Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η αξία του παραδοσιακού μας παραμυθιού. Γράφει ο συγγραφέας Θωμάς Μοσχόπουλος

Η αξία του παραδοσιακού, ή λαϊκού παραμυθιού είναι ανεκτίμητη διότι αποτελεί γνήσιο πολιτισμικό έργο και ταυτόχρονα φορέα της συλλογικής ψυχής του έθνους με ισχυρό εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Για να το πω με άλλα λόγια, το περιφρονημένο και ξεχασμένο «παραμύθι του παππού», είναι ουσιώδες πολιτισμικό αποτύπωμα που γεννήθηκε μέσα από την ιστορική εμπειρία των Ελλήνων, τη γλώσσα, τις αγωνίες, τις διαχρονικές αξίες τους και συνδέεται άρρηκτα με τη δημώδη παράδοση λειτουργώντας ως άγραφος κώδικας μετάδοσης των της ελληνικής γραμμής αισθητικών, ηθικών αλλά και μεταφυσικών αντιλήψεων. Λειτουργία υψίστης σημασίας για τη διαμόρφωση ανθρώπου Έλληνος, υψηλών προδιαγραφών.



Θαρρώ ότι από αβλεψία θεσμικά  δεν του έχουμε δώσει τη σημασία που του αρμόζει και τη θέση που του ανήκει, ιδίως στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, κάνοντας το λάθος να το αντιμετωπίζουμε ως άνευ αξίας ψυχαγωγικό αφήγημα για παιδιά, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο.

 Η επιστημονική λαογραφία και η φιλολογία καταδεικνύουν ότι τα παραδοσιακά παραμύθια προέρχονται από ανώνυμους δημιουργούς. Ωστόσο, ένα αφήγημα δεν διατηρείται στον χρόνο μόνο και μόνο επειδή δημιουργήθηκε κάποια στιγμή από κάποιον άγνωστο, έστω και ταλαντούχο παραμυθά. Επιβιώνει όταν ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση του λαού. Ο ίδιος ο λαός το διυλίζει, το επεξεργάζεται και λειτουργεί ως ενισχυτής και φορέας του, επιλέγοντας συνειδητά ή ασυνείδητα ποια στοιχεία αξίζει να μεταβιβαστούν στις επόμενες γενεές και ποια όχι.  

Κατά αυτόν τον τρόπο αν και αρχικά δημιουργήθηκε από συγκεκριμένο άνθρωπο, αυτός χάνεται ενώ το έργο παραμένει. Το παραμύθι επιβιώνει επειδή η κοινότητα το αγκάλιασε, το αποδέχτηκε, το βρήκε σωστό, αισθητικά αποδεκτό και θέλησε να το κρατήσει ζωντανό. Στην παραδοσιακή προ-αστική κοινωνία, μέσα στον χρόνο η διήγηση προσαρμόστηκε στις ανάγκες κάθε εποχής χωρίς να αλλοιωθεί ο πυρήνας της και χρησιμοποιήθηκε τόσο ως μέσο διασκέδασης όσο και ως άτυπο παιδαγωγικό εργαλείο.

Γι’ αυτό είναι απόλυτα σωστό να πούμε ότι τα παραδοσιακά παραμύθια δεν εκφράζουν την ατομική σκέψη αυτού που τα σκαρφίστηκε, αλλά τη σοφία της κοινότητας. Μέσα από σύμβολα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα και αρχετυπικές μορφές αποτυπώνουν την κοσμοαντίληψη του ελληνικού πολιτισμού όπως αυτή διαμορφώθηκε διαχρονικά από την αρχαιότητα έως το Βυζάντιο και τη νεότερη ιστορία κι επιπλέον διαπαιδαγωγούν με ανάλαφρο και ευχάριστο τρόπο τους μικρούς ιδίως ακροατές.

Σε επίπεδο αισθητικής το ελληνικό παραμύθι χαρακτηρίζεται από λιτότητα, καθαρότητα εικόνων και έντονη συμβολικότητα. Τα φυσικά στοιχεία, τα ζώα, οι δοκιμασίες και οι υπερφυσικές μορφές δεν λειτουργούν τυχαία, αλλά πάντοτε ως αρχέτυπα και φορείς νοήματος. Η φύση παρουσιάζεται συχνά ως ζωντανή δύναμη, σύμμαχος ή αντίπαλος του ανθρώπου, στοιχείο που αντανακλά τη βαθιά σχέση του λαϊκού πολιτισμού με το φυσικό περιβάλλον, την αρχέγονη ανιμιστική οπτική και βεβαίως το –όχι και τόσο- υπόγειο πολυθεϊστικό του υπόβαθρο.

Η ηθική διάσταση του παραμυθιού κατέχει κεντρική θέση. Οι ήρωες δεν κρίνονται με βάση την κοινωνική τους καταγωγή ή τη θέση τους στην ιεραρχία, αλλά από τον χαρακτήρα και τις πράξεις τους. Αρετές όπως η εργατικότητα, η φιλοτιμία, η ανδρεία, η ευφυΐα, η δικαιοσύνη και η αντοχή στις δοκιμασίες αποτελούν τα βασικά στοιχεία τους που καθορίζουν την τελική τους δικαίωση. Η ηθική των ηρώων δεν πηγάζει από τη θρησκεία ή από τους νόμους αλλά από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο τρόπος που συμπεριφέρονται βασίζεται στο τρόπο με τον οποίο αυτοί ως προσωπικότητες αντιλαμβάνονται και βλέπουν τον κόσμο, θυμίζοντάς μας έντονα τους ήρωες της ελληνικής μυθολογίας.

