Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πώς τα εργοστάσια του Στάλινγκραντ έγιναν σύμβολο ανθεκτικότητας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο;

 Η ανθεκτικότητα του Στάλινγκραντ δεν ήταν καθαρά στρατιωτικό γεγονός, αλλά μια μοναδική ανθρώπινη και βιομηχανική εμπειρία, στην οποία η εργασία συνυπήρχε με τον αγώνα και η παραγωγή με την επιβίωση. Όταν μιλάμε για τα εργοστάσια του Στάλινγκραντ, δεν αναφερόμαστε σε κτίρια από τούβλα και σίδερο, αλλά στο νευραλγικό κέντρο και το πνεύμα της πόλης, καθώς και σε ένα κρυφό μέτωπο που δεν ήταν λιγότερο σκληρό από τα μέτωπα του πολέμου.



Από τη δεκαετία του 1930, η Σοβιετική Ένωση είχε επενδύσει σημαντικά στο Στάλινγκραντ ως στρατηγικό βιομηχανικό κέντρο. Η θέση της στον ποταμό Βόλγα την έκανε μια ζωτική αρτηρία μεταφορών που συνέδεε το βορρά με το νότο και την ανατολή με τη δύση, ενώ τα βαριά εργοστάσιά της την έκαναν κέντρο παραγωγής τρακτέρ, χάλυβα, πυροβολικού και ανταλλακτικών. 


Αυτή η διπλή σημασία, γεωγραφική και βιομηχανική, έκανε την πόλη κεντρικό στόχο στο σχέδιο του Hitler για το 1942, όχι μόνο για να σπάσει το ηθικό των Σοβιετικών, αλλά και για να παραλύσει την ικανότητά της να συνεχίσει τον πόλεμο.


Με την έναρξη των έντονων γερμανικών αεροπορικών βομβαρδισμών, τα εργοστάσια έγιναν άμεσοι στόχοι. Οι βομβαρδισμοί δεν επικεντρώνονταν πλέον μόνο σε στρατώνες ή γέφυρες, αλλά στόχευαν και τις ίδιες τις γραμμές παραγωγής. Παρ' όλα αυτά, δεν ελήφθη καμία απόφαση για διακοπή της εργασίας. Αντίθετα, το σιωπηλό σύνθημα ήταν: "Παραγωγή υπό πυρ". 

Αυτή η απόφαση δεν ήταν απλώς μια προπαγανδιστική πρόκληση, αλλά μια υπαρξιακή αναγκαιότητα. Κάθε άρμα που παρήγαγε και κάθε όπλο που επισκεύαζε σήμαινε επιπλέον ώρες αντίστασης στο μέτωπο.


Μέσα στο εργοστάσιο τρακτέρ, που αργότερα έγινε σύμβολο, η καθημερινή ζωή έμοιαζε περισσότερο με σκηνή από την κόλαση. Οι εργάτες δούλευαν μέσα στη σκόνη και τον καπνό, ενώ οι οβίδες έπεφταν στις γειτονικές αυλές. Η ηλεκτρική ενέργεια διακόπτονταν συνεχώς και οι μηχανές λειτουργούσαν μερικές φορές χειροκίνητα ή με πρωτόγονα μέσα. 


Παρ' όλα αυτά, οι γραμμές παραγωγής συνέχιζαν να παράγουν άρματα μάχης T-34, το όπλο που αργότερα θα γινόταν σύμβολο της σοβιετικής νίκης. Δεν υπήρχε χρόνος για λεπτομερή επιθεώρηση ή βαφή. Το σημαντικό ήταν το άρμα να μπορεί να κινείται και να πυροβολεί.


Είναι αξιοσημείωτο ότι από κάποια στιγμή και με´τα η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του εργοστασίου και της πρώτης γραμμής εξαφανίστηκε εντελώς. Συχνά, η πρώτη γραμμή διέσχιζε μια αίθουσα παραγωγής ή μια αποθήκη. Ορισμένα εργαστήρια μετατράπηκαν σε σταθμούς πρώτων βοηθειών, άλλα σε αποθήκες πυρομαχικών, ενώ τα υπόγεια χρησιμοποιήθηκαν ως καταφύγια για τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Οι εργάτες εδώ δεν ήταν πολίτες με την παραδοσιακή έννοια, αλλά μαχητές χωρίς στρατιωτικές στολές, που τη μια ώρα κρατούσαν σφυρί και την άλλη τουφέκι.


