Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν άρχισε τον Αύγουστο του 1922. Τον Αύγουστο ακούστηκε απλώς ο τελευταίος κρότος ενός πράγματος που είχε από καιρό αρχίσει να ραγίζει. Η πορεία προς εκείνη τη στιγμή είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, τότε που ακόμη οι χάρτες άνοιγαν σαν υπόσχεση πάνω στα τραπέζια των πολιτικών, όταν τα σύνορα μπορούσαν να μετακινούνται με μια υπογραφή κι ένας λαός, βγαλμένος από σχεδόν αδιάκοπους πολέμους, είχε μάθει να κοιτάζει προς τα έξω και να βλέπει μπροστά του όχι μόνο κίνδυνο αλλά και δυνατότητα. Η καταστροφή δεν ήρθε από μία απόφαση, ούτε από έναν άνθρωπο, ούτε από μια μάχη. Ήρθε όπως έρχονται συνήθως τα μεγάλα ιστορικά ναυάγια: λίγο λίγο, με αποφάσεις που όταν πάρθηκαν είχαν ακόμη λογική, με νίκες που ζητούσαν την επόμενη νίκη, με υποσχέσεις που δόθηκαν σε μια ώρα αισιοδοξίας και ύστερα δεν υπήρχε κανείς αρκετά δυνατός για να τις πάρει πίσω.
Η Ελλάδα του 1919 δεν πάτησε στη Σμύρνη από μια ξαφνική μέθη κατάκτησης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ηττηθεί, ο Μεγάλος Πόλεμος είχε αφήσει πίσω του έναν κόσμο κομματιασμένο και οι νικητές κάθονταν επάνω από χάρτες, έκοβαν, έραβαν, μετακινούσαν γραμμές και λαούς σαν να υπήρχε τάξη εκεί όπου μόλις είχε περάσει η φωτιά. Η Ελλάδα βρέθηκε τότε μέσα σε μια συγκυρία που λίγα χρόνια πριν θα έμοιαζε σχεδόν αδιανόητη. Ο Βενιζέλος είχε σαφείς εθνικές διεκδικήσεις, και πίσω από αυτές στεκόταν η Μεγάλη Ιδέα με όλο το βάρος που κουβαλούσε από γενιά σε γενιά. Δεν υπάρχει λόγος να το κρύψουμε ή να το μαλακώσουμε. Υπήρχε η επιθυμία επέκτασης. Υπήρχε όμως και κάτι πολύ πιο χειροπιαστό, πιο κοντά στο δέρμα: στην απέναντι όχθη ζούσαν Έλληνες.
Όχι κάποιοι μακρινοί άνθρωποι που έτυχε να μιλούν την ίδια γλώσσα. Ήταν κοινότητες αιώνων, σπίτια που είχαν περάσει από πατέρα σε γιο, σχολεία, εκκλησίες, μαγαζιά, κοιμητήρια όπου οι πέτρες έγραφαν ελληνικά ονόματα. Ήταν γυναίκες που άναβαν το καντήλι όπως το είχε ανάψει η μάνα τους, παιδιά που έτρεχαν στα σοκάκια, έμποροι που κατέβαζαν τα παντζούρια το βράδυ και γέροι που ήθελαν να πεθάνουν εκεί όπου γεννήθηκαν. Για την Ελλάδα αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν ξένος πληθυσμός. Ήταν οι δικοί της, κι αυτή η λέξη —οι δικοί μας— έμελλε να γίνει και δύναμη και βάρος.
Πίσω από αυτούς υπήρχε μνήμη. Όχι εκείνη η τακτοποιημένη μνήμη των βιβλίων, με χρονολογίες, κεφάλαια και παραπομπές. Η άλλη. Εκείνη που κάθεται στο τραπέζι δίπλα στο ψωμί, που περνά από τον παππού στο παιδί, που επιστρέφει όταν πέφτει η νύχτα και η φωνή του μεγάλου χαμηλώνει λίγο πριν πει το όνομα εκείνου που δεν γύρισε ποτέ. Τα τετρακόσια χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας φυσικά δεν υπήρξαν τετρακόσια χρόνια του ίδιου σκοταδιού· η Ιστορία δεν αντέχει τέτοιες ευκολίες. Η συλλογική μνήμη όμως δεν λειτουργεί όπως ο ιστορικός. Κρατά εκείνο που πονά. Κρατά τη Χίο, την Κρήτη, το 1897, τον Μακεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς, τις εκτοπίσεις, τους διωγμούς. Κι εκείνη την εποχή είχε ακόμη πολύ κοντά της τη σφαγή των Αρμενίων, τόσο κοντά ώστε δεν ήταν κάτι από παλιά αλλά κάτι που οι άνθρωποι είχαν ακούσει από στόματα ζωντανών.