Στο πλαίσιο αυτό παρατηρείται μια διαχρονική συνέχεια αρχαίων ηρωικών προτύπων τα οποία επανεμφανίζονται με διαφορετικές μορφές. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας, ο ισχυρός Ηρακλής, ο Περσέας με το φτερωτό άλογο, ο Θησέας ή ο Ιάσονας μετασχηματίζονται στον λαϊκό ήρωα που μπορεί να είναι ένας τολμηρός τυχοδιώκτης, ένας περιπλανώμενος ιππότης, ένας πολεμιστής ή ακόμη και ένας άσημος χωρικός, όπως το βοσκόπουλο της Ίδης, που αναζητά τη δικιά του Ελένη.

Στα λαϊκά παραμύθια η αρετή του ήρωα δεν μοιάζει με την ασκητική αρετή του αγίου, αλλά την ενεργητική αρετή του αρχαίου ήρωα. Ο ήρωας δεν αποσύρεται από τον κόσμο, τον αντιμετωπίζει και τον μεταμορφώνει μέσα από τον αγώνα, τη θυσία και την κοινωνική του προσφορά. Ο ήρωας δεν είναι κάποιος αναχωρητής, σοφός άνθρωπος που ασχολείται με την αυτοβελτίωση του μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο. Αποτελεί ένα άτομο μέσα στην κοινωνία που αλληλοεπιδρά και αγωνίζεται έχοντας σαφείς στόχους και αναζητώντας προορισμό. Γι’ αυτό και στο τέλος ανταμείβεται με δόξα, πλούτο, κοινωνική άνοδο, τον θρόνο ενός βασιλείου ή διά του γάμου με την εκλεκτή γυναίκα  ως επισφράγιση της ηθικής του δικαίωσης.



 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταφυσική διάσταση του λαϊκού παραμυθιού, καθώς ο κόσμος του μόνο στο υλικό επίπεδο δεν περιορίζεται. Πρόκειται για ένα σύμπαν όπου το ορατό επικοινωνεί διαρκώς με το αόρατο, η ζωή με τον θάνατο και το ανθρώπινο με το υπερφυσικό. Όπως ακριβώς και στην μυθολογία μας έτσι και στο παραμύθι εμφανίζονται τέρατα, δράκοι και φίδια, νεράιδες, πνεύματα, στοιχειά, ζώα που μιλούν και διάφορες μορφές μαγείας. Τα στοιχεία αυτά δεν λειτουργούν απλώς ως αφηγηματικά στολίδια, αλλά εκφράζουν τη βαθιά ριζωμένη ελληνική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο κόσμος είναι έμψυχος, εμποτισμένος με νόημα και με σκοπό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συναντούμε θεϊκές ή υπερφυσικές δυνάμεις με προσωπικότητα και βούληση που παρεμβαίνουν στην ανθρώπινη πορεία, όχι για να την ακυρώσουν, αλλά για να τη δοκιμάσουν, να την κατευθύνουν ή να τη δικαιώσουν. Η πλοκή τους θυμίζει τους αρχαίους θεούς, όπου η Αθηνά στέκεται στο πλευρό του Οδυσσέα, η Άρτεμις σώζει την Ιφιγένεια, η Δήμητρα χαρίζει στον Τριπτόλεμο τη γνώση της γεωργίας, ο Ερμής βοηθά τον Περσέα σε κρίσιμες στιγμές, ενώ ο Δίας και ο Ποσειδώνας επεμβαίνουν για να σώσουν ήρωες όπως τον Ηρακλή και τον Αινεία. Κοινό χαρακτηριστικό των αφηγήσεων είναι ότι η θεϊκή παρέμβαση δεν αντικαθιστά τον ανθρώπινο αγώνα αλλά τον ενισχύει, επιβεβαιώνοντας μια διαχρονική ελληνική μεταφυσική αντίληψη σύμφωνα την οποία ο άνθρωπος δρα μέσα σε έναν ζωντανό κόσμο αντιφάσεων, σχέσεων, δοκιμασιών και νοήματος έχοντας ως βοηθό ένα αόρατο φύλακα άγγελο.

Το μοτίβο της σημασίας του πεπρωμένου και της μοίρας, μαζί με το διαχρονικό ερώτημα για τα όρια της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης όπως αναπτύχθηκε στον αρχαίο στοχασμό, επαναλαμβάνεται ατόφιο και στα παραδοσιακά μας παραμύθια. Η πίστη στο πεπρωμένο και στη μοίρα παραμένει κεντρική. Όπως στη μυθολογία, έτσι και στα λαϊκά παραμύθια συναντάμε την αντίληψη ότι «το πεπρωμένο φυγήν αδύνατο», δίνοντας στον κόσμο του ήρωα την ίδια τραγική διάσταση που βλέπουμε στις αρχαίες τραγωδίες. Ωστόσο, η μοίρα θέτει το πλαίσιο, αλλά δεν αναιρεί την ανθρώπινη δράση. ο άνθρωπος καλείται να αγωνιστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο όχι τόσο για να αλλάξει τη μοίρα του, όσο για να μετασχηματίσει τον εαυτό του, να ωριμάσει και να αποδείξει την αρετή και την αντοχή του.



Το παραδοσιακό παραμύθι δεν διδάσκει άμεσα τι είναι καλό ή κακό. Διηγείται τις πράξεις και τη συμπεριφορά των ηρώων του με τρόπο που θυμίζει τον Όμηρο και τους αρχαίους ποιητές, αναδεικνύοντας τους χαρακτήρες, τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων τους,  παραπέμποντας στο κλασικό αρχαίο σχήμα: ύβρις, τίσις, νέμεσις. Μέσα από την αφήγηση αποκαλύπτεται η καθαρά πλατωνική θέαση του κόσμου, όπου οι Ιδέες του Δικαίου, του Αγαθού και του Ωραίου κινούν τους ήρωες, χωρίς την παραμικρή υπόνοια της κατήχησης ή της ανατολίζουσης σχολαστικής, υποκριτικής και σαφώς αντίθετης με την ανθρώπινη φύση ηθικολογίας.