Τα εργοστάσια Red October και Barrikady παρείχαν μια πιο βίαιη απεικόνιση αυτής της αλληλεπικάλυψης. Αυτά τα τεράστια βιομηχανικά συγκροτήματα μετατράπηκαν σε σύνθετα αστικά πεδία μάχης, όπου κάθε κάμινος τήξης, κάθε κατεστραμμένος γερανός και κάθε τοίχος διατρυπημένος από οβίδες γινόταν αμυντική θέση.


Ο έλεγχος ενός μόνο εργαστηρίου μπορούσε να απαιτήσει ημέρες αιματηρών μαχών, για να χαθεί τελικά σε μια νυχτερινή αντεπίθεση. Οι σοβιετικοί στρατιώτες υπερασπίζονταν όχι μόνο τη γη, αλλά και την ικανότητα παραγωγής, την ιδέα ότι η πόλη εξακολουθούσε να "λειτουργεί".


Ο κοινωνικός ρόλος των εργοστασίων ήταν επίσης κρίσιμος. Με την εξάντληση του ανθρώπινου δυναμικού από άντρες, οι γυναίκες ανέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας. Έφηβες, μητέρες και ηλικιωμένες γυναίκες στάθηκαν πίσω από βαριά μηχανήματα, μαθαίνοντας γρήγορα αυτό που κανονικά θα χρειαζόταν χρόνια εκπαίδευσης. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στον ενθουσιασμό τους, αλλά και στη βαθιά συνειδητοποίηση ότι αν το εργοστάσιο σταματούσε να λειτουργεί, το τέλος θα ήταν κοντά. Αυτή η κοινωνική μεταμόρφωση άφησε βαθιά σημάδια στη σοβιετική μνήμη, με την εικόνα της γυναίκας εργάτριας στο εργοστάσιο υπό βομβαρδισμό να γίνεται ένα σύμβολο τόσο ισχυρό όσο αυτό του στρατιώτη στα χαρακώματα.


Από ψυχολογική άποψη, τα εργοστάσια διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο. Για τους υπερασπιστές της πόλης, η συνέχιση της παραγωγής ήταν ένα καθημερινό μήνυμα ότι το Στάλινγκραντ δεν είχε καταρρεύσει. Για τους Γερμανούς, η θέα των τανκς που κατασκευάζονταν μέσα σε μια πολιορκημένη και κατεστραμμένη πόλη ήταν αποθαρρυντική και προκαλούσε σύγχυση. Πώς μπορούσε μια πόλη υπό συνεχή βομβαρδισμό να συνεχίζει να πολεμά, πόσο μάλλον να κατασκευάζει; Η ίδια η ερώτηση ήταν μέρος της μάχης.


Μετά το τέλος των μαχών, τα ίχνη του πολέμου δεν εξαφανίστηκαν γρήγορα από τα εργοστάσια. Οι τρυπημένοι τοίχοι, τα σπασμένα μηχανήματα και τα καμένα εργαστήρια παρέμειναν ως μαρτυρία μιας μάχης που δόθηκε όχι μόνο με όπλα, αλλά και με ιδρώτα και υπομονή. Με την ανοικοδόμηση, αυτά τα εργοστάσια έγιναν χώροι μνήμης, που διηγούνται αμέτρητες ιστορίες εργατών που σκοτώθηκαν ενώ επισκεύαζαν μια μηχανή ή ενός μηχανικού που αρνήθηκε να εκκενώσει επειδή "δεν είχε τελειώσει τη συναρμολόγηση του άρματος".


Γι' αυτό τα εργοστάσια του Στάλινγκραντ έγιναν σύμβολο ανθεκτικότητας, όχι μόνο επειδή παρήγαγαν όπλα, αλλά επειδή ενσάρκωναν ένα βαθύτερο νόημα: ότι ο σύγχρονος πόλεμος δεν αποφασίζεται μόνο από τον αριθμό των στρατιωτών ή των τανκς, αλλά από την ικανότητα της κοινωνίας να μετατρέπει κάθε χώρο, ακόμη και ένα κατεστραμμένο εργαστήριο, σε εργαλείο αντίστασης.


Στο Στάλινγκραντ, τα εργοστάσια δε βρισκόταν πίσω από τις πρώτες γραμμές, αλλά ήταν στην πρώτη γραμμή. Ήταν η ζωντανή απόδειξη ότι όταν η δύναμη της θέλησης ενσωματώνεται στην καθημερινή εργασία, γίνεται ισχυρότερη από τις βόμβες και τους στρατούς.


Στο Βυθό, του Μαξίμ Γκόρκι. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος. 

 Φίλες και φίλοι του θεάτρου, απόψε θα επιχειρήσω μια πρώτη επαφή, με τη δημιουργία του σπουδαίου Ρώσου λογοτέχνη Μαξίμ Γκόρκι. Θα σας παρουσιάσω το έργο του Στο Βυθό. Πρόκειται για το δεύτερο στη σειρά έργο του συγγραφέα μετά τους Μικροαστούς.


                                         

  Ο Βυθός ολοκληρώθηκε το 1902 και ανέβηκε το ίδιο έτος, την 18-12-1902, στο Θέατρο Τέχνης (το περίφημο θέατρο του Στανισλάφσκι) της Μόσχας, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίν Στανισλαφσκι, χωρίς ιδιαίτερη ταλαιπωρία από την τσαρική λογοκρισία.

  Πρόκειται για ένα έργο με το οποίο κλείνει η πρώτη φάση της δημιουργίας του Γκόρκι. Η επιτυχία του δεν είχε προηγούμενο. Ο Γκόρκι, με το Βυθό, θα κατακτήσει την παγκόσμια δραματολογία και θα μείνει ακόμη μέχρι σήμερα εκεί. Ο Βυθός έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει παρουσιαστεί σε αρκετές σκηνές. Είναι το έργο το οποίο καθιέρωσε το συγγραφέα στη δυτική Ευρώπη. Το 1905 ανέβηκε στο Deutsche Theater του Βερολίνου και το ίδιο έτος στο Παρίσι από τον Λυνιέ Πο. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος θα χαρακτηρίσει το Βυθό, ως έργο μυθικό στο παγκόσμιο δραματολόγιο.

  Το έργο γράφεται παίζεται την ίδια σχεδόν περίοδο με τους Μικροαστούς. Βρισκόμαστε στην αρχή μιας πορείας όπου γίνεται σύνδεση του καλλιτεχνικού γίγνεσθαι με το κοινωνικό. Ο Γκόρκι σε συνέντευξη του το 1903 είπε για το Βυθό: «Το πρόβλημα του είναι φιλοσοφικό σε δύο άξονες αλήθεια-ψέμα από καλή ή κακή πρόθεσηΑναφερόταν ασφαλώς στη φιλοσοφική και ψυχολογική αίσθηση της απογοήτευσης, της απαισιοδοξίας και του αδιεξόδου.

  Σύμφωνα με τον Μ. Καραλή «το έργο προκαλεί και ανία». Δύσκολα ανεβαίνει χωρίς να την προκαλέσει. Έργο αδιάλειπτου λόγου, η δομή του θεωρήθηκε μια απλή παράταξη εικόνων δίχως οργανική σχέση με κατασκευαστικά προσχήματα που τη δραματουργική μονοσήμαντη δομή του. Υπάρχουν επίσης έντονες υποψίες ότι ο Γκόρκι προόριζε το Βυθό για διήγημα.

Από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου.


  Στην Ελλάδα ο Βυθός έκανε δύο δειλές εμφανίσεις, μία το 1920 και μία το 1944. Το 1981, με αφορμή τα πενήντα χρόνια λειτουργίας του Κρατικού Θεάτρου, το έργο του σπουδαίου σοβιετικού συγγραφέα, ανέβηκε στη σκηνή του Κρατικού, σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου. Ήταν η πρώτη φορά που παρουσιάζονταν έργο του Γκόρκι στο Κρατικό Θέατρο. Το ανέβασμα του Βυθού υπήρξε τότε ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός για τα καλλιτεχνικά πράγματα της χώρας. Γενικά, ήταν παράδοξο το ότι το Εθνικό Θέατρο δεν είχε ανεβάσει μέχρι τότε έργο του Γκόρκι. Στην παράσταση έπαιξε μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών: Φυσσούν, Στ. Βόκοβιτς, Γ. Φέρτης, Λ. Καλέργης, Γ. Μιχαλόπυλος, Ν. Τσακίρογλου, Α Πασπάτη κλπ. Η μετάφραση ήταν του Σεβαστίκογλου και τα σκηνικά του Γ. Πατσα.

  Το 2008 ο Βυθός ξανανέβηκε από την πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη. Η διασκευή ακολούθησε πιστά την πλοκή του πρωτότυπου έργου μεταφέροντας την σε πιο σύγχρονο πλαίσιο. Γλώσσα και χαρακτήρες αλλάζουν και πλησιάζουν περισσότερο τη δική μας εποχή. Η χρονική στιγμή που διαδραματίζεται το έργο δεν ορίζεται με ακρίβεια. Πρόκειται για ένα έργο του οποίου η μεταφορά στο χωροχρόνο είναι δύσκολη.

Από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου.


 

Η υπόθεση:

  Η υπόθεση του έργου εξελίσσεται σε ένα ιδιωτικό υπνωτήριο, όπου συνωστίζονται κάθε λογής άνθρωποι: αλκοολικοί, πόρνες, κλέφτες, ηθοποιοί, αναρχικοί και αντεξουσιαστές, πρώην αριστοκράτες και προλετάριοι.

  Χαρακτήρες που ζουν στο περιθώριο, πρόσωπα με στοιχεία έντονα κοινωνικοαναρχικά αλλά με τον πιο ατομικιστικό τρόπο βυθίζονται στην σκληρότητα και την αναισθησία. Στον βυθό της ύπαρξης τους, εκεί όπου ο πάγος δεν λιώνει ποτέ και τα όνειρα τους ματαιώνονται, τα πρόσωπα αυτά συναντιούνται με τα πάθη τους και αναμετρώνται μετον θάνατο.

 

Επιπλέον στοιχεία για το έργο:

  Το φόντο του έργου είναι ένα νυχτερινό άσυλο. Τέτοια υπήρχαν στη Μόσχα των αρχών του 20ου αιώνα όπου μαζεύονταν διανοούμενοι της παρακμής. Παρουσιάζονται μια σειρά από σκηνές στη ζωή του υποπρολαιταριάτου, με μια πλοκή υποτυπώδη, σχεδόν περιττή.

 

Η εποχή.

  Βρισκόμαστε στη Ρωσία των τελευταίων προεπαναστατικών χρόνων. Η ατμόσφαιρα προεπαναστατικής Ρωσίας είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη του έργου.

  Η τσαρική Ρωσία συγκλονίζεται από βαθιές κοινωνικές συγκρούσεις και αντιθέσεις. Οι αρχές αγρυπνούν, δε θέλουν να μετατραπεί το θέατρο σε πολιτική εξέδρα. Τέτοιες απόπειρες έχουν ήδη γίνει. Σε όλα τα επίπεδα εξελίσσεται η πάλη του καινούριου με το παλιό. Ο θεατράνθρωπος Στανισλάφσκι έγραψε: «Η ορμή της επανάστασης που ερχόταν έφερε στη σκηνή μια σειρά από έργα που αντανακλούν το γενικό πνεύμα της εποχής.»

  Στο έργο παρουσιάζεται η μοίρα του ρωσικού λαού στα χρόνια της τσαρικής εποχής. Άνθρωπος εργάτης και συγγραφέας, ο Γκόρκι (το όνομα του σημαίνει πικρός στα ρώσικα), ο οποίος μεγάλωσε σε ξένα χέρια, είναι ο κατεξοχήν συγγραφέας της επαναστατικής περιόδου. Ο ίδιος όμως περιέγραψε στα έργα του μόνο προεπαναστατικές καταστάσεις. Στο Βυθό ο Γκόρκι επιδεικνύει ένα βαθύ σοσιαλιστικό ανθρωπισμό.

   Στο έργο παρουσιάζεται σε πλήρη ανάπτυξη ο βυθός της ρωσικής κοινωνίας των αρχών του 20ου αιώνα. Βλέπουμε όπως επισημαίνει ο Μ. Καραλής, μια αυθεντική ρυπαρογραφία της ίδιας της κοινωνίας. Κάτι τέτοιο δεν αφήνει αδιάφορο το διανοούμενο της εποχής. Είναι ένας ασύνειδος κόσμος της αθλιότητας και της φρίκης που παρουσιάζει την αθλιότητα των απόκληρων της ανοδικής αστικής τάξης. Πρόκειται για ανθρώπους βουλιαγμένους στα πιο βαθιά της κοινωνίας, είναι τα κατακάθια των λαϊκών στρωμάτων.

 

Από την πρώτη παράσταση, του 1902 στη Μόσχα.

Οι ήρωες.

  Η φιλολογία των αλητών του Γκόρκι είναι πιστή και ειλικρινής. Αυτοί οι εξαθλιωμένοι αλήτες κρατούν ανεξαργύρωτη μέσα στην αγριότητα τους την αυταπάτη της ελευθερίας. Οι ήρωες είναι αδικημένοι-άδικοι που αδικούν, επειδή η αδικία είναι η μόνη επικοινωνία που τους έχει διδάξει η πραγματικότητα. Οι πολλοί περιττοί ρόλοι επιβεβαιώνουν τις υποψίες για πρόθεση συγγραφής διηγήματος.

  Μέσω των ηρώων του, σ’ αυτό το γνήσιο ρωσικό έργο, ο Γκόρκι έκανε κοινωνική κριτική. Η αλητογραφία δεν εφευρέθηκε από τον Γκόρκι, ήταν ένδοξο θέμα στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση. Προϋπήρξαν Οι Άθλιοι, η Παναγία των Παρισίων. Ήταν μια παράδοση που περνά από την Αγγλία στην Γαλλία και από κει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες (στην Ελλάδα έχουμε το Ζητιάνο του Καρκαβίτσα).

  Η περιθωριοποίηση είναι σαφής. Το υπόγειο άσυλο δεν είναι παρά ένα συνονθύλευμα ανθρώπων με ναυάγια κάθε ηλικίας. Ναυάγια της ζωής, πόρνες, μέθυσοι αλήτες, κλέφτες, κατάδικοι, βυθίζονται στην αθλιότητα και ελπίζουν σε σανίδα σωτηρίας, την οποία δε βλέπουν πουθενά. Αμείλικτος ο Ρώσος συγγραφέας ξεδιπλώνει αυτές τις ψυχές των εξαθλιωμένων που ζουν στο βυθό της ζωής.

  Ο Γκόρκι (1868-1936) θεωρείται στην παγκόσμια δραματουργία κλασικός συγγραφέας. Το κοινωνικό δράμα της απόλυτης εξαθλίωσης το κατείχε απόλυτα. Μια εξαθλίωση στην οποία φτάναν στο κατρακύλισμα τους άνθρωποι και ολόκληρες κοινωνικές τάξεις. Παρουσιάζει όμως και μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για εκτίναξη και λύτρωση από το σκοτάδι. Μέσα από το Βυθό εκφράζει και την προσωπική του εμπειρία από την εξαθλίωση. Στην τέχνη, ακόμη, η πολιτική σύλληψη πρέπει να είναι αυθόρμητη σύλληψη και όχι εξ’ αρχής κερδοσκοπική γιατί έτσι μαραίνεται η τέχνη. Ο αυθεντικός ενθουσιασμός του συγγραφέα ήταν η δεύτερη φύση του.

   Πάνω στους θεατές επενεργεί η ειλικρινής γεμάτη πίστη αγάπη στην ανθρωπιά. Το έργο είναι κάθε φορά επίκαιρο, καθώς σε αυτό αντανακλούν επίκαιρες προσωπογραφίες. Ενώ αμφισβητείται ξεκάθαρα και ο σύγχρονος πολιτισμός.

 

Από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου.

Τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου.

  Ο Γκόρκι έγραφε και ξαναέγραφε το Βυθό. Η συγγραφή και η επεξεργασία του έργου, πήρε σχεδόν δύο χρόνια. Σύμφωνα με την άποψη του Ευαγγελάτου πρόκειται για το καλύτερο και το αρτιότερο έργο του Ρώσου συγγραφέα. Αναμφίβολα είναι το Έγκλημα και τιμωρία του ή ο Οιδίπους Τύραννος του Γκόρκι.

  Το έργο παρουσιάζει χωρίς πολλές κραυγές και κηρύγματα εσωτερική και εξωτερική ψυχολογική ένταση. Ο Ρεαλισμός του παρόντος συνδυάζεται με το Ρομαντισμό της ελπίδας ενός καλύτερου μέλλοντος. Επιπρόσθετα, στα έργα του Γκόρκι βλέπουμε και στοιχεία Σοσιαλιστικού Σουρεαλισμού, με ρομαντικούς παραποιημένους ήρωες. Τους ήρωες τους εξιδανικεύει το μίσος για την αστική κοινωνία, έτσι, κατά τη γνώμη του Μ. Καραλή, «ανίκανοι, ανισόρροποι και τεμπέληδες μάχονται ενάντια στους σκληρούς αστούς». Σ’ αυτήν την κοινωνική τομογραφία πλασμάτων και λάσπης παρατηρούμε επίσης και ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ακραίας τάσης ρεαλιστικής που ονομάστηκε Νατουραλισμός, είναι η κοινωνική μοίρα μιας ομάδας στην οποία ο Γκόρκι εισάγει δυναμικά το ουμανιστικό κήρυγμα για αξιοπρέπεια.

  Σύμφωνα, επίσης, με την άποψη του Ευαγγελάτου, τα έργα του Γκόρκι επηρεάζονται από τον Τσέχωφ. Έτσι ο Βυθός εξελίσσεται τσεχωφκικά, κατάγεται από τον Τσέχωφ όμως ο χώρος και η ποιότητα τους είναι ριζικά διαφορετικά. Τα πρόσωπα του Τσέχωφ πεθαίνουν, οι αλήτες του Γκόρκι όμως είναι η μάζα της επανάστασης. Ο Βυθός ήταν ένα έργο που έκρουε την πόρτα στο αύριο μέσα από ανθρώπινους και καθημερινούς χαρακτήρες.

 


  Εν κατακλείδι ο θεατής θα βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και θα πλάσει ο ίδιος τα δικά του συμπεράσματα πάνω σ’ αυτό που είδε στο θέατρο. Το σωστό συμπέρασμα θα μορφοποιηθεί μόνο μέσα από το νου του.

 

Πηγές:

https://www.culturenow.gr/ston-butho-tis-anthrwpinis-uparksis/

https://www.e-prologos.gr/ο-στανισλάφσκι-για-το-βυθό-του-γκόρκι/

https://neakallithea.gr/μαξίμ-γκόργκι/

https://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=3%2F2%2F2008&pageNo=6&id=9264

 

 Άρθρα και φωτογραφικό υλικό, τα οποία δημοσιεύτηκαν με αφορμή το ανέβασμα του έργου το 1981 από το Κρατικό Θέατρο και βρίσκονται στο αρχείο του Κρατικού Θεάτρου:

http://www.nt-archive.gr/playMaterial.aspx?playID=460


Ο Μαξίμ Γκόρκι.

Η μεταφορά έγινε από το κανάλι Ισοβίτης:

https://isobitis.com/theatro1/?p=7267


-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


Τουρκία: Το «ματωμένο Πάσχα» του 1991 στην Κωνσταντινούπολη με 33 Έλληνες νεκρούς

Αποτελεί συνήθεια για χιλιάδες Έλληνες να επισκέπτονται την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη για να προσκυνήσουν. Ιδιαίτερα, τις μέρες των ε...