Δεν χρειαζόταν να τα έχεις δει ο ίδιος. Σου τα είχε δείξει η αφήγηση. Ο Τούρκος να σηκώνει το χέρι με το γιαταγάνι και να σου σφάζει τη μάνα, τον πατέρα, το παιδί. Το σπίτι να πιάνει φωτιά και μια γυναίκα να τρέχει στον δρόμο κρατώντας το μωρό της σφιχτά στο στήθος χωρίς να γυρίζει το κεφάλι, επειδή ξέρει πως αν κοιτάξει πίσω θα δει κάτι που δεν θα μπορέσει να βγάλει ποτέ από μέσα της. Ένας άνδρας να φεύγει ξυπόλυτος και χρόνια αργότερα να θυμάται ακόμη ποια πέτρα πάτησε όταν άκουσε τελευταία φορά τη φωνή του αδελφού του. Ένας πρόσφυγας να φτάνει με τα ρούχα που φορά, ένα όνομα στο στόμα κι ένα κομμάτι πατρίδας που χωρά πια μόνο στη μνήμη του. Αυτά δεν χρειάζονται αίμα για να κληρονομηθούν. Τα περνά η φωνή, το βλέμμα, το χέρι που δείχνει προς μια κατεύθυνση και λέει «εκεί».
Κάποτε εκείνο το παιδί μεγαλώνει. Φορά στολή, πιάνει το τουφέκι, περνά το Αιγαίο. Και για πρώτη φορά η εικόνα αλλάζει. Δεν είναι ο παππούς που φεύγει. Δεν είναι ο πρόσφυγας που παρακαλεί να σωθεί. Είναι εκείνος που πατά απέναντι με στρατό πίσω του, με κράτος, με σημαία. Μπροστά του βλέπει ανθρώπους να τον κοιτούν σαν να έφτασε μαζί του κάτι που περίμεναν χρόνια. Και εκεί, χωρίς κανείς να το λέει φωναχτά, γεννιέται μια υπόσχεση. Ότι όσο αυτή η στολή υπάρχει εκεί, το γιαταγάνι δεν θα ξανασηκωθεί πάνω από τα σπίτια τους.
Μαζί όμως με την προστασία ταξιδεύει και ο θυμός. Η μνήμη δεν διαλέγει πάντα τι θα γίνει όταν βρεθείς ξαφνικά στην άλλη πλευρά της δύναμης. Ένας νεκρός από παλιά γίνεται εύκολα ο νεκρός του σήμερα, κι ένας άνθρωπος που φορά διαφορετική στολή μπορεί μέσα σε λίγες ώρες μάχης να φορτωθεί όλους τους λογαριασμούς ενός αιώνα. Ο πόλεμος έχει αυτή τη σκοτεινή δύναμη: ανακατεύει τη δικαιοσύνη με την ανταπόδοση ώσπου να μην ξεχωρίζουν. Παίρνει τη μνήμη του σπιτιού, τη φωνή του παππού, τον φίλο που μόλις έπεσε δίπλα σου, τα βάζει όλα μέσα στο ίδιο δοχείο και τα ονομάζει οργή. Γι’ αυτό και υπήρξε βία κι από την ελληνική πλευρά, όπως υπήρξε βία από την άλλη. Όταν ανοίξει ο κύκλος, πάντα βρίσκει τροφή από τον προηγούμενο νεκρό.
Η ελληνική παρουσία έδωσε στον τουρκικό εθνικισμό το πιο ισχυρό υλικό που μπορούσε να ζητήσει. Ο άνθρωπος απέναντι δεν έβλεπε τον Έλληνα στρατιώτη όπως έβλεπε εκείνος τον εαυτό του. Δεν έβλεπε κάποιον που ήρθε να προστατεύσει τους ομοεθνείς του. Έβλεπε έναν ξένο στρατό επάνω σε γη που θεωρούσε δική του. Ο κεμαλικός αγώνας μπορούσε έτσι να συμπυκνωθεί σε μία φράση: να φύγει ο ελληνικός στρατός από την Ανατολία. Η Αθήνα, αντίθετα, όσο περνούσαν οι μήνες χρειαζόταν όλο και περισσότερες εξηγήσεις για να πει τι ακριβώς επιδίωκε και πού σταματούσε αυτό που είχε αρχίσει.
