Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νατουραλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νατουραλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Διαβάζοντας το Άνθρωποι και ποντίκια του John Steinbeck. Γράφει ο Γεώργιος Θώδης

H ιστορία διαδραματίζεται στη δεκαετία του ’30 (εποχή του Μεσοπολέμου) μετά την μεγάλη οικονομική ύφεση του ’29 (Great Depression) στην περιοχή της Καλιφόρνιας και συγκεκριμένα στην Κοιλάδα της Σαλίνας. Κεντρικοί ήρωες ο μικρόσωμος, αλλά οξυδερκής Τζωρτζ και ο φίλος του Λένι, πνευματικά καθυστερημένος αλλά με μεγάλη σωματική δύναμη, με ιδιαίτερη αγάπη για απαλά πράγματα. Άνεργοι και έχοντας μόνον ο ένας τον άλλο, μέσα στη μοναξιά και την αποξένωσή τους, ονειρεύονται ένα δικό τους σπίτι. Τελικά βρίσκουν δουλειά σε ένα ράντσο στην Κοιλάδα της Σαλίνας κοντά στο Σόλενταντ. Όμως η τύχη δεν θα είναι με το μέρος τους και το Αμερικάνικο Όνειρο μάλλον δεν θα βγει αληθινό.

               

Στο βιβλίο αυτό ο Στάινμπεκ μέσω της φιλίας των δύο ανδρών Λένι και Τζορτζ παρουσιάζει θέματα όπως η μοναξιά, η φιλία μεταξύ ανδρών, η ελευθερία, η αθωότητα, το Αμερικάνικο όνειρο κτλ.

Ο Λένι και ο Τζορτζ είναι δύο άνεργοι φίλοι, οι οποίοι ψάχνουν δουλειά σε ένα ράντσο στο Σόλενταντ της Καλιφόρνιας. Oι δύο φίλοι είχαν απολυθεί από την προηγούμενή τους δουλειά εξαιτίας του Λένι. Αναλυτικότερα, ο Λένι λόγω της αγάπης του για απαλά πράγματα είχε πιάσει το φόρεμα μιας κοπέλας και δεν το άφηνε, κάνοντας την να πιστέψει ότι ήθελε να της κάνει κακό. Έτσι οι δύο φίλοι έφυγαν κυνηγημένοι. Όταν πια ξεφεύγουν το κίνδυνο καταλαβαίνουμε ότι ο Λένι είναι πνευματικά καθυστερημένος και ότι ο Τζορτζ είναι υπεύθυνος για εκείνον, πράγμα το οποίο δυσκολεύει την ζωή του, τον κάνει όμως και ξεχωριστό. Οι δύο φίλοι όμως έχουν και ένα όνειρο, να αποκτήσουν μια φάρμα μαζί. Το όνειρο αυτό επαναλαμβάνει συχνά ο Τζορτζ στο Λένι και ειδικά το κομμάτι με τα κουνέλια (αγάπη του για απαλά πράγματα), αφού τον γαληνεύει και τον καθησυχάζει. Όταν πια φτάσουν στο ράντσο και προσληφθούν, θα ξεκινήσουν και τα προβλήματα. Ο μικρόσωμος γιος του ιδιοκτήτη του ράντσου (Κέρλυ) ζηλεύει τον Λένι επειδή είναι μεγαλόσωμος και προκαλεί τον Λένι, ο οποίος του τσακίζει το χέρι. Επίσης, γνωρίζουμε την γυναίκα του Κέρλυ η οποία λόγω της μοναξιάς της προσεγγίζει τον Λένι. Ο Τζορτζ προειδοποιεί τον Λένι, μα θα είναι αργά. Εκείνος λόγω της πνευματικής αναπηρίας του και της μεγάλης δύναμής του θα πνίξει σε μία στιγμή έντασης κατά λάθος τη γυναίκα του Κέρλυ. Με αυτή του την πράξη ο Τζορτζ θα πρέπει να πάρει μια δύσκολη απόφαση, να σκοτώσει τον φίλο του ενώ του μιλάει για το όνειρό τους ή να αφήσει τον όχλο να τον λιντσάρει. Ο Τζορτζ θα αποφασίσει να δώσει μόνος του το τέλος και μαζί με το τέλος του φίλου του θα έρθει το τέλος του ονείρου του, αλλά και του ίδιου του εαυτού, αφού χωρίς τον Λένι πια θα είναι ένας συνηθισμένος περιπλανώμενος εργάτης.

Οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι ο Λένι και ο Τζορτζ.

O Λένι αν και είναι ένας από τους δύο κύριους χαρακτήρες του έργου, είναι και ο λιγότερο δυναμικός. Δεν υπάρχει εξέλιξη του χαρακτήρα του, δηλαδή ο αναγνώστης σε όλο το έργο βλέπει τον Λένι, όπως παρουσιάζεται και στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Ο Λένι είναι ψηλός, μεγαλόσωμος και πολύ δυνατός. Ακόμα, του αρέσει να χαϊδεύει απαλά πράγματα, τον διακατέχει μια παιδική αθωότητα λόγω της πνευματικής του αναπηρίας και είναι απόλυτα αφοσιωμένος στον Τζορτζ και στο όνειρό τους. Aυτά του τα χαρακτηριστικά επιβεβαιώνονται καθ’όλη τη διάρκεια του βιβλίου. Αν και οι συνεχείς παρουσιάσεις αυτών των χαρακτηριστικών καθιστούν τον Λένι έναν επίπεδο χαρακτήρα, η απλότητα του Λένι είναι βασική για την εξέλιξη της πλοκής. Και αυτό συμβαίνει , επειδή το ‘Άνθρωποι και Ποντίκια’ είναι ένα μικρό έργο που πρέπει όμως να καταφέρει να επηρεάσει ψυχικά τον αναγνώστη. Ακόμα, η τραγωδία του βιβλίου είναι ένα κομμάτι αναπόφευκτο και γι’αυτό ο αναγνώστης πρέπει από την αρχή να καταλάβει ότι ο Λένι είναι καταδικασμένος, ώστε να συμπάσχει μαζί του. Ο Στάινμπεκ το καταφέρνει αυτό, δημιουργώντας ένα πρωταγωνιστή που κερδίζει την συμπάθεια του αναγνώστη, επειδή δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τα γεγονότα που θα επακολουθήσουν. Είναι τελείως απροστάτευτος. Δεν μπορεί να αποφύγει τους κινδύνους που του παρουσιάζονται όπως με τον Κέρλυ ή και με τη γυναίκα του Κέρλυ. Η αθωότητά του, του προσδίδει μία καλοσύνη που δεν μπορεί να είναι ρεαλιστική, παρά μόνο ποιητική. O ενθουσιασμός του για το όραμα της μελλοντικής του φάρμας πείθει τον Τζορτζ και άλλους χαρακτήρες (Κάντυ, Κρουκς), αλλά και τους αναγνώστες ότι ένας τέτοιος παράδεισος είναι εφικτός. Παρ’ όλα αυτά ο Λένι είναι ο χαρακτήρας που ο Στάινμπεκ τον βάζει να καταστραφεί, ένας χαρακτήρας που η αθωότητά του επιβεβαιώνει απλώς αυτή την αναπόφευκτη καταστροφή.

Ο Τζορτζ είναι μικροκαμωμένος, με έντονα χαρακτηριστικά και οξυδερκής. Χάνει εύκολα την ψυχραιμία του, αλλά είναι στοργικός και αφοσιωμένος φίλος. Ακόμα αν και πολλές φορές διαμαρτύρεται για τη ζωή του με τον Λένι, μένει πιστός στη δέσμευσή του να τον προστατεύει. Από τις πρώτες λέξεις του Τζορτζ (προειδοποιεί τον Λένι να μην πιει πολύ νερό για να μην αρρωστήσει) φαίνεται το είδος της φιλίας τους. Ακόμα, αντιθέτως με τον Λένι ο χαρακτήρας του Τζορτζ αλλάζει κατά τη διάρκεια της πλοκής. Ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι ο Τζορτζ είναι ικανός να αλλάξει, όταν σε μια κουβέντα του με τον Σλιμ παραδέχεται ότι στο παρελθόν είχε παρενοχλήσει τον Λένι για δική του διασκέδαση. Από τότε ο Τζορτζ κατάλαβε ότι είναι λάθος να εκμεταλλεύεσαι τους πιο αδύναμους. Στο ‘Άνθρωποι και Ποντίκια’ ο Τζορτζ αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος είναι σχεδιασμένος να τα βάζει με τους αδυνάτους. Στην αρχή του βιβλίου ο Τζορτ είναι ιδεαλιστής. Παρ’ όλη την σκληρή εξωτερική του εμφάνιση, πιστεύει στο όνειρο της μελλοντικής του φάρμας καθώς είναι η μόνη διέξοδος εκείνου και του Λένι από τον σκληρό κόσμο. Πυροβολώντας τον Λένι τον σώζει από έναν μαρτυρικό θάνατο, αλλά δίνει τέλος στο όνειρό του για έναν τέλειο, αδελφικό κόσμο.

O αφηγητής είναι τριτοπρόσωπος και παντογνώστης, αλλά δεν εμβαθύνει στις σκέψεις και στα συναισθήματα των χαρακτήρων. H γλώσσα είναι απλή, άμεση, αλλά και σοβαρή. Με αυτό τον τρόπο ο Στάινμπεκ θέλει να δείξει ότι η ιστορία και του πιο απλού ανθρώπου είναι σημαντική, ακόμα και αν αυτοί είναι απλοί εργάτες. Το είδος της γραφής του είναι αυτό του νατουραλισμού. Ακόμα, χρησιμοποιεί και τον συμβολισμό.

Ο Στάινμπεκ στο βιβλίο αυτό θίγει διάφορα κοινωνικά προβλήματα και αξίες:

Φιλία:

Ο Τζορτζ και ο Λένι διακατέχονται από μία πολύ δυνατή φιλία, μια φιλία που τους κάνει να ξεχωρίζουν από τους άλλους. Λόγω αυτής της φιλίας το όνειρό τους φαντάζει αληθινό, όχι μόνο σε αυτούς αλλά και στους άλλους χαρακτήρες. Ακόμα, όλοι νιώθουν την ανάγκη να ζήσουν ενωμένοι, σαν αδέρφια, η ανταγωνιστική φύση όμως τον ανθρώπων τους εμποδίζει. Αν και η φιλία του Τζορτζ και του Λένι αποτυχαίνει είναι το κύριο στοιχείο στο οποίο βασίζει ο Στάινμπεκ τον ιδανικό του κόσμο.

Αμερικάνικο Όνειρο:

Oι περισσότεροι χαρακτήρες στο Άνθρωποι και Ποντίκια ονειρεύονται σε κάποιο σημείο του βιβλίου μια διαφορετική ζωή. Η γυναίκα του Κέρλυ πριν πεθάνει παραδέχεται ότι ήθελε να γίνει στάρ του σινεμά.

Ο Κρουκς ονειρευέται μια θέση στην φάρμα του Λένι και του Τζορτζ, το ίδιο και ο Κάντι. Όμως πριν ακόμα αρχίσει ιστορία, λόγω διαφόρων συνθηκών αυτά τα όνειρα δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Για παράδειγμα, η γυναίκα του Κέρλυ έχει μπει σε έναν δυστυχισμένο γάμο από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει. Αυτό που προσδίδει στα όνειρα όμως τον όρο ‘Αμερικάνικο’ είναι ότι οι χαρακτήρες εύχονται για αληθινή ευτυχία και την ελευθερία να ακολουθήσουν τις πραγματικές επιθυμίες τους. Το όνειρο του Τζορτ και του Λένι να αποκτήσουν μια φάρμα που θα τους διατηρεί και θα τους προστατεύει από τον αφιλόξενο κόσμο, είναι αντιπροσωπευτικό του Αμερικάνικου ιδεώδους.

Μοναξιά:

Πολλοί από τους χαρακτήρες παραδέχονται ότι υποφέρουν από μοναξιά. Ο Τζορτζ στην αρχή του βιβλίου <<ομολογεί>> στον Λένι ότι η ζωή ενός εργάτη σε ράντσο είναι από τις πιο μοναχικές. Άνδρες σαν τον Τζορτζ που πηγαίνουν από φάρμα σε φάρμα δεν έχουν κάποιον που να τους συντροφεύει. Όσο προχωράει η ιστορία, ο Κάντι, ο Κρουκς και η γυναίκα του Κέρλυ παραδέχονται τη βαθιά μοναξιά που νιώθουν. Το γεγονός ότι παραδέχονται σε άτομα ξένα προς αυτούς τον φόβο τους να παραμεριστούν από τους άλλους, δείχνει την απελπισία τους. Σε ένα κόσμο χωρίς φίλους να στηριχθούν, θα πρέπει να το κάνουν οι ξένοι. Καθένας από τους χαρακτήρες ψάχνει για ένα φίλο, να μοιραστεί τον κόσμο μαζί του. Παρ’ όλα αυτά, η συντροφικότητα αυτού του είδους μοιάζει αδύνατη. Στο τέλος, για τον Τζορτζ, η συντροφικότητα αυτή πεθαίνει μαζί με τον Λένι και όπως είχε προβλέψει στην αρχή, θα περάσει μια ζωή μόνος.

H θέση των γυναικών:

Η απεικόνιση θηλυκών χαρακτήρων στο Άνθρωποι και Ποντίκια είναι περιορισμένη και διόλου κολακευτική. Από την αρχή μαθαίνουμε ότι ο λόγος εκδίωξης των δύο φίλων από την προηγούμενη φάρμα ήταν εξαιτίας μιας γυναίκας. Παρεξηγώντας την αγάπη του Λένι για απαλά πράγματα, τον κατηγορεί για βιασμό, επειδή της τραβούσε το φόρεμα της. Αν και ο Τζορτζ μαλώνει τον Λένι για τη συμπεριφορά του, είναι πεπεισμένος ότι οι γυναίκες είναι πάντα η πηγή των προβλημάτων. Πιστεύει ότι η θελκτικότητά τους παρασύρει τους άνδρες σε ακραίες συμπεριφορές, οι οποίες δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχαν και εκείνες. Η γυναίκα του Κέρλυ, ο μόνος γυναικείος χαρακτήρας στο Άνθρωποι και Ποντίκια, αρχικά <<υποστηρίζει>> την αντίληψη του Τζορτζ για τις γυναίκες. Απογοητευμένη με τον γάμο της και τη ζωή στη φάρμα, συνεχώς ψάχνει κάτι για να περάσει την ώρα της, προκαλώντας προβλήματα στους άλλους. Το συνεχές φλερτάρισμα της με τον Λένι δε θα σφραγίσει μόνο τη δική της μοίρα, αλλά και των άλλων. Παρ’ όλα αυτά ο Στάινμπεκ μας δείχνει και μια πιο συμπονετική όψη της γυναίκας του Κέρλυ, αφήνοντάς την να μας μιλήσει για τη δυστυχία της και την ελπίδα της για μια καλύτερη ζωή. Όμως στον ουτοπικό κόσμο του Στάινμπεκ,ο οποίος είναι φτιαγμένος γύρω από τους αδελφικούς δεσμούς μεταξύ των ανδρών, οι γυναίκες δεν έχουν καμία θέση.

Ο άνθρωπος ως <<αρπακτικό>>:

Το Άνθρωποι και Ποντίκια μας διδάσκει ένα πικρό μάθημα όσον αφορά τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. Όπως ανέφερα και στο κομμάτι της μοναξιάς, όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες αναφέρουν ότι νιώθουν μόνοι ή αποξενωμένοι και για αυτό συμβιβάζονται και με έναν ξένο να ακούσει τις ανησυχίες τους. Oι χαρακτήρες αν και απομονωμένοι και αδύναμοι, επιδιώκουν να καταστρέψουν αυτούς που είναι ακόμα πιο αδύναμοι. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι όταν ο Κρουκς-ο οποίος είναι ένας μαύρος άνδρας με καμπούρα που λαχταρά για συντροφικότητα- κοροϊδεύει τον Λένι για το όνειρό του και την εξάρτησή του από τον Τζορτζ. Σε σκηνές σαν αυτή, ο Στάινμπεκ προβάλλει μία αλήθεια, ότι η καταπίεση δεν ασκείται μόνο από τον πιο δυνατό ή τον πιο ισχυρό. Ο Κρουκς φαίνεται δυνατός όταν ο Λένι αρχίζει να κλαίει, επειδή πιστεύει ότι κάτι έχει συμβεί στον Τζορτζ, όπως και η γυναίκα του Κέρλυ νιώθει δυνατή όταν απείλησε τον Κρουκς ότι τον λιντσάρουν. Συνοψίζοντας, το βιβλίο υπονοεί ότι η πιο φανερή μορφή δύναμης που χρησιμοποιείται για να καταπιέζει τους άλλους πηγάζει από την ίδια την αδυναμία.

Tέλος, ο Στάινμπεκ είναι συμπονετικός προς τους χαρακτήρες του, αλλά δεν πρόκειται να δημιουργήσει ένα ευτυχισμένο τέλος για αυτούς. Αντιθέτως, αντιπαραθέτει τον πραγματικό κόσμο της φτώχειας, τον περιορισμένων κοινωνικών ρόλων, της ανθρώπινης μισαλλοδοξίας και βίας με τον ονειρικό κόσμο της ελευθερίας, της ευμάρειας, της φιλίας και της αφοσίωσης. Αυτή έντονη αντιπαράθεση αποκαλύπτει πως το Αμερικάνικο Όνειρο, ήταν απλώς ένα όνειρο χωρίς καμία ελπίδα πραγματοποίησης.

Μου άρεσε ο νατουραλιστικός τρόπος γραφής του και ο συμβολισμός που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Ακόμα, μου άρεσε ότι οι χαρακτήρες του δεν ήταν ούτε περίπλοκοι , αλλά ούτε και απλοί. Θα το πρότεινα σε άτομα που τους αρέσει η κλασσική λογοτεχνία και πιο συγκεκριμένα σε όποιον αρέσουν τα νατουραλιστικά βιβλία.



Ο Γλάρος του Αντών Τσέχωφ. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

 Φίλες και φίλοι του θεάτρου, μετά την παρουσίαση του Θείου Βάνια, και την μεγάλη ανταπόκριση που δείξατε, απόψε θα προχωρήσω στην ανάλυση ενός από τα σπουδαιότερα έργα που καθόρισαν το θέατρο: του Γλάρου, του Αντών Παύλοβιτς Τσέχωφ.



  Η συγγραφή του έργου ολοκληρώθηκε το 1895 στο Μελίχοβο. Το Μελίχοβο ήταν ένα μικρό χωριό είκοσι πέντε χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας. Εκεί ο συγγραφέας πέρασε πέντε χρόνια θέλοντας να ζήσει μια ήσυχη μακριά από τα εγκόσμια ζωή. Αμέσως μετά τη συγγραφή, την 17 Οκτωβρίου του 1895 ο Γλάρος  ανέβηκε στη σκηνή στην Αγία Πετρούπολη. Αυτό το πρώτο ανέβασμα κατέληξε σε μια αποτυχία, εμπορική και καλλιτεχνική. Οι συνθήκες που πρωτοεμφανίστηκε το έργο δεν ήταν ευνοϊκές. Ο Τσέχωφ είχε φυματίωση, η οποία εμφάνισε επιπλοκή. Ο συγγραφέας δεν ήταν σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Αναμφίβολα δε θα άντεχε δεύτερη αποτυχία.

  Αντίθετα με το πρώτο, το δεύτερο ανέβασμα του έργου το 1898, από το «Θέατρο Τέχνης» της Μόσχας σε σκηνοθεσία Κ. Στανισλάφσκι, υπήρξε ένας θρίαμβος. Ο Τσέχωφ, παρέδωσε το Γλάρο, στο μέγα εκείνο μάστορα της σκηνοθεσίας ο οποίος εγκαινίασε μια νέα αισθητική: Το Θεατρικό Νατουραλισμό. Η ιστορική παράσταση στο «Θέατρο Τέχνης» είχε έμβλημα ένα γλάρο. Τα χειροκροτήματα επισφράγισαν μια εξαιρετική παράσταση αλλά και μια νέα εποχή για το δραματικό θέατρο. Έκτοτε το έργο έχει παιχτεί αναρίθμητες φορές σε όλο τον κόσμο.






  Ο Γλάρος έγινε κώδικας υποκριτικής παγκοσμίως, άσκησε επιρροή κυρίως στο αμερικάνικο θέατρο καθώς και κινηματογράφο. Τέκνα του Γλάρου ήταν ο Μάρλον Μπράντο, ο Τζέημς Ντιν, ο Ντε Νίρο, η Εύα Μαρί Σεντ, κ.α. Στην Ελλάδα το έργο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1906 στο περιοδικό Ηλύσια και πρωτοπαρουσιάστηκε από το θίασο της Μ. Κοτοπούλη το 1932. Σε μας εδώ θεμελίωσε την πρώτη περίοδο του Θεάτρου Τέχνης του Κουν και των μαθητών του (Μπάκας, Μιχαλακόπουλος, Καρακατσάνης, Φυσσούν, Λαμπέτη, Διαμαντόπουλος κ.λπ.).

  Ο Γλάρος αποτελεί το πλέον αυτοβιογραφικό έργο του Τσέχωφ. Έργο που μιλά διαχρονικό για την ανθρώπινη μοναξιά και το κυνήγι της αγάπης που δεν έχει ανταπόκριση. Σίγουρα όταν διαβάσει κανείς το έργο πολλές φορές θα μπει στην ουσία της σκέψης του Τσέχωφ. Ήταν ακόμη ένα έργο εκδίκησης. Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε ορκιστεί ότι δεν πρόκειται να συγγράψει άλλο έργο. Ο Γλάρος συναρπάζει παγκοσμίως τους πάντες: δημιουργούς, θεατές και αναγνώστες. Ίσως γιατί οι χαρακτήρες του μαζί με τις ανάγκες τους είναι τόσο διαχρονικές που καθένας μας μπορεί να βρει κάπου “εκεί” τον εαυτό του…

 


 

Η πλοκή του έργου:

  Συγκεκριμένα, το έργο διαδραματίζεται στο υποστατικό του Σόριν, στην τότε επαρχιακή Ρωσία. Ο Τρέπλιεβ αναζητά κάτω από τη ‘σκιά’ της Αρκάντινα, της μητέρας του, νέους τρόπους έκφρασης στο θέατρο και την ποίηση. Παρουσιάζει το πρώτο του θεατρικό έργο με πρωταγωνίστρια την αγαπημένη του Νίνα, με την οποία είναι παράφορα ερωτευμένος. Η παράσταση όμως θα τελειώσει άδοξα. Από την άλλη η Νίνα εκφράζει τη μεγάλη της επιθυμία να γίνει ηθοποιός και γοητεύεται από το συγγραφέα Τριγκόριν, ο οποίος έχει σχέση με την Αρκάντινα.

  Δύο χρόνια αργότερα, ο Τρέπλιεβ εξακολουθεί να μένει στο κτήμα και να παρακολουθεί από απόσταση τη ζωή της Νίνας. Η επιδείνωση της κατάστασης του Σόριν θα κάνει την Αρκάντινα και τον Τριγκόριν να ξαναγυρίσουν στο υποστατικό. Η Νίνα επιστρέφει και αυτή, σαν το νεκρό γλάρο, και η συνάντησή της με τον Τρέπλιεβ θα συμβάλλει στο να δώσει αυτός τέρμα στη ζωή του.

  Παράλληλα, στο έργο προβάλλεται η ζωή και ο ρόλος και άλλων προσώπων, όπως του επιστάτη Σαμράεβ, της γυναίκας του Παλίνας, της κόρης του Μάσσας, του γιατρού Ντορν, του δασκάλου Μεντβεντένκο, του Γιάκωβ ενός εργάτης του Σόριν, του μάγειρα και της υπηρέτριας.

  Οι διάλογοι του έργου είναι ασύνδετοι και τα πρόσωπα δείχνουν ότι δε μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.

 


 

Επιπλέον στοιχεία:

 Το έργο που καθιέρωσε τον Τσέχωφ ως θεατρικό συγγραφέα στη συνείδηση κοινού και κριτικής, έχει ως τοπίο μια λίμνη. Είναι μια κωμωδία, σύμφωνα με το συγγραφέα, με τρεις γυναικείους ρόλους, έξι ανδρικούς και παίζεται σε τέσσερις πράξεις. Πολύ συζήτηση περί λογοτεχνίας, λίγη δράση και πέντε τόνοι έρωτα.