Ακριβώς, αυτή η μορφή αφήγησης είναι που ενισχύει την ανάπτυξη της ελεύθερης σκέψης του παιδιού. Αντί για ηθικά δογματικά κηρύγματα, το παιδί παρακολουθεί τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων, ατενίζοντας τις υψηλές ιδέες μέσα από παραδείγματα και δράσεις χωρίς κουραστικές και ανούσιες αναλύσεις. Με αυτόν τον τρόπο κατανοεί τις αξίες με τρόπο άμεσο, ενορατικό, φυσικό και βαθιά ανθρώπινο, μαθαίνοντας να σκέφτεται ελεύθερα και να διαμορφώνει τη δική του κρίση. Μαθαίνει ασυνείδητα να κάνει αυτή την παρεξηγημένη ενδοσκόπηση, για την οποία έχουν μιλήσει οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι της ύστερης αρχαιότητας, οδηγώντας την ψυχή του στη μέθεξη με τον ιδεώδη κόσμο.

Αντίθετα με τον ακαδημαϊκό λόγο, που απευθύνεται πρωτίστως στη λογική, το παραδοσιακό παραμύθι απευθύνεται στην ψυχή. Δεν εξηγεί με ξύλινη γλώσσα, βιώνεται. Δεν αναλύει, αποκαλύπτει, προσφέροντας ταυτόχρονα απόλαυση και στοχασμό. Το λαϊκό παραμύθι μεταδίδεται αιώνες από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά, κουβαλώντας με αριστοτεχνικό τρόπο το κλειδί της επαφής με τα σπουδαία, κάτι που κανένα πανεπιστήμιο, κανένας λόγιος, δάσκαλος ή θεολόγος, όσο σημαντικός κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει.

  Στον σύγχρονο κόσμο, όπου κυριαρχούν η ταχύτητα, τα terabytes της πληροφορίας και η μηχανικότητα, η ενασχόλησή μας με το παραδοσιακό παραμύθι δεν είναι στείρα νοσταλγία, αλλά ένα δώρο ουσίας προς εμάς και τα παιδιά μας, ένας δρόμος σύνδεσης με τις ρίζες μας, την αυτογνωσία και την ψυχική μας εξέλιξη.


Αφροδίτη Καλλίπυγος

 Η Αφροδίτη Καλλίπυγος,δηλαδή η Αφροδίτη με τους ωραίους γλουτούς (κάλος=ομορφιά, πυγή= οπίσθια), είναι αρχαίο ελληνικό άγαλμα, και το τολμηρότερο της αρχαιότητας. Αντίγραφά του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές, μουσεία και δημόσιους χώρους. Το όνομα του αγάλματος αναφέρεται στους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου. Το άγαλμα ήταν τοποθετημένο στον ομώνυμο ναό της Αφροδίτης Καλλιπύγου στις Συρακούσες, το 200 π.χ. ο οποίος, σύμφωνα με τον μύθο, κτίστηκε από δύο αδελφούς, κατόπιν καλλιστείων ομορφιάς. Και οι δύο παντρεύτηκαν τις νικήτριες.

Η θεά του έρωτα εικονίζεται σε αφροδισιακή στάση. Με ανασηκωμένο τον μανδύα της ρίχνει το βλέμμα πίσω από την ωμοπλάτη της προς τους δύο ξεσκέπαστους γλουτούς της. Το όνομα του έργου εκδηλώνει το θεσπέσιο του θεάματος.

Το γυμνό σώμα στην αρχαία ελληνική τέχνη ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με το ηρωικό στοιχείο, ενώ μέχρι τον τον 4ο αιώνα π.Χ. ήταν καλλιτεχνική έκφραση αποκλειστικά ανδρικών σωμάτων. Πρώτος ο Πραξιτέλης τόλμησε να εικονίσει την Αφροδίτη της Κνίδου γυμνή το 340 π.Χ. Σε αντίθεση με την φυσική γύμνια της Αφροδίτης της Κνίδου, η Αφροδίτη Καλλίπυγος παρουσιάζει τα θέλγητρά της σε δημόσια θέα, προσκαλώντας τον θεατή να τα θαυμάσει.

Κλειώ, η Μούσα της Ιστορίας. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

   Οι Μούσες στην αρχαιότητα θεωρούνταν οι προστάτιδες των επιστημών και των τεχνών.

Κλειώ, η μούσα προστάτιδα της ιστορίας. Ελαιογραφία του Charles Meynier, 1798.


  Πατέρας των Μουσών ήταν ο Δίας ενώ μητέρα τους πιστευόταν ότι ήταν η θεά της μνήμης και του πολιτισμού, η Μνημοσύνη. Ο Δίας επισκέφτηκε τη Μνημοσύνη για εννέα συνεχόμενες νύχτες, και σε κάθε μία από τις νύχτες η μητέρα των Μουσών έμενε έγκυος. Κάθε μία από τις κόρες της Μνημοσύνης είχε το δικό της τομέα στις τέχνες και τις επιστήμες. Οι Μούσες καθοδηγούσαν και ενέπνεαν τους καλλιτέχνες.

  Τροφός των Μουσών θεωρήθηκε η Ευφήμη, η οποία ζούσε στην όμορφη περιοχή του Ελικώνα της Βοιωτίας. Δάσκαλος τους στη μουσική υπήρξε ο θεός Απόλλωνας. Για το λόγο αυτό ο Απόλλων έμεινε γνωστός και ως Μουσαγέτης, καθώς διεύθυνε τη χορωδία τους.

  Οι Μούσες συνήθιζαν να τραγουδούν και να χορεύουν, όταν θύμωναν όμως γίνονταν επικίνδυνες. Οι Σειρήνες κάποτε κουφάθηκαν όλες από τις Μούσες και ύστερα τους εκδικούνταν όλους κατασπαράζοντας τους.