Κι όμως, από τη στιγμή που η Ελλάδα πάτησε στη Σμύρνη, εγκατέστησε διοίκηση, έφερε πίσω πρόσφυγες, άφησε ανθρώπους να ξανανοίξουν σπίτια και μαγαζιά και τους έκανε να πιστέψουν ότι αυτή η παρουσία είχε μέλλον, η αποχώρηση έπαψε να είναι ένα βέλος που αλλάζει κατεύθυνση πάνω στον χάρτη. Κάθε βήμα προς τα πίσω είχε πρόσωπα. Πίσω από τη γραμμή υπήρχαν άνθρωποι που είχαν ήδη εκτεθεί επειδή εμπιστεύτηκαν την ελληνική παρουσία. Όσο περισσότερο κρατούσε η εκστρατεία, τόσο περισσότερο η μοίρα του στρατού δενόταν με τη δική τους.
Οι Σέβρες έκαναν αυτή τη σχέση ακόμη πιο δύσκολο να λυθεί. Το όνειρο απέκτησε χαρτί, σφραγίδα, υπογραφή. Έμοιαζε πια πως όσα κάποτε λέγονταν σε λόγους και διδάσκονταν σαν εθνικός πόθος είχαν γίνει πραγματικότητα. Για μια χώρα που από το 1912 είχε δει ξανά και ξανά τον χάρτη της να μεγαλώνει, ήταν πολύ εύκολο να πιστέψει ότι αυτό ήταν απλώς το επόμενο βήμα. Κάπου εκεί όμως η επιτυχία άρχισε να θολώνει την κρίση. Μια ευνοϊκή συγκυρία θεωρήθηκε μόνιμη κατάσταση. Το χαρτί έδειχνε μια τάξη που η Ανατολία δεν είχε καμία πρόθεση να δεχτεί. Ο Κεμάλ είχε χρόνο, έδαφος και ανθρώπους που ήξεραν τι υπερασπίζονταν. Εμείς είχαμε μια συμφωνία και την πεποίθηση ότι μπορούσαμε να την επιβάλουμε.
Μετά τις εκλογές του 1920 άλλαξε η εξουσία, αλλά η πραγματικότητα έμεινε εκεί. Οι νέοι κυβερνώντες παρέλαβαν έναν στρατό μέσα στη Μικρά Ασία, τη Σμύρνη υπό ελληνική διοίκηση, τις Σέβρες και έναν κόσμο ολόκληρο που είχε μάθει πλέον να κοιτά προς το ελληνικό κράτος για προστασία. Δεν παρέλαβαν λευκή σελίδα. Παρέλαβαν μια κατάσταση που είχε αποκτήσει ήδη βάρος δικό της, μαζί με το κόστος κάθε υποχώρησης.
Από απόσταση είναι εύκολο να πεις ότι έπρεπε να φύγουν. Τότε όμως κάποιος έπρεπε να σηκωθεί και να πει σε μια ολόκληρη χώρα πως, ύστερα από τόσους νεκρούς, τόσα χρήματα και τόσες προσδοκίες, θα δεχόταν λιγότερα από όσα πίστευε ότι είχε ήδη κερδίσει. Κάποιος έπρεπε να πάει στη Σμύρνη, να κοιτάξει αυτούς τους ανθρώπους και να τους πει πως η σημαία που είχαν πιστέψει ότι θα μείνει θα κατέβαινε. Και ύστερα έπρεπε να απαντήσει στο ερώτημα που κανένας διπλωματικός χάρτης δεν μπορούσε να λύσει: τι θα απογίνουν αυτοί όταν φύγει ο τελευταίος στρατιώτης;
Υπήρχαν ακόμη δρόμοι συμβιβασμού, λύσεις που έδιναν λιγότερα από τις Σέβρες αλλά περισσότερα από όσα τελικά έμειναν. Εκεί όμως λειτούργησε κάτι πολύ ανθρώπινο και πολύ επικίνδυνο. Όταν έχεις κρατήσει για λίγο το πολύ, το λιγότερο μοιάζει σαν να σου το αφαιρούν. Δεν το ζυγίζεις με βάση αυτό που μπορείς να κρατήσεις, αλλά με βάση αυτό που πίστεψες πως ήταν ήδη δικό σου. Κι ύστερα έρχονται οι νεκροί. Κάθε άνθρωπος που έχει πέσει κάνει την υποχώρηση βαρύτερη, γιατί μέσα σου ακούγεται η ερώτηση: «Τότε γιατί πέθανε;» Κι αντί αυτή η ερώτηση να σε σταματήσει, μπορεί να σε σπρώξει ακόμη πιο βαθιά, για να βρεις κάποιο νόημα στους τάφους που άφησες πίσω.
Οι νίκες του 1921 έκαναν αυτή την παγίδα ακόμη πιο γλυκιά. Κιουτάχεια, Εσκί Σεχίρ. Ο ελληνικός στρατός προχωρούσε, ο αντίπαλος υποχωρούσε και μπροστά υπήρχε πάντα η ιδέα ότι η τελική λύση βρισκόταν λίγο πιο πέρα. Ο τουρκικός στρατός όμως έχανε χώρο και κέρδιζε χρόνο. Δεν καταστρεφόταν. Τραβιόταν μέσα στη δική του γη. Και η ελληνική ηγεσία βρέθηκε μπροστά στη δυσκολότερη στιγμή κάθε νικητή: να καταλάβει πότε η νίκη έχει ήδη δώσει ό,τι μπορούσε να δώσει.
Δεν σταμάτησε.
Ο στρατιώτης ξαναπήρε τον δρόμο. Η Ανατολία άνοιγε μπροστά του ξηρή, μεγάλη, χωρίς τέλος. Στην αρχή η απόσταση υπήρχε μόνο ως αριθμός. Ύστερα μπήκε μέσα στο σώμα του. Έγινε σκόνη στα δόντια, ιδρώτας που στέγνωνε πάνω στο δέρμα και ξαναγινόταν αλάτι, πόδι πρησμένο μέσα στην αρβύλα. Η σόλα άνοιγε και το χώμα έμπαινε μέσα. Το πανί τυλιγόταν γύρω από τη φτέρνα και το πρωί ξανά από την αρχή, γιατί άλλη αρβύλα δεν υπήρχε. Κάποια στιγμή δεν υπήρχε αρκετό φαγητό. Το ψωμί ερχόταν αργά ή λίγο, η κοιλιά άδειαζε, το σώμα μάζευε. Ο ρουχισμός λιωνόταν πάνω τους· υπήρχαν άνδρες που δεν είχαν ούτε εσώρουχο κάτω από τη στολή τους, κι η χλαίνη ακουμπούσε πάνω σε δέρμα ιδρωμένο, βρόμικο, γεμάτο ψείρες και πληγές.
Εκεί πρέπει να κοιτάξουμε τον στρατό. Όχι σαν αριθμό. Έναν άνδρα να κάθεται το βράδυ στο χώμα, να βγάζει την αρβύλα του με δυσκολία, να κοιτά τη φτέρνα του ανοιγμένη και να ξέρει ότι πριν ακόμη ξημερώσει θα τη φορέσει πάλι. Να ψάχνει κάτι να φάει και να μη βρίσκει αρκετό. Να κοιμάται με τη στολή, να ξύνεται στον ύπνο του, να ξυπνά από το κρύο ή από τον ήχο μακρινού πυροβολικού και να συνεχίζει επειδή αυτό κάνουν όλοι γύρω του.
Ο πόλεμος είχε πάψει προ πολλού να μοιάζει με τις εικόνες των εφημερίδων. Στον δρόμο μπορούσες να δεις κουφάρια με ελληνική στολή να τα τσιμπολογούν τα κοράκια και να προσπαθείς να μη γυρίσεις το κεφάλι μήπως αναγνωρίσεις πρόσωπο. Ένα χέρι να προεξέχει από χώμα ριγμένο βιαστικά πάνω σε κάποιον. Μια αρβύλα πεταμένη στην άκρη και το μυαλό να αποφεύγει επίμονα την ερώτηση πού βρίσκεται το πόδι που τη φορούσε. Ένα σακίδιο σκισμένο, δύο γράμματα μέσα στη λάσπη, μια φωτογραφία γυναίκας με τα μαλλιά πιασμένα που κοιτάζει τον φακό από μια ειρηνική αυλή, χωρίς να ξέρει ότι η φωτογραφία της θα βρεθεί κάποτε κάτω από μια μπότα στην Ανατολία.