 Το ύφος του Γλάρου είναι μεικτό. Μοιράζεται ανάμεσα στην κωμωδία και τη δράση. Ο ίδιος το χαρακτήρισε ως κωμωδία σε τέσσερις πράξεις. Είναι κωμωδία αλλά και δράση. Η επιμονή του συγγραφέα να χαρακτηρίζει το έργο κωμωδία· έχει την έννοια της προκλητικής αντιπαράθεσης και ρήξης με το δράμα της εποχής. Αναδεικνύει, όμως και κωμικές πτυχές της ζωής· διότι πιστεύει ότι στη ζωή είναι όλα ανακατωμένα: το ρηχό συνυπάρχει με το μεγαλοπρεπές.

 Τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του Γλάρου μπορεί κανείς εύκολα να τον διακρίνει. Εδώ μπορεί κανείς να διακρίνει τις απόψεις του Τσέχωφ για τη ζωή και για την αισθητική εμφανίζοντας μέσα σαυτές ανθρώπους της τέχνης. Μιλά ανοιχτά για τους προβληματισμούς του γύρω από την τέχνη, τη μάχη με την ρουτίνα της καθημερινότητας, την αναζήτηση νέων μορφών για τα βάσανα της δημιουργίας καθώς και για την ευθύνη του ταλέντου μπροστά στις απαιτήσεις της ζωής.

 

Η Κεντρική Ιδέα:

 Το έργο μιλάει για την τέχνη και το θέατρο. Ο θεατής είναι συνέχεια μέσα και έξω από το θέατρο και ο ηθοποιός γίνεται ηθοποιός και θεατής. Ο ηθοποιός παρατηρεί την ίδια του την τέχνη και τον εαυτό να παίζει και να μην παίζει.

Τα θέματα του έργου είναι τρία:

1)Αλληλεξάρτηση της ζωής και της τέχνης.

2)Ο θάνατος των ψευδαισθήσεων.

3)Η κωμωδία της ανθρώπινης αποτυχίας.

 Όλα αυτά ανταποκρίνονται στην εμονική ιδέα του Τσέχωφ, ότι: «Όλα στη ζωή είναι θέατρο και όλα στο θέατρο είναι ζωή.»

 Εδώ μπορεί κανείς να διακρίνει τις απόψεις του για τη ζωή και για την αισθητική· εμφανίζοντας μέσα σ’ αυτές ανθρώπους της τέχνης. Μιλά ανοιχτά για τους προβληματισμούς του γύρω από την τέχνη, τη μάχη με την ρουτίνα της καθημερινότητας, την αναζήτηση νέων μορφών για τα βάσανα της δημιουργίας καθώς και για την ευθύνη του ταλέντου μπροστά στις απαιτήσεις της ζωής.

 Ο Τσέχωφ μέσα από το Γλάρο μας δείχνει τον παραλογισμό της ανθρώπινης ψυχής. Μόνο μια υπεράνθρωπη δύναμη θα μπορέσει να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ της πραγματικής ζωής και αυτής που ονειρεύονται τα πρόσωπα. Μάταια οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεπεράσουν τα αδιέξοδα της καθημερινότητας.

 Ενδιαφέρουσα είναι και η προσέγγιση του Τερζάκη σχετικά με το έργο του Τσέχωφ. Σύμφωνα με τον Α. Τερζάκη: ο Τσέχωφ διαφώνησε με τον Ίψεν ως προς την άποψη ότι τα έργα δεν έχουν αρχή, μέση και τέλος. Με άλλα λόγια δεν αρχίζουν, εξελίσσονται, κορυφώνονται και τελειώνουν. Θεωρεί ότι πρέπει να δημιουργηθούν νέοι τρόποι έκφρασης και πρωτοτυπίας στο θέατρο και αν κάποιος δεν μπορεί να το κάνει αυτό είναι προτιμότερο να μην κάνει τίποτα. Το ψυχολογικό κλίμα αντικαθιστά τη δράση, ενώ η συγκίνηση πηγάζει από τα μυστικά που κρύβουν στις καρδιές τους οι ήρωες και όχι από τις φωνές και τις χειρονομίες.



 

Οι πρωταγωνιστές:

 Τα έργα του Τσέχωφ είναι πολυπρόσωπα, χωρίς κανένας να έχει κανένα πρωταγωνιστικό ρόλο. Με το Γλάρο εγκαινιάστηκε η ιδιότυπη σύνθεση της τσεχωφικής δραματουργίας, όπου τη θέση του έως τότε καθιερωμένου κεντρικού ήρωα-ηρωίδας παίρνει ένας όμιλος προσώπων, μια μικρή κοινωνία. Η δράση είναι μοιρασμένη ανάμεσα τους.

 Ο Άγγλος δραματουργός, Πρίστλι, κάνει μια πραγματικά ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Κατανέμει την ίδια του την προσωπικότητα ανάμεσα σε τρία πρόσωπα: «Τον Τριγκόριν, ένα δημοφιλή συγγραφέα– λογοτέχνη, γεγονός το οποίο όμως τον έχει κουράσει, τον Τρέπλεφ, ο οποίος αγωνίζεται, όπως και ο ίδιος, για νέους τρόπους έκφρασης και τον Dr. Ντορν, γιατρό, σαν και τον ίδιο, ο οποίος, όχι τυχαία, δείχνει συμπάθεια στις αναζητήσεις του Τρέπλεφ».

 Οι ήρωες είναι δυνατοί και ευάλωτοι όπως και οι γλάροι. Πετάνε πάνω από σύμβολα ελευθερίας και νίκης του ανθρώπινου πνεύματος. Κατατρύχονται από μελαγχολία. Αγαπούν, ελπίζουν, μισούν σα να μη συμβαίνει τίποτα. Διακατέχονται όμως από μια ανικανότητα να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους. Είναι ίδιοι με τους γλάρους που είναι σύμβολα ελευθερίας και πετάνε πάνω από τη λίμνη, ακόμη και όταν δεχτούν τις σφαίρες κάποιου κυνηγού. Αισθάνονται συγκεχυμένοι. Η ζωή τους δεν είναι παρά μόνο ένα όνειρο.

 Ο Richard Peace, παρατηρώντας πως οι βασικοί χαρακτήρες του Γλάρου είναι συγγραφείς και ηθοποιοί, υποστηρίζει πως και Τριγκόριν και ο Τρέπλιεβ είναι κωμικοί χαρακτήρες και μονόπλευροι καθρέφτες της αυτοεικόνας του Τσέχωφ, τέτοιας που «η καλλιτεχνική ‘‘μονομαχία’’ μεταξύ του Τριγκόριν και του Τρέπλιεβ αποτελεί την αντανάκλαση μιας σύγκρουσης του ίδιου του Τσέχωφ». Οι μελετητές συχνά ανέφεραν ότι τα έργα του Τσέχωφ δεν οδηγούνται από την πλοκή. Αντ 'αυτού, τα έργα είναι μελέτες χαρακτήρων σχεδιασμένες να δημιουργούν μια συγκεκριμένη διάθεση.

 

 Ο Τσέχωφ δεν περιγράφει τα πάθη, τις ελπίδες, τις απογοητεύσεις μόνο του κεντρικού ήρωα, αλλά μιας ομάδας ανθρώπων που είναι πραγματικά ή ψυχολογικά “κολλημένοι” δίπλα σε μια μικρή λίμνη. Είναι το έργο για τους νέους καλλιτέχνες και για την μεγαλύτερη γενιά που είναι πια κορεσμένη και περιφρουρεί τα κεκτημένα της.

 Είναι το έργο όπου οι ήρωές του διακατέχονται από “αγάπη” -που αποτελεί την κύρια υπόθεση του «Γλάρου» -και συγχρόνως από έλλειψη κατανόησης και ουσιαστικού ενδιαφέροντος μεταξύ τους. Σχεδόν όλους οι ήρωες «Λίγη δράση, 5 πούντες αγάπης», έλεγε ο Τσέχωφ χαριτολογώντας.

Τέλος, είναι το έργο για τις βασανιστικές αναζητήσεις του αληθινού νοήματος της ζωής, του λόγου ύπαρξής μας.

Ας ασχοληθούμε λίγο με τη Νίνα. Η Νίνα ήταν η πρωταγωνίστρια και πολλά υποσχόμενη νεαρή ηθοποιός του πολλά υποσχόμενου νεαρού συγγραφέα Τρέπλιεφ. Ο Τρέπλιεφ ανεβάζει το έργο στον κήπο του πατρικού εξοχικού, με σκοπό να εντυπωσιάσει, μέσα από ένα επαναστατικό τρόπο έκφρασης τους καλεσμένους της μητέρας του, αλλά και την ίδια, τη διάσημη ντίβα του θεάτρου Αρκάντινα.

 Η Άλκηστις Πουλιοπούλου ερμήνευσε πριν λίγα χρόνια το ρόλο της Νίνας, θα μας πει: «Το πρόωρο και άδοξο τέλος της παράστασης του νεαρού φιλόδοξου συγγραφέα θα φέρει απρόβλεπτες κωμικές και τραγικές συνέπειες, για όλους τους παρευρισκομένους που θα σφραγίσουν τις ζωές τους για πάντα. Η Νίνα είναι ερωτευμένη με το γιο της Αρκάντινα, γνωρίζει όμως τον Τριγκόριν, τον εραστή της Αρκάντινα και τον ερωτεύεται. Έτσι ξεκινάει η καταστροφή της. Καταστρέφεται όχι από έρωτα αλλά από προσδοκία.»

Η Καριοφιλιά Καραμπέτη ερμήνευσε τη Νίνα το 1994


 

Συμβολισμοί:

 Ο γλάρος συμβολίζει τους ελεύθερους και δυνατούς ανθρώπους που παρά τις δυσκολίες που έχουν συνεχίζουν. Οι συμβολισμοί δεν είναι του Τσέχωφ αλλά της φαντασίας των ηρώων. Όταν ο Τρέπλιεφ σκοτώνει το γλάρο, σκοτώνει το ίδιο το έργο του. Ο γλάρος τελικά είναι ο ίδιος ο Τσέχωφ, τα πάθη, οι σκέψεις και οι προβληματισμοί του.

 

 Με την παρουσίαση του Γλάρου κλείνουμε τη δεύτερη ανάλυση μας πάνω στο έργο του σπουδαίου Ρώσου λογοτέχνη. Δοθείσης ευκαιρίας θα επανέλθουμε, με την ανάλυση, ίσως, του Βυσινόκηπου

 


Πηγές:

Α) Ιστότοποι

https://el.eferrit.com/περίληψη-του-the-seagull-του-αντόν-τσέχοφ/

https://www.koutipandoras.gr/article/o-glaros-to-aristoyrghma-toy-anton-tsexwf-sto-dhmotiko-oeatro-peiraia/

dromospoihshs.gr/2021/10/04/glaros_tsexof/

https://www.tanea.gr/2018/01/07/lifearts/o-glaros-toy-anton-tsexof/

https://www.in.gr/2017/11/15/culture/h-alkistis-poylopoyloy-mila-gia-ti-nina-toy-tsexwf/

https://www.klik.gr/gr/el/stories/o-glaros-i-istoria-tou-aristourgimatikou-ergou-pou-kathierose-ton-tsechof/

https://filoitexnisfilosofias.com/ο-γλάρος-η-ιστορία-του-αριστουργηματι/

https://www.ntng.gr/default.aspx?lang=el-GR&page=36&newsid=1440

https://www.artigo.gr/theater/o-monologos-tis-ninas-o-chekhov-sou-anoigei-orizontes/

https://eranistis.net/wordpress/2019/06/21/τσέχοφ-ο-είρων-το-τραγικό-και-το-γελοίο/

 

Β) Έργα Ελλήνων συγγραφέων.

1) Καλλέργης, Λ. (1986). Πρόλογος. Άντον Παύλοβιτς Τσέχωφ. Ο συγγραφέας και το έργο του. Μια σκιαγραφία. Στο Α.Τσέχωφ. (1986). Ο Γλάρος – Θείος Βάνιας – Πρόταση Γάμου – Η αρκούδα. (μτφρ. Λ. Καλλέργης), (τομ. Α΄). (σσ. 11-25), Αθήνα: Δωδώνη.

2) Τερζάκης, Α. (2007). Χαρακτηριστικά του τσεχωφικού θεάτρου. Στο Α.Τσέχωφ. Θείος Βάνιας. (μτφρ. Α. Κοέν). (σσ. 35-39), Αθήνα: Αιγόκερως.

3) Βογιάζος, Α. (1989). Από το στοιχείο του δάσους στον Θείο Βάνια. Στο Ο Τσέχωφ. Το έργο του η εποχή του. (σσ. 81-116), Αθήνα: Άγρα.

4) Φιλία Συμεωνίδου, Γυναικείες μορφές στη δραματουργία του Άντον Τσέχωφ, ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Αλεξανδρούπολη 2017.

 

Γ) Έργα ξένων συγγραφέων.

1) Germilof, V. (2007). Το κωμικό στοιχείο στο έργο του Άντον Τσέχωφ. Στο Α. Τσέχωφ. Θείος Βάνιας. (μτφρ. Α. Κοέν). (σσ. 20-21), Αθήνα: Αιγόκερως.

2) Έρενμπουργκ, Ιλ. (1963). Ο κόσμος του Τσέχωφ, Η ζωή και το έργο του. (μτφρ. Ξ.Ι.Καρακάλου), Αθήνα: Δαμιανός.

3) Τσέχωφ, Α. (1986). Ο Γλάρος – Θείος Βάνιας – Πρόταση Γάμου – Η αρκούδα. (μτφρ. Λ. Καλλέργης), (τομ. Α΄). Αθήνα: Δωδώνη.

4) Τρουαγιά, Α. (1984). Τσέχωφ. (μτφρ. Θ. Σκάσση), Αθήνα: Libro.

5) Senderovich, S. (1994/2009). The Cherry Orchard: Chekhov’s Last Testament. Russian Literature, 35, pp. 223-242. Ανακτήθηκε 30 Οκτωβρίου 2020 από https://www.academia.edu/16405415/_The_Cherry_Orchard_Chekhovs_Last_Testament

 

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

Το θέατρο της Τετάρτης, 1981 
Μετάφραση: Λυκούργος Καλέργης
 Παίζουν: Μαίρη Αρώνη, Γιώργος, Βουτσίνος, Μαρία Σκούντζου, Γιώργος Μοσχίδης, Γιάννης Φέρτης, Άννα Βενέτη, Ρένα Καλτσά, Μάκης Ρευματάς, Πέτρος Φυσσούν, Γιάννης Μόρτζος, Νίκος Νικολάου, Καιτη Επισκόπου Μουσική επιμέλεια: Γιάννης Ζουγανέλης Επιμέλεια ήχου: Γίτσα Βαλμά Ραδιοσκηνοθεσία: Κώστας Μάκας

Η μεταφόρτωση έγινε από το κανάλι loukia touloumari



Τα βασικά στοιχεία του Νατουραλισμού στο θέατρο.

Ο  νατουραλισμός 

Ο  θεατρικός  νατουραλισμός  δεν  ήταν  μεμονωμένο  γεγονός  αλλά  μέρος  μιας  γενικότερης τάσης  στα  γράμματα  και  στις  εικαστικές  τέχνες  που  εγκωμιάζει  την  πλήρη  αναπαραγωγή μιας  μη  εξωραϊσμένης  πραγματικότητας.  Η  εξέλιξη  της  κοινωνικής  και  οικονομικής  ζωής των  επιστημών  (θεωρία  της  κληρονομικότητας  του  Δαρβίνου  κτλ.),  παράλληλα  με  την  εφεύρεση  και  την  τελειοποίηση  της  φωτογραφίας,  που  προσέφερε  μια  ακριβή  αναπαράσταση  του κόσμου,  συνέβαλαν  στην  ανάπτυξη  του  ριζοσπαστικού  κινήματος  που  έθεσε  νέα  δεδομένα για  την  αποτύπωση  της  ζωής  και  την  επιλογή  της  θεματολογίας  στο θέατρο. 





Βασικά  χαρακτηριστικά  της  νατουραλιστικής  γραφής 

Η θεατρική  σκηνή  επηρεάστηκε  από  τα  μυθιστορήματα  του  Εμίλ  Ζολά  και  από  το  μανιφέστο  Le Natouralism au  Theatre,  που  διατύπωσε  το  1881,  ενάντια  στις  επίπλαστες  μεθόδους  συγγραφής  και  υποκριτικής  της  εποχής,  αναζητώντας  ένα  φυσικό  περιβάλλον  για  το σκηνικό  θέαμα,  με  επίκεντρο  τον  άνθρωπο  όπως  πραγματικά  είναι. 

 Στο  νατουραλισμό  η κληρονομικότητα  και  το  περιβάλλον  είναι  οι  δύο  παράγοντες  που  καθορίζουν  το  πεπρωμένο  και  τις  πράξεις  του  δραματικού  προσώπου  και  καθορίζουν  απόλυτα  τη  συμπεριφορά του.  Η  αληθινή  συμπεριφορά  του  ανθρώπου  μπορεί  να  παρατηρηθεί  ακέραια  σε  περιβάλλοντα  παρθένα  από  κοινωνικούς  καθωσπρεπισμούς.  Δεν  είναι  τυχαίο  ότι  όσο  πιο  νατουραλιστικό  είναι  το  έργο  τόσο  πιο  βαθιά  στην  ανθρώπινη  εξαθλίωση  βρίσκεται  το  περιβάλλον των  προλετάριων,  διαλυμένων  από  τις  κοινωνικές  συνθήκες  ανθρώπων.  Η  πραγματικότητα αποδίδεται  μέσα  από  σκληρές  εικόνες  φωτογραφικής  αποτύπωση. 


Η  θεατρική  γραφή  αποκτά  ιδιαίτερα  χαρακτηριστικά  περιγραφής,  αφηγηματικότητας  και αναπαράστασης  όπως: 

1.  Ταμπλό:  η  επιλογή  της  σκηνικής  δράσης  με  φωτογραφική  σταθερότητα  αντί  για  θεατρική  ροή,  που  έχει  στόχο  την  απομάκρυνση  από  την  πραγματικότητα  και  την  αποσπασματική  αφήγηση  ιδιαίτερων  «μικροσκοπικών»  εκφάνσεων  της  καθημερινής ζωής.  

2.  Μιλιέ:  το  σκηνικό  περιβάλλον,  η  κατά  το  δυνατόν  πιστή  αναπαράσταση  του  φυσικού χώρου.  Μιλιέ:  ο  χώρος  του  δράματος,  όπου  η  σκηνογραφία  αποδίδεται  με  σκηνικά τόσο  αληθοφανή  όσο  το  «φυσικό»  τους  αντίθετο,  που  λειτουργούν  ως  «διαρκείς  περιγραφές»,  όπως  σημειώνει  ο  Ζολά,  και  μάλιστα  κατασκευάζονται  με πραγματικά  αντικείμενα  (πραγματικές  πόρτες,  βοδινό  κρέας  με  το  αίμα  του στις  σκηνοθεσίες  του  Αντουάν  κτλ.).  Η  νατουραλιστική  σκηνοθεσία  αρέσκεται  στη  συσσώρευση,  τη  λεπτομέρεια,  το  μοναδικό  και  το  απρόβλεπτο.  Pavis Patrice,  Λεξικό  του  Θεάτρου 

 3.  Η  «φέτα  ζωής»:  Διατύπωση  του  Ζολά  που  πίστευε  ότι  ένα  έργο  πρέπει  να  είναι  μια «φέτα  ζωής»  ριγμένη  πάνω  στη  σκηνή,  χωρίς  ωραιοποιήσεις  και  τεχνάσματα,  σαν αυτά  του  Σκπιμπ  και  των  συγγραφέων  του  «καλοφτιαγμένου»  έργου.

  4.  Τέταρτος  τοίχος:  Νοητός  τοίχος  όπου  ο  θεατής  παρίσταται  σε  μια  δράση  ηδονοβλεπτικά,  αφού  οι  ηθοποιοί  παίζουν  μέσα  σε  ένα  κλειστό  σύμπαν  που  δεν  τον  περιλαμβάνει,  δημιουργώντας  έναν  ακραίο  διαχωρισμό  της  σκηνής  και  της  πλατείας.  

Είτε  συνθέτετε  είτε  παίζετε,  να  μην  σκέφτεστε  πια  τον  θεατή,  σαν  να  μην  υπήρχε.  Φανταστείτε  στην  άκρη  της  σκηνής  ένα  μεγάλο  τοίχο  που  σας  χωρίζει από  την  πλατεία·  να  παίζετε  σαν  να  μην  είχε  σηκωθεί  η  αυλαία. 

Ντιντερό  Ντενί,  Περί  της  δραματικής  τέχνης  


Πηγή: Υπουργείο Παιδείας κ Θρησκευμάτων

Ο Πελεκάνος, του Αυγούστου Στρίμπεργκ. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

  Αγαπητοί φίλοι καλησπέρα σας, απόψε θα σας παρουσιάσω ένα θεατρικό έργο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από πολλές απόψεις. Πρόκειται για τον  ¨Πελεκάνο¨ του Σουηδού συγγραφέα Αυγούστου Στρίμπεργκ. Ο ´´Πελεκάνος´´ είναι το αυτοβιογραφικό του Στρίμπεργκ, όπως χαρακτηρίστηκε από πολλούς με κεντρικό άξονα την προσωπικότητα του ίδιου του Αύγουστου Στρίμπεργκ.


               

  Το  έργο γράφτηκε το 1907 και ανήκει στην Τρίτη περίοδο  δημιουργίας του Σουηδού συγγραφέα, ενώ τα θέματα που πραγματεύεται είναι: ο θάνατος, η σεξουαλικότητα, η ζοφερότητα και η βιαιότητα των οικογενειακών σχέσεων. Εκείνη την περίοδο ο Στρίμπεργκ βρέθηκε στα πρόθυρα της τρέλας ύστερα από το οδυνηρό γι' αυτόν τρίτο διαζύγιο, ευρισκόμενος έτσι σε απόγνωση ζήτησε την φροντίδα της αγαπημένης αδερφής του.


  Η αδερφή του όμως τον βασάνισε με την αποτρόπαια συμπεριφορά της στο διάστημα που παρέμεινε σπίτι της για να τον φροντίσει, έτσι το έργο στην πραγματικότητα αποτέλεσε μία εκδικητική Σονάτα εναντίων της έως τότε αγαπημένης του αδερφής. Στην πρωταγωνίστρια-μητέρα του έργου ο Στρίντμπεργκ αντικατοπτρίζει την αδερφή του, ενώ στο τέλος την υποχρεώνει να αποκαλύψει τον πραγματικό της εαυτό και να ταπεινωθεί μπροστά στα παιδιά της.

                                  

  Ο Στρίμπεργκ ήταν όμως και γιος δούλας-παραδουλεύτρας της οικογένειας του πατέρα του, ο οποίος τη στεφανώθηκε λίγο πριν  τη γέννηση του. Στα δεκατρία του χρόνια ο Σουηδός συγγραφέας χάσει τη μητέρα του και ο πατέρας του θα νυμφευθεί τη γκουβερνάντα του μικρού Αύγουστου, η οποία θα τον καταπιέσει. Το στίγμα ´´γιος της δούλας´´ θα διαμορφώσει το μισογυνισμό του.


Ο Αύγουστος Στρίμπεργκ



Η εξέλιξη του έργου

 Τρεις γιοι και τρεις κόρες, ως δύο πρόσωπα σε ποικίλες παραλλαγές σχέσης, μοιράζονται την ίδια κι απαράλλαχτη μάνα. Η μητέρα τίκτει. Η μητέρα γεννά. Η μητέρα αναθρέφει με το γάλα της τα παιδιά της. Η μητέρα αγαπά άνευ όρων και αιτίας. Η μητέρα δεν στερεί. Η μητέρα απλά υποφέρει και φέρει εις πέρας ένα ανομολόγητα ιερό καθήκον, να θυσιάζει την υπόστασή της για χάρη των παιδιών της.

  Η μητέρα-πελεκάνος απλά τίκτει. Η μητέρα-πελεκάνος δεν γεννά, δεν έχει γάλα, δεν στερείται, δεν υποφέρει, δεν θυσιάζεται, δεν αγαπά άνευ όρων και αιτίας. Αποτελεί ένα πρότυπο μιας άλλης μάνας διαφορετικής, μη κατακριτέας ωστόσο. Η μητέρα-πελεκάνος στερεί από τα παιδιά της, βάζει όρια στον εαυτό της και στην οικογένειά της, βγαίνει από τη “μάχη της θυσιαστικής αγάπης” αλώβητη κι ακμαία. Στη συνείδηση όλων, η μητέρα αυτή δεν έχει μητρικό ένστικτο, δεν μοιάζει με τη δική μας μάνα, δεν θεωρείται ιερή κι αξιοσέβαστη. Αυτή η μητέρα σπαρταρά μόνη της στο πάτωμα. Έχει τις ενοχές της, φοβάται τη μοναξιά, έρχεται σε σύγκρουση με τα παιδιά της, προσπαθεί διαρκώς να αποδείξει. Επιδιώκει να τεκμηριώσει τη συναισθηματική και ηθική βάση της στέρησης και της μη ικανοποίησης των αναγκών των παιδιών της.

  Η μητέρα-πελεκάνος ερωτεύεται και απιστεί, απομακρύνεται από την ηθική και τη συναισθηματική διάσταση της  . Βιώνει και μετουσιώνει στο απόλυτο τα ένστικτά της. Κάνει τη ζωή της πλουσιότερη κι ομορφότερη, αγαπά τις κοσμικότητες και τις απολαύσεις, απολαμβάνει τα ταξίδια και το καλό φαγητό. Αφήνοντας τα παιδιά της να καλύπτουν μόνο τις βασικές τους ανάγκες, καταδικάζεται και ενοχοποιείται. Θεωρείται ένοχη για όλα και σαν αποδιοπομπαίος τράγος διώκεται και περιθωριοποιείται. Δεν θεωρείται μητέρα πλέον. Απεμπολεί τον μητρικό της ρόλο και   μια γυναίκα-σκύλα που ανέκαθεν προσανατολίζεται μόνο στις δικές της ανάγκες. Ο σύζυγος-πατέρας δεν  , παρά μόνο ως ελατήριο στα οικονομικά ζητήματα της οικογένειας. Ο πατέρας θυματοποιείται και αθωώνεται λόγω χαμηλών προσδοκιών και της πάντοτε υποστηρικτικής κοινής γνώμης. Τα παιδιά της μητέρας-πελεκάνου την αμφισβητούν, σκέφτονται, θυμώνουν και ενεργοποιούνται στο να καλύψουν τις ανάγκες τους, βασικές και μη. Τα παιδιά της μητέρας-πελεκάνου ασύστολα και δυναμικά αποχωρούν από τη φωλιά τους. Ρίχνουν κυριολεκτικά μαύρη πέτρα πίσω τους. Τα παιδιά της μητέρας-πελεκάνου αποχωρούν απόλυτα και δίχως καμία ένοχή, για να χτίσουν τη δική τους ζωή. Και ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.





Επιπλέον στοιχεία για το έργο.

  Μια μητέρα λοιπόν, αδιαφορεί για την ανατροφή των παιδιών της και ταυτόχρονα θέτει σε προτεραιότητα τις δικές της ανάγκες, η σχέση της με τα παιδιά της αποκλιμακώνεται συναισθηματικά και αμαυρώνεται επικίνδυνα από τους χειρισμούς επιβίωσης της στο πλαίσιο της ανασφάλειας που δημιουργείται στην οικογένεια μετά το θάνατο του πατέρα. Η  αποσύνθεση του οικογενειακού θεσμού, χαμένη αξιοπρέπεια η υποτίμηση της ανθρώπινης υπερηφάνειας, η αντιστροφή των ρόλων (θύτη-θύματος) μέσω ενός ανελέητου παιχνιδιού εκδίκησης σε συνδυασμό με τη σαδιστική εξωτερίκευση των μη διαχειρίσιμων συναισθημάτων του των ηρώων.


  Το έργο διερευνά τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι εγκλωβίζονται σε εμμονές, φοβίες και ενοχές. Η πραγματικότητα που βιώνεται στην παιδική ηλικία είναι γνωστό ότι διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στην ψυχοσύνθεση και την εξέλιξη ενός ανθρώπου. Το εξπρεσιονιστικό στοιχείο μέσα σε όλα αυτά επικρατεί.


  Οι ήρωες του έργου, είναι αιχμάλωτοι μιας μοίρας που τους παρουσιάστηκε ως μοναδική, μολονότι καταραμένη, παλεύουν στα τυφλά για να ανακαλύψουν την αλήθεια που δεν ειπώθηκε ποτέ, ώστε να μπορέσουν να διακρίνουν εναλλακτικές επιλογές και να ενηλικιωθούν σωστά.

  Σε γενικές γραμμές ο Στρίμπεργκ είναι πεπεισμένος ότι ο νατουραλισμός είναι κάτι παραπάνω από λεπτομερή καταγραφή, έτσι λοιπόν διατρανώνει την πίστη του στη φύση και αναζητά τις συγκρούσεις εκεί που γίνονται οι πιο αιματηρές μάχες: στις σχέσεις των δύο φύλων, στις ψυχολογικές διακυμάνσεις, στις σεξουαλικές επιθυμίες, στην κληρονομιά του παρελθόντος κλπ. Επιπρόσθετα ο Σουηδός συγγραφέας βλέπει με καχυποψία και απέχθεια το γάμο και τις επιταγές του οικογενειακού βίου



  Μελετώντας το συγκεκριμένο έργο το μόνο που μας μας μένει να φωνάξουμε στο τέλος είναι:

  "Αλίμονο στη μάνα που δεν θυσιάζεται για τα παιδιά της! Αλίμονο στη μάνα που θέτει σε προτεραιότητα τον εαυτό της! Αλίμονο στη μάνα που αμαυρώνει τους άγραφους νόμους της μητρότητας και της συζυγικής πίστης!!"


  Η μεταφόρτωση έγινε από το κανάλι "Ραδιοφωνικό θέατρο"


                              



Note

"Το Μικρό Θέατρο στο Β΄ Πρόγραμμα"
Broadcast in 1977.




ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΝΩΤΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ, ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ.


Πηγές: ΣΚΑ´Ι´, Αθηνόραμα, Λιφο, ΚουλτούρΝάου, ΝιουποστΝιουποσττ, Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας (ΕΑΠ) 

Η τιμή, του Χέρμαν Σούντερμαν. Ραδιοφωνικό θέατρο.

Απόψε η Διαδρομή θα σας παρουσιάσει ένα αξιόλογο και αρκετά ενδιαφέρον έργο. Πρόκειται για την "Τιμή" του Γερμανού θεατρικού συγγραφέα Χέρμαν Σούντερμαν.





Πρωτοπαίχτηκε στο Βερολίνο το Νοέμβριο του 1889. Το έργο έχει φιλοσοφικές διαστάσεις και βαθιά νοήματα. Κεντρικό θέμα το οποίο διαπραγματεύται το έργο είναι η ανθρώπινη Τιμή. Ο ακροατής μεταφέρεται με εύστοχο τρόπο στο κλίμα της εποχής...

Ήταν το πρώτο του δράμα, και τον τοποθέτησε στη μεγάλη οικογένεια του Νατουραλισμού και εκτίναξε τη φήμη του σε όλη τη Γερμανία «εις μίαν και μόνην εσπέραν», στις 27 Νοεμβρίου του 1889.

Ο Ζούντερμαν θα κάνει τελικά την θριαμβευτική του είσοδο στο ελληνικό θέατρο με την Τιμή, η οποία παίχτηκε στο θέατρο Τσόχα από τον θίασο του Ευάγγελου Παντόπουλου και του Ευτύχιου Βονασέρα ο 1898, σε μετάφραση του Χαραλάμπη Άννινου.

Η υπόθεση:

Ο Ροβέρτος επιστρέφει στην πατρίδα του, στη Γερμανία μετά από μακροχρόνια παραμονή στις Ινδίες όπου εργάζεται ως ανώτερο στέλεχος των επιχειρήσεων του κυρίου Μίλλιγκ. Ο πρωταγωνιστής είναι γιος ενός απλού εργάτη τον οποίο το αφεντικό του τον έχει ευεργετήσει. Έτσι λοιπόν ο Ροβέρτος αισθανόμενος απεριόριστη ευγνωμοσύνη στον ευεργέτη του και με όπλο την εντιμότητα που τον χαρακτηρίζει πράττει το καλύτερο για το αφεντικό του. 

Η επιστροφή όμως του Ροβέρτου στο πατρικό του σπίτι κρύβει πολλές εκπλήξεις για τον ίδιο. Τα πρόσωπα της οικογένειας του δηλαδή ο πατέρας του, η μητέρα του, οι δύο αδερφές του και ο γαμπρός του είναι πια πολύ διαφορετικοί. Την ώρα που καταρρέουν όλα γύρω του και τίθεται το ερώτημα εάν υπάρχει ακόμη τιμή, ο πρωταγωνιστής μας παραμένει σταθερός στις αξίες του και αρνείται να συμβιβαστεί με τον εκφυλισμό χωρίς να υπολογίσει το κόστος...


Λίγα ακόμη στοιχεία:
Η παράσταση θεωρήθηκε ως «το πιο ευχάριστο θεατρικό γεγονός της τρέχουσας θεατρικής περιόδου» και η φήμη της προσέλκυσε στο θέατρο όχι μόνο τη βασιλική οικογένεια αλλά και «τας απωτέρας λαϊκάς τάξεις». Πολύ γρήγορα το έργο υιοθετήθηκε από το σύνολο των ελληνικών θιάσων και παίχτηκε σε όλα τα θεατρικά στέκια της εποχής... «από του Νείλου μέχρι του Δουνάβεως».


Πριν σβήσουν οι εντυπώσεις από την παράσταση της Τιμής, το ενδιαφέρον για τον Ζούντερμαν τροφοδότησε η επίσκεψη στην Αθήνα της ιταλίδας ηθοποιού Ελεονώρας Ντούζε η οποία επέλεξε τη Μάγδα, ως πρώτο έργο για την γνωριμία της με το αθηναϊκό κοινό. Πριν ακόμη από την άφιξή της, είχε ανακοινωθεί ότι το έργο μετέφραζαν ο Αριστομένης Προβελέγγιος και ένας ακόμη Αθηναίος λόγιος με το ψευδώνυμο Μιλτιάδης Αθηναίος. Η μετάφραση του τελευταίου εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1899, λίγες μέρες πριν την άφιξη της Ντούζε, χάριν εκείνων που θα παρακολουθούσαν την παράστασή της.

Η Τιμή δεν άφηνε τέτοια περιθώρια συμβιβασμού. Ήταν ωστόσο το έργο που παίχτηκε πιο πολύ και προκάλεσε τις περισσότερες αλλά και τις πιο αντιφατικές αντιδράσεις. Έκανε τις 98 από τις 170 παραστάσεις που έκαναν συνολικά τα έργα του Ζούντερμαν την περίοδο 1898-1912. Επιπλέον, προκάλεσε, όπως θα δούμε παρακάτω, τη συγγραφή δύο ελληνικών έργων και ενδεχομένως επηρέασε τη συγγραφή περισσότερων.


Στην επιτυχία της συνέβαλε, ασφαλώς, η έλλειψη αποξενωτικών δραματουργικών χαρακτηριστικών, όμως εκείνο που προκάλεσε το ενδιαφέρον και έγινε μαγνήτης έλξης για το κοινό των περιπλανώμενων ελληνικών θιάσων ήταν το θέμα της.


Η παράσταση, όπως είδαμε, ενθουσίασε το κοινό και προκάλεσε «ασυνήθη κριτικήν κίνησιν». «Δεν θα μείνη φαίνεται Έλλην επαγγελλόμενος οπωσδήποτε τον λόγιον ο οποίος να μη γράψη μιαν κριτικήν περί της Τιμής», έγραφε η Εφημερίδα λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα του έργου. Όμως οι εξιδανικευμένες ιδέες περί τιμής που εξέφρασε ο κόμης Τραστ δεν τους βρήκαν όλους σύμφωνους και ο εσωτερικός αγώνας του Ροβέρτου για να τις αποδεχτεί και να τις ακολουθήσει δεν τους έπεισε.


Η κριτική, γενικώς, παρέκαμψε την ταξική έννοια της τιμής και εστίασε στο ζήτημα της οικογενειακής τιμής, στην παραίτηση του αδελφού από την υποχρέωση να σκοτώσει τον διαφθορέα της αδελφής του, καθώς και στις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια συμπεριφορά στο κοινωνικό οικοδόμημα.


Είναι γεγονός ότι μεγάλο μέρος του Τύπου υποδέχθηκε με ευμένεια τη σκηνική επιτυχία του έργου. Κάποιοι επιδόθηκαν σε εγκώμια για τις φιλοσοφικές θέσεις που αναπτύχθηκαν στη διάρκεια της παράστασης και τις οποίες οι ίδιοι ήταν σε θέση να εκτιμήσουν. Παράλληλα, αναγνώρισαν ότι η ελληνική κοινωνία δεν ήταν ώριμη να τις υποδεχτεί, αλλά υπέθεσαν ότι μπορούσε να παραδειγματιστεί από τις ιδεολογικές θέσεις του δράματος.


Υπήρξαν όμως και εκείνοι που γαλουχημένοι με τη δραματουργική τεχνική του Δουμά-γιου έδιναν ιδιαίτερη βαρύτητα στην τελική έκβαση του έργου, η οποία προσέκρουε στο δικό τους αίσθημα τιμής. Ήταν πρόθυμοι να αποδεχτούν τη σχετικότητα της τιμής, αλλά θεωρούσαν ότι η οικογενειακή τιμή έπρεπε να εξαιρεθεί. Προσπάθησαν να δώσουν τις δικές τους εκδοχές για το τέλος που θα έπρεπε να έχει το έργο προκειμένου να περισωθεί η οικογενειακή τιμή, η οποία είχε σπιλωθεί από την ατιμασμένη αδελφή. Υποστήριξαν ότι η ατιμία μόνο με αίμα μπορούσε να ξεπλυθεί, διακηρύσσοντας, συγχρόνως, ότι «ευτυχώς» είμαστε «λαός όστις έχει ενόρκους αθωούντας τους φονεύοντας τον εραστήν και την αδελφήν, όταν ευρεθούν εις την θέσιν του ατιμασθέντος Ροβέρτου Χάινεκε». Από τις τάξεις των παραπάνω προήλθαν δύο συγγραφείς θεατρικών έργων, οι οποίοι δεν φαίνεται να είχαν άλλη σχέση με τη θεατρική σκηνή, πέρα από αυτήν που τους ενέπνευσε η παράσταση της Τιμής.


Σκοπός τους δεν ήταν να ανασκευάσουν τη θεωρητική της βάση, αλλά να επισημάνουν τους κινδύνους που διέτρεχε η ελληνική κοινωνία από την υιοθέτηση του ιδεολογικού της περιεχομένου και να υπερασπιστούν τα πατροπαράδοτα ελληνικά ήθη. Άποψη του γράφοντος είναι ότι ο Ροβέρτος αποτελεί πρότυπο ανδρός, και αξίζει να ακούσει κανείς το εν λόγω έργο επειδή: καίτοι γράφτηκε 130 περίπου χρόνια πριν είναι ακόμη επίκαιρο ενώ σίγουρα εφοδιάζει τον ακροατή με κουράγιο, προκειμένου να παραμείνει έντιμος σε μία εποχή που ο εκφυλισμός κυριαρχεί...



Σήμερα ο Χέρμαν Σούντερμαν είναι ξεχασμένος, πλην όμως στην εποχή του υπήρξε από τους πιο διάσημους συγγραφείς. Επιπλέον ο Σούντερμαν ήταν αυτός που εισήγαγε το Νατουραλισμό στη Γερμανία.


Παίζουν οι ηθοποιοί:

Ανθή Γούναρη, Ρίτα Μουσούρη, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Γιάννης Φέρτης, Κούλα Αγαγιώτου, Χρήστος Καλαβρούζος, Φραγκούλης Φραγκούλης, Πόπη Παπαδάκη, Ανδρέας Μπάρκουλης, Χρήστος Πάρλας, Γιώργος Μοσχίδης, Δάφνη Σκούρα, Ντίνος Καρύδης.


Ο Γιάννης Φέρτης, ένας μεγάλος ηθοποιός, θα υποδυθεί το Ροβέρτο.





Η μεταφόρτωση πραγματοποιήθηκε από το κανάλι Ραδιοφωνικό Θέατρο:





                                         

Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορ...