν σε μια κοινωνικά ευρύτατη καθημερινή και υβριδική χρήση που αμβλύνει τελείως το σημασιολογικό περιεχόμενο, διαβάλλει τις οριοθετήσεις και ακυρώνει εν πολλοίς την προσδιοριστική ικανότητα που αυτές οι έννοιες αρχικά διέθεταν: τέτοιες έννοιες είναι π.χ. ο (μετα)στουκτουραλισμός, η (απο)δόμηση, η σημειολογία και η σημειωτική, η φαινομενολογία, η κριτική θεωρία (critical theory), και, για να εξειδικεύσουμε το φαινόμενο στο θέατρο, η performance και το «μεταδραματικό θέατρο» (postdramatisches Theater)[1]. Mια τέτοια έννοια είναι και ο μεταμοντερνισμός (postmodernism) και η μετανεωτερικότητα (postmodernity), που σε διάφορες επιστήμες σημαίνουν διάφορα πράγματα, στην καθημερινή όμως χρήση έχουν απλώς εμπλουτίσει το κουλτουριάρικο και διανοουμενίστικο λεξιλόγιο μιας εκσυγχρονισμένης λογιοσύνης. Οι ιστορικοί τσακώνονται ακόμα για το πότε αρχίζει η νεωτερικότητα (με τον Gutenberg, την Αναγέννηση, την ιδέα του εθνικού κράτους, τον Διαφωτισμό κτλ.)[2], στις τέχνες (ειδικά στη λογοτεχνία και το θέατρο) έχει επικρατήσει η άποψη, ότι ο (κλασικός) μοντερνισμός (όχι ακόμα η avant-garde)[3] ξεκινά στην Ευρώπη  γύρω στα 1880 με τον Νατουραλισμό ενώ  στην Ελλάδα ξεκινά το 1895 με τον πρόλογο του Ξενόπουλου για την παράσταση των Βρικολάκων του Ίψεν στην Αθήνα, και προσλαμβάνει επιλεκτικά διάφορους –ισμούς του ευρωπαϊκού μοντερνισμού[4]. Η συζήτηση, αν ο μεταμοντερνισμός είναι κάτι κατ’ αρχήν και τελείως διαφορετικό από τον κλασικό μοντερνισμό πριν και μετά το 1900 ή πρόκειται για εξελικτική απόληξή του, που εν μέρει ανατρέπει τις αρχικές του καταβολές, δεν έχει καταλήξει σε κάποια συμφωνία (όπως αναμενόταν άλλωστε). Οι τεράστιες κοινωνικοϊστορικές μεταβολές που έχουν γίνει από τότε θα δικαιολογούσαν ενδεχομένως μια τέτοια εξέλιξη.



Το βασικό ερώτημα είναι, σε τι διαφέρει ο μεταμοντερνισμός από τον μοντερνισμό; Έχουν γίνει προσπάθειες κάποιας κωδικοποίησης (για το θέατρο από τον Σάββα Πατσαλίδη σε τελευταίο βιβλίο του[5], ο οποίος κρατάει μια νηφάλια μεσαία γραμμή, ότι ο ένας όρος δεν αχρηστεύει αναγκαστικά και τον άλλον[6]), αλλά αυτές οι σχηματοποιήσεις ενέχουν κάποιο υπαρκτό ρίσκο να διαψευστούν από την ίδια την καλλιτεχνική παραγωγή, η οποία είναι πιο ατίθαση και δεν χωράει στα προσδιοριστικά και συχνά φορμαλιστικά καλούπια των θεωρητικών (όπως έγινε π. χ. με τη σημειολογία του θεάτρου)[7]. Επειδή το καλλιτεχνικό τοπίο είναι αρκούντως υβριδικό, και δεν επιτρέπει «μεγάλες αφηγήσεις» (ιδεολογίες, φορμαλιστικά σχήματα όπως η σημειωτική και ο δομισμός), ίσως είναι καλύτερα να ξεκινήσει κανείς με τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας. Επειδή η βιβλιογραφία είναι πολύ μεγάλη και ελαφρώς χαοτική, θα πάρω ως οδηγούς τους συναδέλφους Νάσο Βαγενά[8] και Δημήτρη Τζιόβα[9].

Η αμηχανία ως προς την τιτλοφορία της σύγχρονης εποχής εκφράζεται άλλωστε στα πολλαπλά  «μετά-» (post-): μετα-ιστορία, μετακαπιταλισμός, μεταβιομηχανική εποχή, μεταδομισμός κτλ.[10]. Μια πολλαπλότητα των «μετά», που είναι ουσιαστικά μια άρνηση αυτόνομου χαρακτηρισμού, μια αποδοχή γενικευμένης αδυναμίας αυτοπροσδιορισμού, ιστορικά όμως όχι άγνωστης: και οι –ισμοί του κλασικού μοντερνισμού καθιερώθηκαν εκ των υστέρων, και ο ίδιος ο όρος της νεωτερικότητας είναι μια έννοια-ομπρέλα για πολλά και διαφορετικά πράγματα. Το ίδιο ισχύει, ακόμα πιο έντονα, για τον μεταμοντερνισμό, που έχει ως βασική συνιστώσα τη μη-προσδιορισιμότητα· ξέρει πολύ καλά τι δεν θέλει (άρνηση, ανατροπή – όπως ήδη στον παραδοσιακό μοντερνισμό, που ανέτρεπε την αστική κοσμοθεωρία του 19ου αιώνα και του Διαφωτισμού), αλλά ένας θετικός προσδιορισμός (τι ακριβώς επιδιώκει) είναι δυσχερής (anything goes). Αναφέρω στην τύχη μία από τις δεκάδες προσπάθειες οριοθέτησης της έννοιας του μεταμοντερνισμού, από τον Hans Bertens, χρησιμοποιώντας την παράφραση του Δημ. Τζιόβα: ο μεταμοντερνισμός στέκεται σκεπτικιστικά απέναντι στις ολότητες, τις συνέχειες, τις απόλυτες αξίες και τη δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης. Προωθεί την αμφιθυμία και τον παιγνιώδη διάλογο με το παρελθόν, προβάλλει τον πλουραλισμό των ταυτοτήτων, την υβριδοποίηση και τον χώρο εις βάρος της μοντερνιστικής έμφασης στην ειρωνεία και τον χρόνο[11]. Η ανεπάρκεια μιας τέτοιας definition είναι φανερή.

 

Ίσως όμως δεν πρέπει να ξεκινήσουμε με την αναζήτηση μιας μέγιστης (μαξιμαλιστικής) definition, που οριοθετεί το φαινόμενο και το διαχωρίζει από παρόμοια και ανάλογα, περιγράφοντας με πληρότητα το περιεχόμενό του, και να περιοριστούμε, κάπως πιο εμπειρικά, σε έναν ελάχιστο (μινιμαλιστικό) προσδιορισμό, απαριθμώντας κάποια βασικά χαρακτηριστικά του φαινομένου, που είναι εμπειρικά παρατηροιτεχνικής μορφής απολυτοποιείταινύμενα και επαληθεύσιμα. Στην περίπτωση του υβριδικού συνονθυλεύματος του μεταμοντερνισμού αυτό επιβάλλεται ούτως ή άλλως από μόνο του. Στο καθημερινό λεξιλόγιο ο όρος χρησιμοποιείται στα ελληνικά για οτιδήποτε αλλόκοτο, εκκεντρικό, ανατρεπτικό, παράδοξο ή υπερβολικό, αντικαθρεφτίζοντας περισσότερο τις αντιδράσεις του κοινού κόσμου στη μορφολογία των καλλιτεχνημάτων του. Στις θεωρητικές τοποθετήσεις των κριτικών κυριαρχούν τρία δόγματα, τα οποία οδηγούν από μόνα τους σε λογικά αδιέξοδα· αλλά το μη-λογικό είναι ένα από τα βασικά ζητούμενα του μεταμοντερνισμού. Αυτά είναι η τυχαιότητα της μορφήςτο ανοιχτό ερμήνευμα και ο θάνατος του συγγραφέα. Σ’ αυτά όμως θα επανέλθουμε.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε εμπειρικά και τα εξής: την απόλυτη σχετικότητα των πάντων, την υπερβολή, την αυθαιρεσία, το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και την αποφυγή κανονιστικών τάξεων, την αμφισημία, την αμφιβολία, τη ρευστότητα ταυτοτήτων, τη «δημοκρατική» αυτονομία και μη-συσχέτιση των επιμέρους, τη μη-αποδοχή παραδομένων στοιχείων και συμβάσεων, τη δυσπιστία προς όλες τις ιδεολογίες και θρησκείες, καμία οργανωμένη αντίσταση στην εμπορευματοποίηση της τέχνης, ένα είδος ιδιότυπου αυτισμού κτλ., στοιχεία τα οποία θα τα βρούμε και στα θεατρικά έργα του Δημητριάδη. Ωστόσο μια θεωρία πρέπει να έχει και κάποια συνοχή ως οικοδόμημα (αλλιώς είναι απλώς σημειώσεις), πράγμα που η υφολογική σύσταση του ίδιου του καλλιτεχνήματος δεν χρειάζεται υποχρεωτικά και σε τέτοιο βαθμό. Το ά-λογο και παρά-λογο, το υπερβολικό και υπερβατικό των θεωρητικών δογμάτων των κριτικών της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας είναι φανερό με την πρώτη ματιά. Η τυχαιότητα της καλλιτεχνικής μορφής απολυτοποιεί το αισθητικό στρατήγημα της εντύπωσης σε οντολογική υπόσταση που συμπεριλαμβάνει και τις διαδικασίες της δημιουργίας· αυτό που δίνει την εντύπωση του υβριδικού χάους είναι (εν μέρει ή εν όλω) μια σχεδιασμένη μορφή, μια σκηνοθετημένη εντύπωση· η «αυτόματη» γραφή είναι κατά βάθος μια θεωρητική ουτοπία, γιατί η έμπνευση της στιγμής ή της ώρας προέρχεται από έναν έστω συνειρμικά (και όχι μόνο λογικά) οργανωμένο εγκέφαλο, βασίζεται σε μνήμες, εμπειρίες, λέξεις, ρυθμούς κτλ. Δεν υπάρχει καλλιτέχνημα χωρίς κανέναν, απολύτως, σχεδιασμό· αυτός ο σχεδιασμός μπορεί να είναι η τυχαιότητα ή η γνησιότητα (object art, νατουραλισμός), μπορεί να προκύπτει κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας ή και να αλλάζει και να εξελίσσεται, αλλά η επιλογή και η πλαισίωση γίνεται ενσυνείδητα. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για την απολυτοποίηση μιας εμπειρικά τεκμηριώσιμης διαδικασίας, της έμπνευσης, η οποία πράγματι δύσκολα αναλύεται, γιατί είναι πολύ σύνθετη. Το θεώρημα της τυχαιότητας της μορφής αποδεικνύει απλώς την αποστροφή προς κάθε είδος εναρμόνισης, οργανικής μορφής, ισορροπημένης εκφραστικότητας, συσχέτισης των επιμέρους κτλ., στοιχεία τα οποία γνωρίζουμε από την παραδοσιακή τέχνη.

Το αισθητικό (και λογικό) αδιέξοδο του ανοιχτού ερμηνεύματος, ως δόγμα απόλυτο και ακραίο, είναι ακόμα πιο παράδοξο: μέσα στην απόλυτη σχετικότητα κάθε κείμενο μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε, κάθε ερμηνεία είναι επιτρεπτή και σωστή. Δεν ισχύει ασφαλώς στον χώρο της καθημερινότητας (αλίμονο αν το «STOP» στον δρόμο σημαίνει και άλλα πράγματα), αλλά ισχύει δήθεν στον χώρο της τέχνης.  Εδώ παρεξηγείται η φύση του καλλιτεχνικού σημείου, το οποίο είναι πιο ανοιχτό στις σημασίες του και πιο ευρύ στις συνυποδηλώσεις του· αυτές όμως οι σημασίες δεν είναι τελείως τυχαίες αλλά ρυθμίζονται από τα συμφραζόμενα· μπορεί να είναι πολύσημες στην αινιγματικότητά τους, αλλά τέτοια μυστήρια της ερμηνείας ή κενά της πληροφόρησης, που βρίσκονται συχνά συσσωρευμένα σε καλλιτεχνήματα του μεταμοντερνισμού, δεν μπορούν να σημαίνουν στην κυριολεξία τα πάντα. Εδώ η πολυσημία γίνεται πανσημία, που ακυρώνει και αχρηστεύει την ίδια τη μορφή, τη σημασία και τη γλώσσα ως επικοινωνιακό μέσο. Τέτοια πειράματα έκανε ο ντανταϊσμός, αλλά ήταν το αισθητικό του πρόγραμμα η μη-σημασιοδότηση, η χρήση της γλώσσας ως καθαρά ηχητικού φαινομένου (αν και, αντίστοιχα όπως στις performances, παρεισφρέουν και αντανακλάσεις σημασιών). Στη θεωρία αυτή η Σχολή της Κωνστάντζας, που θεώρησε την πρόσληψη ένα μέρος της ίδιας της δημιουργίας του καλλιτεχνήματος, μεταφέρει απλώς την τυχαιότητα της μορφής στην ερμηνεία· όμως εξακολουθούν να υπάρχουν ερμηνείες πιο πιθανές, πιο πειστικές, και ερμηνείες ατεκμηρίωτες, άσχετες και ή έστω τραβηγμένες, υπερβολικές, υπερερμηνείες. Βεβαίως στην τέχνη δεν υπάρχουν μονοσήμαντες ερμηνείες. Η υπερβολή, που αρμόζει στη λογοτεχνία ως συστατικό στοιχείο της, δεν έχει την ίδια θέση στη θεωρία.

Και φτάνουμε στο όραμα του «θανάτου του συγγραφέα»[12], που κάπως συγγενεύει με την «αυτόματη» γραφή· δεν είναι ο συγγραφέας που γράφει, συνθέτει και δημιουργεί, αλλά η ίδια η γλώσσα χρησιμοποιεί το χέρι, το θυμικό και το μυαλό του συγγραφέα, για να βγει από την αφάνεια της δυνατότητας στην υπαρκτή πραγματικότητα του γραμμένου λόγου. Η εργαλειοποίηση του δημιουργού: μια φανταστική εικόνα που έχει την ποιητικότητά της και τη γοητεία της, αλλά δεν μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια παραβολική μεταφορά για τη διαδικασία της έμπνευσης και τη συνθετότητα της συγγραφικής πράξης. Μια οντοποίηση της γλώσσας ως κάτι πέρα από την ανθρώπινη συνείδηση προσκρούει στο πραγματικά αδύνατο με μια απλή αλλαγή της οπτικής: ο βαθμός της γνώσης, της κατοχής και της εκμάθησης της γλώσσας είναι καθοριστικός, για να μη μιλήσω για το ταλέντο. Βεβαίως η γλώσσα είναι ένα ανώνυμο αγαθό, δεν ανήκει σε κανέναν, και ο ποιητής τη χρησιμοποιεί και δεν είναι ποτέ δική του (όσο και να προσπαθήσει· γι’ αυτό είναι τόσο ανόητη η κατηγορία της λογοκλοπής και τόσο μάταιη η αναζήτηση της απόλυτης πρωτοτυπίας). Είναι όντως ωραία η εικόνα του Ευαγγελιστή και του προφήτη, που καταγράφει ό,τι του υπαγορεύει μια ανώτερη δύναμη, και μπορεί να είναι και μια εμπειρική αίσθηση του ποιητή ότι είναι μεσολαβητής μεταξύ του άγνωστου και του αναγνώστη, αλλά δεν παύει να είναι ο συγγραφέας που δημιουργεί, βεβαίως με δανεισμένα υλικά και συλλογικές εμπειρίες από την ιστορία του είδους. Στο θεώρημα αυτό είναι φανερή η αποστροφή προς την ιδέα του συγγραφέα-δημιουργού, ο οποίος έχει τη δόξα μιας μικρής θεότητας που φτιάχνει το ιερό δημιούργημα, τον παράλληλο κόσμο· το θεώρημα αυτό στρέφεται ενάντια στην έννοια της αυτόνομης ατομικότητας ως αυτόβουλης οντότητας στην αστική κοσμοθεωρία, και θα μείνει μάλλον ως curiosum στην ιστορία της λογοτεχνικής κριτικής. Η έμπνευση είναι μια πολύ σύνθετη διαδικασία, όπου το υποσυνείδητο και ασυνείδητο, η συλλογική μνήμη και εμπειρία, πάσης φύσεως μη-ατομικά και μη συνειδητά στοιχεία παίζουν τον ρόλο τους. Αλλά ακόμα και τα ανώνυμα έργα τέχνης του Μεσαίωνα έχουν πίσω τους προσωπικότητες προικισμένες με ένα ορισμένο ταλέντο, καλλιτεχνικές ικανότητες και πνευματικά οράματα.

Ειδικά το τελευταίο θεώρημα με τον ποιητικό και παραστατικό τίτλο «ο θάνατος του συγγραφέα» (που η εμφαντική και μελοδραματική διατύπωσή του μήπως είναι και μια ένδειξη μια κάποιας περιπαικτικής διάθεσης, που χάθηκε στους δρόμους της διάδοσης του slogan στην υφήλιο, που επαναλαμβάνεται με θρησκευτική ευλάβεια από μια ομάδα κριτικών της λογοτεχνίας και ερμηνεύεται κατά το δοκούν μέσα στην αινιγματικότητά του;), μαζί με το δόγμα του «απόλυτου σχετικισμού» των λογοτεχνικών κειμένων στη σημασία και ερμηνευσιμότητά τους, εγείρουν ερωτηματικά ως προς τη σοβαρότητα και την ωριμότητα τέτοιων θεωρήσεων, που υποκύπτουν απλώς στον πειρασμό της απόλυτης αντιθετικότητας προς παλαιότερα αισθητικά δόγματα, όπως είναι η μονοσήμαντη υπόσταση των καλλιτεχνημάτων και η «σωστή» ερμηνεία, καθώς και η παντοκρατορία της καλλιτεχνικής βούλησης και ο απόλυτος έλεγχος της δημιουργικής διαδικασίας από τη συνείδηση του δημιουργού. Αλλά αυτά τα δόγματα έχουν ανατραπεί ήδη από τον κλασικό μοντερνισμό, τον Νίτσε, τον Μαρξ και τον Φρόϋντ, που περιόρισαν την αντίληψη της αυτόβουλης ελεύθερη απόφασης του ατόμου και του καλλιτέχνη, και η όψιμη απολυτοποίηση της ανατροπής αυτής φανερώνει απλώς, πως η αφελής αντιστροφή των δογμάτων αυτών σε ακριβώς το αντίθετό τους είναι ένα εξίσου αδιέξοδο ιδεολόγημα, το οποίο δεν μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο ανάλυσης και εξήγησης, αλλά παρουσιάζεται ως νέο αισθητικό δόγμα. Χωρίς ιδιαίτερο διανοητικό κόπο και με κάποιο ιστορικό ένστικτο στις πολιτισμικές υποθέσεις θα μπορούσε να αποφανθεί κανείς, πως εξ αρχής καλύτερες πιθανότητες κάποιας επαλήθευσης θα είχε η «σχετική σχετικότητα», όπου ο βαθμός της σχετικότητας ποικίλλει από περίσταση σε περίσταση. Όχι «ο θάνατος του συγγραφέα», αλλά μια αμφισβήτηση της μοναχικότητας και μοναδικότητας του συγγραφέα: όταν γράφει δεν είναι μόνος του (δεν δημιουργεί μόνο με τη – δική του – συνείδηση). Η περιορισμένη αντίληψη της συνθετότητας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, τόσο στην παραγωγή όσο και στην πρόσληψη, μαρτυρεί την έλλειψη ωριμότητας, ψυχραιμίας και κάποιας ποικιλίας εμπειριών, ενώ η ανικανότητα της κατανόησης και διαχείρισης της συνθετότητας των πραγμάτων είναι γενικότερα επικίνδυνη για ολόκληρο τον πλανήτη.

[1] Για το θέμα από θεατρολογική άποψη βλ. W. Puchner, “The Historiography of Theatre after Evolutionism and Formalism. The Greek Case”, First International Conference “Theatre and Theatre Studies in the 21st century” (Athens, 28 September – 1 October 2005). Proceedings / Premier Congrès International “Théâtre et Études théâtrales au Seuil du XXIème siècle” (Αthènes, 28 septembre – 1er octobre 2005). Actes, Athènes, Ergo 2010, 101-106.
[2] Bλ. την εισαγωγή μου στον τέταρτο τόμο του Handbuch zur Geschichte Südosteuropas, υπό έκδοση, όπου εκφράζεται ο προβληματισμός του διαχωρισμού των τόμων 4 και 5, που αφορούν τη γλώσσα και τον πολιτισμό σε Vormoderne (premodernism) και Μoderne (μοντερνισμός), που ορίζεται συμβατικά με το 1800.
[3] Για τη διαφοροποίηση W. Puchner, “Moderne oder Avantgarde? Das griechische Drama zu Beginn des 20. Jahrhunderts”, στον τόμο: R. Lauer (ed.), Die literarische Avantgarde in Südosteuropa und ihre politische und gesellschaftliche Bedeutung, München, Südosteuropa-Gesellschaft 2001, 257-270.
[4] W. Puchner, “Modernism in Modern Greek theatre (1895-1922)”, Kάμπος. Cambridge Papers in Modern Greek 6 (1998) 51-80.
[5] Σάββας Πατσαλίδης, Θέατρο και Θεωρία ΙΙ. (Μετα)μοντέρνες διαδρομές σε τόπους, ουτοπίες και ετεροτοπίες, Θεσσαλονίκη 2019, 223-228 κι αλλού.
[6] «Χωρίς τη βεβαιότητα κάποιας απόλυτης απάντησης, το μόνο που μπορούμε να πούμε στο σημείο αυτό είναι πως η επικράτηση του όρου ‘μεταμοντερνισμός’ τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια, πρώτα από όλα ανήκει στη μόδα της εποχής, στο πλέγμα δηλαδή των ‘μετα’-εννοιών και σκέψεων που χαρακτηρίζουν τη ‘μετα-βιομηχανική’ κοινωνία: μεταγλώσσα, μεταθέατρο, μεταδομισμός, μετακριτική κ.λπ. Όπως και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, έτσι και εδώ η ακαδημαϊκή (κυρίως) κοινότητα, στην προσπάθειά της να θέσει κάποια πλαίσια που θα διευκόλυναν τη μελέτη της εποχής μας, εισήγαγε έναν όρο (για άλλους ατυχώς, για άλλους όμως όχι), ένα είδος ‘προστατευτικής’, θα λέγαμε, ‘ομπρέλας’ ή μεθοδολογικού εργαλείου, αφενός για την ενιαία μελέτη ορισμένων δημιουργών και αφετέρου για την εξερεύνηση της τυπολογίας του πολιτισμού και της φαντασίας. Και αυτό σίγουρα δεν είναι ούτε κάτι καινούριο ούτε κάτι κακό (εάν δεν είναι και επιβεβλημένο), εφόσον όμως εξετάζεται σε διαλεκτική σχέση με ό,τι προηγήθηκε. Με άλλα λόγια, είναι μάλλον βεβιασμένο και επιστημονικά επισφαλές να ισχυριστούμε πώς η άφιξη του μεταμοντερνισμού υποδηλώνει υποχρεωτικά και εξαφάνιση ή διαγραφή του μοντερνισμού και της πρωτοποριακής, για την εποχή του, ποιητικής του» (ό. π. 210 εξ.).
[7] Βλ. ενδεικτικά Β. Πούχνερ, Θεωρητικά θεάτρου. Κριτικές παρατηρήσεις στις θεωρίες του θεατρικού φαινομένου. Η σημειωτική μέθοδος – Η ανθρωπολογική μέθοδος – Η φαινομενολογική μέθοδος, Αθήνα 2010.
[8] Νασος Βαγενάς, Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνία, Αθήνα 2012, κυρίως τα κεφάλαια «Λογεχνία και οργανική μορφή» (15-42, για το θέμα της τυχαιότητας της μορφής, πρώτα σε επιφυλλίδες στο Βήμα 2008), «Ταυτότητα και ποιητικός λόγος» (43-54 για το «θάνατο του συγγραφέα», Ο Πολίτης 90-91, 2001) και «Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνική κριτική» (55-101, για το ανοιχτό ερμήνευμα και την πανσημία, Νέα Εστία 1743, Μάρτιος 2002).
[9] Δημ. Τζιόβας, «Το Μετά του Μετά. Θεωρητικός φορμαλισμός, μετανεωτερική αμφισβήτηση και περιφερειακός εκσυγχρονισμός», Επιστημονικό συμπόσιο: Η πρόσληψη των μετανεωτερικών ιδεών στην Ελλάδα (6 και 7 Μαρτίου 2015), Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμου & Γενικής Παιδείας 2018, 113-138 (με πλούσια βιβλιογραφία).
[10] Άννα Τζούμα – Τιτίκα Καραβία & Πέγκυ Καρπούζου (επιμ.), Βιβλιογραφία θεωρίας λογοτεχνίας και πολιτισμικής κριτικής (1957- 2007), Αθήνα 2019.
[11] Βλ. Hans Bertens, The idea of the postmodern. A history, London / New York 1995, 11 (Τζιόβας, ό. π., 131, σημ. 3).
[12] R. Barthes, “La mort de l’Auteur”, Le bruissement de la langue, Paris 1984 (“The death of the author”, 1967), στα ελληνικά ΕικόναΜουσικήΚείμενο, μτφρ. Γ. Σπανός, Αθήνα 1988.

Βάλτερ Πούχνερ

Ο Βάλτερ Πούχνερ γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έχει ζήσει στην Ελλάδα. Είναι επίτιµος και οµότιµος καθηγητής Θεατρολογίας στο ΕΚΠΑ (ιδρυτής του Τµήµατος Θεατρικών Σπουδών µαζί µε τον Σ. Α. Ευαγγελάτο) και παρασηµοφορηµένο µέλος της Ακαδηµίας Επιστηµών της Αυστρίας. Επίσης, έχει διδάξει πολλά χρόνια στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης, καθώς και σε πολλά ευρωπαϊκά και αµερικανικά Πανεπιστήµια.

Έγραψε πάνω από 120 βιβλία στα ελληνικά, αγγλικά και γερµανικά και δηµοσίευσε περί τα 500 µελετήµατα και περισσότερες από 1.000 βιβλιοκρισίες, για θέµατα της ιστορίας του ελληνικού και του βαλκανικού θεάτρου, καθώς και περί ελληνικής και συγκριτικής λαογραφίας και νεοελληνικών σπουδών και περί της θεωρίας του θεάτρου και του δράµατος. Από πολύ νέος γράφει ποίηση (κυρίως στα ελληνικά) αλλά µόνο πρόσφατα άρχισε να δηµοσιοποιεί τα έργα του.

Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει περισσότερες από 20 ποιητικές συλλογές. (Ολοκάρπωση, Τελευταίες ειδήσεις, Αστροδρόμια, Η ηλικία της πλάνης, Ο κηπουρός της ερήμου, Οι θησαυροί της σκόνης, Κοντσέρτο για στιγμές και διάρκεια, Δώδεκα πεύκα κι ένας ευκάλυπτος, Μηνολόγιο του άγνωστου αιώνα, Πεντάδες, Το αναπάντεχο, Συνομιλίες στη χλόη, Το χώμα των λέξεων, Τα σημάδια του περάσματος, Τα δώρα, Ο κάλυκας του κρόκου, Υπνογραφίες, Αλάτι στον άνεμο, Η επιφάνεια του μυστηρίου, ο φωτεινός ίσκιος, κ.ά.)

Δοκίμιο Συναρμογής. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

     Στο πλαίσιο του μαθήματος Τεχνολογία Κατασκευών του πρώτου τετραμήνου της Σχολής Τεχνικών Εγκαταστάσεων Ψύξης, Αερισμού και Κλιματισμού του Σ.Α.Ε.Κ. Μοναστηρίου Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε εργασία πρακτικής φύσης από ομάδα εργασίας σπουδαστών. Η δραστηριότητα εκπονήθηκε από τους σπουδαστές Παύλο Παπαδόπουλο, Γεώργιο Σερασίδη, Κυριάκο Σκυτόπουλο, Εμμανουήλ Γρηγοράκη και Ανδρέα Στεφανίδη. Όλες οι ενέργειες έγιναν στο εργαστήριο της σχολής.



Οι πράξεις οι οποίες απαιτήθηκαν ώστε να σχηματιστεί το Δοκίμιο Συναρμολόγησης ήταν βασικές ενέργειες που λαμβάνουν χώρα, σε ευρεία κλίμακα, κατά τις εργασίες κατασκευών.  Αναφέρονται ως ακολούθως με τη σειρά κατά την οποία διενεργήθηκαν: Συγκράτηση, Λιμάρισμα, Μέτρηση, Χάραξη, Τρύπημα στο Δράπανο, Πριόνισμα και Κοπίδιασμα. Το απαραίτητο υλικό για να ολοκληρωθεί η κατασκευή ήταν δύο (2) κομμάτια ο Μαλακού Χάλυβας (St37) 60×50×10 mm.

Προκειμένου να διαπεραιωθεί η εν προκειμένω κατασκευή χρησιμοποιήθηκε πλήθος εργαλείων. Ειδικότερα: η εφαρμοστή μέγγενη, τα μάγουλα μέγγενης, μία (1) πλατιά λίμα χονδρόδοντη, μία (1) πλατιά λίμα μέσης κατεργασίας, μία (1) πλατιά λίμα λεπτής κατεργασίας, μία (1) ορθογωνιά, πλάκα εφαρμογής, έναν (1) υψομετρικό χαράκτη, έναν (1) μεταλλικό κανόνα, ένα (1) παχύμετρο, μία (1) πόντα, ένα (1) σφυρί, το δρέπανο, τρυπάνια κατά βάση Ø 2 και 4 mm, ένα (1) χειροπρίονο και διάφορα κοπίδια. Κατά τη διάρκεια των εργασιών ελήφθησαν από τους συμμετέχοντες μέσα ατομικής προστασίας όπως προστατευτικά γυαλιά, γάντια κλπ.    

Η πορεία της εργασίας περιελάμβανε όπως προαναφέρθηκε μία ακολουθία φάσεων. Καταρχήν προσδιορίστηκε, για διευκόλυνση, κάθε κομμάτι Μαλακού Χάλυβα. Έτσι λοιπόν πλέον υφίστατο το Κομμάτι Α΄ και το Κομμάτι Β΄. Εν συνεχεία η ομάδα εργασίας λιμάρισε τις εξωτερικές πλευρές του υλικού με ακρίβεια. Έπειτα, χαράχθηκε το Κομμάτι Α΄ και ταυτόχρονα πονταρίστηκε και τρυπήθηκε στις τρύπες με τρυπάνι Ø 2, ενώ επίσης πριονίστηκε από απόσταση 1mm από τις χαραγμένες γραμμές και αφαιρέθηκαν από αυτό δύο παραλληλόγραμμα τμήματα άνω και κάτω της επίσης παραλληλόγραμμης και ίδου μήκους αλλά διαφορετικού πλάτους προεξέχουσας.  Ακολούθως, λιμαρίστηκαν και διαμορφώθηκαν με ακρίβεια οι δύο (2) γωνίες που σχηματίστηκαν από την προεξέχουσα και τα υπόλοιπα τμήματα της κατασκευής, σε μορφή ορθής γωνίας.

Κατόπιν, η ομάδα εργασίας ασχολήθηκε με το Κομμάτι Β΄, το οποίο σε πρώτη φάση και χαράχθηκε. Στη συνέχεια, το ίδιο κομμάτι, πονταρίστηκε και τρυπήθηκε στις δύο (2) τρύπες με τρυπάνι Ø 2mm, ενώ επίσης πονταρίστηκαν και τρυπήθηκαν εφαπτόμενες τρύπες τμήματος, που ονομάστηκε Τμήμα Γ΄, με τρυπάνι Ø 4 mm. Ακολούθως, πριονίστηκαν τα πλευρά του Τμήματος Γ΄, σε απόσταση 1 mm από τις γραμμές που προηγουμένως είχαν χαραχτεί. Ενώ ακόμη, κοπιαδίστηκαν τα νεύρα των οπών Ø 4 και αφαιρέθηκε το Τμήμα Γ΄.

Στο τελευταίο στάδιο της δραστηριότητας ξενοχδρίστηκε το εσωτερικό τμήμα και αποπερατώθηκαν οι εσωτερικές πλευρές με ακρίβεια, αρχικά η εσωτερική και η κάτω (2 και 3) και κατόπιν η από πάνω (πλευρά 1) χρησιμοποιώντας το κομμάτι Α΄ ως ελεγκτήρα. Τέλος εφαρμόστηκαν και λιμαρίστηκαν τα κομμάτια Α΄ και Β΄. Με τις τελευταίες αυτές ενέργειες περατώθηκε η κατασκευή.



    Συνοψίζοντας, η ομάδα εργασίας είχε ην ευκαιρία να προβεί σε μια σειρά ενεργειών, οι οποίες οπωσδήποτε και θα προσαρμοστούν στη δουλειά του τεχνικού ψύξης. Κατά την εκπόνηση της εργασίας χρησιμοποιήθηκε ικανός αριθμός εργαλείων καθώς επίσης και προστατευτικών μέσων. Η ομάδα εργασίας με προσεκτικό χειρισμό των μέσων που είχε στη διάθεση της οδηγήθηκε τελικά στο επιθυμητό αποτέλεσμα.


-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

 

Παπα-Ευθύμ - Η ντροπή του Πόντου, ο μεγαλύτερος προδότης του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Γράφει ο Στυλιανός Καβαζης

 «Ο παπα-Ευθύμ αξίζει όσο ένας ολόκληρος στρατός».

Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ~


Η παραπάνω φράση αυτή, ειπωμένη από τον ίδιο τον Μουσταφά Κεμάλ, δεν ήταν φιλοφρόνηση. Ήταν ψυχρή πολιτική διαπίστωση. Διότι σε έναν πόλεμο εξόντωσης ταυτότητας, ένας άνθρωπος που δρα εκ των έσω μπορεί να αποδειχθεί πιο χρήσιμος από χιλιάδες οπλισμένους στρατιώτες.

Ο παπα-Ευθύμ δεν κρατούσε όπλο,κρυβόταν πίσω από το ράσο του και με αυτό τραυμάτισε βαθύτερα από κάθε στρατό.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Ευθύμιος Καραχασαρίδης. Ρωμηός στην καταγωγή, Ορθόδοξος ιερέας, παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών. Δεν είχε θεολογική κατάρτιση, δεν κατείχε ανώτερο εκκλησιαστικό αξίωμα, δεν διέθετε κύρος ή παιδεία. Κι όμως, έμελλε να γίνει ο πιο χρήσιμος συνεργάτης του κεμαλικού καθεστώτος στην αποδόμηση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.

Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το νέο τουρκικό κράτος δεν αρκέστηκε στη στρατιωτική επικράτηση. Επιδίωξε την οριστική εξαφάνιση κάθε μη τουρκικής ταυτότητας. Ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελούσαν οι τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι της Καππαδοκίας, οι Καραμανλήδες μιλούσαν τουρκικά, αλλά παρέμεναν πνευματικά δεμένοι με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.Η λύση δεν θα ήταν μόνο η βία αλλά η πλήρη διάσπαση.

Μια «Τουρκορθόδοξη Εκκλησία», αποκομμένη από το Φανάρι και πλήρως ελεγχόμενη από το κράτος, θα μπορούσε να μετατρέψει την πίστη σε εργαλείο εθνικής αφομοίωσης.Για να επιτευχθεί αυτό, χρειαζόταν ένας άνθρωπος χωρίς εσωτερικά όρια.Ο παπα-Ευθύμ τυφλωμένος από την ακόρεστη φιλοδοξία του προσφέρθηκε πρόθυμα.

Την άνοιξη του 1921 ξεκινά οργανωμένα η προσπάθεια ίδρυσης ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας. Σε κεμαλικές εφημερίδες της Άγκυρας δημοσιεύονται αιτήματα αποκοπής από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο παπα-Ευθύμ εμφανίζεται αυτοανακηρυσσόμενος «Γενικός Επίτροπος των Τουρκορθοδόξων Χριστιανών».Χωρίς κανονικότητα, χωρίς εκλογή, χωρίς Εκκλησία, επιτίθεται στο Φανάρι, διαψεύδει δημόσια τις σφαγές και τους διωγμούς των Χριστιανών από τους Κεμαλικούς και καλεί τις κοινότητες της Μικράς Ασίας να αποστατήσουν.

Απαιτεί να τελούνται δεήσεις υπέρ του Μουσταφά Κεμάλ.Η προσευχή μετατρέπεται σε πολιτικό όρκο υποταγής.Ο παπα-Ευθύμ περιοδεύει στην Καππαδοκία υποσχόμενος επιστροφές εκτοπισμένων και ζητώντας οικονομική ενίσχυση για το κεμαλικό κίνημα. Όταν επιστρέφει στην Άγκυρα, τα αποτελέσματα της δράσης του είναι απτά:

Κλείνουν 68 ορθόδοξα σχολεία

Απαγορεύεται στους ιερείς να κυκλοφορούν με άμφια

Η τουρκική γλώσσα επιβάλλεται στην Εκκλησία

Η τουρκική υπηκοότητα καθίσταται προϋπόθεση για εκκλησιαστική ηγεσία

Το 1923 εγκαθίσταται στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί επιχειρεί δύο φορές, τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο, να καταλάβει το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Καταλαμβάνει βίαια ελληνορθόδοξες εκκλησίες στον Γαλατά την Παναγία Καφφατιανή, τον Σωτήρα Χριστό και τον Άγιο Ιωάννη.Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον αφορίζει, αλλά δεν ιδρώνει το του ήταν αποφασισμένος να φτάσει μέχρι τέλους.

Το 1929 απευθύνεται στον Μπενίτο Μουσολίνι, συγχαίροντάς τον για τη στήριξή του προς το τουρκικό κράτος και ζητώντας διεθνή αναγνώριση. Η προδοσία δεν έχει ιδεολογία. Έχει μόνο συμφέρον.Το 1934 αλλάζει όνομα.

Ο Ευθύμιος Καραχασαρίδης γίνεται Zeki Erenerol.

Η αποκοπή ολοκληρώνεται και τυπικά.

Αφορισμένος, αλλά χρήσιμος, θάβεται τελικά με πολιτικές παρεμβάσεις στο ορθόδοξο νεκροταφείο του Σισλί. Στον τάφο του 📸 χαράσσονται τα λόγια του Κεμάλ ως το τελευταίο "πολύτιμο πετράδι" στο ανίερο 👑 της προδοσίας του:

«Ο παπα-Ευθύμ αξίζει όσο ένας ολόκληρος στρατός».

Η ιστορία του παπα-Ευθύμ δεν ανήκει στο παρελθόν. Ανήκει σε κάθε εποχή που η υποταγή βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η διάλυση παρουσιάζεται ως «πρόοδος».

Ο παπα-Ευθύμ δεν πρόδωσε επειδή εξαναγκάστηκε. Πρόδωσε επειδή ανταμείφθηκε. Και αυτό είναι το διαχρονικό μάθημα που φτάνει μέχρι και σήμερα,οι πιο επικίνδυνοι προδότες δεν είναι όσοι δρουν στο σκοτάδι, αλλά εκείνοι που μιλούν στο φως, με θεσμική γλώσσα και “υπεύθυνο” τόνο.

Στη σύγχρονη εποχή, η προδοσία σπάνια φορά ράσο, συνήθως κρύβεται πίσω από πολυτελή κοστούμια.Δεν καταλαμβάνει ναούς  καταλαμβάνει συνειδήσεις.Δεν ζητά δεήσεις,ζητά σιωπή και πλήρη αποδοχή.Ο παπα-Ευθύμ απέδειξε περίτρανα ότι όταν προδώσεις την πίστη σου, μπορείς εύκολα να προδώσεις τον λαό σου. Και όταν προδώσεις τον λαό σου, πάντα θα υπάρξει μια εξουσία να σε υμνήσει όσο είσαι χρήσιμος.

Ύστερα μένει μόνο το όνομα.Όχι ως μνήμη.

Αλλά ως αυστηρή προειδοποίηση για, αυτούς τους λίγους τουλάχιστον που δεν ξεχνούν...


✍ Στυλ. Καβάζης

Η Τέχνη της Αρχαϊκής Εποχής. Γράφει η Ειρήνη Παπαδοπούλου.

 Τον 7ο και τον 6ο αιώνα π.Χ. ο ελληνικός κόσμος γνώρισε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη. Οι πόλεις στολίστηκαν με λαμπρά κτίρια. Τη μεγαλύτερη εντύπωση έκαναν οι ναοί, με τους οποίους οι άνθρωποι θέλησαν να τιμήσουν τους Θεούς.



Οι ρυθμοί (τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παρουσιάζει ένα έργο, όπως π.Χ. ένας ναός) με τους οποίους χτίστηκαν οι ναοί ήταν δύο, ο Ιωνικός και ο Δωρικός. Η διαφορά ανάμεσα τους ήταν κυρίως στους κίονες (κολώνες).

Τεχνίτες με ξεχωριστές ικανότητες σκάλιζαν το μάρμαρο κι έφτιαχναν αγάλματα που παριστάνουν Κούρους (γιους) και Κόρες. Οι Κούροι αρχικά καθόταν σε στάση απόλυτης προσοχής και εικονίζουν γυμνούς (όχι ντυμένους) νέους άντρες με τα χέρια κολλημένα στα πλάγια του σώματος. Σταδιακά, το ένα πόδι είναι πιο μπροστά από το άλλο, έτσι που νομίζει κανείς ότι το άγαλμα είναι έτοιμο να περπατήσει. Οι κόρες είναι νεαρές, ντυμένες με ελαφριά ρούχα και καλοχτενισμένες.

Την αρχαϊκή εποχή αναπτύχθηκε το εμπόριο. Έμποροι απ’ όλα τα μέρη της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου μεταφέρουν και πουλάνε προϊόντα. Η ανάγκη για αποθήκευση και μεταφορά του κρασιού και του λαδιού έφερε και την ανάπτυξη της αγγειοπλαστικής. Πολλοί καλλιτέχνες έγιναν γνωστοί από την αγγειοπλαστική.



Το ανωτέρω κείμενο αποτελεί άσκηση στο πλαίσιο του μαθήματος της ιστορίας.

Η Ειρήνη Παπαδοπούλου είναι μαθήτρια της Δ' Τάξης του Δημοτικού Σχολείου Νέου Πετριτσίου Σερρών

ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΝΟΡΜΑΝΔΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ (1107- 1108)

  Ο νικητής Καντακουζηνός έστειλε όλους τους αιχμάλωτους Νορμανδούς στον αυτοκράτορα Αλέξιο και ο ίδιος ανηφόρισε προς τον Τίμορα, έναν τόπο...