Και μέσα σε όλα αυτά έπρεπε να συνεχίσεις.
Στον Σαγγάριο ο ελληνικός στρατός πολέμησε σκληρά. Δεν διαλύθηκε εκεί. Υποχώρησε οργανωμένα και κράτησε το μέτωπο σχεδόν έναν ακόμη χρόνο. Κάπου όμως ανάμεσα στα υψώματα, στη σκόνη, στις νύχτες χωρίς ύπνο και στους ανθρώπους που έμειναν πίσω, χάθηκε κάτι που δεν γράφεται στις καταστάσεις απωλειών. Ως τότε μπορούσες ακόμη να πεις «λίγο ακόμη και τελειώνουμε». Μετά τον Σαγγάριο το «λίγο» έπαψε να έχει μορφή. Μπροστά υπήρχε άλλος ένας χειμώνας, άλλο ένα χαράκωμα, άλλη μια σκοπιά και ένας ορίζοντας που κάθε πρωί ήταν ίδιος.
Κάποιος έπαιρνε ένα γράμμα από το σπίτι και το διάβαζε ώσπου το χαρτί να μαλακώσει από τα δάχτυλα. Άλλος περίμενε εβδομάδες και φοβόταν τη σιωπή περισσότερο από μια κακή είδηση. Ένας θυμόταν τη γυναίκα του όπως ήταν όταν έφυγε, άλλος είχε αφήσει μωρό και αναρωτιόταν αν θα τον γνώριζε. Κάποιος είχε αδελφή που θα είχε μεγαλώσει, πατέρα που είχε γεράσει, χωράφι που δούλευε ξένο χέρι. Οι άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι να ζουν επ’ άπειρον μέσα σε έναν πόλεμο χωρίς τέλος. Κάποτε το σώμα κουράζεται να πονά και το μυαλό κουράζεται να περιμένει.
Η Ελλάδα είχε σχεδόν μια δεκαετία πολέμου πίσω της. Υπήρχαν άνδρες που από τους Βαλκανικούς μέχρι τη Μικρά Ασία είχαν μάθει να φεύγουν με στρατιωτικό σάκο περισσότερο απ’ όσο είχαν μάθει να ζουν στο ίδιο τους το σπίτι. Αυτή η φθορά κατέβαινε παντού, από τα υψηλότερα κλιμάκια ως τον τελευταίο φαντάρο. Φαινόταν στις αποφάσεις, στις καθυστερήσεις, στις κινήσεις, στις στιγμές που κάποιος κρατούσε λίγο λιγότερο απ’ όσο θα κρατούσε δύο χρόνια πριν. Η ανδρεία δεν εξαφανίζεται από τη μια μέρα στην άλλη· ξεφτίζει μαζί με όλα τα άλλα όταν της ζητούν κάθε μέρα να δώσει κάτι ακόμη και κανείς δεν της λέει πότε θα σταματήσει.
Το 1922 αυτός ο στρατιώτης βρισκόταν ακόμη εκεί. Ίσως πεινασμένος, ίσως με τρύπια αρβύλα, ίσως φορώντας πάνω του ό,τι είχε απομείνει από τον ρουχισμό του. Μπορεί να είχε ήδη θάψει φίλους και μπορεί να είχε αφήσει άλλους άταφους επειδή η μονάδα έπρεπε να φύγει. Κι εξακολουθούσαν να του λένε να κρατήσει. Κάπου μέσα του όμως είχε αρχίσει να γεννιέται η ερώτηση που σκοτώνει έναν στρατό πολύ πριν τελειώσουν τα φυσίγγια του: μέχρι πότε;
Πίσω του υπήρχαν ακόμη οι Έλληνες της Μικράς Ασίας. Αυτό είναι που κάνει τόσο εύκολες τις κρίσεις μας σήμερα και τόσο δύσκολες τις αποφάσεις τότε. Αν αποχωρούσες, ίσως έσωζες τον στρατό. Πίσω όμως έμενε η γυναίκα που το 1919 είχε βγει στον δρόμο να σε δει να περνά, ο έμπορος που είχε ξανανοίξει το μαγαζί του, ο γέρος που πίστεψε ότι θα πεθάνει τελικά στο σπίτι όπου γεννήθηκε. Με τις μνήμες των διωγμών και με την τύχη των Αρμενίων ακόμη νωπή, κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορούσε να υποσχεθεί ότι η αποχώρηση δεν θα πληρωνόταν από εκείνους.
Κι έτσι ο στρατός έμενε, ακόμη κι όταν κάθε μήνας εκεί αφαιρούσε κάτι από τη δύναμή του. Στην αρχή λίγο υλικό, ύστερα ανθρώπους, έπειτα αντοχή και πίστη. Το ίδιο καθήκον που τον κρατούσε μπροστά στους πληθυσμούς που είχε αναλάβει να προστατεύσει άρχισε να γίνεται και το βάρος που τον αδυνάτιζε. Κάπου εκεί η στρατηγική είχε ήδη γίνει τραγωδία. Δεν υπήρχε πλέον λύση χωρίς κόστος, μόνο διαφορετικοί τρόποι να πληρωθεί.
Όταν ήρθε η τουρκική επίθεση τον Αύγουστο του 1922, δεν βρήκε απέναντί της τον στρατό που είχε αποβιβαστεί στη Σμύρνη τρία χρόνια πριν. Βρήκε άνδρες που είχαν γεράσει μέσα σε τρία καλοκαίρια. Βρήκε έναν οργανισμό που ακόμη μπορούσε να πολεμήσει, αλλά που είχε ξοδέψει μεγάλο μέρος από εκείνο το άυλο απόθεμα που κρατά μια γραμμή όρθια όταν όλα γύρω αρχίζουν να λυγίζουν.
Και τότε, όταν η διπλανή μονάδα άρχιζε να φεύγει, ο χάρτης έχανε κάθε σημασία. Δεν είχες μπροστά σου βέλη και ονόματα υψωμάτων. Έβλεπες άνδρες να τρέχουν. Κάποιος φώναζε πως οι Τούρκοι πέρασαν από δεξιά, άλλος πως δεν υπάρχει κανείς πίσω, ένας τρίτος ότι το μέτωπο έσπασε. Μπορεί τίποτε να μην ήταν ακριβώς έτσι. Ο φόβος όμως δεν περιμένει επιβεβαίωση. Περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο γρηγορότερα από κάθε διαταγή.
Κι εκεί, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, πρέπει να αποφασίσεις αν θα μείνεις.
Ακούς τις βολές, βλέπεις χώμα να σηκώνεται, βλέπεις τον άνθρωπο δίπλα σου να πέφτει και για μια στιγμή το σώμα του να κάνει εκείνη τη μικρή, άχρηστη κίνηση σαν να ψάχνει ακόμη πώς να βολευτεί στη γη. Μπορεί πριν από μία ώρα να είχατε μοιραστεί το τελευταίο τσιγάρο. Τώρα δεν υπάρχει χρόνος ούτε να του κλείσεις τα μάτια. Και μέσα σου υπάρχει κάτι παλιότερο από στρατούς, σύνορα και ιδεολογίες: το σώμα που θέλει να ζήσει.
Κάποιοι έμειναν. Άλλοι έφυγαν. Μερικοί γύρισαν πίσω να πάρουν τους άλλους. Άνθρωποι έμειναν στις θέσεις τους και χάθηκαν εκεί. Όσοι επέζησαν μπορεί να γύρισαν στην Ελλάδα, να γέρασαν, να έκαναν παιδιά, και για δεκαετίες να κουβαλούσαν μία μόνο στιγμή: εκείνη που αναρωτήθηκαν αν έπρεπε τότε να είχαν μείνει λίγο ακόμη.
Κι αυτό ισχύει και για τους αξιωματικούς. Είναι εύκολο έναν αιώνα αργότερα να ανοίξεις τον χάρτη, να βάλεις το δάχτυλο σε ένα ύψωμα και να πεις ότι κάποιος έπρεπε να είχε πάει δύο χιλιόμετρα αριστερότερα. Εκείνος δεν είχε τον χάρτη που έχουμε εμείς. Είχε κομμένες τηλεφωνικές γραμμές, αναφορές που έφταναν αργά, ανθρώπους που λιγόστευαν, πληροφορίες μισές και αποφάσεις που μπορούσαν μέσα σε λίγα λεπτά να στείλουν άλλους εκατό άνδρες στον θάνατο. Μπορεί να έκανε λάθος. Μπορεί να έκανε μεγάλο λάθος. Πρέπει όμως να κριθεί με όσα γνώριζε τότε, όχι με όσα μάθαμε εμείς μετά.
Καθώς η υποχώρηση τραβούσε προς τα δυτικά, η στρατιωτική ήττα άρχισε να μπαίνει μέσα στα σπίτια. Ο στρατιώτης ξαναπερνούσε από τόπους που τρία χρόνια πριν τον είχαν δει να προχωρά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Τότε υπήρχαν άνθρωποι στους δρόμους που πίστευαν πως η παρουσία του σήμαινε σωτηρία. Τώρα υπήρχαν κάρα φορτωμένα όσο άντεχαν οι άξονες, στρώματα δεμένα με σκοινιά, παιδιά που τα τραβούσαν οι μανάδες από το χέρι και γέροι που στέκονταν λίγο παραπάνω στην πόρτα σαν να προσπαθούσαν να αποστηθίσουν το σπίτι τους πριν γυρίσουν την πλάτη.
Κάποιος ξεκρεμούσε μια εικόνα από τον τοίχο. Μια γυναίκα έβαζε λίγα χαρτιά μέσα σε ένα μαντίλι. Ένας άνδρας έκλεινε την πόρτα και γύριζε το κλειδί από συνήθεια, σαν να επρόκειτο να επιστρέψει το βράδυ. Μπορεί να το κράτησε ύστερα σαράντα χρόνια μέσα σε ένα συρτάρι, παρόλο που η πόρτα βρισκόταν πια σε μια άλλη χώρα. Η πατρίδα εκείνη την ώρα δεν ήταν χάρτης. Ήταν ένα κλειδί στην τσέπη, μια εικόνα τυλιγμένη σε πανί, ένα παιδί τραβηγμένο από το χέρι, μια τελευταία ματιά στην αυλή.
Και ανάμεσα σ’ αυτούς περνούσε η ελληνική στολή.
Η ίδια που το 1919 σήμαινε «ήρθαμε».
Τώρα κανείς δεν χρειαζόταν να πει τι σήμαινε.
Η Ιωνία δεν χάθηκε επάνω σε ένα επιτελικό χαρτί. Χάθηκε σπίτι το σπίτι, πόρτα την πόρτα. Μια γυναίκα που έφυγε χωρίς να ξέρει ότι δεν θα ξαναδεί ποτέ το παράθυρό της. Ένα παιδί που κράτησε στη μνήμη του περισσότερο το χρώμα ενός τοίχου παρά ολόκληρη την πόλη. Ένας γέρος που πήρε μαζί του λίγο χώμα ή δεν πήρε τίποτε, επειδή μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευε πως θα επιστρέψει.
Ύστερα ήρθε η ανάγκη για ενόχους. Ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Όταν μια κοινωνία έχει χάσει τόσα πολλά, δυσκολεύεται να ακούσει ότι η καταστροφή δεν είχε ένα πρόσωπο αλλά πολλά χρόνια. Ότι μπλέχτηκαν ο Εθνικός Διχασμός, η αλλαγή των διεθνών συσχετισμών, η υπερεπέκταση, η οικονομική εξάντληση, η ψυχική φθορά, οι λανθασμένες εκτιμήσεις, οι αποφάσεις ανθρώπων που μερικές φορές πίστευαν ότι έκαναν το σωστό. Η οργή θέλει κάτι πιο απλό. Ένα όνομα. Έναν άνθρωπο να φορτωθεί όλο το βάρος.
Ο Χατζανέστης είχε τις ευθύνες του και πρέπει να κρίνεται γι’ αυτές. Το ίδιο οι πολιτικοί, οι προηγούμενες κυβερνήσεις, κάθε διοικητής που πήρε αποφάσεις οι οποίες μπορούν να εξεταστούν. Αλλά ο άνθρωπος που ανέλαβε τη Στρατιά λίγους μήνες πριν από το τέλος δεν δημιούργησε μέσα σε αυτούς τους μήνες έναν πόλεμο τριών ετών. Δεν δημιούργησε τις Σέβρες, δεν έστειλε μόνος του τον στρατό στον Σαγγάριο, δεν γέννησε τον Διχασμό, δεν κούρασε μόνος του μια ολόκληρη γενιά. Αν του φορτώσουμε τα πάντα, δεν έχουμε εξηγήσει τίποτε. Απλώς έχουμε βρει έναν άνθρωπο αρκετά μόνο για να κουβαλήσει πάνω του την ανάγκη μας να πιστέψουμε ότι μια τόσο μεγάλη συμφορά είχε μια απλή αιτία.
Η Μικρασιατική Εκστρατεία χάθηκε όταν ο πολιτικός στόχος άρχισε να μεγαλώνει περισσότερο από τις δυνατότητες της χώρας, όταν κάθε προηγούμενη επιτυχία έκανε δυσκολότερο τον συμβιβασμό και κάθε προηγούμενος νεκρός έμοιαζε να απαιτεί κι άλλον για να δικαιωθεί. Χάθηκε όταν το όνειρο έγινε υποχρέωση και η υποχρέωση άρχισε να βαραίνει περισσότερο από ό,τι μπορούσε να σηκώσει η χώρα. Όταν το να πάρεις λιγότερα φάνηκε χειρότερο από το να διακινδυνεύσεις όσα είχες ήδη. Όταν η αποχώρηση έμοιαζε ταυτόχρονα προδοσία προς τους νεκρούς και εγκατάλειψη των ζωντανών.
Κάποτε έπρεπε να ειπωθεί «ως εδώ». Δεν ειπώθηκε όταν υπήρχε ακόμη χρόνος να έχει διαφορετική σημασία.
Και όταν τελικά η επιστροφή έγινε αναπόφευκτη, δεν υπήρχε πια η πολυτέλεια να διαλέξουμε ούτε τη στιγμή ούτε τον τρόπο.
Όσοι γύρισαν στην Ελλάδα έβγαλαν κάποτε τη στολή. Πέταξαν ίσως τις αρβύλες που είχαν ανοίξει στους δρόμους της Ανατολίας, έφαγαν ξανά σε γεμάτο τραπέζι, κοιμήθηκαν σε καθαρό κρεβάτι, άκουσαν ελληνικά γύρω τους χωρίς να κοιτούν κάθε λίγο προς τον ορίζοντα. Έκαναν παιδιά, γέρασαν, κάποιοι μίλησαν, άλλοι δεν είπαν σχεδόν τίποτε. Μπορεί ένα καλοκαιρινό απόγευμα να κάθονταν έξω από το σπίτι τους και γύρω να έτρεχαν εγγόνια που δεν ήξεραν πως ο γέρος που έβλεπαν ήρεμο είχε κάποτε περάσει δίπλα από κουφάρια με ελληνική στολή ενώ τα κοράκια έσκυβαν πάνω τους.
Γιατί μερικά πράγματα δεν βγαίνουν μαζί με τη στολή.
Μένει ο φίλος που έπεσε δίπλα σου πριν προλάβει να τελειώσει το τσιγάρο του. Μένει η μυρωδιά της σκόνης όταν σηκώνεται από τις οβίδες. Μένει η γυναίκα που έκλεισε την πόρτα της στη Μικρά Ασία και έβαλε το κλειδί στην τσέπη της. Μένει ο δρόμος προς τα δυτικά και η στιγμή που κοίταξες πίσω και κατάλαβες ότι όλα όσα πίστευες πως ήρθες να προστατεύσεις απομακρύνονταν μαζί σου.
Και ίσως μένει περισσότερο απ’ όλα εκείνη η ερώτηση που κανένας χάρτης δεν μπορεί πια να απαντήσει.
Σε ποιο σημείο υπήρχε ακόμη χρόνος να σταματήσεις πριν γίνει αργά;
Στη φωτογραφία:
Αξιωματικοί του Λόχου Επιτελείου του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, σε χαλαρές στιγμές στο Αγιάζ Ιν – Σαντζάκ, πιθανότατα τον Νοέμβριο του 1921.
Στο μέσο, ο ψηλός με το κεπί, καθισμένος στα πόδια του έτερου αξιωματικού που κρατά το ραβδί ιππασίας, είναι ο αδελφός του παππού μου, Υπολοχαγός Κωνσταντίνος Τσάπαλος. Έμεινε εκεί όπου έπεσε, στο Κ.Α. Καμελάρ, το πρωί της 14ης Αυγούστου 1922.
Η αρραβωνιαστικιά του, Μαρίνα, Σμυρνιά στην καταγωγή, έφτασε πρόσφυγας στην Ελλάδα μετά τον διωγμό του Σεπτεμβρίου και, σύμφωνα με πληροφορίες της οικογένειας, εγκαταστάθηκε στην Αίγινα.
Η φωτογραφία έχει καθαριστεί με τη χρήση εφαρμογής τεχνητής νοημοσύνης.