 

Οι εννέα Μούσες

 

Ορφικός ύμνος Μουσών (θυμίαμα λίβανον)

  «Ερίγδουπες θυγατέρες της Μνημοσύνης και του Ζηνός, Μούσες Πιερίδες, μεγαλώνυμες, αγλαόφημες στους θνητούς, σε όσους εμφανίζεσται ποθεινότατες, πολύμορφες, που γεννάται την άμεμπτη αρετή πάσης παιδείας, θρέπτηρες της ψυχής, ορθοδότειρες της διάνοιας, και του ευδύνατου νοός καθηγήτηρες άνασσες, που αναδείξατε τις μυστιπόλευτες τελετές στους θνητούς. Κλειώ και Ευτέρπη και Θάλεια και Μελπομένη και Τερψιχόρη και Ερατώ και Πολύμνια και Ουρανία και μαζί με την μητέρα Καλλιόπη και την ευδύνατη θεά Αγνή. Αλλάας έλθετε, Θεές, πολυποίκιλες, αγνές, άγοντας στους μύστες εύκλειαν και ερατό πολύυμνον ζήλο.»

  «Μνημοσνης κα Ζηνς ριγδοποιο θγατρες, Μοσαι Πιερδες, μεγαλνυμοι, γλαφημοι, θνητος, ος κε παρτε, ποθεινταται, πολμορφοι, πσης παιδεης ρετν γεννσαι μεμπτον, θρπτειραι ψυχς, διανοας ρθοδτειραι, κα νου εδυντοιο καθηγτειραι νασσαι, α τελετς θνητος νεδεξατε μυστιπ<ο>λετους, Κλειτ Ετρπη τε Θλειτε Μελπομνη τε Τερψιχρη τ ραττε Πολμνιτ Ορανη τε Καλλιπηι σν μητρ κα εδυντηι θει γνι. λλ μλοιτε, θεα, μσταις, πολυποκιλοι, γνα, εκλειαν ζλν τ ρατν πολυμνον γουσαι.»

 

Η Κλειώ.

  Το όνομα της Κλειούς σημαίνει δόξα. Προέρχεται από το κλέω-κλειό που ερμηνεύεται ως αφηγούμαι ή κάνω γνωστό (να διακηρύξω, να κάνω διάσημο). Η Κλειώ θεωρείτο ως  διακηρυττής.

  Στην πιο γνωστή ζωγραφιά της κρατάει ένα πάπυρο και μια σάλπιγγα, με σκοπό να διαλαλεί. Εκτός από περγαμηνές άλλες φορές κρατάει και πλακίδια γραφής. Πάντα είναι νεαρή γυναίκα, δαφνοστεφανωμένη και με πορφυρό ένδυμα, ενώ αρκετές φορές έχει φτερά. Ως Μούσα είναι γνωστή και ως προστάτιδα της λύρας. Στις ζωγραφιές απεικονίζεται επίσης να έχει στα πόδια της το κιβώτιο της ιστορίας.

Η ΜΟΥΣΑ ΚΛΕΙΩ 1800 Charles Meynier  Cleveland Museum of Art ΟΗΙΟ


  Η Κλειώ ατύχησε να ερωτευθεί τον Άδωνη. Ύστερα με έπαρση και αλαζονεία ειρωνεύτηκε και κορόιδεψε την Αφροδίτη που επίσης είχε ερωτευτεί τον Άδωνη. Η Αφροδίτη την καταράστηκε να ερωτευτεί τον Πίερο.

  Έπειτα η Κλειώ απόκτησε δύο παιδιά, τον Υμέναιο και τον Υάκινθο. Τον  Υάκινθο σκότωσε ο Ζέφυρος και από το αίμα του φύτρωσε το ομώνυμο λουλούδι. Ο Απόλλων υπήρξε εραστής του Υάκινθου, ενώ αντίζηλος του ήταν ο Ζέφυρος. Μία ημέρα, σύμφωνα με τη μυθολογία ο Απόλλωνας πέταξε το δίσκο, ο οποίος έσκισε τα σύννεφα. Ο Υάκινθος θέλησε να εντυπωσιάσει τον Απόλλωνα και έτρεξε να πιάσει το δίσκο. Ο Ζέφυρος (δυτικός άνεμος), από φθόνο, φύσηξε δυνατά και ο δίσκος σκότωσε τον Υάκινθο. Έτσι το παιχνίδι κατέληξε στο θάνατο του Υάκινθου…

  Ο Πίερος κατόπιν απέκτησε εννέα κόρες και εξάπλωσε στη Βοιωτία τη λατρεία των Μουσών. Οι κόρες όταν μεγάλωσαν πίστεψαν ότι ήταν καλύτερες από τις Μούσες, τις οποίες προσκάλεσαν σε διαγωνισμό. Στο διαγωνισμό οι κόρες του Πίερου έχασαν και για τιμωρία τις μεταμόρφωσαν σε κίσσες…


Άγαλμα της Κλειούς στην πλατεία της Καρδίτσας

 


Οι ιδιότητες της Κλειούς.

  Η Κλειώ ήταν στην Ελλάδα η προστάτιδα της ιστορίας και της ανάπτυξης των καλών τεχνών. Προσωποποίηση της ιστορίας η Μούσα συμβάλει στο να διατηρηθεί ζωντανή στις επόμενες γενιές. Ο Ηρόδοτος αφιέρωσε(που αλλού θα το αφιέρωνε) το πρώτο βιβλίο της ιστορίας του στην Κλειώ.

  Η Μούσα εγγυάται την πιστότητα του αρχικού λόγου. Πρόκειται για φωνή «οηρεύουσα», καθώς καθίσταται όμηρος του γραπτού λόγου. Η κόρη διαλαλούσε τις ιστορίες με σάλπιγγα ή λύρα. Πάντα είχε μαζί της μια κλεψύδρα, ώστε να λέει τα γεγονότα με σειρά και να κρατά το χρόνο σε ευθεία.

  Η Μούσα της ιστορίας διαφυλάττει τη μνήμη και τη γνώση που προέρχεται από τις έρευνες του παρελθόντος. Όλες τις ευγενικές πράξεις αλλά και τους αγώνες των ηρώων. Τελικός σκοπός της ήταν η ενθάρρυνση των αναδιηγημάτων των παλιών ιστοριών…

 

 

Η ΜΟΥΣΑ ΚΛΕΙΩ 1792 Christian Bernhardt Rode  Βερολίνο. Η προτομή παραπέμπει σε Ελληνικό προφίλ και δίπλα στην κολώνα η θεά Αθηνά παρουσιάζει  τα όπλα της το σπαθί την ασπίδα και την περικεφαλαία.

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

Ίδας και Μάρπησσα.

Σε μία άλλη παράτολμη πράξη, ο Ίδας απήγαγε τη Μάρπησσα, εγγονή του θεού του πολέμου, του Άρη. Η απαγωγή αυτή έγινε με ένα φτερωτό άρμα, δώρο του θεού Ποσειδώνα. Ο πατέρας της Μάρπησσας, ο ποτάμιος θεός Εύηνος, τους κατεδίωξε, και μη μπορώντας να τους φθάσει, σκοτώθηκε. Ο Ίδας και η Μάρπησσα κατέφυγαν στη Μεσσήνη. Αλλά ο θεός Απόλλων, που είχε ερωτευθεί και αυτός τη Μάρπησσα, θέλησε να την πάρει από τον Ίδα. 

Αττικός ερυθρόμορφος ψύκτης, περ. 480 π.Χ. Από τον Ακράγαντα


Ο ήρωας και ο θεός ήρθαν σε ρήξη, οπότε διαμεσολάβησε ο Δίας και ρώτησε την ίδια τη Μάρπησσα ποιον από τους δύο προτιμούσε. Η Μάρπησσα είπε ότι ήθελε τον Ίδα. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Απόλλων κατάφερε να του την κλέψει και να την κρατήσει κάμποσο καιρό χωρίς εκείνη να διαμαρτυρηθεί. Ο Ίδας πάντως τελικά την ξαναπήρε πίσω.

Ο Δίας χωρίζει τον Ίδας και τη Μάρπησσα από τον Απόλλωνα (αριστερά, μη ορατός).


Ο μύθος του Ερυσίχθονα.

 Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος που είναι το πρώτο οικολογικό μήνυμα στην ιστορία της ανθρωπότητας και φανερώνει τις ολέθριες συνέπειες της υπερτροφίας του ”Εγώ”.



Ο μύθος του Ερυσίχθονα.
Ο Ερυσίχθων, νέος, ωραίος, δυνατός, πλούσιος και επιτυχημένος, διατάζει τους δούλους του να κόψουν τα δέντρα του άλσους που είχαν αφιερώσει οι Πελασγοί στη Θεά Δήμητρα, για να χτίσει εκεί παλάτι. Ο Ερυσίχθων βλασφημεί κόβοντας το ιερό δέντρο της Θεάς Δήμητρας, τη Λεύκα. Οι Δρυάδες, κόρες της Θεάς, που κατοικούσαν στο δέντρο, βγαίνουν ματωμένες από τις φυλλωσιές και αλλόφρονες τρέχουν στη μητέρα τους. Η Δήμητρα θυμώνει και βρίσκει την Πείνα. Της λέει να πάει να βρει τον Ερυσίχθονα και να του δώσει ένα φιλί στο στόμα. Η Πείνα πηγαίνει. Τον βρίσκει να κοιμάται. Του δίνει το φιλί και χάνεται. Εκείνος ξυπνάει κι αισθάνεται λιγούρα. Πεινάει. Τρώει. Πεινάει κι άλλο. Ξανατρώει. Πεινάει. Πεινάει ακατάσχετα.
Αφού έφαγε ό,τι φαγώσιμο υπήρχε, αρχίζει να τρώει ό,τι βρίσκει μπροστά του. Τρώει τα ζώα του, τρώει τη γυναίκα του, τρώει τα ξύλα του σπιτιού του. Τρώει τα πάντα. Μέχρι που πια, δεν υπάρχει τίποτα γύρω του και στη μέση της ερημιάς, αγριεμένος, τρώει τις σάρκες του.
Έρυσις σημαίνει πληγή και χθων σημαίνει γη, δηλαδή Ερυσίχθων μπορεί και να σημαίνει πληγή της γης. Αυτή η ρίζα του Ερυσίχθωνα, το αδυσώπητο ”Εγώ”, που επισημάνθηκε επίμονα και με πολλές παραλλαγές από τους Αρχαίους Έλληνες (Προκρούστης, Ατρέας, Θυέστης, Οιδίπους), στις μέρες μας έχει θεριέψει και νομιμοποιηθεί. Ατομισμός, υπερκαταναλωτισμός, ανταγωνισμός, παγκοσμιοποίηση της εξουσίας. Αυτές είναι οι αξίες μας σήμερα, αυτές προβάλλονται και επιβάλλονται από τα Marketing, τα Advertising, τα Μ.Μ.Ε, την κάθε υπερδύναμη. Σε αυτές σκοτωνόμαστε να ανταποκριθούμε και σαν τον Ερυσίχθονα τρώμε τις σάρκες μας και βλαστημάμε τη ζωή μας.
Ακούω το αχολογητό των δασών που φέρνει με ελαφριά σκόνη τον θρήνο του κονιορτοποιημένου ρητού:
”το κατά φύσιν ζην εστί κατ’ αρετήν”.
Θέλω να ξεφύγω από τη μιζέρια και τον παραλογισμό της εποχής μας.
Αλέξης Δαμιανός
…………………………………….
Πηγή:
camerastyloonline.
wordpress. com
Απόσπασμα από
συνέντευξη στον
Μίμη Τσακωνιάτη.

Η Απάτη

Η Απάτη στην ελληνική μυθολογία ήταν η προσωποποίηση ή πνεύμα της εξαπάτησης, παραπλάνησης, πονηριάς και της απάτης. Ο Ησίοδος αναφέρει στην Θεογονία την Απάτη ως κόρη (από παρθενογένεση) της Νυκτός, τέκνα της οποίας ήταν ο Μόρος, η Κυρ, ο Θάνατος, ο Ύπνος, τα Όνειρα, ο Μώμος, η Οϊζύς, οι Εσπερίδες, οι Μοίρες, οι Κήρες, η Νέμεσις, η Φιλότης, το Γήρας και η Έρις.



Απάτη

Προσωποποίηση της απάτης, του δόλου, της πανουργίας και του ψέματος.

Ο Όνειρος

Ο Όνειρος ήταν γιος τους Ερέβους και της Νύχτας, αδερφός του Ύπνου και του Θανάτου.
Ήταν η προσωποποίηση του ονείρου που στην αρχαιότητα αντιμετωπιζόταν ως κάτι πραγματικό και όχι ως δημιούργημα φαντασίας. Αρκετές είναι οι φορές που η μυθολογία δεν αναφέρεται μόνο σε έναν αλλά σε ένα πλήθος που έφεραν το όνομα "Όνειροι". Αυτοί ήταν δαίμονες που ζούσαν στο βασίλειο του Άδη και ήταν ταγμένοι στην υπηρεσία του Δία. Αποστολή τους ήταν να προσεγγίζουν τους ανθρώπους τις ώρες που κοιμούνταν για να τους φανερώσουν τη θεϊκή βούληση ή κάτι ευνοϊκό ή δυσάρεστο για το μέλλον.




Τα όνειρα χωρίζονταν στα «αληθινά» και στα «απατηλά». Η παράδοση έλεγε πως τα απατηλά χάνονταν γρήγορα περνώντας μέσα από μια πόρτα από φίλντισι ενώ τα αληθινά εισέρχονταν από μια κεράτινη πόρτα και παρέμεναν επειδή ήταν προφητικά. Αυτό εξηγεί η Πηνελόπη στους παρακάτω στίχους της Οδύσσειας απευθυνόμενη στον άντρα της, τον Οδυσσέα, που δεν είχε ακόμα αναγνωρίσει:
«Αχ ξένε, υπάρχουν όνειρα τρελά, ξεθωριασμένα
κι όσα ονειρεύονται οι θνητοί δεν αληθεύουν όλα.
Γιατί είναι των απατηλών ονείρων δύο κι οι πόρτες.
Η μια είναι από κέρατο κι η άλλη φιλντισένια.
Κι όσα απ’ το φιλντίσι περνούν το καλοτροχισμένο
όλα γελούν τον άνθρωπο, χαμένα φέρνουν λόγια.
Και πάλε όσα απ’ το κέρατο το σκαλιστό περάσουν
βγαίνουν αλήθεια στους θνητούς εκείνους
που τα βλέπουν».
Το όνειρο θεωρούνταν επίσης δίοδος επικοινωνίας μεταξύ ζωντανών και νεκρών και η παντοτινή ενθύμηση της μορφής τους. Κάποιες πανάρχαιες λαϊκές δοξασίες πιστεύεται πως έχουν προέλθει από εφιαλτικά ονειρικά βιώματα όπως για παράδειγμα, η αντίληψη για την τιμωρία των αμαρτωλών στον Κάτω Κόσμο από την οποία έχουν προκύψει αρκετοί μύθοι. Έτσι, μαθαίνουμε για το μαρτύριο του Τάνταλου με την άσβεστη πείνα και δίψα, του Σίσυφου ο οποίος κουβαλά στην πλάτη του ένα τεράστιο βράχο προσπαθώντας μάταια να τον αφήσει στην κορυφή κάποιου βουνού, του Ιξίονα που περιστρέφεται καρφωμένος πάνω σε έναν τροχό, κ.α.
Στα όνειρα απέδιδαν επίσης και θεραπευτικές ιδιότητες. Σε πολλά μαντεία, κυρίως στα Ασκληπεία, οι ιερείς μέσω της ύπνωσης και του ονείρου υπόσχονταν ίαση στους ασθενείς. Οι ενδιαφερόμενοι για να μπουν σε αυτή τη διαδικασία έπρεπε πρώτα να υποβληθούν σε ένα προ-στάδιο εξαγνισμού που περιλάμβανε καθαρμό σώματος και πνεύματος, νηστεία και τις απαραίτητες σπονδές και θυσίες. Αφού τελείωνε αυτό το στάδιο ο ασθενής μεταφερόταν σε ειδική αίθουσα που «ευνοούσε» τον ερχομό των ονείρων όπου υποβαλλόταν σε «εγκοίμηση». Μέσω των ονείρων ανέμενε την εμφάνιση του θεού που με ένα άγγιγμα του θα του χάριζε την ίαση που ζητούσε.

Ο Ωκεανός.

 Ο Ωκεανός: ήταν γιος του Ουρανού και της Γαίας και ισχυρότερος των δώδεκα Τιτάνων και Τιτανίδων. Όλοι τον ζήλευαν για την περίσσια δύναμή του και μονομαχούσαν συχνά για την υπεροχή. Όσες φορές προσπάθησε να βιάσει την Ήρα ο Δίας την προστάτευε και την έσωζε. Με την αδερφή και σύζυγό του την Τηθύ έκανε απογόνους όλες τις θεότητες των ποταμών, της θάλασσας και των πηγών – τις Ωκεανίδες. Οι δυο τους ήτανε τόσο καρπεροί, που από την υπερπαραγωγή υδάτινων στοιχείων της φύσης γινόντουσαν πλημμύρες. Έτσι χωρίσανε τελικά και το κακό σταμάτησε Ο Ωκεανός και η Τηθύς δεν αναμίχτηκαν στην Τιτανομαχία κατά του Δία, γι' αυτό και ο Δίας τους άφησε ανενόχλητους να κυριαρχούν στο υγρό τους βασίλειο. Με την άλλη του αδερφή την Θεία γέννησε τους Κέκροπες. Ο Ωκεανός αποτελούσε την ανθρωπόμορφη ιδεατή μορφή του υδάτινου κόσμου που περιέβαλε από παντού τη Γη ως παμμέγιστος ποταμός χωρίς πηγές αλλά και χωρίς εκβολές.



Μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και την απόσυρση των υδάτων οι εμφανιζόμενοι ποταμοί λίμνες πηγές κλπ. απετέλεσαν αλληγορικά τα τέκνα του Ωκεανού. Για την ερμηνεία των πηγών πίστευαν πως ο Ωκεανός ήταν εκείνος που με υπόγεια ρεύματα τροφοδοτούσε τους ποταμούς που συνέχιζαν την αέναη κίνησή τους (ροή τους) εξ ου και ονομαζόταν «αψόρρους» Ως συνέπεια των πρώτων παρατηρήσεων ο Ωκεανός θεωρούταν ένα τεράστιος κύκλος που δίχαζε την ουράνια σφαίρα στο υπεράνω της Γης ημισφαίριο και στο υπό της Γης ημισφαίριο γι' αυτό και ονομαζόταν επίσης «ορίζων». Κάτω από αυτή την αντίληψη όλοι οι συναφείς μύθοι παρουσίαζαν την ανατολή του Ήλιου της Ηούς, των αστέρων και των αστερισμών να γίνεται από τον Ωκεανό και στη συνέχεια να δύονται, (να βυθίζονται), επίσης σ' αυτόν. Πέραν δε του Ωκεανού, οι αρχαίοι πίστευαν ότι βρισκόταν ο ζοφερός Άδης. Έτσι ο Ωκεανός όπως και όλες οι άλλες παρατηρούμενες φυσικές δυνάμεις αναβιβάστηκε στην έννοια του θεού και μάλιστα, με την έννοια του αρχικού στοιχείου, ως Πατέρας θεών και πραγμάτων. Έτσι παράλληλα με την αρχική θεϊκή δυάδα Ουρανού και Γαίας, οι αρχαίοι Έλληνες δημιούργησαν τη θεϊκή δυάδα του πατέρα Ωκεανού και της μητέρας Τηθύος από την ένωση των οποίων, κατά την Θεογονία του Ησιόδου, γεννήθηκαν οι τρισχίλιοι ποτάμιοι θεοί (ποταμοί) και οι τρισχίλιες νύμφες οι καλούμενες Ωκεανίδες (ιδεατές ισάριθμες μορφές της ροής των αδελφών τους) των οποίων και τελικά τέκνα ήταν πολλά ανθρώπινα γένη (δηλαδή οι νησιώτες και οι παραποτάμιοι λαοί)

Ωκεανός, ο γιος του Ουρανού και της Γαίας.

 Ωκεανός: ήταν γιος του Ουρανού και της Γαίας και ισχυρότερος των δώδεκα Τιτάνων και Τιτανίδων. Όλοι τον ζήλευαν για την περίσσια δύναμή του και μονομαχούσαν συχνά για την υπεροχή. Όσες φορές προσπάθησε να βιάσει την Ήρα ο Δίας την προστάτευε και την έσωζε. Με την αδερφή και σύζυγό του την Τηθύ έκανε απογόνους όλες τις θεότητες των ποταμών, της θάλασσας και των πηγών – τις Ωκεανίδες. Οι δυο τους ήτανε τόσο καρπεροί, που από την υπερπαραγωγή υδάτινων στοιχείων της φύσης γινόντουσαν πλημμύρες. Έτσι χωρίσανε τελικά και το κακό σταμάτησε Ο Ωκεανός και η Τηθύς δεν αναμίχτηκαν στην Τιτανομαχία κατά του Δία, γι' αυτό και ο Δίας τους άφησε ανενόχλητους να κυριαρχούν στο υγρό τους βασίλειο. Με την άλλη του αδερφή την Θεία γέννησε τους Κέκροπες. Ο Ωκεανός αποτελούσε την ανθρωπόμορφη ιδεατή μορφή του υδάτινου κόσμου που περιέβαλε από παντού τη Γη ως παμμέγιστος ποταμός χωρίς πηγές αλλά και χωρίς εκβολές. 



Μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και την απόσυρση των υδάτων οι εμφανιζόμενοι ποταμοί λίμνες πηγές κλπ. απετέλεσαν αλληγορικά τα τέκνα του Ωκεανού. Για την ερμηνεία των πηγών πίστευαν πως ο Ωκεανός ήταν εκείνος που με υπόγεια ρεύματα τροφοδοτούσε τους ποταμούς που συνέχιζαν την αέναη κίνησή τους (ροή τους) εξ ου και ονομαζόταν «αψόρρους» Ως συνέπεια των πρώτων παρατηρήσεων ο Ωκεανός θεωρούταν ένα τεράστιος κύκλος που δίχαζε την ουράνια σφαίρα στο υπεράνω της Γης ημισφαίριο και στο υπό της Γης ημισφαίριο γι' αυτό και ονομαζόταν επίσης «ορίζων». Κάτω από αυτή την αντίληψη όλοι οι συναφείς μύθοι παρουσίαζαν την ανατολή του Ήλιου της Ηούς, των αστέρων και των αστερισμών να γίνεται από τον Ωκεανό και στη συνέχεια να δύονται, (να βυθίζονται), επίσης σ' αυτόν. Πέραν δε του Ωκεανού, οι αρχαίοι πίστευαν ότι βρισκόταν ο ζοφερός Άδης. Έτσι ο Ωκεανός όπως και όλες οι άλλες παρατηρούμενες φυσικές δυνάμεις αναβιβάστηκε στην έννοια του θεού και μάλιστα, με την έννοια του αρχικού στοιχείου, ως Πατέρας θεών και πραγμάτων. Έτσι παράλληλα με την αρχική θεϊκή δυάδα Ουρανού και Γαίας, οι αρχαίοι Έλληνες  δημιούργησαν τη θεϊκή δυάδα του πατέρα Ωκεανού και της μητέρας Τηθύος από την ένωση των οποίων, κατά την Θεογονία του Ησιόδου, γεννήθηκαν οι τρισχίλιοι ποτάμιοι θεοί (ποταμοί) και οι τρισχίλιες νύμφες οι καλούμενες Ωκεανίδες (ιδεατές ισάριθμες μορφές της ροής των αδελφών τους) των οποίων και τελικά τέκνα ήταν πολλά ανθρώπινα γένη (δηλαδή οι νησιώτες και οι παραποτάμιοι λαοί)

ΚΟΑΛΕΜΟΣ: Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΒΛΑΚΕΙΑΣ

 «Των γαρ ηλιθίων απείρων γένεθλα».

 (Άπειρη η γενιά των ηλιθίων).

                                       Σιμωνίδης ο Κείος.


Έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για την ανθρώπινη βλακεία. Εγχειρίδια, οδηγοί, αναλύσεις, όλα προσπάθησαν να εξηγήσουν την ανθρώπινη ηλιθιότητα από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα.



Οι πρόγονοι μας είχαν δώσει σε μια θεότητα, έναν δαίμονα, όλη την ευθύνη της βλακείας που επισκέπτεται τον άνθρωπο και τον καθιστά ανήμπορο να ισορροπήσει την νόηση του προς όφελος του.

Το όνομα του Κ ο ά λ ε μ ο ς.

Ο Κοάλεμος είναι το πνεύμα της ηλιθιότητας, ο θεός της βλακείας. Είναι ένας δαίμονας, ο οποίος χαρακτηριζόταν ως «αιματοπότης», «απαιτητικός» και «ηλίθιος». Είναι το προσωποποιημένο πνεύμα της βλακείας και της ανοησίας.

Είναι πολύ πιθανό ο δαίμονας αυτός να έχει κάποια σχέση με τους Κοβάλους, δαίμονες της ακολουθίας του θεού Διονύσου. Αναφέρθηκε από τον Αριστοφάνη και επίσης στους Παράλληλους Βίους του Πλούταρχου.


{Ελάτε, κάντε παράκληση και προσφέρετε μια σπονδή στον Κοάλεμο τον θεό της βλακείας και φροντίστε να πολεμήσετε δυναμικά.}

Αριστοφάνης


{Αυτός [ένας άνδρας] είχε το κακό όνομα ότι ήταν διαλυμένος και δοσίλογος, και ότι κυνηγά τον παππού του Κίμωνα, ο οποίος, λένε, λόγω της απλότητάς του, ονομαζόταν Κοάλεμος, ο Ηλίθιος.}

Πλούταρχος


Ο Πλούταρχος γράφει για τον Κίμωνα ότι αρχικά ζούσε στην Αθήνα κάνοντας άσωτη ζωή, καθώς ήταν ζωηρός και μέθυσος, όμοιος στον χαρακτήρα με τον παππού του Κίμωνα, που του είχαν δώσει το όνομα Κοάλεμος χαρακτηρισμός του ανόητου, του ηλιθίου.

Έτσι βλέπουμε την λέξη «Κοάλεμος» να χρησιμοποιείται και ως επίθετο για να περιγράψει την έννοια του «ηλίθιου».


Το όνομά του ετυμολογικά δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς, όμως κατά μία εκδοχή προήλθε από τις λέξεις «κ ο έ ω» που σημαίνει «νοῶ, παρατηρῶ, ἀκούω» και από το «ίλεως» που είναι ο «ευσπλαχνικός, ο ελεήμων». «Αυτός που ακούει, κατανοεί με ευσπλαχνία».


Ο Κοάλεμος δεν εγκατέλειψε ποτέ την ανθρωπότητα. Δεν χρειαζόταν να κτιστούν ναοί ούτε να αφιερωθούν γιορτές προς τιμήν του γιατί ο άνθρωπος τον τιμά συνεχώς και καθημερινά μέσα από πράξεις ανοησίας. Έτσι βλέπουμε πως ουδέποτε ξεχάστηκε αυτός ο θεός. Συνεχίζει να κρατά τα πρωτεία και το ανθρώπινο γένος είναι πραγματικά δεμένο μαζί του.

Είθε να αποκτήσουμε την συνείδηση, να βγούμε από την ύπνωση και τον μικρόκοσμο μας, και να καταλάβουμε πως στον βωμό του θεού Κοάλεμου προσφέρουμε καθημερινά όλη την δύναμη μας.

Είθε να τον σβήσουμε από κάθε πράξη μας δια παντός.

Είθε να καταφέρουμε να τον κλείσουμε στα Τάρταρα, εκεί που ζέχνουν όλες οι κακότητες και τα ζοφερά του κόσμου.


◾◾◾◾◾◾◾◾◾◾◾◾◾◾◾◾

Έρευνα αρθρογραφία και συλλογή πληροφοριών έγινε από την Γιώβη Βασιλική.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο μπλογκ μου Μυθική Αναζήτηση τον Σεπτέμβριο του 2022

Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορ...