Θερμοδυναμική Ανάλυση Ψυκτικού Κύκλου Συμπίεσης Ατμού με χρήση Διαγράμματος p–h και Πειραματικών Δεδομένων. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

Η τεχνολογία της ψύξης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς της σύγχρονης μηχανολογίας, καθώς βρίσκει εφαρμογή σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, όπως η συντήρηση τροφίμων, η κλιματιστική άνεση, η βιομηχανική παραγωγή και η ιατρική τεχνολογία. Η δυνατότητα ελέγχου της θερμοκρασίας και η απομάκρυνση θερμότητας από έναν χώρο ή ένα σύστημα αποτελούν κρίσιμες λειτουργίες για την ποιότητα ζωής και την αποδοτικότητα των τεχνολογικών εφαρμογών. Στο πλαίσιο αυτό, η κατανόηση των αρχών λειτουργίας των ψυκτικών εγκαταστάσεων είναι απαραίτητη για κάθε τεχνικό του κλάδου.



Ο ψυκτικός κύκλος συμπίεσης ατμού αποτελεί τη βασική αρχή λειτουργίας των περισσότερων συστημάτων ψύξης και κλιματισμού. Μέσω της κυκλοφορίας ενός ψυκτικού ρευστού σε κλειστό κύκλωμα και των διαδοχικών μεταβολών πίεσης, θερμοκρασίας και φάσης, επιτυγχάνεται η μεταφορά θερμότητας από έναν χώρο χαμηλής θερμοκρασίας προς το περιβάλλον. Η λειτουργία αυτή δεν βασίζεται στην παραγωγή «ψύχους», αλλά στη μεταφορά θερμικής ενέργειας, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την εις βάθος κατανόηση των θερμοδυναμικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα.

Για την ανάλυση και την απεικόνιση του ψυκτικού κύκλου χρησιμοποιούνται θερμοδυναμικά διαγράμματα, με κυριότερο το διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h). Το διάγραμμα αυτό παρέχει τη δυνατότητα γραφικής αναπαράστασης των μεταβολών του ψυκτικού ρευστού, επιτρέποντας τον εντοπισμό των καταστάσεων λειτουργίας και τον υπολογισμό βασικών μεγεθών, όπως η υπερθέρμανση, η υπόψυξη και η ενεργειακή απόδοση του συστήματος. Αποτελεί, συνεπώς, ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο τόσο στη θεωρητική μελέτη όσο και στην πρακτική εφαρμογή της ψυκτικής τεχνολογίας.

Στην παρούσα εργασία εξετάζεται ένα πραγματικό ψυκτικό σύστημα με χρήση του ψυκτικού μέσου R502, με βάση συγκεκριμένες μετρήσεις πίεσης και θερμοκρασίας. Μέσω της αξιοποίησης του διαγράμματος p–h επιχειρείται η γραφική απεικόνιση του ψυκτικού κύκλου, ο υπολογισμός βασικών θερμοδυναμικών μεγεθών και η αξιολόγηση της λειτουργίας του συστήματος από άποψη απόδοσης και ασφάλειας.
Στόχος είναι η ανάλυση πραγματικού ψυκτικού συστήματος μέσω μετρήσεων και διαγράμματος p–h.


1. Θεωρητική Ανάλυση Ψυκτικού Κύκλου και Διαγράμματος p–h

 

Το παρόν κεφάλαιο θέτει το θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση της λειτουργίας του ψυκτικού κύκλου συμπίεσης ατμού και των βασικών εργαλείων ανάλυσής του. Η προσέγγιση δεν περιορίζεται σε μια περιγραφική παρουσίαση των επιμέρους σταδίων, αλλά στοχεύει στη σαφή αποτύπωση της σχέσης μεταξύ φυσικών μεγεθών, μεταβολών κατάστασης και λειτουργίας των εξαρτημάτων. Η κατανόηση του κύκλου σε επίπεδο αρχών αποτελεί προϋπόθεση για κάθε επόμενη εφαρμογή, καθώς επιτρέπει την ερμηνεία της συμπεριφοράς του συστήματος και τη σύνδεση της θεωρίας με την πράξη.

 

1.1 Θεωρητικό Υπόβαθρο

Ο ψυκτικός κύκλος συμπίεσης ατμού αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή λειτουργίας των περισσότερων ψυκτικών και κλιματιστικών εγκαταστάσεων. Πρόκειται για έναν κλειστό θερμοδυναμικό κύκλο, στον οποίο ένα ψυκτικό ρευστό κυκλοφορεί συνεχώς, μεταβάλλοντας την πίεση, τη θερμοκρασία και τη φυσική του κατάσταση, με στόχο τη μεταφορά θερμότητας από έναν χώρο χαμηλής θερμοκρασίας προς το περιβάλλον. Η λειτουργία του κύκλου βασίζεται σε τέσσερα διαδοχικά στάδια, τα οποία συνδέονται άμεσα με τα βασικά εξαρτήματα της εγκατάστασης (Χριστοφιλάκης 2015, 7).

Στο πρώτο στάδιο (1–2), το ψυκτικό ρευστό εισέρχεται στον συμπιεστή σε μορφή ατμού χαμηλής πίεσης και θερμοκρασίας. Ο συμπιεστής αποτελεί το μοναδικό ενεργό στοιχείο του κύκλου, καθώς καταναλώνει ενέργεια για να αυξήσει την πίεση και τη θερμοκρασία του ρευστού. Με τη διαδικασία αυτή, το ψυκτικό μετατρέπεται σε υπέρθερμο ατμό υψηλής πίεσης, καθιστώντας δυνατή την αποβολή θερμότητας στο επόμενο στάδιο (Πλάτανος 2016, 15).

Στο δεύτερο στάδιο (2–3), το ψυκτικό ρευστό διέρχεται από τον συμπυκνωτή. Εκεί αποβάλλει θερμότητα προς το περιβάλλον, συνήθως μέσω αέρα ή νερού. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, αρχικά αποβάλλεται η υπερθέρμανση και στη συνέχεια το ρευστό υγροποιείται, μεταβαίνοντας από ατμό σε υγρή φάση σε σχεδόν σταθερή πίεση. Το στάδιο αυτό είναι καθοριστικό για τη συνολική απόδοση του συστήματος, καθώς η αποτελεσματική απομάκρυνση θερμότητας επηρεάζει τη λειτουργία ολόκληρου του κύκλου (Κορωνάκη, Τζιβανίδης και Τερτίπης 2011, 82-84).

Στο τρίτο στάδιο (3–4), το ψυκτικό ρευστό διέρχεται από την εκτονωτική διάταξη, όπως θερμοστατική βαλβίδα ή τριχοειδές σωληνάκι. Κατά τη διέλευση αυτή, πραγματοποιείται απότομη πτώση της πίεσης χωρίς παραγωγή έργου. Ως αποτέλεσμα, μέρος του υγρού εξατμίζεται και δημιουργείται μίγμα υγρού και ατμού σε χαμηλή θερμοκρασία. Η διαδικασία αυτή προετοιμάζει το ψυκτικό μέσο για την απορρόφηση θερμότητας στο επόμενο στάδιο (Πλάτανος 2016, 28).

Στο τέταρτο στάδιο (4–1), το ψυκτικό εισέρχεται στον εξατμιστή, όπου πραγματοποιείται η βασική λειτουργία της ψύξης. Εκεί απορροφά θερμότητα από τον προς ψύξη χώρο και εξατμίζεται πλήρως, μετατρεπόμενο σε ατμό χαμηλής πίεσης. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει την απομάκρυνση θερμότητας από το περιβάλλον και τη μείωση της θερμοκρασίας του χώρου. Στη συνέχεια, το ψυκτικό οδηγείται εκ νέου στον συμπιεστή και ο κύκλος επαναλαμβάνεται (Κατσαπρακάκης 2015, 584).


Σχηματική απεικόνιση του ψυκτικού κύκλου συμπίεσης ατμού, όπου παρουσιάζονται τα τέσσερα βασικά στάδια λειτουργίας (συμπίεση, συμπύκνωση, εκτόνωση και εξάτμιση) και τα αντίστοιχα εξαρτήματα του συστήματος. Πηγή: Εκπαιδευτικά διαγράμματα HVAC (ενδεικτικά).


Τα τέσσερα αυτά στάδια αντιστοιχούν στα βασικά εξαρτήματα του ψυκτικού συστήματος, τα οποία συνεργάζονται για την επίτευξη της μεταφοράς θερμότητας. Ο συμπιεστής αυξάνει την πίεση και τη θερμοκρασία του ψυκτικού, ο συμπυκνωτής αποβάλλει θερμότητα προς το περιβάλλον, η εκτονωτική διάταξη μειώνει την πίεση του ρευστού και ο εξατμιστής απορροφά θερμότητα από τον χώρο. Η σωστή λειτουργία και συνεργασία των εξαρτημάτων αυτών είναι απαραίτητη για την αποδοτικότητα και την αξιοπιστία της εγκατάστασης (Κορωνάκη, Τζιβανίδης και Τερτίπης 2011, 40).

Συνολικά, ο ψυκτικός κύκλος δεν παράγει ψύξη με την κλασική έννοια, αλλά επιτυγχάνει τη μεταφορά θερμότητας από έναν χώρο προς έναν άλλο. Η κατανόηση της λειτουργίας των επιμέρους σταδίων και των εξαρτημάτων του κύκλου αποτελεί βασική γνώση για την ανάλυση, τον σχεδιασμό και τη σωστή λειτουργία των ψυκτικών συστημάτων.

 

1.2 Διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h)

Το διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h) αποτελεί ένα από τα βασικότερα εργαλεία ανάλυσης του ψυκτικού κύκλου, καθώς επιτρέπει τη γραφική απεικόνιση των θερμοδυναμικών μεταβολών του ψυκτικού ρευστού. Μέσω αυτού, καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός των καταστάσεων λειτουργίας του συστήματος, η παρακολούθηση των μεταβολών πίεσης και ενέργειας, καθώς και ο υπολογισμός κρίσιμων μεγεθών, όπως η απορροφούμενη και αποβαλλόμενη θερμότητα. Το διάγραμμα p–h δεν αποτελεί απλώς ένα θεωρητικό εργαλείο, αλλά χρησιμοποιείται ευρέως στην πράξη για τη διάγνωση και αξιολόγηση της λειτουργίας των ψυκτικών εγκαταστάσεων (Πουλιανός 2014, 14-16).

Διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h) για το ψυκτικό μέσο R502, στο οποίο αποτυπώνονται οι περιοχές υγρού, μίγματος και ατμού, καθώς και η καμπύλη κορεσμού που διαχωρίζει τις φάσεις του ψυκτικού ρευστού. Πηγή: Danfoss, Refrigerant Properties Diagram (R502).


Στο διάγραμμα, ο κατακόρυφος άξονας αντιστοιχεί στην πίεση του ψυκτικού ρευστού, ενώ ο οριζόντιος άξονας εκφράζει την ενθαλπία, δηλαδή το ενεργειακό περιεχόμενο του ρευστού ανά μονάδα μάζας. Η ενθαλπία συνδέεται άμεσα με την ποσότητα θερμότητας που απορροφά ή αποβάλλει το ψυκτικό μέσο, γεγονός που καθιστά τον άξονα αυτό ιδιαίτερα σημαντικό για την ενεργειακή ανάλυση του κύκλου. Στο διάγραμμα απεικονίζονται επίσης ισόθερμες, ισοενθαλπικές και ισεντροπικές γραμμές, οι οποίες βοηθούν στην ακριβέστερη αποτύπωση των μεταβολών (Παγωνάρης 2020, 121-125).

Κεντρικό στοιχείο του διαγράμματος αποτελεί η καμπύλη κορεσμού, η οποία διαχωρίζει τις περιοχές των διαφορετικών φάσεων του ψυκτικού ρευστού. Η καμπύλη αυτή αποτελείται από δύο όρια: το όριο κορεσμένου υγρού και το όριο κορεσμένου ατμού. Στην περιοχή αριστερά της καμπύλης το ψυκτικό βρίσκεται σε υγρή μορφή, ενώ στη δεξιά πλευρά βρίσκεται σε αέρια μορφή. Μεταξύ των δύο ορίων εκτείνεται η περιοχή μίγματος υγρού και ατμού, όπου συνυπάρχουν και οι δύο φάσεις (Πλάτανος 2016, 51 κ.ε).

Η κατανόηση των περιοχών αυτών είναι καθοριστική για την ανάλυση του ψυκτικού κύκλου. Στον εξατμιστή, το ψυκτικό κινείται εντός της περιοχής μίγματος και καταλήγει στην περιοχή ατμού, απορροφώντας θερμότητα. Στον συμπιεστή, παραμένει σε αέρια μορφή, ενώ στον συμπυκνωτή μεταβαίνει από ατμό σε υγρό, αποβάλλοντας θερμότητα προς το περιβάλλον. Η εκτονωτική διάταξη, τέλος, οδηγεί το ψυκτικό από την περιοχή υγρού στην περιοχή μίγματος μέσω πτώσης πίεσης.

Συνολικά, το διάγραμμα p–h προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα της λειτουργίας του ψυκτικού κύκλου, συνδυάζοντας τις μεταβολές πίεσης, θερμοκρασίας και ενέργειας σε ένα ενιαίο πλαίσιο. Η σωστή ανάγνωση και αξιοποίησή του αποτελεί βασική δεξιότητα για κάθε τεχνικό ψύξης, καθώς επιτρέπει την κατανόηση της συμπεριφοράς του συστήματος και τη λήψη ορθών αποφάσεων κατά τη λειτουργία και τη συντήρησή του (Παγωνάρης 2020, 303).

Με βάση το θεωρητικό υπόβαθρο που αναπτύχθηκε, η ανάλυση μετατοπίζεται πλέον από τη γενική περιγραφή στη συγκεκριμένη εφαρμογή. Το διάγραμμα p–h, από εργαλείο κατανόησης, μετατρέπεται σε εργαλείο υπολογισμού και αξιολόγησης πραγματικών δεδομένων. Στο επόμενο κεφάλαιο επιχειρείται η αποτύπωση ενός πραγματικού ψυκτικού κύκλου, η επεξεργασία μετρήσεων και η εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τη λειτουργία και την απόδοση του συστήματος.

 

  

2. Ανάλυση και Θερμοδυναμική Προσέγγιση Ψυκτικού Κύκλου με βάση Πειραματικά Δεδομένα

 

Στο παρόν κεφάλαιο εξετάζεται η λειτουργία ενός ψυκτικού συστήματος συμπίεσης ατμού μέσω συνδυασμού πειραματικών δεδομένων και θερμοδυναμικής ανάλυσης. Η προσέγγιση βασίζεται σε πραγματικές μετρήσεις πίεσης και θερμοκρασίας, οι οποίες αξιοποιούνται για τη γραφική αποτύπωση του κύκλου στο διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h), καθώς και για τον υπολογισμό βασικών μεγεθών όπως η υπερθέρμανση, η υπόψυξη και η ψυκτική ισχύς. Μέσα από αυτή τη διαδικασία επιτυγχάνεται η σύνδεση θεωρίας και πράξης, επιτρέποντας την αξιολόγηση της απόδοσης και της ασφάλειας λειτουργίας του συστήματος, καθώς και την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τη σωστή ή μη λειτουργία των επιμέρους στοιχείων του ψυκτικού κύκλου.

 

2.1 Περιγραφή Πειραματικής Διάταξης

Η ανάλυση του ψυκτικού κύκλου βασίζεται σε δεδομένα που ελήφθησαν από εργαστηριακή εγκατάσταση, η οποία προσομοιώνει τη λειτουργία ενός πραγματικού συστήματος ψύξης. Η προσέγγιση της μελέτης δεν περιορίζεται σε θεωρητικές τιμές, αλλά στηρίζεται σε μετρήσεις πίεσης και θερμοκρασίας, οι οποίες επιτρέπουν την αποτύπωση της πραγματικής λειτουργίας του κυκλώματος.

Το ψυκτικό μέσο που χρησιμοποιείται στην παρούσα διάταξη είναι το R502, ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο ψυκτικό σε παλαιότερες εγκαταστάσεις χαμηλών θερμοκρασιών. Η επιλογή του συγκεκριμένου ψυκτικού επιτρέπει την αξιοποίηση διαθέσιμων διαγραμμάτων p–h και τη σαφή απεικόνιση των θερμοδυναμικών μεταβολών του κύκλου (Μενεγάκης 2018).

Οι μετρήσεις πίεσης πραγματοποιούνται σε δύο βασικά σημεία του κυκλώματος: στην πλευρά χαμηλής πίεσης (αναρρόφησης) και στην πλευρά υψηλής πίεσης (κατάθλιψης). Συγκεκριμένα, η πίεση αναρρόφησης καταγράφεται στα 4 bar, τιμή που αντιστοιχεί στις συνθήκες λειτουργίας του εξατμιστή, ενώ η πίεση κατάθλιψης ανέρχεται στα 14 bar, τιμή που σχετίζεται με τη λειτουργία του συμπυκνωτή. Οι τιμές αυτές καθορίζουν τις βασικές συνθήκες λειτουργίας του ψυκτικού κύκλου και αποτελούν σημεία αναφοράς για τη χάραξη του στο διάγραμμα p–h.

Παράλληλα, καταγράφονται και οι θερμοκρασίες του ψυκτικού ρευστού στα αντίστοιχα σημεία. Η θερμοκρασία στην πλευρά αναρρόφησης είναι 0°C, γεγονός που υποδηλώνει συνθήκες χαμηλής θερμοκρασίας στον εξατμιστή και επιβεβαιώνει τη λειτουργία του συστήματος ως ψυκτική εγκατάσταση. Αντίστοιχα, η θερμοκρασία κατάθλιψης ανέρχεται στους 25°C, τιμή που συνδέεται με τη διαδικασία αποβολής θερμότητας στον συμπυκνωτή.

Η συνολική διάταξη περιλαμβάνει τα βασικά εξαρτήματα του ψυκτικού κύκλου, δηλαδή τον συμπιεστή, τον συμπυκνωτή, την εκτονωτική διάταξη και τον εξατμιστή, τα οποία λειτουργούν διαδοχικά και σε συνδυασμό. Οι μετρήσεις που λαμβάνονται αντιστοιχούν σε πραγματικές συνθήκες λειτουργίας, γεγονός που επιτρέπει την αξιόπιστη ανάλυση του κύκλου και τη συσχέτιση θεωρίας και πράξης.

Εργαστηριακή διάταξη ψυκτικού συστήματος, στην οποία απεικονίζονται τα βασικά εξαρτήματα (συμπιεστής, συμπυκνωτής, εκτονωτική διάταξη και εξατμιστής) καθώς και τα σημεία μέτρησης πίεσης και θερμοκρασίας. Πηγή: Εκπαιδευτικά συστήματα HVAC (ενδεικτική απεικόνιση).


Συνολικά, η πειραματική διάταξη παρέχει τα απαραίτητα δεδομένα για τη γραφική απεικόνιση του ψυκτικού κύκλου στο διάγραμμα p–h και τον υπολογισμό βασικών θερμοδυναμικών μεγεθών. Η ακρίβεια των μετρήσεων και η σωστή ερμηνεία τους αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την αξιολόγηση της λειτουργίας του συστήματος.

 

2.2 Χάραξη ψυκτικού κύκλου στο διάγραμμα p–h

Η χάραξη του ψυκτικού κύκλου στο διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h) αποτελεί το βασικό στάδιο σύνδεσης των θεωρητικών γνώσεων με τα πραγματικά δεδομένα της εγκατάστασης. Μέσω της γραφικής απεικόνισης, καθίσταται δυνατή η οπτική κατανόηση της λειτουργίας του συστήματος, καθώς και η ανάλυση των θερμοδυναμικών μεταβολών που πραγματοποιούνται σε κάθε στάδιο του κύκλου.       

Η διαδικασία ξεκινά με την αποτύπωση των δύο βασικών επιπέδων πίεσης στο διάγραμμα. Τα δεδομένα των πιέσεων που δίνονται προκύπτουν έπειτα από μανομετρικές μετρήσεις. Η χαμηλή πίεση, που αντιστοιχεί στην πλευρά αναρρόφησης, είναι ίση με 4 bar, ενώ η υψηλή πίεση της κατάθλιψης είναι 14 bar. Οι τιμές αυτές χαράσσονται ως οριζόντιες γραμμές στο διάγραμμα p–h και καθορίζουν τα όρια μέσα στα οποία εξελίσσεται ο κύκλος.

Οι πιέσεις που μετρώνται συνήθως με τα μανόμετρα ενός ψυκτικού συστήματος είναι μανομετρικές πιέσεις, δηλαδή πιέσεις που λαμβάνονται σε σχέση με την ατμοσφαιρική πίεση και όχι ως πραγματικές απόλυτες τιμές. Για τον λόγο αυτό, όταν απαιτούνται θερμοδυναμικοί υπολογισμοί ή ακριβής χάραξη του ψυκτικού κύκλου στο διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p-h), οι πιέσεις πρέπει να μετατραπούν σε απόλυτες. Η μετατροπή γίνεται με την πρόσθεση της ατμοσφαιρικής πίεσης, η οποία θεωρείται περίπου ίση με 1 bar. Έτσι, η μανομετρική πίεση αναρρόφησης των 4 bar αντιστοιχεί σε απόλυτη πίεση περίπου 5 bar, ενώ η μανομετρική πίεση κατάθλιψης των 14 bar αντιστοιχεί σε περίπου 15 bar απόλυτης πίεσης. Οι απόλυτες πιέσεις χρησιμοποιούνται επειδή οι θερμοδυναμικές ιδιότητες του ψυκτικού μέσου, όπως η θερμοκρασία κορεσμού, η ενθαλπία και η εντροπία, εξαρτώνται από την πραγματική συνολική πίεση που επικρατεί μέσα στο κύκλωμα και όχι από τη διαφορά της σε σχέση με την ατμόσφαιρα.

Στη συνέχεια εντοπίζεται το σημείο 1, που αντιστοιχεί στην έξοδο του εξατμιστή και την είσοδο του συμπιεστή. Το σημείο αυτό βρίσκεται στην περιοχή του ατμού, σε πίεση 5 bar και θερμοκρασία 0°C. Η θέση του στο διάγραμμα δείχνει ότι το ψυκτικό βρίσκεται σε κατάσταση κορεσμένου ή ελαφρώς υπέρθερμου ατμού, γεγονός απαραίτητο για την ασφαλή λειτουργία του συμπιεστή.

Από το σημείο αυτό ξεκινά η συμπίεση (1–2), κατά την οποία το ψυκτικό μεταφέρεται σε υψηλότερη πίεση, φτάνοντας τα 15 bar. Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται ως λοξή γραμμή προς τα επάνω και προς τα δεξιά στο διάγραμμα, υποδηλώνοντας αύξηση τόσο της πίεσης όσο και της ενθαλπίας (Πουλιανός 2014, 14-16). Το σημείο 2 αντιστοιχεί στην έξοδο του συμπιεστή και βρίσκεται στην περιοχή του υπέρθερμου ατμού.

Χάραξη ψυκτικού κύκλου συμπίεσης ατμού στο διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h) για το ψυκτικό μέσο R502. Απεικονίζονται τα βασικά στάδια λειτουργίας του κύκλου (συμπίεση, συμπύκνωση, εκτόνωση και εξάτμιση) με βάση τα δεδομένα λειτουργίας της εγκατάστασης. Πηγή: Danfoss, Refrigerant Properties Diagram (R502), έκδοση Axer P, Version 3.5.0.


Ακολουθεί το στάδιο της συμπύκνωσης (2–3), όπου το ψυκτικό αποβάλλει θερμότητα στο περιβάλλον. Η μεταβολή αυτή πραγματοποιείται σε σχεδόν σταθερή πίεση (13 bar) και αποτυπώνεται ως οριζόντια κίνηση προς τα αριστερά στο διάγραμμα. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, το ψυκτικό μεταβαίνει από την αέρια στη υγρή φάση, διασχίζοντας την περιοχή μίγματος και καταλήγοντας σε κορεσμένο ή υπόψυκτο υγρό στο σημείο 3 (Πουλιανός 2014, 14-16).

Στο επόμενο στάδιο (3–4), το ψυκτικό διέρχεται από την εκτονωτική διάταξη. Η μεταβολή αυτή χαρακτηρίζεται από απότομη πτώση της πίεσης από 15 bar σε 5 bar και πραγματοποιείται χωρίς μεταβολή της ενθαλπίας. Στο διάγραμμα αποτυπώνεται ως κατακόρυφη γραμμή προς τα κάτω (Μπινιάρης 2015, 19-20). Το σημείο 4 βρίσκεται στην περιοχή μίγματος υγρού και ατμού, σε χαμηλή θερμοκρασία.

Τέλος, στο στάδιο της εξάτμισης (4–1), το ψυκτικό απορροφά θερμότητα από τον χώρο και μετατρέπεται σε ατμό. Η μεταβολή αυτή πραγματοποιείται σε σταθερή πίεση (4 bar) και αποτυπώνεται ως οριζόντια κίνηση προς τα δεξιά στο διάγραμμα (Μπινιάρης 2015, 19-20). Με την ολοκλήρωση της εξάτμισης, το ψυκτικό επιστρέφει στο σημείο 1 και ο κύκλος επαναλαμβάνεται.

Συνολικά, η χάραξη του κύκλου στο διάγραμμα p–h παρέχει μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα της λειτουργίας του συστήματος. Επιτρέπει τον εντοπισμό των επιμέρους καταστάσεων του ψυκτικού ρευστού, τη σύνδεση των μετρήσεων με τις θερμοδυναμικές μεταβολές και τη βάση για τους επόμενους υπολογισμούς και την αξιολόγηση της απόδοσης του συστήματος.

 

2.3 Υπολογισμοί θερμοδυναμικών μεγεθών

Η ανάλυση του ψυκτικού κύκλου δεν περιορίζεται στη γραφική αποτύπωση στο διάγραμμα p–h, αλλά επεκτείνεται στον υπολογισμό βασικών θερμοδυναμικών μεγεθών που καθορίζουν τη λειτουργία και την απόδοση του συστήματος. Στην παρούσα ενότητα εξετάζονται η υπερθέρμανση, η υπόψυξη, η ισχύς του συμπιεστή και η θερμότητα που αποβάλλεται στον συμπυκνωτή, με βάση τα δεδομένα της πειραματικής διάταξης.

 

2.3.1 Υπερθέρμανση

Η υπερθέρμανση εκφράζει τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής θερμοκρασίας του ψυκτικού ατμού στην έξοδο του εξατμιστή και της θερμοκρασίας κορεσμού στην ίδια πίεση. Αποτελεί κρίσιμο μέγεθος για την ασφαλή λειτουργία του συμπιεστή, καθώς εξασφαλίζει ότι το ψυκτικό εισέρχεται σε αυτόν αποκλειστικά σε αέρια μορφή. Θα χρησιμοποιηθεί ο εξής τύπος: ΔTυπερθ. = Tπραγμ − Tκορεσμού (Παγωνάρης 2020, 64).

Στην παρούσα περίπτωση, η θερμοκρασία του ψυκτικού ρευστού στην πλευρά αναρρόφησης είναι ίση με 0°C, ενώ η αντίστοιχη πίεση είναι 5 bar. Με βάση το διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h) για το ψυκτικό μέσο R502, η θερμοκρασία κορεσμού που αντιστοιχεί στην πίεση αυτή προσεγγίζεται στους -7°C. Η τιμή αυτή προσδιορίζεται γραφικά από την καμπύλη κορεσμού του διαγράμματος. Αντικαθιστώντας τις τιμές στον παραπάνω τύπο, προκύπτει: ΔTυπερθ.=0−(−7)=7°C =>Tυπέρθ. = 7°C

Η υπερθέρμανση του ψυκτικού ρευστού είναι επομένως ίση με 7°C. Η τιμή αυτή θεωρείται ικανοποιητική για τη λειτουργία του συστήματος, καθώς υποδηλώνει ότι το ψυκτικό έχει εξατμιστεί πλήρως στον εξατμιστή και έχει αποκτήσει ένα μικρό βαθμό επιπλέον θέρμανσης πριν εισέλθει στον συμπιεστή. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η αποφυγή υγρής φάσης στον συμπιεστή και η ομαλή λειτουργία του κυκλώματος (Παγωνάρης 2020, 64 κ.ε.).

Συνολικά, η τιμή της υπερθέρμανσης παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την κατάσταση λειτουργίας του συστήματος και τη ρύθμιση της εκτονωτικής διάταξης. Τιμές εντός ενός λογικού εύρους, όπως στην παρούσα περίπτωση, υποδηλώνουν ισορροπημένη λειτουργία και σωστή προσαρμογή των επιμέρους στοιχείων του ψυκτικού κύκλου (Κορωνάκη, Τζιβανίδης και Τερτίπης 2011, 49).

 

 2.3.2 Υπόψυξη

Η υπόψυξη αφορά τη διαφορά μεταξύ της θερμοκρασίας κορεσμού και της πραγματικής θερμοκρασίας του υγρού ψυκτικού στην έξοδο του συμπυκνωτή. Το μέγεθος αυτό σχετίζεται με την ενεργειακή απόδοση του συστήματος και την πλήρη υγροποίηση του ψυκτικού μέσου. Θα χρησιμοποιηθεί ο εξής τύπος: ΔTυπόψ .= Tκορεσμού − Tπραγμ. (Κορωνάκη, Τζιβανίδης και Τερτίπης 2011, 50)

Στην παρούσα περίπτωση, η πίεση κατάθλιψης είναι 15 bar και η πραγματική θερμοκρασία του ψυκτικού είναι 25°C. Από το διάγραμμα p–h του R502, για πίεση 14 bar, η θερμοκρασία κορεσμού προσδιορίζεται γραφικά περίπου στους 30°C. Η τιμή αυτή λαμβάνεται από το σημείο τομής της ισοβαρούς των 15 bar με την αριστερή πλευρά της καμπύλης κορεσμού, η οποία αντιστοιχεί σε κορεσμένο υγρό.

Αντικαθιστώντας τις τιμές στον τύπο, προκύπτει: ΔTυπόψ.=30−25=5C. Επομένως, η υπόψυξη του ψυκτικού ρευστού είναι ίση με 5°C. Η τιμή της υπόψυξης, η οποία προκύπτει ίση με 5°C, κρίνεται ικανοποιητική για τη λειτουργία του συστήματος, καθώς εξασφαλίζει την πλήρη υγροποίηση του ψυκτικού μέσου πριν την εκτονωτική διάταξη. Συνεπώς, το σύστημα φαίνεται να λειτουργεί ικανοποιητικά, χωρίς άμεσες ενδείξεις δυσλειτουργίας, (Δαλαβούρας 2019, 66-68).

 

2.4 Ανάλυση απόδοσης και ασφάλειας ψυκτικού συστήματος μέσω διαγράμματος p–h

Με βάση τον χαραγμένο κύκλο, η υπερθέρμανση στην αναρρόφηση προκύπτει ικανοποιητική. Στα 5 bar η θερμοκρασία κορεσμού φαίνεται περίπου στους -7°C, ενώ η πραγματική θερμοκρασία αναρρόφησης δίνεται 0°C. Άρα η υπερθέρμανση είναι περίπου 7 K. Αυτό δείχνει ότι το ψυκτικό, πριν μπει στον συμπιεστή, έχει περάσει πλήρως σε αέρια κατάσταση και έχει θερμανθεί λίγο ακόμη. Από πλευράς ασφάλειας αυτό είναι σημαντικό, γιατί μειώνει τον κίνδυνο να επιστρέψει υγρό ψυκτικό στον συμπιεστή. Η επιστροφή υγρού είναι επικίνδυνη, επειδή ο συμπιεστής είναι σχεδιασμένος να συμπιέζει αέριο και όχι υγρό. Επομένως, η υπερθέρμανση των 7 οC δείχνει ότι υπάρχει ένα προστατευτικό περιθώριο για τον συμπιεστή, χωρίς όμως να φαίνεται υπερβολικά μεγάλη ώστε να υποδηλώνει πτωχή τροφοδοσία του εξατμιστή.

Χαραγμένος ψυκτικός κύκλος στο διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h) για το ψυκτικό μέσο R502, με βάση τις μετρήσεις της εγκατάστασης. Από τη θέση των σημείων λειτουργίας προκύπτουν αποκλίσεις από την αναμενόμενη θερμοδυναμική συμπεριφορά, γεγονός που επιτρέπει την αξιολόγηση της απόδοσης και της ασφάλειας του συστήματος. Πηγή: Danfoss, Refrigerant Properties Diagram (R502), έκδοση Axer P, Version 3.5.0, με ιδία χάραξη των σημείων λειτουργίας.


Από την πλευρά της υποψύξης, στα 15 bar η θερμοκρασία κορεσμού στο διάγραμμα διαβάζεται περίπου 30°C, ενώ η πραγματική θερμοκρασία στην υγρή γραμμή είναι 25°C. Άρα η υποψύξη είναι περίπου 5 oC. Αυτό σημαίνει ότι μετά τη συμπύκνωση το ψυκτικό έχει γίνει πλήρως υγρό και έχει ψυχθεί λίγο περισσότερο πριν φτάσει στην εκτονωτική διάταξη. Η υποψύξη αυτή είναι θετική ένδειξη για την απόδοση, γιατί βοηθά να φτάνει στην εκτονωτική βαλβίδα καθαρό υγρό και όχι μείγμα υγρού-ατμού. Έτσι η εκτόνωση γίνεται πιο σταθερά και ο εξατμιστής τροφοδοτείται καλύτερα. Αν η υποψύξη ήταν μηδενική ή πολύ μικρή, θα υπήρχε πιθανότητα πρόωρης ατμοποίησης στη γραμμή υγρού, με αποτέλεσμα μειωμένη ψυκτική απόδοση και ασταθή λειτουργία.

Συνολικά, ο κύκλος δείχνει ένα σύστημα που λειτουργεί με σχετικά καλή ισορροπία ανάμεσα σε απόδοση και ασφάλεια. Η υπερθέρμανση προστατεύει τον συμπιεστή από υγρό πλήγμα, ενώ η υποψύξη εξασφαλίζει σωστή τροφοδοσία της εκτονωτικής και καλύτερη αξιοποίηση του εξατμιστή. Με απλά λόγια, το σύστημα φαίνεται να εξατμίζει σωστά το ψυκτικό στη χαμηλή πίεση και να το συμπυκνώνει επαρκώς στην υψηλή πίεση. Δεν φαίνεται, από τα συγκεκριμένα στοιχεία, ούτε έντονη έλλειψη ψυκτικού ούτε υπερπλήρωση. Η απόδοση κρίνεται ικανοποιητική, γιατί υπάρχει ψυκτικό αποτέλεσμα στον εξατμιστή, συμπίεση προς την υψηλή πίεση και υποψυγμένο υγρό πριν την εκτόνωση. Η ασφάλεια επίσης κρίνεται καλή, κυρίως επειδή το σημείο αναρρόφησης βρίσκεται δεξιά από την καμπάνα, δηλαδή στην περιοχή του υπέρθερμου ατμού.

 

2.5 Υπολογισμός ψυκτικής ισχύος

Η ψυκτική ισχύς ενός ψυκτικού συστήματος εκφράζει τη θερμότητα που απορροφάται στον εξατμιστή από τον προς ψύξη χώρο. Στο διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h), η ψυκτική επίδραση προσδιορίζεται από τη διαφορά ενθαλπίας μεταξύ του σημείου 1 και του σημείου 4, δηλαδή μεταξύ της εξόδου και της εισόδου του εξατμιστή. Η σχέση που χρησιμοποιείται είναι: QL=m˙(h1−h4), όπου m είναι η παροχή μάζας του ψυκτικού μέσου. Σε περίπτωση που η παροχή μάζας δεν είναι γνωστή, είναι δυνατόν να υπολογιστεί μόνο η ειδική ψυκτική ισχύς, δηλαδή το ψυκτικό αποτέλεσμα ανά μονάδα μάζας: qL=h1−h4

Στην παρούσα άσκηση οι τιμές h1 και h4h προσδιορίζονται γραφικά από το διάγραμμα p–h του ψυκτικού μέσου R502. Η διαφορά τους εκφράζει τη θερμότητα που απορροφά το ψυκτικό μέσα στον εξατμιστή και αποτελεί βασικό μέγεθος για την αξιολόγηση της απόδοσης του συστήματος.

Διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h) για το ψυκτικό μέσο R502, στο οποίο αποτυπώνεται ο χαραγμένος ψυκτικός κύκλος με βάση τα πειραματικά δεδομένα της εγκατάστασης. Από το διάγραμμα προσδιορίζονται γραφικά οι τιμές ενθαλπίας στα βασικά σημεία του κύκλου (h, h, h, h), οι οποίες χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της ψυκτικής ισχύος και την αξιολόγηση της λειτουργίας του συστήματος. Πηγή: Danfoss, Refrigerant Properties Diagram (R502), έκδοση Axer Software Version 3.5.0, με ιδία επεξεργασία και χάραξη των σημείων λειτουργίας.

Η ψυκτική ισχύς ενός ψυκτικού συστήματος εκφράζει, όπως προαναφέρθηκε, τη θερμότητα που απορροφάται στον εξατμιστή από τον προς ψύξη χώρο και αποτελεί βασικό μέγεθος για την αξιολόγηση της λειτουργίας του. Ο υπολογισμός της βασίζεται στη διαφορά ενθαλπίας του ψυκτικού μέσου μεταξύ της εισόδου και της εξόδου του εξατμιστή, δηλαδή μεταξύ των σημείων 4 και 1 του ψυκτικού κύκλου στο διάγραμμα πίεσης–ενθαλπίας (p–h) (Πουλιανός 2014, 46 κ.ε.). Από τη γραφική ανάγνωση του διαγράμματος για το ψυκτικό μέσο R502 προκύπτουν οι τιμές h1=640 kJ/kg και h4=515 kJ/kg, επομένως η ειδική ψυκτική ισχύς υπολογίζεται ως qL=h1−h4= 640kj/kg−515kj/kg =125 kJ/kg. Η τιμή αυτή εκφράζει τη θερμότητα που απορροφά το ψυκτικό μέσο ανά μονάδα μάζας κατά τη διέλευσή του από τον εξατμιστή και αντιπροσωπεύει το ψυκτικό αποτέλεσμα του κύκλου.

 

Επίλογος

 

Η παρούσα εργασία ανέδειξε τη σημασία της θερμοδυναμικής ανάλυσης στην κατανόηση και αξιολόγηση της λειτουργίας ενός ψυκτικού συστήματος συμπίεσης ατμού. Μέσα από τη θεωρητική προσέγγιση του ψυκτικού κύκλου και τη χρήση του διαγράμματος πίεσης–ενθαλπίας (p–h), κατέστη δυνατό να συνδεθούν οι βασικές αρχές της ψυκτικής τεχνολογίας με πραγματικά δεδομένα λειτουργίας. Η διαδικασία αυτή επέτρεψε όχι μόνο τη γραφική αποτύπωση του κύκλου, αλλά και τον προσδιορισμό βασικών θερμοδυναμικών μεγεθών, όπως η υπερθέρμανση, η υπόψυξη και το ειδικό ψυκτικό αποτέλεσμα.

Ιδιαίτερη αξία είχε η μετάβαση από το θεωρητικό επίπεδο στο επίπεδο της πρακτικής εφαρμογής. Η μελέτη των πιέσεων και των θερμοκρασιών της εγκατάστασης έδειξε ότι η ανάλυση ενός ψυκτικού συστήματος δεν εξαντλείται στην απομνημόνευση τύπων ή στη μηχανική χρήση του διαγράμματος, αλλά απαιτεί ουσιαστική κατανόηση της συμπεριφοράς του ψυκτικού μέσου και της αλληλεπίδρασης των εξαρτημάτων του συστήματος. Η σύγκριση των θεωρητικών αναμενόμενων τιμών με τις πραγματικές μετρήσεις έδωσε τη δυνατότητα να εντοπιστούν αποκλίσεις και να διατυπωθούν χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με την ποιότητα λειτουργίας και την ασφάλεια της εγκατάστασης.

Παράλληλα, η εργασία ανέδειξε ότι η σωστή λειτουργία ενός ψυκτικού συστήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ακριβή μέτρηση και ερμηνεία των δεδομένων. Η υπερθέρμανση στην έξοδο του εξατμιστή συνδέεται άμεσα με την προστασία του συμπιεστή, ενώ η υπόψυξη στην έξοδο του συμπυκνωτή σχετίζεται με τη σταθερότητα της λειτουργίας και την ενεργειακή συμπεριφορά του κυκλώματος. Η ύπαρξη αποκλίσεων ανάμεσα στις αναμενόμενες και στις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας δείχνει ότι ακόμη και ένα φαινομενικά απλό ψυκτικό σύστημα μπορεί να κρύβει προβλήματα ρύθμισης, σφάλματα μέτρησης ή ενδείξεις φθοράς επιμέρους στοιχείων. Συνεπώς, ο τεχνικός ψύξης οφείλει να προσεγγίζει κάθε εγκατάσταση όχι μηχανικά, αλλά με κριτική σκέψη, προσοχή στις λεπτομέρειες και καλή γνώση της θερμοδυναμικής συμπεριφοράς του ψυκτικού μέσου.

Τελικά, η εργασία αυτή δείχνει ότι το διάγραμμα p–h δεν αποτελεί απλώς ένα θεωρητικό βοήθημα, αλλά ένα ουσιαστικό εργαλείο διάγνωσης, ελέγχου και αξιολόγησης της λειτουργίας ψυκτικών εγκαταστάσεων. Η αξιοποίησή του βοηθά τον τεχνικό να κατανοεί βαθύτερα τον κύκλο, να υπολογίζει χρήσιμα μεγέθη και να εντοπίζει πιθανά προβλήματα πριν αυτά οδηγήσουν σε σοβαρές δυσλειτουργίες ή βλάβες. Ως συνέχεια της παρούσας μελέτης, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η εκπόνηση μιας νέας εργασίας με θέμα τη συγκριτική ανάλυση της λειτουργίας διαφορετικών ψυκτικών μέσων σε πραγματικές συνθήκες λειτουργίας, με χρήση διαγραμμάτων p–h και αξιολόγηση της ενεργειακής τους απόδοσης και της περιβαλλοντικής τους επίπτωσης. Ένα τέτοιο θέμα θα επέτρεπε τη διεύρυνση της παρούσας προσέγγισης και θα συνέδεε ακόμη πιο άμεσα τη θεωρητική γνώση με τις σύγχρονες απαιτήσεις της ψυκτικής τεχνολογίας. 


 

Βιβλιογραφία

Δαλαβούρας, Δημήτριος. Τεχνικές εξοικονόμισης ενέργειας για τους ψυκτικούς. Αθήνα: Ι.Μ.Ε. Γ.Σ.Ε. Β.Ε.Ε., 2019.

Κατσαπρακάκης, Δ.& Μονιάκης, Μ. Θέρμανση-Ψύξη-Κλιματισμός. Αθήνα: Κάλλιπος, 2015.

Κορωνάκη, Ειρήνη, Χρήστος Τζιβανίδης, και Δημήτριος Τερτίπης. Σχεδιασμός εγκαταστάσεων ψύξης και κλιματισμού κτιρίων. Αθήνα: Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, 2011.

Μενεγάκης, Δημήτριος. Ο Ψυκτικός. 18 Οκτώβριος 2018. https://opsiktikos.gr/blog/i-kriogeniki-psiksi/ (πρόσβαση Απρίλιος 19, 2026).

Μπινιάρης, Ιωάννης. Ψυκτικά Συστήματα και Εφαρμογές. Αθήνα: Ε.Μ.Π., 2015.

Παγωνάρης, Κωνσταντίνος. Εφαρμοσμένη Θερμοδυναμική. Αθήνα: Ίδρυμα Ευγενιδου, 2020.

Πλάτανος, Δημήτριος. Παραμετρική ανάλυση ψυκτικού κύκλου με συμπίεση ατμών για διάφορα ψυκτικά μέσα. Πειραιάς: Τ.Ε.Ι. Πειραιά, 2016.

Πουλιανός, Δημήτριος. Τεχνική Κατάρτιση Ψυκτικών. Αθήνα: Ι.Μ.Ε. Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε., 2014.

Χριστοφιλάκης, Κωνσταντίνος. Ανάλυση και βελτιστοποίηση ψυκτικών κύκλων μηχανικής συμπίεσης ατμών για διάφορα εργαζόμενα μέσα. Αθήνα: Ε.Μ.Π., 2015.

 

 



Β΄ Βαλκανικός πόλεμος (16 Ιουν-21 Ιουλίου 1913)


Τα Αίτια και οι Αφορμές του Πολέμου

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, διεξήχθηκε από τη Βουλγαρία εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Στην τελευταία φάση του πολέμου επενέβηκαν και η Ρουμανία και Τουρκία. Άρχισε στις 17 Ιουνίου του 1913 και έληξε με ανακωχή στις 17 Ιουλίου 1913 και επίσημα με τη Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου, στις 28 Ιουλίου 1913.



Τα πρώτα νέφη της καταιγίδας του Β’ Βαλκανικού Πολέμου εμφανίστη­καν στον ορίζοντα από τις αρχές ακόμα του πολέμου κατά της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, αμέσως αφού σημειώθηκαν οι πρώτες νίκες κατά του τουρ­κικού Στρατού και το αποτέλεσμα του πολέμου διαγραφόταν ευνοϊκό και γρήγορο, άρχισε να αναπτύσσεται μεταξύ των Συμμάχων το αίσθημα της διχόνοιας και της δυσπιστίας, λόγω της έντονης τάσεως για την κατάληψη περισσότερων εδαφών, κυρίως από την πλευρά της Βουλγαρίας, για την ι­κανοποίηση των εθνικών τους βλέψεων.

Η πρώτη χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της τάσεως σημειώθηκε με­ταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας για το ζήτημα της Θεσσαλονίκης. Ό­πως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο κεφάλαιο, η 7η Βουλγαρική Μεραρ­χία από τη μέση κοιλάδα του Στρυμόνα βρέθηκε στην πεδιάδα των Σερρών και στη συνέχεια, κινήθηκε αστραπιαία, χωρίς καμιά τουρκική αντίδραση, προς τη Θεσσαλονίκη. Την εσπέρα της 26ης Οκτωβρίου έφτασε στην Άσσυρο, ενώ από τις 17.00 της αυτής ημέρας ο Χασάν Ταξίν-πασάς είχε παρα­δοθεί αιχμάλωτος με ολόκληρη τη φρουρά του και ο ελληνικός Στρατός, α­φού κατέλαβε την πόλη με την 7η Ελληνική Μεραρχία, προέλαυνε από τα δυτικά προς τα ανατολικά, βόρεια της Θεσσαλονίκης, για τη σταθεροποίη­ση του νικηφόρου αποτελέσματος.

Παράλληλα, το ελληνικό στρατηγείο, όταν πληροφορήθηκε την προ­σέγγιση των Βουλγάρων, ειδοποίησε εγγράφως το διοικητή της Μεραρχίας τους για την παράδοση των Τούρκων και της πόλεως. Όμως, οι Βούλγαροι, στις 27 Οκτωβρίου, εξακολούθησαν την προώθησή τους και ενώ καθ’όδόν έλαβαν και νέο έγγραφο του Ελληνικού Στρατηγείου, έταξαν το πυροβολι­κό τους και έβαλλαν κατά της Θεσσαλονίκης και των Τούρκων, που είχαν πλέον συνθηκολογήσει.

Σκοπός των Βουλγάρων ήταν να δημιουργήσουν την εντύπωση της από κοινού με τους Έλληνες καταλήψεως της πόλεως, αγνοώντας τις σχε­τικές ειδοποιήσεις και να επιτύχουν συγκυριαρχία. Όμως, η σθεναρή στά­ση της 7η Ελληνικής Μεραρχίας και της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτι­κής ηγεσίας γενικότερα, απέτρεψαν αυτό. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Θεσσαλονίκη αντιπροσώπευε για τους Βουλγάρους την προς τα νότια ο­λοκλήρωση της «Μεγάλης Βουλγαρίας».

Στις 19 Φεβρουάριου 1913 και ενώ διαρκούσε ο πόλεμος με την Τουρ­κία, έλαβε χώρα μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων η συμπλοκή στη Νιγρίτα. Το επεισόδιο διευθετήθηκε, πλην οι συμπλοκές δε σταμάτησαν. Η σπου­δαιότερη συμπλοκή σημειώθηκε από 10-17 Μαΐου στην περιοχή του Παγγαίου, που εξελίχτηκε σε πραγματική μάχη. Όλες αυτές σι συμπλοκές οφείλονταν στην τάση των Βουλγάρων να επεκτείνουν τα κατεχόμενα απ’ αυτούς εδάφη. Κατόπιν της διαλλακτικότητας της Ελληνικής Κυβερνήσεως, συμφωνήθηκε η χάραξη γραμμής διαχωρίσεως μεταξύ των ελληνι­κών και βουλγαρικών στρατευμάτων, η οποία όμως σε αρκετά σημεία δεν εφαρμόστηκε από βουλγαρικής πλευράς. Και εκτός από αυτά, πριν ακόμα υπογράφει η Συνθήκη Ειρήνης με την Τουρκία, οι Βούλγαροι συγκέντρω­ναν στρατεύματα έναντι των Ελλήνων και Σέρβων.

Ανάλογες τάσεις και προστριβές σημειώθηκαν και μεταξύ των Σέρβων και Βουλγάρων. Οι προϋποθέσεις στις οποίες είχε βασιστεί η Σερβοβουλ­γαρική Συνθήκη Φιλίας και Συμμαχίας του 1912, είχαν ριζικά μεταβληθεί. Ειδικότερα, η Σερβία αναγκάστηκε από τις Μ. Δυνάμεις, κατόπιν αξιώσεως της Αυστρίας για ανεξαρτητοποίηση της Αλβανίας, να αποσυρθεί από την Αλβανία και να στερηθεί της διεξόδου της προς την Αδριατική.

Εκτός όμως από αυτό, ενώ η Βουλγαρία είχε την υποχρέωση να συμπράξει με τους Σέρβους στην κοιλάδα του Αξιού κατά των Τούρκων, με δύναμη 100 χιλ. ανδρών, διέθεσε μόνο τη Μεραρχία Θεοδωρώφ και αυτή την ανάστρεψε προς τη Θεσσαλονίκη. Αντίθετα, η Σερβία, χωρίς να έχει υ­ποχρέωση, βοήθησε τη Βουλγαρία με δύναμη 50 χιλ. ανδρών και με τα με­γάλου διαμετρήματος πυροβόλα της για την κατάληψη της Αδριανουπόλεως. Επομένως, οι Σέρβοι αξίωναν τώρα να διατηρήσουν όλα (πλην της Αλβανίας) τα εδάφη που είχαν κατακτήσει, αναθεωρούμενης της Συνθήκης συμμαχίας, πράγμα που οι Βούλγαροι δεν αποδέχονταν.

Τέλος, η τότε βουλγαρική πολιτική, παραγνωρίζοντας το δίκαιο των άλ­λων Συμμάχων και ισχυριζόμενη ότι πρόσφερε τις περισσότερες δυνάμεις και θυσίες στον πόλεμο, αλλά και για λόγους γεωγραφικούς και εθνολογι­κούς, απαιτούσε να περιέλθει σ’ αυτήν ολόκληρη σχεδόν η Μακεδονία. Επρόκειτο για παράλογες αξιώσεις προσαρτήσεως περιοχών, όπως οι περιο­χές Σερρών και Δράμας, με το επιχείρημα της γειτνιάσεως προς τη Βουλ­γαρία. Το ίδιο αξιούσε και για την προσάρτηση του διαμερίσματος της Κα­στοριάς, με το επιχείρημα ότι εθνολογικά ήταν Βουλγαρικό, μολονότι αυ­τό βρίσκεται μακριά της Βουλγαρίας. Για τη Θεσσαλονίκη, λόγω της μεγα­λύτερης συμβολής των Βουλγάρων στον πόλεμο, παραγνώριζε την υπόψη πολιτική τους ακόμα και την αποφασιστική συμβολή του ελληνικού Στόλου στο Αιγαίο, η οποία απέτρεψε μεταφορές των Τούρκων από τη Μ. Ασία προς τη Θράκη – όπου το Βουλγαρικό Θέατρο Επιχειρήσεων.

Συνοψίζοντας, τα αίτια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου ανάγον­ται:

στις διεκδικήσεις των συμμάχων Κρατών του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας, για τη διανομή των απελευθε­ρωμένων από τους Τούρκους εδαφών της Βαλκανικής Χερσονήσου.

στην επεκτατική πολιτική της τότε Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η οποία απέβλεπε στην ενσωμάτωση ολόκληρης σχεδόν της Μακεδονίας, ουσιαστι­κά δηλαδή στην ανασύσταση της «Μεγάλης Βουλγαρίας της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου του 1878», σε βάρος της Ελλάδας και της Σερβίας.

στις επεμβάσεις των Μ. Δυνάμεων, για τη ρύθμιση των σχετικά με τη διανομή διαφορών, ανάλογα με τα απώτερα συμφέροντά τους στο χώρο της Βαλκανικής.

Επίσης, οι αφορμές του Β’ Βαλκανικού Πολέμου αποδίδονται στις προ­κλήσεις, στις προστριβές, στα μεθοριακά επεισόδια και, κυρίως, στις συμ­πλοκές μεταξύ των στρατών των τέως Συμμάχων, οι οποίες άρχισαν, ενώ διαρκούσε ακόμα ο πόλεμος κατά των Τούρκων και συνεχίστηκαν μέχρι την παραμονή του μεταξύ τους πολέμου.

Η Ελληνοσερβική Αμυντική Συμμαχία

Η Ελλάδα και η Σερβία δεν είχαν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ τους. Κοινό πρόβλημά τους ήταν οι παράλογες εδαφικές αξιώσεις της Βουλγα­ρίας σε βάρος τους. Και η αντιμετώπιση του προβλήματος καθιστούσε α­ναγκαίο το συνασπισμό τους εναντίον του ενδεχόμενου κοινού εχθρού. Η αιτία αυτής της συμμαχίας επέβαλε την πρόβλεψη και της τελευταίας λε­πτομέρειας, ώστε τίποτα να μη μείνει ακαθόριστο μεταξύ των νέων Συμμά­χων.

Η αμυντική συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας υπογράφηκε στη Θεσσαλο­νίκη στις 19 Μαΐου 1913. Με τη συνθήκη αυτήν και τη στρατιωτική σύμβα­ση συναπτόταν 1 θετής συμμαχία και καθοριζόταν η συνοριακή γραμμή με­ταξύ των δύο Κρατών, η οποία είναι και η υφιστάμενη σήμερα. Χαρακτηρι­στικό της συμμαχίας ήταν ότι έπρεπε να αποφευχθεί ο πόλεμος προς τη Βουλγαρία. Τα συμβαλλόμενα Κράτη έπρεπε από κοινού να αποκρούσουν κάθε απόπειρα εκ μέρους της Βουλγαρίας. Με βάση τη στρατιωτική σύμβαση, η Ελλάδα έπρεπε να έχει στρατό 90 χιλ. άνδρες μεταξύ Γουμενίτσας – Θεσσαλονίκης – Παγγαίου και το στόλο της έτοιμο στο Αιγαίο για δράση, ενώ η Σερβία στρατό 150 χιλ. άνδρες στις περιοχές Γευγελής – Βελεσσών – Κουμανόβου.

Στρατιωτική Κατάσταση Βουλγάρων

Από τους τρεις αντιπάλους, ο βουλγαρικός Στρατός ήταν ο ι­σχυρότερος. Διέθετε 350 χιλ. πεζούς, 720 πυροβόλα και 5.000 ιππείς. Κάθε μεραρχία του Βουλγαρικού Στρατού διέθετε 3 ταξιαρχίες Πεζικού, κάθε τα­ξιαρχία 2 συντάγματα και κάθε σύνταγμα 4 τάγματα. Συγ­κεντρώθηκε ως εξής:

1η Στρατιά (Στρατηγός Κουντίτσεφ), 2 μεραρχίες, Ταξιαρχία Ιππικού και 120 πυροβόλα, στην περιοχή Βιδινίου – Μπερκοβίτσας, για ενέργεια προς την κοιλάδα Τιμόκ.

2η Στρατιά (Στρατηγός Ιβανώφ), 2 μεραρχίες, 2 συντάγματα Πεζικού, σύντάγμα Ιππικού, 110 πυροβόλα, ιππαστί επί του Στρυμόνα ποτα­μού, από Γευγελή μέχρι την Ελευθερούπολη, για ενέργεια κα­τά του Ελληνικού Στρατού. Η διάταξη της 2ης Στρατιάς είχε ως εξής:

3η Μεραρχία Βαλκανίων: Στρατηγείο στο Κιλκίς, την 3η Ταξιαρχία στα υψώματα Πολυκάστρου (υψ. Καλλινόβου) και τη 2η Ταξιαρχία περί το Κιλκίς (σύνολο 16 τάγματα Πε­ζικού).

Την 1/10 Ταξιαρχία, ύψωμα Γερμανικό (Κλέπε) – Λαχανά (8 τάγματα).

Το 10 Σύνταγμα Ιππικού μεταξύ Γερμανικό – Κιλκίς.

Ταξιαρχία Δράμας, περιοχή Σωχού – Νιγρίτας (8 τάγματα).

Ταξιαρχία Σερρών, βόρεια πλευρά Παγγαίου όρους.

Η 11η Μεραρχία, περιοχή Ελευθερουπόλεως.

Άλλες μονάδες, κατά μήκος ακτών Αιγαίου.

Στρατηγείο 2ης Στρατιάς, στις Σέρρες.

3η Στρατιά (Στρατηγός Δημήτριεφ), 3η,5η μεραρχίες Πεζικού, μεραρχία Ιππικού, 120 πυροβόλα, στην περιοχή Σλίβνιτσας για ενέργεια προς Πιρότ – Νύσσα.

4η Στρατιά (Στρατηγός Κοβάτσεφ), 4 μεραρχίες, σύνταγμα Ιππικού, 230 πυ­ροβόλα, στην περιοχή Κότσανα – Ραδοβίτσα – Στρώμνιτσα.

5η Στρατιά (Στρατηγός Τότσεφ), 3 μεραρχίες, σύνταγμα Ιππικού, 180 πυρο­βόλα, στην περιοχή Κιουστεντήλ.

Από τη συγκέντρωση αυτή φαίνεται ότι οι Βούλγαροι διέθεταν περισ­σότερες από το 1/2 των δυνάμεών τους σε δευτερεύουσες κατευθύνσεις και μακριά από τη Μακεδονία, η οποία ήταν και ο κρίσιμος χώρος των επι­χειρήσεων.

Στρατιωτική Κατάσταση Σέρβων

Ο σέρβικός Στρατός ανερχόταν σε 260 χιλ. πεζούς, 500 πυρο­βόλα και 3.000 ιππείς. Συγκεντρώθηκε ως εξής:

1η Στρατιά (διάδοχος Αλέξανδρος), 4 μεραρχίες, 24 Ίλες, 140 πυροβόλα, στην περιοχή Κουμανόβου.

2η Στρατιά (Στρατηγός Στεπάνοβιτς,), 2 μεραρχίες, 95 πυροβόλα, στην περιοχή Πιρότ.

3η Στρατιά (Στρατηγός Γιάνοβιτς), 3 μεραρχίες, 7 Ίλες, 108 πυροβόλα, στην περιοχή Βελεσσών – Ιστίπ.

Εφεδρεία, μεραρχία Ιππικού και μεραρχία Πεζικού στα Σκόπια, 2 μεραρχίες στα αλβανικά σύνορα.

Από τη συγκέντρωση αυτή φαίνεται ότι οι Σέρβοι διέθεσαν τον όγκο των δυνάμεων τους στο τρίγωνο Εγκρί Παλάγκα – Κρίβολακ – Κουμάνοβο, προς διεκδικούμενες περιοχές και άφησαν τη 2η Στρατιά τους για κάλυψη των παλαιών τους συνόρων.

Στρατιωτική Κατάσταση Ελλήνων

Ο ελληνικός Στρατός ανερχόταν σε 100 χιλ. πεζούς, 1.000 ιπ­πείς και 180 πυροβόλα. Αρχιστράτηγος ήταν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος με επιτελάρχη το Συνταγματάρχη Δούσμανη. Αποτελέστηκε, αρχικά, από 8 με­ραρχίες και την ταξιαρχία Ιππικού, ενώ προς το τέλος του πολέμου συγκροτήθηκε και η 10Η Μεραρχία Πεζικού. Ο Στρατός συγκεντρώθηκε μεταξύ Στρυμόνα και Αξιού, από τα δεξιά προς τα αριστερά, ως εξής:

7η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Σωτήλης), από τις εκβολές του Στρυμόνα μέχρι τη λί­μνη Βόλβης.

1η Μεραρχία (Υποστράτηγος Μανουσογιαννάκης), μεταξύ των λιμνών Βόλβης και Λαγκαδά.

6η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Δελαγραμμάτικας), Λαγυνά – Λιτή – Ασβεστοχώρι.

4η Μεραρχία (Υποστράτηγος Μοσχόπουλος), Μελισοχώρι – Πουρνάρι.

5η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Γεννάδης), Φιλαδέλφια – Μ. Μεσημβρία – Ξηροχώρι.

3η Μεραρχία (Υποστράτηγος Δαμιανός), Αξιοχώρι – Αγιονέρι.

10η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Παρασκευόπουλος), Γουμένιτσα – Αξιούπολη.

2η Μεραρχία (Υποστράτηγος Καλλάρης), εφεδρεία – Θεσσαλονίκη.

Ταξιαρχία Ιππικού (Συνταγματάρχης Ζαχαρόπουλος), Σίνδο.

Κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής συγκεντρώσεως ήταν ότι όλες οι παραπάνω μεραρχίες είχαν απέναντι τους τη διασπαρμένη μεταξύ Αξιού και Στρυμόνα και εκείθεν, κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου, 2η βουλγαρι­κή Στρατιά, η οποία κατά την κρίσιμη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά, δε θα προλά­βει να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της.

Κράτη

Τάγματα

Πεζικό

Ιππικό

Πυροβόλα

Ελλάδα

74

100.000

1.000

180

Σερβία

199

260.000

3.000

500

Σύμμαχοι

273

360.000

4.000

680

Βουλγαρία

316

350.000

5.000

720

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Συγκριτικός Πίνακας Δυνάμεων.

Σχέδια Επιχειρήσεων Βουλγάρων

Το βουλγαρικό Γενικό Στρατηγείο δεν είχε εκπονήσει Σχέδιο Επιχειρήσεων. Ο Αρχιστράτηγος Σαβώφ, υπερτιμώντας τις ικανότητες του στρατού του και κατεχόμενος από τη σκέψη ότι ενδεχόμενη επέμβαση των Μ. Δυνάμεων θα σταματούσε τις επιχειρήσεις, θεώρησε σκόπιμη την τα­χεία και αιφνιδιαστική κατάληψη όσο το δυνατό περισσότερων από τα αμ­φισβητούμενα εδάφη, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό την 4η Στρατιά κατά των Σέρβων και τη 2η Στρατιά κατά των Ελλήνων. Η έλλειψη Σχεδίου Επιχειρήσεων, οι αντιφατικότητες του Γενικού Στρατηγείου και οι διαδοχικές του εντολές προς τη 2η Στρατιά, φαίνονται από τα εξής:

Το Γενικό Στρατηγείο, με την υπ’ αριθ. 23/13-6-1913 διαταγή του, καθόριζε τις θέ­σεις των στρατιών του για προέλαση, με την πιθανότητα ενάρξεως του πολέμου κατά Σερβίας και Ελλάδας. Για τη 2η Στρατιά περιλάμβανε τα εξής: «Η 2η Στρατιά μετά των κυρίων δυνάμεων της να παραταχθεί επί της γραμμής Κιλκίς – υψώματα 605 επί της ο­δού Σερρών – Ξυλοπόλεως (Λιγκοβάνης). Ο διοικητής της στρατιάς να φροντίσει για την εξασφάλιση της δεξιάς πτέρυγας προς τον ποταμό Αξιό. Τα μετόπισθεν αυτής θα εξασφαλισθούν υπό της 4ης Στρατιάς».

Στις 15-6-13, το Γενικό Στρατηγείο διέτασσε τη 2η Στρατιά: «πριν περατώσει τη συγκέντρωσή της να επιτεθεί δια του ενεργητικότερου τρόπου κατά του εχθρού στις Ελευθερές και Ηρακλείτσα. Η 4η Στρατιά θα επιτεθεί αύριο τη νύχτα εναντίον του προ αυτής Σερβικού Στρατού». Κατόπιν της διαταγής αυτής, η 2η Στρατιά κατέλαβε τη νύ­χτα 16/17-6-13 ολόκληρη την ανατολικά τον Στρυμόνα έκταση, ενώ είχαν συμπτυχτεί τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως.

Στις 17-6-13, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε νέες οδηγίες, με τις οποίες η 2η Στρα­τιά, μετά την κατάληψη της Ηρακλείτσας, έπρεπε να συγκεντρωθεί ως η διαταγή υπ’ αρ. 23/13-6-13, με ετοιμότητα επιθέσεως κατά της Θεσσαλονίκης.

Τις πρωινές ώρες της 18ης Ιουνίου 1913, το Γενικό Στρατηγείο διατάσσει τη 2η Στρατιά: «προ της κρίσιμης καταστάσεως της 4ης Στρατιάς έναντι των Σέρβων αναστείλατε πάσαν επιθετικήν επιχείρησιν». και στη συνέχεια: «να εγκατασταθή αμυντικώς προς κάλυψιν των κατευθύνσεων Σερρών-Σιδηροκάστρου και εξασφάλισιν συνδέ­σμου ματά της 4ης Στρατιάς στη Δοϊράνη». Κατόπιν αυτών, ο διοικητής της 2ης Στρα­τιάς αποφάσισε την αμυντική εγκατάσταση των δυνάμεών του στη γενική γραμμή υψώ­ματα Μεταμορφώσεως – Κιλκίς – Ξυλόπολη – Σωχός – Νιγρίτα.

Οι σχετικές διαταγές της αρπακτικής αυτής επιχειρήσεως απευθύνθη­καν μόνον προς τις 4η και 2η Στρατιές, ενώ η παράλειψη ενημερώσεως των λοιπών παραμένει ανεξήγητη. Αποδεικτικό γεγονός της παραλείψεως αυ­τής είναι το ότι ο διοικητής της 5ης Στρατιάς, όταν άκουσε τα πυροβόλα της επιτιθέμενης γειτονικής του 4ης Στρατιάς την 17-6-13, τηλεγράφησε στη Σόφια ζητώντας οδηγίες, επειδή φαινόταν σ’ αυτόν «ανεξήγητη η α­δράνεια της στρατιάς του ενώ συνάδελφοι εμάχοντο».

Σχέδια Επιχειρήσεων Σέρβων

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων του Σερβικού Γενικού Στρατηγείου είχε χαρακτήρα αμυντικό και ήταν προσαρμοσμένο στο πνεύμα της ελληνοσερβικής συμμαχίας και της στρατιωτικής συμβάσεως. Κύρια ιδέα ενέρ­γειας του σχεδίου αυτού ήταν η εξασφάλιση των εδαφών που θα κατα­κτούσαν αρχικά, με την απόκρουση των αρπακτικών ενεργειών των Βουλ­γάρων και, στη συνέχεια, με την ανάληψη γενικής αντεπιθέσεως κατ’ αυ­τών, από κοινού με τους Έλληνες.

Σχέδια Επιχειρήσεων Ελλήνων

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου άφηνε την πρωτοβουλία της Επιθέσεως στους Βουλγάρους, μετά την ο­ποία όμως θα αναλαμβανόταν αμέσως γενική αντεπίθεση εναντίον αυτών.

Ειδικότερα, το Γενικό Στρατηγείο κοινοποιεί στις 24 Μαΐου 1913 Δελ­τίο πληροφοριών προς τις μεραρχίες του, για τις έναντι της ελληνικής δια- τάξεως εχθρικές δυνάμεις και με εμπιστευτικές οδηγίες του καθόριζε ότι: «Η καλυτέρα ενέργεια του ελληνικού Στρατού θα ήταν η ταχεία ανάληψη της επιθέσεως και η διεύθυνση του όγκου των δυνάμεων είτε κατά της δε­ξιάς, είτε κατά της αριστερής πτέρυγας του εχθρού. Επειδή όμως για λό­γους πολιτικούς τούτο δεν είναι δυνατόν, εάν οι Βούλγαροι αρχίσουν πρώτοι την επίθεσή τους, αυτή θα αντιμετωπισθεί με αντεπιθέσεις καθ’ ε­νός των πλευρών τούτων». Πράγματι, οι Βούλγαροι θα αρχίσουν τη νύχτα της 16/17 Ιουνίου 1913 πρώτοι την επίθεση. Κατόπιν αυτού, από τις 19 Ιουνίου, ο Ελληνικός Στρατός θα αντιδράσει με το εξής Σχέδιο Επιθετικών Επιχειρήσεων:

Η 7η Μεραρχία, θα προελάσει προς τη Νιγρίτα και εκείθεν, αν κρινόταν υπ’ αυτής α­ναγκαίο, προς τη γέφυρα Στρυμωνικού, του Στρυμόνα ποταμού.

Η 1η Μεραρχία, προς Όσα – Νικόπολη και εκείθεν προς τη γραμμή Λαχανά – Ξυλόπολη.

Η 6η Μεραρχία, από Λιτή προς Άσσυρο – υψ. Γερμανικό.

Η 2η Μεραρχία, από Μελισσοχώρι δια Μονολόφου προς υψώματα ανατολικά της ποταμιάς.

Η 4η Μεραρχία, από Μονολόφου δια Γαλλικού – Κολχίδας προς υψώματα μεταξύ Πο­ταμιά – Κρηστώνη.

Η 5η Μεραρχία, από Ν. Φιλαδέλφεια – ανατολικά Πικρολίμνης – ύψ. 250 προς Κιλκίς.

Η 3η Μεραρχία, από υψ. 205 (βόρεια Βαθυλάκου) δια Γυναικοκάστρου προς Κιλκίς.

Η 10η Μεραρχία από Πολύκαστρο προς ύψ. Μεταμορφώσεως.

Η Ταξιαρχία Ιππικού από Χερσοτόπι προς Άγιο Γεώργιο, συνδέουσα ΙΙΙη και Χη ΜΠ.

Γενικό Στρατηγείο, θέση στο Μελισσοχώρι.

Επομένως αμφότεροι οι Σύμμαχοι, Σέρβοι και Έλληνες, αναγκάζονται λόγω της ακολουθούμενης αμυντικής πολιτικής να παραβλέψουν το στρατιωτι­κό συμφέρον, δηλαδή την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων, την επικαιρότητα των ενεργειών και τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου.

Τα Θέατρα Επιχειρήσεων

Το Θέατρο του Β’ Βαλκανικού πολέμου, περί το τέλος του πολέ­μου, είχε την εξής γεωγραφική περίμετρο: Αξιός-Μοράβας-παραδουνάβιος περιοχή Δουβρουτσάς-Τσατάλτζα-Παγγαίο όρος-περιοχή Θεσσαλονίκης.

Τα Θέατρα Επιχειρήσεων, που είχαν δημιουργηθεί, κάλυπταν τις ακόλουθες περιοχές:

το Ελληνοβουλγαρικό από τον Αξιό μέχρι την κοιλάδα του Νέστου ποταμού.

το Σερβοβουλγαρικό, από τη Γευ­γελή και προς τα βόρεια κατά μήκος της κοιλάδας του Αξιού μέχρι την πα­λαιό σερβοβουλγαρική μεθόριο.

το Ρουμανοβουλγαρικό, εκτεινόμε­νο στην παραδουνάβιο επαρχία της Δουβρουτσάς. Και τέταρτο, το Τουρκοβουλγαρικό, εκτεινόμενο στην Ανατολική Θράκη.

Γενικό χαρακτηριστικό των κύριων Θεάτρων Επιχειρήσεων (Ελληνοβουλγαρικό και Σερβοβουλγαρικό) είναι το ορεινό του εδάφους και η έλ­λειψη επαρκών συγκοινωνιών.

 Έναρξη του Πολέμου

Τη νύχτα της 16/17 Ιουνίου 1913, κατόπιν διαταγών του βουλγαρι­κού Γενικού Στρατηγείου, η 2η και 4η Στρατιές επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά των ελληνικών και σερβικών προκαλυπτικών τμημάτων στις περιοχές του Παγγαίου όρους και του Ιστίπ, χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου. Αυτό αποτέλεσε την τελευταία και κύρια αφορμή του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Τα παραπάνω τμήματα συμπτύχτηκαν χωρίς να προβάλουν αντίσταση ενώ, οι Σύμμαχοι, Έλληνες και Σέρβοι, από την επόμενη ανέλαβαν αντεπί­θεση.

Ελληνοβουλγαρικές Επιχειρήσεις Ιουνίου 1913

(Μάχες Κιλκίς – Λαχανά, Δοϊράνης, Κωστουρίνου, Σιδηροκάστρου, Προώ­θηση Ελληνικού Στρατού μέχρι την κοιλάδα Στρώμνιτσα).

Εκκαθάριση Θεσσαλονίκης. Στις 1500 της 17ης Ιουνίου δυνάμεις της 2η Μεραρχίας κύκλωσαν τις ευρισκόμενες στη Θεσσαλονίκη βουλγαρι­κές δυνάμεις (2 τάγματα) και έταξαν προθεσμία παραδόσεως τους μιας ώ­ρας. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας, άρχισε η διά των όπλων εκκαθάρι­ση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 0800 της 18ης Ιουνίου. Αιχμαλωτίστηκαν 19 αξιωματικοί, 1260 οπλίτες και 80 κομιτατζήδες. Στη συνέχεια η 2η Μεραρχία προωθήθηκε στην περιοχή Λιτή -Μελισσοχώρι.

Μάχη Κιλκίς – Λαχανά (19-21 Ιουνίου). Από τις 19 Ιουνίου άρχισαν οι ε­πιθετικές επιχειρήσεις του ελληνικού Στρατού προς τα βόρεια με 5 μεραρ­χίες (10η, 3η, 5η, 4η, 2η) και την Ταξιαρχία Ιππικού προς το Κιλκίς και δυτικότερα, και με 3 μεραρχίες (6η, 1η, 7η) προς Λαχανά – Νιγρίτα. Μετά από ορμητικές ε­πιθέσεις κατορθώθηκε η κατάληψη των ισχυρών τοποθεσιών Κιλκίς και Λα­χανά στις 21 Ιουνίου. Στις 19 Ιουνίου, μετά από σκληρό και αιματηρό αγώνα, οι ελληνικές μεραρχίες κα­τέλαβαν ολόκληρη την τοποθεσία των βουλγαρικών Προφυλακών, 3-6 χιλιόμετρα προ του Κιλκίς – Λαχανά. Στις 20 Ιουνίου, συνεχίζουν και λαμβάνουν στενή επαφή με την κύρια τοποθεσία άμυνας Κιλκίς – Λαχανά, με σοβαρές απώλειες, λόγω του αναπεπτα­μένου του εδάφους μπροστά από την κύρια γραμμή αντιστάσεως. Την ίδια ημέρα η 7η Μεραρχία απελευθερώνει τη Νιγρίτα. Τη νύχτα 20/21 Ιουνίου η 2η Μεραρχία κατά του Κιλκίς καταλαμβάνει την πρώτη σειρά των εχθρικών χαρακωμάτων και μέχρι τις 1000 της 21ης Ιουνίου τη δεύτερη και τρίτη σειρά χαρακωμάτων, διασπώντας την εχθρική ά­μυνα. Οι 1η και 6η Μεραρχίες κατά Λαχανά, μετά από συντονισμένη επίθεση στις 1500 της 21ης Ιουνίου διασπούν την εχθρική άμυνα και προωθούνται προς Ευαγγελίστρια – Κε­φαλοχώρι και υψ. 619, έναντι του Στρυμόνα. Ακολούθησε καταδίωξη των Βουλγάρων προς τα βόρεια, οι οποίοι, με την κάλυψη ισχυρών οπισθοφυλακών, υποχωρούσαν προς Δοϊράνη – Στρώμνιτσα – Πέτσοβο και προς Ρούπελ – Κρέσνα. Την καταδίωξη ανέλαβαν προς Δοϊράνη – Στρώμνιτσα οι 4η, 2η, 5η, 3η και 10 Μεραρχίες και η Ταξιαρχία Ιππικού και προς την κοιλάδα του Στρυμόνα οι 1η, 6η και 7η Μεραρχίες, ως Τμήμα Στρατιάς υπό τον Υποστράτηγο Μανουσογιαννάκη.

Τις επόμενες ημέρες, ο ελληνικός Στρατός διεξήγαγε τις νικηφόρες μάχες της Δοϊράνης (23 Ιουνίου), του Κωστουρίνου (25 Ιουνίου) και του Σι­δηροκάστρου (26 Ιουνίου). Αφού διάνοιξε με αυτές τις μάχες τις διαβάσεις των ορέων Κερκίνης – Αγγίστρου, προωθήθηκε στην κοιλάδα του Στρώμνιτσα ποταμού και δημιούργησε άμεση απειλή κατά των νώτων και των συγ­κοινωνιών της έναντι των Σέρβων 4ης Βουλγαρικής Στρατιάς.

Σερβοβουλγαρικές Επιχειρήσεις Ιουνίου 1913

(Μάχη Μπρεγκάλνιτσα)

Οι Βούλγαροι, αφού επιτέθηκαν κατά των Σέρβων με την 4η Στρα­τιά, κατέλαβαν μέχρι τη μεσημβρία της 17ης Ιουνίου το Ιστίπ και στη συνέ­χεια απειλούσαν αμέσως το Κριβολάκ. Κατόπιν αυτού, οι Σέρβοι αντέδρασαν με αντεπιθέσεις των 1ης και 3ης Στρατιών τους εντός της ίδιας ημέρας. Ενώ όμως η ενέργεια της 1ης Στρα­τιάς σημείωσε επιτυχία, αντίθετα η 3η Στρατιά όχι μόνο δεν ανακατέλαβε το Ιστίπ, αλλά υποχώρησε και από το Κριβολάκ.

Συνεχίζοντας, οι Σέρβοι, στις 23 Ιουνίου, κατέλαβαν τα Κότσανα. Ό­μως, η 3η Στρατιά τους απέτυχε στις επιθέσεις της. Ενισχυθηκε όμως και κατόπιν της απειλής που δημιουργήθηκε για τους Βουλγάρους από την προέλαση του ελληνικού Στρατού στην κοιλάδα του Στρώμνιτσα ποταμού, κατόρθωσε στις 26 Ιουνίου να προελάσει προς τα ανατολικά. Η 4η Βουλγα­ρική Στρατιά εξαναγκάστηκε σε υποχώρηση, και στις 2 Ιουλίου εγκαταστά­θηκε στην ορεινή τοποθεσία Ρούγεν – Τσάρεβο Σέλο. Παράλληλα οι Σέρβοι κατεύθυναν μέρος των δυνάμεών τους προς τα βόρεια, όπου οι Βούλγαροι εκτόξευσαν αντεπιθέσεις αντιπερισπασμού προς Εγκρί – Παλάγκα.

Ελληνοβουλγαρικές Επιχειρήσεις στη Μέση Κοι­λάδα TOU Στρυμόνα (1 – 11 Ιουλίου – Μάχη στενωπού Κρέσνας).

Από τις αρχές Ιουλίου, ο ελληνικός Στρατός συνέχισε την προέλα­σή του προς τα βόρεια δια 3 παράλληλων φαλάγγων, ως εξής: Η αριστερή φάλαγγα (3η και 10η Μεραρχίες υπό τον Υποστράτηγο Δαμιανό) δια της κοιλάδας του Ζελένιτσα ποταμού προς Πέτσοβο – Τσάρεβο Σέλο. Η κεντρική κύρια φάλαγγα (6η, 4η, 2η, 1η, 5η Μεραρχίες) δια της κοιλάδας του Στρυμόνα ποτα­μού προς Κρέσνα – Τζουμαγιά. Η δεξιά φάλαγγα (7η Μεραρχία) δια Κάτω Νευροκόπι προς Άνω Νευροκόπι – Μαχωμία.

Η προέλαση αυτή οδήγησε στη μάχη της Κρέσνας (8-11 Ιουλίου), κα­τά την οποία η φάλαγγα του κέντρου αντιμετώπισε νικηφόρα οπισθοφυλα­κές της 2ης Βουλγαρικής Στρατιάς και κατέλαβε τη βόρεια έξοδο της στε­νωπού.

Ρουμανική και η Τουρκική Επέμβαση στον Πό­λεμο

Η Ρουμανία, διαβλέποντας τη βέβαιη ήττα της Βουλγαρίας, ζήτησε απ’ αυτήν την παραχώρηση της Δουβρουτσάς. Όμως, συνάντησε την άρνη­σή της και η Ρουμανία κήρυξε στις 27 Ιουνίου τον πόλεμο κατά της Βουλ­γαρίας, και εισέβαλε στο έδαφος της με 5 σώματα στρατού και 2 μεραρχίες Ιππικού. Στις 18 Ιουλίου, ημέρα υπογραφής της ανακωχής, ο ρουμανικός Στρατός είχε φτάσει, χωρίς αντίσταση, 30 χιλιόμετρα από τη Σόφια.

Η Τουρκία, επίσης, ενεργώντας και αυτή σύμφωνα με το πνεύμα της Ρουμανίας, επωφελείται της όλης σε βάρος της Βουλγαρίας καταστάσεως στα πεδία των μαχών και καταλαμβάνει, στις 9 Ιουλίου, την Αδριανούπολη.

Τελευταίες Επιχειρήσεις του Πολέμου.

Ο ελληνικός Στρατός μετά την κατάληψη της στενωπού Κρέσνας συνέχισε την προς τα βόρεια προέλασή του . Οι Βούλγαροι έχουν τώρα εγ­κατασταθεί στη γενική τοποθεσία Τσάρεβο Σέλο – Τζουμαγιά – Αρισβάνιτσα με την πρόθεση να αμυνθούν σ’ αυτή με κάθε θυσία ανακόπτοντας την προέλαση του ελληνικού Στρατού.

Μέχρι τις 14 Ιουλίου, ο ελληνικός Στρατός καταλαμβάνει το Πέτσοβο, το Σιμιτλή, το Άνω Νευροκόπι και το Πριντέλ Χάν και βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα βόρεια της στενωπού του Σιδηροκάστρου, εντός του βουλγαρι­κού εδάφους.

Οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι της αδράνειας των Σέρβων, συγκεν­τρώνουν δυνάμεις και στις 15 Ιουλίου εξαπολύουν αντεπίθεση κατά των δύο άκρων της Ελληνικής διατάξεως, προς Πέτσοβο και Μαχωμία, με επι­δίωξη να απειλήσουν τα νώτα και τις συγκοινωνίες της. Μέχρι της 17 Ιου­λίου διεξήχθηκαν σκληρές και πεισματώδεις μάχες. Στο δεξιό, η βουλγαρι­κή αντεπίθεση κατά της 7η Μεραρχίας αντιμετωπίστηκε ευχερώς. Στο αρι­στερό, αρχικά, οι Βούλγαροι υποχρέωσαν την 3Η Μεραρχία σε σύμπτυξη πε­ριορισμένου βάθους, τελικά όμως, αποκρούστηκαν με μεγάλες σε βάρος τους απώλειες.

Στο μεταξύ στις 26 Ιουνίου, άγημα του ελληνικού Στόλου απελευθέρω­σε την Καβάλα. Την 1η Ιουλίου τμήμα της 7η Μεραρχίας απελευθέρωσε τη Δράμα. Στις 6 Ιουλίου, αποβιβάστηκε στην Καβάλα, προερχόμενη από την Ήπειρο, η 8η Μεραρχία. Μονάδες της κινούνται και απελευθερώνουν στις 12 Ιουλίου την Ξάνθη και το Πόρτο Λάγο και στις 14 Ιουλίου την Κομοτηνή. Στον Έβρο φτάνουν μέχρι το Σουφλί, αφού απελευθερώθηκε και η Αλεξαν­δρούπολη από το Στόλο.

Ανακωχή και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου.

Στις 18 Ιουλίου 1913, μετά από αίτημα της Βουλγαρίας, υπογράφηκε ανακωχή μεταξύ των εμπολέμων. Τέλος, στις 28 Ιουλίου, υπογράφηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, θέτοντας και επίσημα τέρμα στο Β’ Βαλκανι­κό Πόλεμο. Από ελληνικής πλευράς παραβρέθηκε ο Πρωθυπουργός Ελευ­θέριος Βενιζέλος.

Με τη συνθήκη αυτήν, αναθεωρήθηκαν οι όροι της Συνθήκης του Λον­δίνου, της 17ης Μαΐου 1913, σε βάρος της ηττημένης Βουλγαρίας. Η τε­λευταία υποχρεώθηκε να εκχωρήσει στη Ρουμανία τη Δουβρουτσά, στην Τουρκία να επιστρέφει την Αδριανούπολη και τις Σαράντα Εκκλησίες και στη Σερβία να αποδεχτεί τις συνοριακές της απαιτήσεις. Τέλος, καθορίστη­κε όπως τα σύνορα Ελλάδας και Βουλγαρίας ακολουθήσουν την κορυφο­γραμμή όρος Κερκίνη – όρος Άγκιστρο – Τσολιάς – ύψ Περίβλεπτο – κάτω ρους Νέστου ποταμού.

Απώλειες και τα Λάφυρα του Ελληνικού Στρα­τού κατά τον Α’ και Β’ Βαλκανικό Πόλεμο.

Οι απώλειες του ελληνικού Στρατού στους δύο Βαλκανικούς Πολέ­μους έφτασαν τις 50.535 άνδρες, κατανεμόμενες ως εξής:

Α’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 139, οπλίτες 1.688. Τραυματίες, αξιωματικοί 261, οπλίτες 9.034, παγόπληκτοι (κυρίως στο μέ­τωπο Ηπείρου) 58Q.

Β’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 196, οπλίτες 2.397. Τραυματίες αξιωματικοί 429, οπλίτες 18.872.

Εξάλλου, από τον Ελληνικό Στρατό κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο πιάστηκαν 69.189 αιχμάλωτοι, από τους οποίους 1.501 αξιωματικοί. Επίσης, τα λάφυρα του έφτασαν τα 325 πυροβόλα, 81 πολυβόλα, 100.000 τυφέκια και παντοειδές υλικό. Κατά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, πιάστηκαν 5.330 αιχμάλωτοι και τα λάφυρα του ήταν 84 πυροβόλα, 9 πολυβόλα, 17.900 τυφέκια και άφθονο πολεμικό υλικό, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΙΣ/ΓΕΣ.

Διαπιστώσεις και Συμπεράσματα

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος προκλήθηκε από τη Βουλγαρία, με σκο­πό να αποσπάσει από τους αντιπάλους της, Έλληνες και Σέρβους, τα πε­ρισσότερα και ζωτικότερα εδαφικά τους κέρδη από τον Α’ Βαλκανικό Πόλε­μο. Επρόκειτο για μια ατυχή πολιτική της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η ο­ποία παρέβλεπε τα δίκαια συμφέροντα των πρώην Συμμάχων της και υποτιμούσε τη μαχητική ισχύ των στρατών τους.

Οι Βούλγαροι άρχισαν πρώτοι την επίθεση. Όταν όμως βρέθηκαν προ δύο αποφασιστικών αντιπάλων, οι οποίοι ανέλαβαν αμέσως αντεπίθε­ση, τότε το Γενικό Στρατηγείο τους διέταξε αναστολή των επιχειρήσεων. Η κατάσταση που επικρατούσε σ’ αυτό ήταν χαώδης. Αν και είχε την πρωτο­βουλία της επιθέσεως, δεν γνώριζε τι να πράξει[1]. Επομένως, ο πόλεμος αυτός δεν εκτιμήθηκε καλά σ’ όλες τις διαστάσεις του, ούτε προπαρασκευάστηκε με την πρέπουσα σοβαρότητα από βουλγαρικής πλευράς. Τα βασικά αυτά σφάλματα ήταν αδύνατο να θεραπευθούν κατά την εξέλιξη των επιχειρήσεων και, καθώς ήταν επόμενο, οδήγησαν τη Βουλγαρία στην ήττα.

Η αμυντική συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας, της 19ης Μαΐου 1913, για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής απειλής, δε στάθηκε ικανή να απο­τρέψει τον πόλεμο. Όμως, συνέβαλε στην άμεση και στην από κοινού αντι­μετώπιση της βουλγαρικής επιθέσεως. Η έλλειψη εξάλλου διασυμμαχικού ελληνοσερβικού στρατηγείου κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων οδήγησε σε ορισμένες ασυντόνιστες ενέργειες, κυρίως στις περιοχές του Στρώμνιτσα ποταμού και βόρεια απ’ αυτόν, όπου η σχετική αδράνεια των Σέρβων ε­πέτρεψε στους Βουλγάρους να στρέψουν εναντίον του ελληνικού Στρα­τού σημαντικές δυνάμεις και να καταστήσουν το έργο του δυσχερές.

Το ηθικό και το αγωνιστικό πνεύμα του ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 υπήρξε εξαίρετο από κάθε πλευ­ρά. Χάρη σ’ αυτά και στον απαράμιλλο πατριωτισμό του, αλλά και στον πό­θο του για την απελευθέρωση σκλαβωμένων αδελφών[2] αντιμετώπισε, με μεγάλες θυσίες αίματος, πεισματώδεις αντιπάλους και υπερνίκησε στερή­σεις, κακουχίες και αφάνταστες δυσχέρειες. Με αυτό τον πολυζήλευτο στρατό και την άξια πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του, η Ελλάδα μετέφε­ρε τα σύνορά της από τη Θεσσαλία και την Άρτα στο Νέστο, προσαρτώντας τις περιοχές της Μακεδονίας, της Ηπείρου και τα νησιά του Αιγαίου.

Τέλος, κορυφαία μάχη του Ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανι­κούς Πολέμους 1912-1913 ήταν εκείνη του Κιλκίς – Λαχανά, κατά την ο­ποία σημειώθηκε η αποθέωση της ορμής και της αυτοθυσίας αξιωματικών και οπλιτών του. πηγη θεματα στρατιοτικης ιστοριας


Επιχείρηση Κιμάς

 Επιχείρηση Κιμάς (αγγλικά: Operation Mincemeat) ονομάστηκε μια επιτυχημένη βρετανική επιχείρηση αποπροσανατολισμού κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που είχε ως αντικειμενικό σκοπό να πείσει τη γερμανική Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση της Βέρμαχτ (OKW, Oberkommando Wehrmacht) ότι οι Σύμμαχοι επρόκειτο να εισβάλλουν στη Σαρδηνία και την Ελλάδα αντί για τη Σικελία που ήταν ο πραγματικός τόπος της απόβασης. Σκοπός της επιχείρησης ήταν να τοποθετηθούν παραπλανητικά έγγραφα σε ένα πτώμα που θα ξεβραζόταν σε μια ακτή της Ισπανίας. Η επιχείρηση περιγράφτηκε σε βιβλίο και αργότερα έγινε ταινία με τον τίτλο The Man Who Never Was (ελληνική απόδοση «Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ»). Χαρακτηριζόμενη ως «σχέδιο μέσα στο σχέδιο» αποτελούσε τμήμα του γενικότερου σχεδίου εξαπάτησης των Γερμανών με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Μπέρκλεϊ»Προετοιμασία της επιχείρησης



Η αρχική ιδέα ανήκε στον σμηναγό Τσαρλς Κολμόλντλεϊ (Charles Cholmondeley) του τμήματος B1(a) της MI5. Ο Κολμόλντλεϊ συνέλαβε την ιδέα της ρίψης ενός πτώματος με αλεξίπτωτο (που θα είχε τάχα μισανοίξει) μαζί με έναν ασύρματο, μέσω του οποίο θα διαβιβάζονταν οι εσφαλμένες πληροφορίες στους Γερμανούς. Η πρόταση αυτή, σύμφωνα με τον ιστορικό Μπεν Μακιντάιρ (Ben Macintyre), προερχόταν από ένα υπόμνημα που είχε συντάξει το 1939 ο Σερ Ίαν Φλέμινγκ, μετέπειτα συγγραφέας των μυθιστορημάτων του Τζέιμς Μποντ.[5] Ο Φλέμινγκ με τη σειρά του υποστήριξε ότι την ιδέα είχε πάρει από ένα μυθιστόρημα της δεκαετίας του '30 του Μπέιζιλ Τόμσον (Basil Thomson). Όμως την ιδέα υιοθέτησε αργότερα η Επιτροπή των Είκοσι.

Σύμφωνα με την περιγραφή του πλωτάρχη του βρετανικού ναυτικού Γιούεν Μόνταγκιου (Ewen Montagu), που συμμετείχε στην Επιτροπή των Είκοσι και ήταν μέλος της αντικατασκοπείας, το αρχικό σχέδιο του Κολμόλντλεϊ μετατράπηκε σε ένα πιο πρακτικό σχήμα: Οι δυο μαζί, ο Μόνταγκιου και ο Κολμόλντλεϊ, τροποποίησαν και τελειοποίησαν το αρχικό σχέδιο. Αρχικά επανήλθε η ιδέα της ρίψης του πτώματος με αλεξίπτωτο, όπως είχε προτείνει ο Κολμόλντλεϊ. Επειδή όμως οι Γερμανοί γνώριζαν την πολιτική των συμμάχων για απαγόρευση μεταφοράς διαβαθμισμένων εγγράφων πάνω από εχθρικό έδαφος, προκρίθηκε η ιδέα της υποτιθέμενης πτώσης αεροσκάφους.[6] Αυτό θα εξηγούσε τόσο την πολυήμερη παραμονή του πτώματος στο νερό όσο και την ύπαρξη εγγράφων επάνω του. Το μόνο που έλειπε πλέον ήταν μια κωδική ονομασία για την επιχείρηση. Ο Μόνταγκιου την ονόμασε «Κιμάς» (Mincemeat), επειδή απλούστατα ο κωδικός είχε χρησιμοποιηθεί παλιά και ήταν και πάλι διαθέσιμος στη λίστα αναμονής.

Η γέννηση του ταγματάρχη Μάρτιν των Βασιλικών Πεζοναυτών

Ο Μόνταγκιου κατάφερε να βρει έναν διάσημο παθολόγο, τον Σερ Μπέρναρντ Σπίλσμπερι (Sir Bernard Spilsbury) και μαζί άρχισαν να αναζητούν το πτώμα που θα παρείχε τα εχέγγυα της επιτυχίας της επιχείρησης. Με διακριτικότητα εντόπισαν ένα πτώμα ανδρός 30 ετών που είχε πεθάνει σε νοσοκομείο του Λονδίνου από πνευμονία. Ενημερώθηκε η οικογένεια του, της ζητήθηκε η άδεια και της επισημάνθηκε η επιτακτική ανάγκη τήρησης κάθε μυστικότητας. Το πτώμα πλησίαζε πολύ τις προδιαγραφές της επιχείρησης χάρη στη σημαντική ποσότητα υγρού που βρίσκονταν στους πνεύμονές του. Η οικογένεια δέχτηκε, θέτοντας ως όρο να μην αποκαλυφθεί ποτέ η ταυτότητα του πτώματος.[7]

Το επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία μιας ψεύτικης ταυτότητας για τον νεκρό. Ονομάστηκε ταγματάρχης Ουίλλιαμ Μάρτιν (William Martin) του Σώματος των Βασιλικών Πεζοναυτών, γεννημένος στο Κάρντιφ (Cardiff) της Ουαλίας το 1907 και αποσπασμένος στο Γενικό Επιτελείο των Συνδυασμένων Επιχειρήσεων. Ο βαθμός του ταγματάρχη αντιστοιχούσε στην ηλικία του και ταυτόχρονα εξηγούσε την πιθανότητα να συνοδεύει έγγραφα τέτοιας σημασίας.

Για να γίνει η ιστορία ακόμα πιο πιστευτή του επινοήθηκε μια μνηστή, η Παμ (υπάλληλος της MI5 και γραμματέας του Μόνταγκιου), και του «δόθηκαν» φωτογραφίες της και ερωτικές της επιστολές. Του δόθηκαν επίσης μια αρμαθιά κλειδιά, ένα χρησιμοποιημένο εισιτήριο για ένα θεατρικό έργο πρόσφατα ανεβασμένο, ένα δικαιολογητικό διαμονής σε μια λονδρέζικη λέσχη, σπίρτα και άλλα μικροαντικείμενα. Του προμήθευσαν επίσης μια βεβαίωση για μια απολεσθείσα ταυτότητα, ένα ληγμένο δελτίο ελευθέρας διόδου για το Γενικό Επιτελείο (που τάχα είχε ξεχάσει να ανανεώσει) και μια αυστηρή επιστολή του διευθυντή ενός υποκαταστήματος της Lloyds Bank για έλλειμμα 17,19 λιρών από το λογαριασμό του. Αυτά τα τελευταία ενείχαν τον κίνδυνο να αναρωτηθεί η Άμπβερ πώς μπόρεσαν να εμπιστευθούν σε ένα τόσο άστατο άνθρωπο έγγραφα τέτοιας σημασίας. Όμως ο Μόνταγκιου υπολόγισε ότι οι Γερμανοί θα ενδιαφέρονταν για τις πληροφορίες αυτές ακόμα και αν τις υποψιάζονταν.

Υπήρχε ακόμα ο κίνδυνος τα έγγραφα να αποσπαστούν από το πτώμα και να φθάσουν ξεχωριστά. Γι' αυτό το λόγο προκρίθηκε ως λύση η επίδεση του χαρτοφύλακα στη ζώνη της καμπαρντίνας του «ταγματάρχη» με χειροπέδη (όχι στον καρπό του, καθώς κάτι τέτοιο δε συνηθιζόταν σε μεγάλης διάρκειας ταξίδια).

Όσο ο Μόνταγκιου και η ομάδα του έφτιαχναν τα αντικείμενα και την ταυτότητα, η υπόλοιπη ομάδα κατασκεύαζε τα έγγραφα. Αντικειμενικός σκοπός ήταν να πιστέψει ο εχθρός ότι η απόβαση θα γινόταν αλλού και όχι στη Σικελία. Προωθήθηκε η ιδέα ότι η απόβαση θα γινόταν στη Σαρδηνία ως προγεφύρωμα για την κατάληψη της Προβηγκίας και ότι αργότερα θα γινόταν απόβαση και στη νότια Ελλάδα. Προετοίμασε επίσης επιμελώς το χαρτοφύλακα του «ταγματάρχη» με τα πλαστά σχέδια των επιχειρήσεων (που μιλούσαν για τη Σαρδηνία και την Ελλάδα) χωρίς να ξεχάσει να βάλει και μια αυθεντικά ψευδή προσωπική επιστολή του ναυάρχου Σερ Άρτσιμπαλντ Νάι (Sir Archibald Nye) προς το διοικητή των δυνάμεων της Αλγερίας και Τυνησίας Σερ Χάρολντ Αλεξάντερ: Το περιεχόμενο της επιστολής ήταν ψευδές, η υπογραφή όμως του ναυάρχου στο τέλος της ήταν αυθεντική.[2] Σύμφωνα με αυτή ο αντικειμενικός στόχος ήταν η Σαρδηνία, ως αντιπερισπασμός από τις αμερικανικές δυνάμεις, και η κύρια απόβαση θα γινόταν από βρετανικά στρατεύματα στην Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στην Καλαμάτα.[1] Ταυτόχρονα ο στρατηγός Σερ Χένρι Μέτλαντ Ουίλσον (Sir Henry Maitland Wilson) θα ηγείτο του μετώπου της Ελλάδος (στο μέτωπο αυτό δόθηκε το όνομα Husky, το πραγματικό δηλαδή όνομα της επίθεσης στη Σικελία). Επιπλέον διευκρινιζόταν ότι θα έπρεπε να πιστέψουν οι Γερμανοί με κάθε τρόπο ότι η επίθεση θα γινόταν στη Σικελία. Με τον τρόπον αυτό οι Γερμανοί θα πίστευαν ότι θα είχαν να αντιμετωπίσουν μια ισχυρή δύναμη, ικανή να μάχεται σε δύο μέτωπα ταυτόχρονα και θα αναγκάζονταν να διασπείρουν τις δυνάμεις τους και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πολύ δύσκολη η επαναφορά τους στο πραγματικό σημείο της απόβασης.

Για να εξηγηθεί το ταξίδι του Μάρτιν στη Βόρειο Αφρική, ο Μόνταγκιου προμηθεύθηκε μια επιστολή του Λόρδου Λούις Μαουντμπάτεν, αρχηγού του Επιτελείου Συνδυασμένων Επιχειρήσεων, προς τον ναύαρχο Άντριου Κάνινγκαμ, αρχιστράτηγο των δυνάμεων της Μεσογείου. Στην επιστολή αυτή ο Μανουντμπατεν διέτασσε τον «ταγματάρχη Μάρτιν» να εκτελέσει αυτοψία των αμφιβίων επιχειρήσεων. Εξηγούσε επίσης στον Κάνινγκαμ ότι η επιστολή ήταν πολύ σημαντική για να ταξιδέψει με τους συνηθισμένους τρόπους, δικαιολογώντας έτσι την ανάγκη του Μάρτιν να ταξιδέψει με αεροσκάφος. Τέλος, η επιστολή διευκρίνιζε ότι η Σαρδηνία αποτελούσε τον πραγματικό στόχο της απόβασης.

Εκτέλεση της επιχείρησης

Το πτώμα του υποτιθέμενου ταγματάρχη Μάρτιν, ντυμένο με τη στολή των Βασιλικών Πεζοναυτών, τοποθετήθηκε σε ένα ατσάλινο κιβώτιο μαζί με ξηρό πάγο για τη διατήρησή του.[8] Ο Κολμόντλεϊ και ο Μόνταγκιου νοίκιασαν ένα αυτοκίνητο για να το μεταφέρουν στο Χόλι Λοχ (Holy Loch) στη Σκωτία. Εκεί φορτώθηκε στο υποβρύχιο HMS Seraph. Ο Μόνταγκιου μίλησε και συνεννοήθηκε με τον επικεφαλής των υποβρυχίων ναύαρχο Μπάρι (Barry). Ο Μπάρι υπέδειξε το υποβρύχιο Seraph, που την εποχή εκείνη ήταν διαθέσιμο. Επρόκειτο για μια σωστή επιλογή, δεδομένου ότι ο κυβερνήτης του, πλωτάρχης Νόρμαν Τζούελ (Norman L.A. (Bill) Jewell), και το πλήρωμά του είχαν προηγούμενη πείρα από ειδικές επιχειρήσεις.

Στις 19 Απριλίου του 1943 το Σέραφ απέπλευσε με πορεία ένα σημείο ανοιχτά της Χουέλβα (Huelva), στην ισπανική ακτή. Η επιλογή αυτή έγινε γιατί οι Βρετανοί γνώριζαν ότι η Ισπανία, παρά την ουδετερότητά της, διέκειτο φιλικά προς τις δυνάμεις του Άξονα. Έβριθε από πράκτορες της Άμπβερ, της γερμανικής κατασκοπείας, και έτσι οι πιθανότητες εντοπισμού του πτώματος ήσαν μεγαλύτερες. Οι Βρετανοί είχαν ήδη εντοπίσει στη Χουέλβα ένα Γερμανό πράκτορα με εξαιρετικές σχέσεις με τις ισπανικές αρχές.

Στις 04.30 της 30ής Απριλίου το Σέραφ αναδύθηκε και ο κυβερνήτης διέταξε να φέρουν το κιβώτιο στο κατάστρωμα. Προηγουμένως απευθύνθηκε στο πλήρωμα και εξήγησε ότι επρόκειτο να αφήσουν στη θάλασσα κάποια μετεωρολογική συσκευή. Στους αξιωματικούς όμως εξήγησε τη μυστική αποστολή. Ανοίχτηκε το κιβώτιο, φόρεσαν στον ταγματάρχη Μάρτιν ένα σωσίβιο και του κρέμασαν ένα χαρτοφύλακα με τα μυστικά σχέδια. Διαβάστηκε ο 39ος Ψαλμός -αν και αυτό δεν είχε προβλεφθεί από το σχέδιο- και το πτώμα ρίχτηκε στη θάλασσα για να το σύρει η φουσκοθαλασσιά προς την ακτή. Ο Τζούελ απέστειλε το μήνυμα προς την Επιτροπή: «ΚΙΜΑΣ ολοκληρώθηκε» («MINCEMEAT completed»).

Το πτώμα εντοπίστηκε στις 9:30 το πρωί από έναν ντόπιο ψαρά, τον Χοσέ Αντόνιο Ρέυ Μαρία. Η ανακάλυψη αναφέρθηκε στο τοπικό κλιμάκιο της γερμανικής αντικατασκοπείας, της οποίας ηγείτο ο Άντολφ Κλάους (Adolf Clauss), γιος του Γερμανού προξένου που δρούσε παριστάνοντας τον τεχνικό γεωργικής παραγωγής.

«Κιμάς φαγώθηκε ολάκερος»

Τρεις μέρες αργότερα η Επιτροπή των Είκοσι έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Βρετανό ναυτικό ακόλουθο στη Μαδρίτη. Σύμφωνα με αυτό, το πτώμα ενός ταγματάρχη Μάρτιν είχε ήδη παραδοθεί στον Βρετανό υποπρόξενο Φράνσις Χέιζελντεν και είχε ήδη γίνει η ταφή του στη Χουέλβα, στις 4 Μαΐου, με πλήρεις στρατιωτικές τιμές.

Οι ισπανικές αρχές πράγματι ειδοποίησαν τον Βρετανό υποπρόξενο της περιοχής Φράνσις Χέιζελντεν (Francis Haselden).[9] Παρουσία του ανοίχθηκε ο χαρτοφύλακας, ο οποίος περιείχε ένα διαβαθμισμένο στρατιωτικό φάκελο. Οι Ισπανοί πρότειναν στον Χέιζελντεν να πάρει τον χαρτοφύλακα, αλλά ο υποπρόξενος αρνήθηκε, αντιτείνοντας ότι όλα τα αντικείμενα του «ταγματάρχη Μάρτιν» έπρεπε να αποσταλούν μέσω της επίσημης υπηρεσιακής οδού στις βρετανικές αρχές. Αντίθετα, ειδοποίησε τον τοπικό ιατροδικαστή, προκειμένου να διαπιστωθεί η αιτία θανάτου του «ταγματάρχη». Ο ιατροδικαστής πιστοποίησε ότι ο άνδρας είχε πέσει στο νερό ζωντανός, δεν έφερε εκδορές ή αμυχές, είχε πεθάνει από πνιγμό και πρέπει να είχε παραμείνει στο νερό από τρεις έως πέντε ημέρες. Περαιτέρω εξετάσεις δεν έγιναν, γιατί ο παθολόγος βρήκε ένα ασημένιο σταυρουδάκι στο λαιμό του πτώματος και τον Άγιο Χριστόφορο στο πορτοφόλι του, συμπέρανε δε εξ αυτού ότι ο νεκρός ήταν Καθολικός και απέκλεισε έτσι κάθε περαιτέρω έρευνα. Τον σταυρό και τον Άγιο Χριστόφορο είχε προνοήσει να τοποθετήσει στο πτώμα η Επιτροπή των Είκοσι. Τις επόμενες ημέρες οι Βρετανοί κυριολεκτικά βομβάρδισαν τους Ισπανούς με μηνύματα, ζητώντας να μάθουν τι είχε απογίνει ο χαρτοφύλακας που μετέφερε ο «ταγματάρχης».

Παράλληλα ο Μόνταγκιου φρόντισε να περιλάβει το όνομα του ταγματάρχη Μάρτιν στην επόμενη επετηρίδα πεσόντων του βρετανικού στρατού και έτσι ένα μήνα αργότερα η αγγελία του θανάτου του δημοσιεύθηκε στους Τάιμς, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι Γερμανοί θα έλεγχαν την ταυτότητα του θύματος.[10] Παράλληλα τα ονόματα δύο πιλότων που είχαν όντως σκοτωθεί την ίδια μέρα σε κατάρριψη αεροσκάφους δημοσιεύτηκαν ταυτόχρονα, προσδίδοντας ακόμα περισσότερο κύρος στην όλη υπόθεση. Για να γίνει η ιστορία ακόμα πιο πιστευτή, απεστάλησαν επείγοντα τηλεγραφήματα στον ναυτικό ακόλουθο στη Μαδρίτη ζητώντας του να φροντίσει να περισωθούν τα διαβαθμισμένα έγγραφα χωρίς αυτό να γίνει αντιληπτό από τις ισπανικές αρχές. Τα έγγραφα επεστράφησαν στις 13 Μαΐου με την την ένδειξη «όλα ήσαν στη θέση τους».

Ο τοπικός πράκτορας της γερμανικής αντικατασκοπείας (της Άμπβερ [Abwehr]) κατάφερε με κάποια δυσκολία να προμηθευθεί τα επίμαχα έγγραφα: Ο Άντολφ Κλάους δεν άργησε να βρει έναν Ισπανό αξιωματικό πρόθυμο να συνεργαστεί μαζί του. Με τη βοήθειά του οι πράκτορες μπήκαν στο χώρο που φυλασσόταν ο φάκελος και χρησιμοποιώντας έναν λεπτό χαρτοκόπτη αποκόλλησαν μια πλευρά του φακέλου χωρίς να σπάσουν τις σφραγίδες του. Από το διάκενο έβγαλαν τα έγγραφα που περιείχε και έμειναν έκπληκτοι από το περιεχόμενο που αντίκρυσαν.[11] Όπως ήταν φυσικό, ενημέρωσαν σχετικά τα ανώτερα κλιμάκια με αποτέλεσμα η πληροφορία να φθάσει και στον ίδιο τον Χίτλερ στις 12 Μαΐου. Οι ληφθείσες φωτογραφίες απεστάλησαν στη γερμανική αντικατασκοπεία στο Βερολίνο, για μια προσεκτική εκτίμηση.

Πίσω στην Αγγλία τα επιστραφέντα έγγραφα εξετάστηκαν προσεκτικά και διαπιστώθηκε ότι ο φάκελος είχε ανοιχτεί και ξανακλειστεί. Η Ultra το επιβεβαίωσε και έτσι απεστάλη ένα τηλεγράφημα στον Ουίνστον Τσώρτσιλ που έγραφε «Κιμάς φαγώθηκε ολάκερος» («Mincemeat Swallowed Whole»). Το τηλεγράφημα εν συνεχεία προωθήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ταυτότητα του πτώματος

Ο τάφος στο κοιμητήριο Σολεδάδ της Χουέλβα φέρει το όνομα του ταγματάρχη Μάρτιν. Όταν η Επιχείρηση Κιμάς έγινε ευρέως γνωστή, τέθηκε και το εύλογο ερώτημα: σε ποιον ανήκε το πτώμα;

Πρώτη εκδοχή:

Το 1996 ο Ρότζερ Μόργκαν, ερασιτέχνης ιστορικός, παρουσίασε ενδείξεις για την ταυτότητα του Μάρτιν. Επρόκειτο για έναν αλκοολικό, αλήτη του δρόμου, ονομαζόμενο Glyndwr Michael που είχε πεθάνει από κατάποση ποντικοφάρμακου.

Δεύτερη εκδοχή: Η εκδοχή του πολεμικού πλοίου HMS Dasher.

Οι Τζων και Νορήν Στηλ (John και Noreen Steele) στο βιβλίο τους The Secrets of HMS Dasher υποστηρίζουν ότι το πτώμα ανήκε σε κάποιον ναύτη του HMS Dasher, που βυθίστηκε σε ατύχημα στις 27 Μαρτίου του 1943. Το πτώμα του Ουαλού ναύτη, που προμηθεύτηκαν τον Ιανουάριο 1943, θα είχε αποσυντεθεί σημαντικά, ακόμα και αν ήταν καλά κατεψυγμένο. Η απόλυτη κατάψυξη είχε αποκλειστεί γιατί θα επέφερε σημαντικές αλλοιώσεις στο πτώμα. Αλλιώς τι δουλειά είχε το υποβρύχιο HMS Seraph έξω από την ανατολική ακτή της Σκωτίας, ύστερα γύρω από τη βόρειά της ακτή, και τέλος η πορεία του για το Firth του Clyde; Κανονικά ο Μόνταγκιου θα έπρεπε να πάει στο Μπλάιθ όπου το Seraph βρίσκονταν στη δεξαμενή. Το πιθανότερο επομένως είναι ότι χρειαζόταν ένα ολόφρεσκο πτώμα. Γι' αυτό και το κιβώτιο που μετέφερε ο Μόνταγκιου στο Χόλυ Λοχ ήταν αδειανό.

Υποστηρίζουν λοιπόν οι παραπάνω συγγραφείς ότι το πτώμα ανήκε στον John «Jack» Melville, 37 ετών, ένα ναύτη που σκοτώθηκε όταν το HMS Dasher ανατινάχτηκε στη λιμνοθάλασσα του Κλάυντ.

Η ταυτότητα άλλωστε του Μέλβιλ ως του πραγματικού «ταγματάρχη Μάρτιν» αναγνωρίστηκε έμμεσα από το Βασιλικό Ναυτικό της Μεγάλης Βρετανίας όταν έγινε επιμνημόσυνη δέηση επί του περιπολικού HMS Dasher στα χωρικά ύδατα γύρω από μια βρετανική βάση της Κύπρου στις 8 Οκτωβρίου του 2004. Σύμφωνα με τον λόγο που εξεφώνησε ο αντιπλοίαρχος Μαρκ Χιλ (Mark Hill), διοικητής της μοίρας με βάση την Κύπρο:

Ο Τζων Μέλβιλ, έχοντας πλέον λάβει την ταυτότητα του ταγματάρχη Μάρτιν, θα ζει για πάντα μέσα από το κινηματογραφικό έργο The Man Who Never Was. Όμως σήμερα συγκεντρωθήκαμε εδώ για να τιμήσουμε τον Τζων Μέλβιλ ως άνθρωπο υπαρκτό.

Οι συνέπειες

Η γερμανική πλευρά τελικά εξαπατήθηκε. Ο Χίτλερ, την ίδια ημέρα που πληροφορήθηκε το περιεχόμενο των εγγράφων του «Μάρτιν», εξέδωσε μια διαταγή σύμφωνα με την οποία τα «μέτρα σχετικά με τη Σαρδηνία και την Πελοπόννησο θα έχουν άμεση προτεραιότητα απέναντι σε κάθε άλλο ανάλογο» (αν και οι πληροφορίες αυτές δεν έπεισαν απόλυτα κάποιους από τους στρατηγούς του). Αποκορύφωμα της παραπλάνησης αυτής αποτέλεσε η μεταφορά δύο θωρακισμένων μεραρχιών από το ανατολικό μέτωπο στην Ελλάδα[12]. ένα μόλις μήνα πριν τη μεγαλύτερη μάχη θωρακισμένων του πολέμου, τη μάχη του Κουρσκ.

Πράγματι, η λογική που είχαν αναπτύξει οι Βρετανοί στα πλαστά έγγραφα δεν ήταν έωλη: η Σαρδηνία μπορούσε άνετα να χρησιμοποιηθεί ως ορμητήριο τόσο προς Γαλλία όσο και προς Ιταλία, βρισκόταν και αυτή στη Μεσόγειο (αν και σε λιγότερο στρατηγικό σημείο), ενώ τα παράλια της νότιας Ελλάδας μπορούσαν να προσφέρουν βάσεις για τον βρετανικό στόλο και σημεία εξόρμησης συμμαχικών σκαφών προς τα ιδιαίτερα πολύτιμα για τη Ναζιστική Γερμανία πετρελαιοφόρα πεδία της Ρουμανίας και ιδιαίτερα το Πλοέστι.[1]

Το βασικό επίτευγμα ήταν ότι δεν ήταν πλέον απαραίτητο οι συμμαχικές ετοιμασίες να γίνονται εν κρυπτώ. Η παρακολούθησή τους από τις δυνάμεις του Άξονα δεν είχε καμία σημασία, εφόσον ήταν πλέον γνωστό προς τα πού θα κατευθύνονταν. Λίγο αργότερα, προς τις αρχές Ιουνίου 1943, η Σαρδηνία και η νότια Ιταλία άρχισαν να δέχονται σφοδρούς βομβαρδισμούς από συμμαχικά αεροσκάφη και στις 9 Ιουλίου 1943 οι Σύμμαχοι πραγματοποίησαν την «Επιχείρηση Χάσκι», την απόβαση στη Σικελία. Την ίδια ημέρα ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ εξέδωσε οδηγία σχετική με τα αμυντικά μέτρα στη Νοτιοδυτική Ευρώπη, αν και σε αυτή περιλάμβανε και το ενδεχόμενο οι Σύμμαχοι να αποβιβαστούν τελικά στη Σικελία.[13]

Τέχνη, λογοτεχνία

Ο διπλωμάτης Νταφ Κούπερ, ο οποίος είχε αναλάβει αρκετές μυστικές διπλωματικές αποστολές κατά τη διάρκεια του πολέμου, συνέγραψε το 1950 ένα μυθιστόρημα κατασκοπείας με τίτλο Operation Heartbreak. Σε αυτό ανέπτυσσε την ιδέα της «Επιχείρησης Κιμάς», χωρίς όμως να γνωρίζει εκ των προτέρων κάτι γι' αυτήν. Όπως ήταν φυσικό, όλοι οι εμπλεκόμενοι στην επιχείρηση άρχισαν τις συζητήσεις και στο βρετανικό τύπο άρχισαν να εμφανίζονται διάφορες ιστορίες χωρίς καμία πραγματική βάση. Στο σημείο αυτό η βρετανική αντικατασκοπεία θεώρησε ότι η καλύτερη απάντηση θα ήταν η κοινοποίηση της πραγματικής ιστορίας. Ο Γιούεν Μόνταγκιου κλήθηκε να γράψει το βιβλίο του A man who never was (ελλ. απόδοση «Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ») στο οποίο εξιστορούσε όλα τα πραγματικά γεγονότα. Το βιβλίο έγινε μπεστ-σέλερ σε πολύ σύντομο διάστημα και είχε ως συνέπεια τη δραματοποίησή του στον κινηματογράφο, το 1956, με τον ίδιο τίτλο. Στο σενάριο είχε συμβάλει και ο ίδιος ο Μόνταγκιου, η σκηνοθεσία ήταν του Ρόναλντ Νημ (Ronald Neame) και πρωταγωνιστούσαν οι Κλίφτον Γουέμπ, Γκλόρια Γκράχαμ, Στέφεν Μπόιν πηγη βικπαιδια


Θερμοδυναμική Ανάλυση Ψυκτικού Κύκλου Συμπίεσης Ατμού με χρήση Διαγράμματος p–h και Πειραματικών Δεδομένων. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

Η τεχνολογία της ψύξης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς της σύγχρονης μηχανολογίας, καθώς βρίσκει εφαρμογή σε ένα ευρύ φάσμα δρ...