Β΄ Βαλκανικός πόλεμος (16 Ιουν-21 Ιουλίου 1913)


Τα Αίτια και οι Αφορμές του Πολέμου

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, διεξήχθηκε από τη Βουλγαρία εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Στην τελευταία φάση του πολέμου επενέβηκαν και η Ρουμανία και Τουρκία. Άρχισε στις 17 Ιουνίου του 1913 και έληξε με ανακωχή στις 17 Ιουλίου 1913 και επίσημα με τη Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου, στις 28 Ιουλίου 1913.



Τα πρώτα νέφη της καταιγίδας του Β’ Βαλκανικού Πολέμου εμφανίστη­καν στον ορίζοντα από τις αρχές ακόμα του πολέμου κατά της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, αμέσως αφού σημειώθηκαν οι πρώτες νίκες κατά του τουρ­κικού Στρατού και το αποτέλεσμα του πολέμου διαγραφόταν ευνοϊκό και γρήγορο, άρχισε να αναπτύσσεται μεταξύ των Συμμάχων το αίσθημα της διχόνοιας και της δυσπιστίας, λόγω της έντονης τάσεως για την κατάληψη περισσότερων εδαφών, κυρίως από την πλευρά της Βουλγαρίας, για την ι­κανοποίηση των εθνικών τους βλέψεων.

Η πρώτη χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της τάσεως σημειώθηκε με­ταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας για το ζήτημα της Θεσσαλονίκης. Ό­πως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο κεφάλαιο, η 7η Βουλγαρική Μεραρ­χία από τη μέση κοιλάδα του Στρυμόνα βρέθηκε στην πεδιάδα των Σερρών και στη συνέχεια, κινήθηκε αστραπιαία, χωρίς καμιά τουρκική αντίδραση, προς τη Θεσσαλονίκη. Την εσπέρα της 26ης Οκτωβρίου έφτασε στην Άσσυρο, ενώ από τις 17.00 της αυτής ημέρας ο Χασάν Ταξίν-πασάς είχε παρα­δοθεί αιχμάλωτος με ολόκληρη τη φρουρά του και ο ελληνικός Στρατός, α­φού κατέλαβε την πόλη με την 7η Ελληνική Μεραρχία, προέλαυνε από τα δυτικά προς τα ανατολικά, βόρεια της Θεσσαλονίκης, για τη σταθεροποίη­ση του νικηφόρου αποτελέσματος.

Παράλληλα, το ελληνικό στρατηγείο, όταν πληροφορήθηκε την προ­σέγγιση των Βουλγάρων, ειδοποίησε εγγράφως το διοικητή της Μεραρχίας τους για την παράδοση των Τούρκων και της πόλεως. Όμως, οι Βούλγαροι, στις 27 Οκτωβρίου, εξακολούθησαν την προώθησή τους και ενώ καθ’όδόν έλαβαν και νέο έγγραφο του Ελληνικού Στρατηγείου, έταξαν το πυροβολι­κό τους και έβαλλαν κατά της Θεσσαλονίκης και των Τούρκων, που είχαν πλέον συνθηκολογήσει.

Σκοπός των Βουλγάρων ήταν να δημιουργήσουν την εντύπωση της από κοινού με τους Έλληνες καταλήψεως της πόλεως, αγνοώντας τις σχε­τικές ειδοποιήσεις και να επιτύχουν συγκυριαρχία. Όμως, η σθεναρή στά­ση της 7η Ελληνικής Μεραρχίας και της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτι­κής ηγεσίας γενικότερα, απέτρεψαν αυτό. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Θεσσαλονίκη αντιπροσώπευε για τους Βουλγάρους την προς τα νότια ο­λοκλήρωση της «Μεγάλης Βουλγαρίας».

Στις 19 Φεβρουάριου 1913 και ενώ διαρκούσε ο πόλεμος με την Τουρ­κία, έλαβε χώρα μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων η συμπλοκή στη Νιγρίτα. Το επεισόδιο διευθετήθηκε, πλην οι συμπλοκές δε σταμάτησαν. Η σπου­δαιότερη συμπλοκή σημειώθηκε από 10-17 Μαΐου στην περιοχή του Παγγαίου, που εξελίχτηκε σε πραγματική μάχη. Όλες αυτές σι συμπλοκές οφείλονταν στην τάση των Βουλγάρων να επεκτείνουν τα κατεχόμενα απ’ αυτούς εδάφη. Κατόπιν της διαλλακτικότητας της Ελληνικής Κυβερνήσεως, συμφωνήθηκε η χάραξη γραμμής διαχωρίσεως μεταξύ των ελληνι­κών και βουλγαρικών στρατευμάτων, η οποία όμως σε αρκετά σημεία δεν εφαρμόστηκε από βουλγαρικής πλευράς. Και εκτός από αυτά, πριν ακόμα υπογράφει η Συνθήκη Ειρήνης με την Τουρκία, οι Βούλγαροι συγκέντρω­ναν στρατεύματα έναντι των Ελλήνων και Σέρβων.

Ανάλογες τάσεις και προστριβές σημειώθηκαν και μεταξύ των Σέρβων και Βουλγάρων. Οι προϋποθέσεις στις οποίες είχε βασιστεί η Σερβοβουλ­γαρική Συνθήκη Φιλίας και Συμμαχίας του 1912, είχαν ριζικά μεταβληθεί. Ειδικότερα, η Σερβία αναγκάστηκε από τις Μ. Δυνάμεις, κατόπιν αξιώσεως της Αυστρίας για ανεξαρτητοποίηση της Αλβανίας, να αποσυρθεί από την Αλβανία και να στερηθεί της διεξόδου της προς την Αδριατική.

Εκτός όμως από αυτό, ενώ η Βουλγαρία είχε την υποχρέωση να συμπράξει με τους Σέρβους στην κοιλάδα του Αξιού κατά των Τούρκων, με δύναμη 100 χιλ. ανδρών, διέθεσε μόνο τη Μεραρχία Θεοδωρώφ και αυτή την ανάστρεψε προς τη Θεσσαλονίκη. Αντίθετα, η Σερβία, χωρίς να έχει υ­ποχρέωση, βοήθησε τη Βουλγαρία με δύναμη 50 χιλ. ανδρών και με τα με­γάλου διαμετρήματος πυροβόλα της για την κατάληψη της Αδριανουπόλεως. Επομένως, οι Σέρβοι αξίωναν τώρα να διατηρήσουν όλα (πλην της Αλβανίας) τα εδάφη που είχαν κατακτήσει, αναθεωρούμενης της Συνθήκης συμμαχίας, πράγμα που οι Βούλγαροι δεν αποδέχονταν.

Τέλος, η τότε βουλγαρική πολιτική, παραγνωρίζοντας το δίκαιο των άλ­λων Συμμάχων και ισχυριζόμενη ότι πρόσφερε τις περισσότερες δυνάμεις και θυσίες στον πόλεμο, αλλά και για λόγους γεωγραφικούς και εθνολογι­κούς, απαιτούσε να περιέλθει σ’ αυτήν ολόκληρη σχεδόν η Μακεδονία. Επρόκειτο για παράλογες αξιώσεις προσαρτήσεως περιοχών, όπως οι περιο­χές Σερρών και Δράμας, με το επιχείρημα της γειτνιάσεως προς τη Βουλ­γαρία. Το ίδιο αξιούσε και για την προσάρτηση του διαμερίσματος της Κα­στοριάς, με το επιχείρημα ότι εθνολογικά ήταν Βουλγαρικό, μολονότι αυ­τό βρίσκεται μακριά της Βουλγαρίας. Για τη Θεσσαλονίκη, λόγω της μεγα­λύτερης συμβολής των Βουλγάρων στον πόλεμο, παραγνώριζε την υπόψη πολιτική τους ακόμα και την αποφασιστική συμβολή του ελληνικού Στόλου στο Αιγαίο, η οποία απέτρεψε μεταφορές των Τούρκων από τη Μ. Ασία προς τη Θράκη – όπου το Βουλγαρικό Θέατρο Επιχειρήσεων.

Συνοψίζοντας, τα αίτια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου ανάγον­ται:

στις διεκδικήσεις των συμμάχων Κρατών του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας, για τη διανομή των απελευθε­ρωμένων από τους Τούρκους εδαφών της Βαλκανικής Χερσονήσου.

στην επεκτατική πολιτική της τότε Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η οποία απέβλεπε στην ενσωμάτωση ολόκληρης σχεδόν της Μακεδονίας, ουσιαστι­κά δηλαδή στην ανασύσταση της «Μεγάλης Βουλγαρίας της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου του 1878», σε βάρος της Ελλάδας και της Σερβίας.

στις επεμβάσεις των Μ. Δυνάμεων, για τη ρύθμιση των σχετικά με τη διανομή διαφορών, ανάλογα με τα απώτερα συμφέροντά τους στο χώρο της Βαλκανικής.

Επίσης, οι αφορμές του Β’ Βαλκανικού Πολέμου αποδίδονται στις προ­κλήσεις, στις προστριβές, στα μεθοριακά επεισόδια και, κυρίως, στις συμ­πλοκές μεταξύ των στρατών των τέως Συμμάχων, οι οποίες άρχισαν, ενώ διαρκούσε ακόμα ο πόλεμος κατά των Τούρκων και συνεχίστηκαν μέχρι την παραμονή του μεταξύ τους πολέμου.

Η Ελληνοσερβική Αμυντική Συμμαχία

Η Ελλάδα και η Σερβία δεν είχαν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ τους. Κοινό πρόβλημά τους ήταν οι παράλογες εδαφικές αξιώσεις της Βουλγα­ρίας σε βάρος τους. Και η αντιμετώπιση του προβλήματος καθιστούσε α­ναγκαίο το συνασπισμό τους εναντίον του ενδεχόμενου κοινού εχθρού. Η αιτία αυτής της συμμαχίας επέβαλε την πρόβλεψη και της τελευταίας λε­πτομέρειας, ώστε τίποτα να μη μείνει ακαθόριστο μεταξύ των νέων Συμμά­χων.

Η αμυντική συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας υπογράφηκε στη Θεσσαλο­νίκη στις 19 Μαΐου 1913. Με τη συνθήκη αυτήν και τη στρατιωτική σύμβα­ση συναπτόταν 1 θετής συμμαχία και καθοριζόταν η συνοριακή γραμμή με­ταξύ των δύο Κρατών, η οποία είναι και η υφιστάμενη σήμερα. Χαρακτηρι­στικό της συμμαχίας ήταν ότι έπρεπε να αποφευχθεί ο πόλεμος προς τη Βουλγαρία. Τα συμβαλλόμενα Κράτη έπρεπε από κοινού να αποκρούσουν κάθε απόπειρα εκ μέρους της Βουλγαρίας. Με βάση τη στρατιωτική σύμβαση, η Ελλάδα έπρεπε να έχει στρατό 90 χιλ. άνδρες μεταξύ Γουμενίτσας – Θεσσαλονίκης – Παγγαίου και το στόλο της έτοιμο στο Αιγαίο για δράση, ενώ η Σερβία στρατό 150 χιλ. άνδρες στις περιοχές Γευγελής – Βελεσσών – Κουμανόβου.

Στρατιωτική Κατάσταση Βουλγάρων

Από τους τρεις αντιπάλους, ο βουλγαρικός Στρατός ήταν ο ι­σχυρότερος. Διέθετε 350 χιλ. πεζούς, 720 πυροβόλα και 5.000 ιππείς. Κάθε μεραρχία του Βουλγαρικού Στρατού διέθετε 3 ταξιαρχίες Πεζικού, κάθε τα­ξιαρχία 2 συντάγματα και κάθε σύνταγμα 4 τάγματα. Συγ­κεντρώθηκε ως εξής:

1η Στρατιά (Στρατηγός Κουντίτσεφ), 2 μεραρχίες, Ταξιαρχία Ιππικού και 120 πυροβόλα, στην περιοχή Βιδινίου – Μπερκοβίτσας, για ενέργεια προς την κοιλάδα Τιμόκ.

2η Στρατιά (Στρατηγός Ιβανώφ), 2 μεραρχίες, 2 συντάγματα Πεζικού, σύντάγμα Ιππικού, 110 πυροβόλα, ιππαστί επί του Στρυμόνα ποτα­μού, από Γευγελή μέχρι την Ελευθερούπολη, για ενέργεια κα­τά του Ελληνικού Στρατού. Η διάταξη της 2ης Στρατιάς είχε ως εξής:

3η Μεραρχία Βαλκανίων: Στρατηγείο στο Κιλκίς, την 3η Ταξιαρχία στα υψώματα Πολυκάστρου (υψ. Καλλινόβου) και τη 2η Ταξιαρχία περί το Κιλκίς (σύνολο 16 τάγματα Πε­ζικού).

Την 1/10 Ταξιαρχία, ύψωμα Γερμανικό (Κλέπε) – Λαχανά (8 τάγματα).

Το 10 Σύνταγμα Ιππικού μεταξύ Γερμανικό – Κιλκίς.

Ταξιαρχία Δράμας, περιοχή Σωχού – Νιγρίτας (8 τάγματα).

Ταξιαρχία Σερρών, βόρεια πλευρά Παγγαίου όρους.

Η 11η Μεραρχία, περιοχή Ελευθερουπόλεως.

Άλλες μονάδες, κατά μήκος ακτών Αιγαίου.

Στρατηγείο 2ης Στρατιάς, στις Σέρρες.

3η Στρατιά (Στρατηγός Δημήτριεφ), 3η,5η μεραρχίες Πεζικού, μεραρχία Ιππικού, 120 πυροβόλα, στην περιοχή Σλίβνιτσας για ενέργεια προς Πιρότ – Νύσσα.

4η Στρατιά (Στρατηγός Κοβάτσεφ), 4 μεραρχίες, σύνταγμα Ιππικού, 230 πυ­ροβόλα, στην περιοχή Κότσανα – Ραδοβίτσα – Στρώμνιτσα.

5η Στρατιά (Στρατηγός Τότσεφ), 3 μεραρχίες, σύνταγμα Ιππικού, 180 πυρο­βόλα, στην περιοχή Κιουστεντήλ.

Από τη συγκέντρωση αυτή φαίνεται ότι οι Βούλγαροι διέθεταν περισ­σότερες από το 1/2 των δυνάμεών τους σε δευτερεύουσες κατευθύνσεις και μακριά από τη Μακεδονία, η οποία ήταν και ο κρίσιμος χώρος των επι­χειρήσεων.

Στρατιωτική Κατάσταση Σέρβων

Ο σέρβικός Στρατός ανερχόταν σε 260 χιλ. πεζούς, 500 πυρο­βόλα και 3.000 ιππείς. Συγκεντρώθηκε ως εξής:

1η Στρατιά (διάδοχος Αλέξανδρος), 4 μεραρχίες, 24 Ίλες, 140 πυροβόλα, στην περιοχή Κουμανόβου.

2η Στρατιά (Στρατηγός Στεπάνοβιτς,), 2 μεραρχίες, 95 πυροβόλα, στην περιοχή Πιρότ.

3η Στρατιά (Στρατηγός Γιάνοβιτς), 3 μεραρχίες, 7 Ίλες, 108 πυροβόλα, στην περιοχή Βελεσσών – Ιστίπ.

Εφεδρεία, μεραρχία Ιππικού και μεραρχία Πεζικού στα Σκόπια, 2 μεραρχίες στα αλβανικά σύνορα.

Από τη συγκέντρωση αυτή φαίνεται ότι οι Σέρβοι διέθεσαν τον όγκο των δυνάμεων τους στο τρίγωνο Εγκρί Παλάγκα – Κρίβολακ – Κουμάνοβο, προς διεκδικούμενες περιοχές και άφησαν τη 2η Στρατιά τους για κάλυψη των παλαιών τους συνόρων.

Στρατιωτική Κατάσταση Ελλήνων

Ο ελληνικός Στρατός ανερχόταν σε 100 χιλ. πεζούς, 1.000 ιπ­πείς και 180 πυροβόλα. Αρχιστράτηγος ήταν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος με επιτελάρχη το Συνταγματάρχη Δούσμανη. Αποτελέστηκε, αρχικά, από 8 με­ραρχίες και την ταξιαρχία Ιππικού, ενώ προς το τέλος του πολέμου συγκροτήθηκε και η 10Η Μεραρχία Πεζικού. Ο Στρατός συγκεντρώθηκε μεταξύ Στρυμόνα και Αξιού, από τα δεξιά προς τα αριστερά, ως εξής:

7η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Σωτήλης), από τις εκβολές του Στρυμόνα μέχρι τη λί­μνη Βόλβης.

1η Μεραρχία (Υποστράτηγος Μανουσογιαννάκης), μεταξύ των λιμνών Βόλβης και Λαγκαδά.

6η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Δελαγραμμάτικας), Λαγυνά – Λιτή – Ασβεστοχώρι.

4η Μεραρχία (Υποστράτηγος Μοσχόπουλος), Μελισοχώρι – Πουρνάρι.

5η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Γεννάδης), Φιλαδέλφια – Μ. Μεσημβρία – Ξηροχώρι.

3η Μεραρχία (Υποστράτηγος Δαμιανός), Αξιοχώρι – Αγιονέρι.

10η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Παρασκευόπουλος), Γουμένιτσα – Αξιούπολη.

2η Μεραρχία (Υποστράτηγος Καλλάρης), εφεδρεία – Θεσσαλονίκη.

Ταξιαρχία Ιππικού (Συνταγματάρχης Ζαχαρόπουλος), Σίνδο.

Κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής συγκεντρώσεως ήταν ότι όλες οι παραπάνω μεραρχίες είχαν απέναντι τους τη διασπαρμένη μεταξύ Αξιού και Στρυμόνα και εκείθεν, κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου, 2η βουλγαρι­κή Στρατιά, η οποία κατά την κρίσιμη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά, δε θα προλά­βει να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της.

Κράτη

Τάγματα

Πεζικό

Ιππικό

Πυροβόλα

Ελλάδα

74

100.000

1.000

180

Σερβία

199

260.000

3.000

500

Σύμμαχοι

273

360.000

4.000

680

Βουλγαρία

316

350.000

5.000

720

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Συγκριτικός Πίνακας Δυνάμεων.

Σχέδια Επιχειρήσεων Βουλγάρων

Το βουλγαρικό Γενικό Στρατηγείο δεν είχε εκπονήσει Σχέδιο Επιχειρήσεων. Ο Αρχιστράτηγος Σαβώφ, υπερτιμώντας τις ικανότητες του στρατού του και κατεχόμενος από τη σκέψη ότι ενδεχόμενη επέμβαση των Μ. Δυνάμεων θα σταματούσε τις επιχειρήσεις, θεώρησε σκόπιμη την τα­χεία και αιφνιδιαστική κατάληψη όσο το δυνατό περισσότερων από τα αμ­φισβητούμενα εδάφη, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό την 4η Στρατιά κατά των Σέρβων και τη 2η Στρατιά κατά των Ελλήνων. Η έλλειψη Σχεδίου Επιχειρήσεων, οι αντιφατικότητες του Γενικού Στρατηγείου και οι διαδοχικές του εντολές προς τη 2η Στρατιά, φαίνονται από τα εξής:

Το Γενικό Στρατηγείο, με την υπ’ αριθ. 23/13-6-1913 διαταγή του, καθόριζε τις θέ­σεις των στρατιών του για προέλαση, με την πιθανότητα ενάρξεως του πολέμου κατά Σερβίας και Ελλάδας. Για τη 2η Στρατιά περιλάμβανε τα εξής: «Η 2η Στρατιά μετά των κυρίων δυνάμεων της να παραταχθεί επί της γραμμής Κιλκίς – υψώματα 605 επί της ο­δού Σερρών – Ξυλοπόλεως (Λιγκοβάνης). Ο διοικητής της στρατιάς να φροντίσει για την εξασφάλιση της δεξιάς πτέρυγας προς τον ποταμό Αξιό. Τα μετόπισθεν αυτής θα εξασφαλισθούν υπό της 4ης Στρατιάς».

Στις 15-6-13, το Γενικό Στρατηγείο διέτασσε τη 2η Στρατιά: «πριν περατώσει τη συγκέντρωσή της να επιτεθεί δια του ενεργητικότερου τρόπου κατά του εχθρού στις Ελευθερές και Ηρακλείτσα. Η 4η Στρατιά θα επιτεθεί αύριο τη νύχτα εναντίον του προ αυτής Σερβικού Στρατού». Κατόπιν της διαταγής αυτής, η 2η Στρατιά κατέλαβε τη νύ­χτα 16/17-6-13 ολόκληρη την ανατολικά τον Στρυμόνα έκταση, ενώ είχαν συμπτυχτεί τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως.

Στις 17-6-13, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε νέες οδηγίες, με τις οποίες η 2η Στρα­τιά, μετά την κατάληψη της Ηρακλείτσας, έπρεπε να συγκεντρωθεί ως η διαταγή υπ’ αρ. 23/13-6-13, με ετοιμότητα επιθέσεως κατά της Θεσσαλονίκης.

Τις πρωινές ώρες της 18ης Ιουνίου 1913, το Γενικό Στρατηγείο διατάσσει τη 2η Στρατιά: «προ της κρίσιμης καταστάσεως της 4ης Στρατιάς έναντι των Σέρβων αναστείλατε πάσαν επιθετικήν επιχείρησιν». και στη συνέχεια: «να εγκατασταθή αμυντικώς προς κάλυψιν των κατευθύνσεων Σερρών-Σιδηροκάστρου και εξασφάλισιν συνδέ­σμου ματά της 4ης Στρατιάς στη Δοϊράνη». Κατόπιν αυτών, ο διοικητής της 2ης Στρα­τιάς αποφάσισε την αμυντική εγκατάσταση των δυνάμεών του στη γενική γραμμή υψώ­ματα Μεταμορφώσεως – Κιλκίς – Ξυλόπολη – Σωχός – Νιγρίτα.

Οι σχετικές διαταγές της αρπακτικής αυτής επιχειρήσεως απευθύνθη­καν μόνον προς τις 4η και 2η Στρατιές, ενώ η παράλειψη ενημερώσεως των λοιπών παραμένει ανεξήγητη. Αποδεικτικό γεγονός της παραλείψεως αυ­τής είναι το ότι ο διοικητής της 5ης Στρατιάς, όταν άκουσε τα πυροβόλα της επιτιθέμενης γειτονικής του 4ης Στρατιάς την 17-6-13, τηλεγράφησε στη Σόφια ζητώντας οδηγίες, επειδή φαινόταν σ’ αυτόν «ανεξήγητη η α­δράνεια της στρατιάς του ενώ συνάδελφοι εμάχοντο».

Σχέδια Επιχειρήσεων Σέρβων

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων του Σερβικού Γενικού Στρατηγείου είχε χαρακτήρα αμυντικό και ήταν προσαρμοσμένο στο πνεύμα της ελληνοσερβικής συμμαχίας και της στρατιωτικής συμβάσεως. Κύρια ιδέα ενέρ­γειας του σχεδίου αυτού ήταν η εξασφάλιση των εδαφών που θα κατα­κτούσαν αρχικά, με την απόκρουση των αρπακτικών ενεργειών των Βουλ­γάρων και, στη συνέχεια, με την ανάληψη γενικής αντεπιθέσεως κατ’ αυ­τών, από κοινού με τους Έλληνες.

Σχέδια Επιχειρήσεων Ελλήνων

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου άφηνε την πρωτοβουλία της Επιθέσεως στους Βουλγάρους, μετά την ο­ποία όμως θα αναλαμβανόταν αμέσως γενική αντεπίθεση εναντίον αυτών.

Ειδικότερα, το Γενικό Στρατηγείο κοινοποιεί στις 24 Μαΐου 1913 Δελ­τίο πληροφοριών προς τις μεραρχίες του, για τις έναντι της ελληνικής δια- τάξεως εχθρικές δυνάμεις και με εμπιστευτικές οδηγίες του καθόριζε ότι: «Η καλυτέρα ενέργεια του ελληνικού Στρατού θα ήταν η ταχεία ανάληψη της επιθέσεως και η διεύθυνση του όγκου των δυνάμεων είτε κατά της δε­ξιάς, είτε κατά της αριστερής πτέρυγας του εχθρού. Επειδή όμως για λό­γους πολιτικούς τούτο δεν είναι δυνατόν, εάν οι Βούλγαροι αρχίσουν πρώτοι την επίθεσή τους, αυτή θα αντιμετωπισθεί με αντεπιθέσεις καθ’ ε­νός των πλευρών τούτων». Πράγματι, οι Βούλγαροι θα αρχίσουν τη νύχτα της 16/17 Ιουνίου 1913 πρώτοι την επίθεση. Κατόπιν αυτού, από τις 19 Ιουνίου, ο Ελληνικός Στρατός θα αντιδράσει με το εξής Σχέδιο Επιθετικών Επιχειρήσεων:

Η 7η Μεραρχία, θα προελάσει προς τη Νιγρίτα και εκείθεν, αν κρινόταν υπ’ αυτής α­ναγκαίο, προς τη γέφυρα Στρυμωνικού, του Στρυμόνα ποταμού.

Η 1η Μεραρχία, προς Όσα – Νικόπολη και εκείθεν προς τη γραμμή Λαχανά – Ξυλόπολη.

Η 6η Μεραρχία, από Λιτή προς Άσσυρο – υψ. Γερμανικό.

Η 2η Μεραρχία, από Μελισσοχώρι δια Μονολόφου προς υψώματα ανατολικά της ποταμιάς.

Η 4η Μεραρχία, από Μονολόφου δια Γαλλικού – Κολχίδας προς υψώματα μεταξύ Πο­ταμιά – Κρηστώνη.

Η 5η Μεραρχία, από Ν. Φιλαδέλφεια – ανατολικά Πικρολίμνης – ύψ. 250 προς Κιλκίς.

Η 3η Μεραρχία, από υψ. 205 (βόρεια Βαθυλάκου) δια Γυναικοκάστρου προς Κιλκίς.

Η 10η Μεραρχία από Πολύκαστρο προς ύψ. Μεταμορφώσεως.

Η Ταξιαρχία Ιππικού από Χερσοτόπι προς Άγιο Γεώργιο, συνδέουσα ΙΙΙη και Χη ΜΠ.

Γενικό Στρατηγείο, θέση στο Μελισσοχώρι.

Επομένως αμφότεροι οι Σύμμαχοι, Σέρβοι και Έλληνες, αναγκάζονται λόγω της ακολουθούμενης αμυντικής πολιτικής να παραβλέψουν το στρατιωτι­κό συμφέρον, δηλαδή την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων, την επικαιρότητα των ενεργειών και τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου.

Τα Θέατρα Επιχειρήσεων

Το Θέατρο του Β’ Βαλκανικού πολέμου, περί το τέλος του πολέ­μου, είχε την εξής γεωγραφική περίμετρο: Αξιός-Μοράβας-παραδουνάβιος περιοχή Δουβρουτσάς-Τσατάλτζα-Παγγαίο όρος-περιοχή Θεσσαλονίκης.

Τα Θέατρα Επιχειρήσεων, που είχαν δημιουργηθεί, κάλυπταν τις ακόλουθες περιοχές:

το Ελληνοβουλγαρικό από τον Αξιό μέχρι την κοιλάδα του Νέστου ποταμού.

το Σερβοβουλγαρικό, από τη Γευ­γελή και προς τα βόρεια κατά μήκος της κοιλάδας του Αξιού μέχρι την πα­λαιό σερβοβουλγαρική μεθόριο.

το Ρουμανοβουλγαρικό, εκτεινόμε­νο στην παραδουνάβιο επαρχία της Δουβρουτσάς. Και τέταρτο, το Τουρκοβουλγαρικό, εκτεινόμενο στην Ανατολική Θράκη.

Γενικό χαρακτηριστικό των κύριων Θεάτρων Επιχειρήσεων (Ελληνοβουλγαρικό και Σερβοβουλγαρικό) είναι το ορεινό του εδάφους και η έλ­λειψη επαρκών συγκοινωνιών.

 Έναρξη του Πολέμου

Τη νύχτα της 16/17 Ιουνίου 1913, κατόπιν διαταγών του βουλγαρι­κού Γενικού Στρατηγείου, η 2η και 4η Στρατιές επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά των ελληνικών και σερβικών προκαλυπτικών τμημάτων στις περιοχές του Παγγαίου όρους και του Ιστίπ, χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου. Αυτό αποτέλεσε την τελευταία και κύρια αφορμή του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Τα παραπάνω τμήματα συμπτύχτηκαν χωρίς να προβάλουν αντίσταση ενώ, οι Σύμμαχοι, Έλληνες και Σέρβοι, από την επόμενη ανέλαβαν αντεπί­θεση.

Ελληνοβουλγαρικές Επιχειρήσεις Ιουνίου 1913

(Μάχες Κιλκίς – Λαχανά, Δοϊράνης, Κωστουρίνου, Σιδηροκάστρου, Προώ­θηση Ελληνικού Στρατού μέχρι την κοιλάδα Στρώμνιτσα).

Εκκαθάριση Θεσσαλονίκης. Στις 1500 της 17ης Ιουνίου δυνάμεις της 2η Μεραρχίας κύκλωσαν τις ευρισκόμενες στη Θεσσαλονίκη βουλγαρι­κές δυνάμεις (2 τάγματα) και έταξαν προθεσμία παραδόσεως τους μιας ώ­ρας. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας, άρχισε η διά των όπλων εκκαθάρι­ση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 0800 της 18ης Ιουνίου. Αιχμαλωτίστηκαν 19 αξιωματικοί, 1260 οπλίτες και 80 κομιτατζήδες. Στη συνέχεια η 2η Μεραρχία προωθήθηκε στην περιοχή Λιτή -Μελισσοχώρι.

Μάχη Κιλκίς – Λαχανά (19-21 Ιουνίου). Από τις 19 Ιουνίου άρχισαν οι ε­πιθετικές επιχειρήσεις του ελληνικού Στρατού προς τα βόρεια με 5 μεραρ­χίες (10η, 3η, 5η, 4η, 2η) και την Ταξιαρχία Ιππικού προς το Κιλκίς και δυτικότερα, και με 3 μεραρχίες (6η, 1η, 7η) προς Λαχανά – Νιγρίτα. Μετά από ορμητικές ε­πιθέσεις κατορθώθηκε η κατάληψη των ισχυρών τοποθεσιών Κιλκίς και Λα­χανά στις 21 Ιουνίου. Στις 19 Ιουνίου, μετά από σκληρό και αιματηρό αγώνα, οι ελληνικές μεραρχίες κα­τέλαβαν ολόκληρη την τοποθεσία των βουλγαρικών Προφυλακών, 3-6 χιλιόμετρα προ του Κιλκίς – Λαχανά. Στις 20 Ιουνίου, συνεχίζουν και λαμβάνουν στενή επαφή με την κύρια τοποθεσία άμυνας Κιλκίς – Λαχανά, με σοβαρές απώλειες, λόγω του αναπεπτα­μένου του εδάφους μπροστά από την κύρια γραμμή αντιστάσεως. Την ίδια ημέρα η 7η Μεραρχία απελευθερώνει τη Νιγρίτα. Τη νύχτα 20/21 Ιουνίου η 2η Μεραρχία κατά του Κιλκίς καταλαμβάνει την πρώτη σειρά των εχθρικών χαρακωμάτων και μέχρι τις 1000 της 21ης Ιουνίου τη δεύτερη και τρίτη σειρά χαρακωμάτων, διασπώντας την εχθρική ά­μυνα. Οι 1η και 6η Μεραρχίες κατά Λαχανά, μετά από συντονισμένη επίθεση στις 1500 της 21ης Ιουνίου διασπούν την εχθρική άμυνα και προωθούνται προς Ευαγγελίστρια – Κε­φαλοχώρι και υψ. 619, έναντι του Στρυμόνα. Ακολούθησε καταδίωξη των Βουλγάρων προς τα βόρεια, οι οποίοι, με την κάλυψη ισχυρών οπισθοφυλακών, υποχωρούσαν προς Δοϊράνη – Στρώμνιτσα – Πέτσοβο και προς Ρούπελ – Κρέσνα. Την καταδίωξη ανέλαβαν προς Δοϊράνη – Στρώμνιτσα οι 4η, 2η, 5η, 3η και 10 Μεραρχίες και η Ταξιαρχία Ιππικού και προς την κοιλάδα του Στρυμόνα οι 1η, 6η και 7η Μεραρχίες, ως Τμήμα Στρατιάς υπό τον Υποστράτηγο Μανουσογιαννάκη.

Τις επόμενες ημέρες, ο ελληνικός Στρατός διεξήγαγε τις νικηφόρες μάχες της Δοϊράνης (23 Ιουνίου), του Κωστουρίνου (25 Ιουνίου) και του Σι­δηροκάστρου (26 Ιουνίου). Αφού διάνοιξε με αυτές τις μάχες τις διαβάσεις των ορέων Κερκίνης – Αγγίστρου, προωθήθηκε στην κοιλάδα του Στρώμνιτσα ποταμού και δημιούργησε άμεση απειλή κατά των νώτων και των συγ­κοινωνιών της έναντι των Σέρβων 4ης Βουλγαρικής Στρατιάς.

Σερβοβουλγαρικές Επιχειρήσεις Ιουνίου 1913

(Μάχη Μπρεγκάλνιτσα)

Οι Βούλγαροι, αφού επιτέθηκαν κατά των Σέρβων με την 4η Στρα­τιά, κατέλαβαν μέχρι τη μεσημβρία της 17ης Ιουνίου το Ιστίπ και στη συνέ­χεια απειλούσαν αμέσως το Κριβολάκ. Κατόπιν αυτού, οι Σέρβοι αντέδρασαν με αντεπιθέσεις των 1ης και 3ης Στρατιών τους εντός της ίδιας ημέρας. Ενώ όμως η ενέργεια της 1ης Στρα­τιάς σημείωσε επιτυχία, αντίθετα η 3η Στρατιά όχι μόνο δεν ανακατέλαβε το Ιστίπ, αλλά υποχώρησε και από το Κριβολάκ.

Συνεχίζοντας, οι Σέρβοι, στις 23 Ιουνίου, κατέλαβαν τα Κότσανα. Ό­μως, η 3η Στρατιά τους απέτυχε στις επιθέσεις της. Ενισχυθηκε όμως και κατόπιν της απειλής που δημιουργήθηκε για τους Βουλγάρους από την προέλαση του ελληνικού Στρατού στην κοιλάδα του Στρώμνιτσα ποταμού, κατόρθωσε στις 26 Ιουνίου να προελάσει προς τα ανατολικά. Η 4η Βουλγα­ρική Στρατιά εξαναγκάστηκε σε υποχώρηση, και στις 2 Ιουλίου εγκαταστά­θηκε στην ορεινή τοποθεσία Ρούγεν – Τσάρεβο Σέλο. Παράλληλα οι Σέρβοι κατεύθυναν μέρος των δυνάμεών τους προς τα βόρεια, όπου οι Βούλγαροι εκτόξευσαν αντεπιθέσεις αντιπερισπασμού προς Εγκρί – Παλάγκα.

Ελληνοβουλγαρικές Επιχειρήσεις στη Μέση Κοι­λάδα TOU Στρυμόνα (1 – 11 Ιουλίου – Μάχη στενωπού Κρέσνας).

Από τις αρχές Ιουλίου, ο ελληνικός Στρατός συνέχισε την προέλα­σή του προς τα βόρεια δια 3 παράλληλων φαλάγγων, ως εξής: Η αριστερή φάλαγγα (3η και 10η Μεραρχίες υπό τον Υποστράτηγο Δαμιανό) δια της κοιλάδας του Ζελένιτσα ποταμού προς Πέτσοβο – Τσάρεβο Σέλο. Η κεντρική κύρια φάλαγγα (6η, 4η, 2η, 1η, 5η Μεραρχίες) δια της κοιλάδας του Στρυμόνα ποτα­μού προς Κρέσνα – Τζουμαγιά. Η δεξιά φάλαγγα (7η Μεραρχία) δια Κάτω Νευροκόπι προς Άνω Νευροκόπι – Μαχωμία.

Η προέλαση αυτή οδήγησε στη μάχη της Κρέσνας (8-11 Ιουλίου), κα­τά την οποία η φάλαγγα του κέντρου αντιμετώπισε νικηφόρα οπισθοφυλα­κές της 2ης Βουλγαρικής Στρατιάς και κατέλαβε τη βόρεια έξοδο της στε­νωπού.

Ρουμανική και η Τουρκική Επέμβαση στον Πό­λεμο

Η Ρουμανία, διαβλέποντας τη βέβαιη ήττα της Βουλγαρίας, ζήτησε απ’ αυτήν την παραχώρηση της Δουβρουτσάς. Όμως, συνάντησε την άρνη­σή της και η Ρουμανία κήρυξε στις 27 Ιουνίου τον πόλεμο κατά της Βουλ­γαρίας, και εισέβαλε στο έδαφος της με 5 σώματα στρατού και 2 μεραρχίες Ιππικού. Στις 18 Ιουλίου, ημέρα υπογραφής της ανακωχής, ο ρουμανικός Στρατός είχε φτάσει, χωρίς αντίσταση, 30 χιλιόμετρα από τη Σόφια.

Η Τουρκία, επίσης, ενεργώντας και αυτή σύμφωνα με το πνεύμα της Ρουμανίας, επωφελείται της όλης σε βάρος της Βουλγαρίας καταστάσεως στα πεδία των μαχών και καταλαμβάνει, στις 9 Ιουλίου, την Αδριανούπολη.

Τελευταίες Επιχειρήσεις του Πολέμου.

Ο ελληνικός Στρατός μετά την κατάληψη της στενωπού Κρέσνας συνέχισε την προς τα βόρεια προέλασή του . Οι Βούλγαροι έχουν τώρα εγ­κατασταθεί στη γενική τοποθεσία Τσάρεβο Σέλο – Τζουμαγιά – Αρισβάνιτσα με την πρόθεση να αμυνθούν σ’ αυτή με κάθε θυσία ανακόπτοντας την προέλαση του ελληνικού Στρατού.

Μέχρι τις 14 Ιουλίου, ο ελληνικός Στρατός καταλαμβάνει το Πέτσοβο, το Σιμιτλή, το Άνω Νευροκόπι και το Πριντέλ Χάν και βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα βόρεια της στενωπού του Σιδηροκάστρου, εντός του βουλγαρι­κού εδάφους.

Οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι της αδράνειας των Σέρβων, συγκεν­τρώνουν δυνάμεις και στις 15 Ιουλίου εξαπολύουν αντεπίθεση κατά των δύο άκρων της Ελληνικής διατάξεως, προς Πέτσοβο και Μαχωμία, με επι­δίωξη να απειλήσουν τα νώτα και τις συγκοινωνίες της. Μέχρι της 17 Ιου­λίου διεξήχθηκαν σκληρές και πεισματώδεις μάχες. Στο δεξιό, η βουλγαρι­κή αντεπίθεση κατά της 7η Μεραρχίας αντιμετωπίστηκε ευχερώς. Στο αρι­στερό, αρχικά, οι Βούλγαροι υποχρέωσαν την 3Η Μεραρχία σε σύμπτυξη πε­ριορισμένου βάθους, τελικά όμως, αποκρούστηκαν με μεγάλες σε βάρος τους απώλειες.

Στο μεταξύ στις 26 Ιουνίου, άγημα του ελληνικού Στόλου απελευθέρω­σε την Καβάλα. Την 1η Ιουλίου τμήμα της 7η Μεραρχίας απελευθέρωσε τη Δράμα. Στις 6 Ιουλίου, αποβιβάστηκε στην Καβάλα, προερχόμενη από την Ήπειρο, η 8η Μεραρχία. Μονάδες της κινούνται και απελευθερώνουν στις 12 Ιουλίου την Ξάνθη και το Πόρτο Λάγο και στις 14 Ιουλίου την Κομοτηνή. Στον Έβρο φτάνουν μέχρι το Σουφλί, αφού απελευθερώθηκε και η Αλεξαν­δρούπολη από το Στόλο.

Ανακωχή και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου.

Στις 18 Ιουλίου 1913, μετά από αίτημα της Βουλγαρίας, υπογράφηκε ανακωχή μεταξύ των εμπολέμων. Τέλος, στις 28 Ιουλίου, υπογράφηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, θέτοντας και επίσημα τέρμα στο Β’ Βαλκανι­κό Πόλεμο. Από ελληνικής πλευράς παραβρέθηκε ο Πρωθυπουργός Ελευ­θέριος Βενιζέλος.

Με τη συνθήκη αυτήν, αναθεωρήθηκαν οι όροι της Συνθήκης του Λον­δίνου, της 17ης Μαΐου 1913, σε βάρος της ηττημένης Βουλγαρίας. Η τε­λευταία υποχρεώθηκε να εκχωρήσει στη Ρουμανία τη Δουβρουτσά, στην Τουρκία να επιστρέφει την Αδριανούπολη και τις Σαράντα Εκκλησίες και στη Σερβία να αποδεχτεί τις συνοριακές της απαιτήσεις. Τέλος, καθορίστη­κε όπως τα σύνορα Ελλάδας και Βουλγαρίας ακολουθήσουν την κορυφο­γραμμή όρος Κερκίνη – όρος Άγκιστρο – Τσολιάς – ύψ Περίβλεπτο – κάτω ρους Νέστου ποταμού.

Απώλειες και τα Λάφυρα του Ελληνικού Στρα­τού κατά τον Α’ και Β’ Βαλκανικό Πόλεμο.

Οι απώλειες του ελληνικού Στρατού στους δύο Βαλκανικούς Πολέ­μους έφτασαν τις 50.535 άνδρες, κατανεμόμενες ως εξής:

Α’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 139, οπλίτες 1.688. Τραυματίες, αξιωματικοί 261, οπλίτες 9.034, παγόπληκτοι (κυρίως στο μέ­τωπο Ηπείρου) 58Q.

Β’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 196, οπλίτες 2.397. Τραυματίες αξιωματικοί 429, οπλίτες 18.872.

Εξάλλου, από τον Ελληνικό Στρατό κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο πιάστηκαν 69.189 αιχμάλωτοι, από τους οποίους 1.501 αξιωματικοί. Επίσης, τα λάφυρα του έφτασαν τα 325 πυροβόλα, 81 πολυβόλα, 100.000 τυφέκια και παντοειδές υλικό. Κατά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, πιάστηκαν 5.330 αιχμάλωτοι και τα λάφυρα του ήταν 84 πυροβόλα, 9 πολυβόλα, 17.900 τυφέκια και άφθονο πολεμικό υλικό, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΙΣ/ΓΕΣ.

Διαπιστώσεις και Συμπεράσματα

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος προκλήθηκε από τη Βουλγαρία, με σκο­πό να αποσπάσει από τους αντιπάλους της, Έλληνες και Σέρβους, τα πε­ρισσότερα και ζωτικότερα εδαφικά τους κέρδη από τον Α’ Βαλκανικό Πόλε­μο. Επρόκειτο για μια ατυχή πολιτική της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η ο­ποία παρέβλεπε τα δίκαια συμφέροντα των πρώην Συμμάχων της και υποτιμούσε τη μαχητική ισχύ των στρατών τους.

Οι Βούλγαροι άρχισαν πρώτοι την επίθεση. Όταν όμως βρέθηκαν προ δύο αποφασιστικών αντιπάλων, οι οποίοι ανέλαβαν αμέσως αντεπίθε­ση, τότε το Γενικό Στρατηγείο τους διέταξε αναστολή των επιχειρήσεων. Η κατάσταση που επικρατούσε σ’ αυτό ήταν χαώδης. Αν και είχε την πρωτο­βουλία της επιθέσεως, δεν γνώριζε τι να πράξει[1]. Επομένως, ο πόλεμος αυτός δεν εκτιμήθηκε καλά σ’ όλες τις διαστάσεις του, ούτε προπαρασκευάστηκε με την πρέπουσα σοβαρότητα από βουλγαρικής πλευράς. Τα βασικά αυτά σφάλματα ήταν αδύνατο να θεραπευθούν κατά την εξέλιξη των επιχειρήσεων και, καθώς ήταν επόμενο, οδήγησαν τη Βουλγαρία στην ήττα.

Η αμυντική συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας, της 19ης Μαΐου 1913, για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής απειλής, δε στάθηκε ικανή να απο­τρέψει τον πόλεμο. Όμως, συνέβαλε στην άμεση και στην από κοινού αντι­μετώπιση της βουλγαρικής επιθέσεως. Η έλλειψη εξάλλου διασυμμαχικού ελληνοσερβικού στρατηγείου κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων οδήγησε σε ορισμένες ασυντόνιστες ενέργειες, κυρίως στις περιοχές του Στρώμνιτσα ποταμού και βόρεια απ’ αυτόν, όπου η σχετική αδράνεια των Σέρβων ε­πέτρεψε στους Βουλγάρους να στρέψουν εναντίον του ελληνικού Στρα­τού σημαντικές δυνάμεις και να καταστήσουν το έργο του δυσχερές.

Το ηθικό και το αγωνιστικό πνεύμα του ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 υπήρξε εξαίρετο από κάθε πλευ­ρά. Χάρη σ’ αυτά και στον απαράμιλλο πατριωτισμό του, αλλά και στον πό­θο του για την απελευθέρωση σκλαβωμένων αδελφών[2] αντιμετώπισε, με μεγάλες θυσίες αίματος, πεισματώδεις αντιπάλους και υπερνίκησε στερή­σεις, κακουχίες και αφάνταστες δυσχέρειες. Με αυτό τον πολυζήλευτο στρατό και την άξια πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του, η Ελλάδα μετέφε­ρε τα σύνορά της από τη Θεσσαλία και την Άρτα στο Νέστο, προσαρτώντας τις περιοχές της Μακεδονίας, της Ηπείρου και τα νησιά του Αιγαίου.

Τέλος, κορυφαία μάχη του Ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανι­κούς Πολέμους 1912-1913 ήταν εκείνη του Κιλκίς – Λαχανά, κατά την ο­ποία σημειώθηκε η αποθέωση της ορμής και της αυτοθυσίας αξιωματικών και οπλιτών του. πηγη θεματα στρατιοτικης ιστοριας


Επιχείρηση Κιμάς

 Επιχείρηση Κιμάς (αγγλικά: Operation Mincemeat) ονομάστηκε μια επιτυχημένη βρετανική επιχείρηση αποπροσανατολισμού κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που είχε ως αντικειμενικό σκοπό να πείσει τη γερμανική Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση της Βέρμαχτ (OKW, Oberkommando Wehrmacht) ότι οι Σύμμαχοι επρόκειτο να εισβάλλουν στη Σαρδηνία και την Ελλάδα αντί για τη Σικελία που ήταν ο πραγματικός τόπος της απόβασης. Σκοπός της επιχείρησης ήταν να τοποθετηθούν παραπλανητικά έγγραφα σε ένα πτώμα που θα ξεβραζόταν σε μια ακτή της Ισπανίας. Η επιχείρηση περιγράφτηκε σε βιβλίο και αργότερα έγινε ταινία με τον τίτλο The Man Who Never Was (ελληνική απόδοση «Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ»). Χαρακτηριζόμενη ως «σχέδιο μέσα στο σχέδιο» αποτελούσε τμήμα του γενικότερου σχεδίου εξαπάτησης των Γερμανών με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Μπέρκλεϊ»Προετοιμασία της επιχείρησης



Η αρχική ιδέα ανήκε στον σμηναγό Τσαρλς Κολμόλντλεϊ (Charles Cholmondeley) του τμήματος B1(a) της MI5. Ο Κολμόλντλεϊ συνέλαβε την ιδέα της ρίψης ενός πτώματος με αλεξίπτωτο (που θα είχε τάχα μισανοίξει) μαζί με έναν ασύρματο, μέσω του οποίο θα διαβιβάζονταν οι εσφαλμένες πληροφορίες στους Γερμανούς. Η πρόταση αυτή, σύμφωνα με τον ιστορικό Μπεν Μακιντάιρ (Ben Macintyre), προερχόταν από ένα υπόμνημα που είχε συντάξει το 1939 ο Σερ Ίαν Φλέμινγκ, μετέπειτα συγγραφέας των μυθιστορημάτων του Τζέιμς Μποντ.[5] Ο Φλέμινγκ με τη σειρά του υποστήριξε ότι την ιδέα είχε πάρει από ένα μυθιστόρημα της δεκαετίας του '30 του Μπέιζιλ Τόμσον (Basil Thomson). Όμως την ιδέα υιοθέτησε αργότερα η Επιτροπή των Είκοσι.

Σύμφωνα με την περιγραφή του πλωτάρχη του βρετανικού ναυτικού Γιούεν Μόνταγκιου (Ewen Montagu), που συμμετείχε στην Επιτροπή των Είκοσι και ήταν μέλος της αντικατασκοπείας, το αρχικό σχέδιο του Κολμόλντλεϊ μετατράπηκε σε ένα πιο πρακτικό σχήμα: Οι δυο μαζί, ο Μόνταγκιου και ο Κολμόλντλεϊ, τροποποίησαν και τελειοποίησαν το αρχικό σχέδιο. Αρχικά επανήλθε η ιδέα της ρίψης του πτώματος με αλεξίπτωτο, όπως είχε προτείνει ο Κολμόλντλεϊ. Επειδή όμως οι Γερμανοί γνώριζαν την πολιτική των συμμάχων για απαγόρευση μεταφοράς διαβαθμισμένων εγγράφων πάνω από εχθρικό έδαφος, προκρίθηκε η ιδέα της υποτιθέμενης πτώσης αεροσκάφους.[6] Αυτό θα εξηγούσε τόσο την πολυήμερη παραμονή του πτώματος στο νερό όσο και την ύπαρξη εγγράφων επάνω του. Το μόνο που έλειπε πλέον ήταν μια κωδική ονομασία για την επιχείρηση. Ο Μόνταγκιου την ονόμασε «Κιμάς» (Mincemeat), επειδή απλούστατα ο κωδικός είχε χρησιμοποιηθεί παλιά και ήταν και πάλι διαθέσιμος στη λίστα αναμονής.

Η γέννηση του ταγματάρχη Μάρτιν των Βασιλικών Πεζοναυτών

Ο Μόνταγκιου κατάφερε να βρει έναν διάσημο παθολόγο, τον Σερ Μπέρναρντ Σπίλσμπερι (Sir Bernard Spilsbury) και μαζί άρχισαν να αναζητούν το πτώμα που θα παρείχε τα εχέγγυα της επιτυχίας της επιχείρησης. Με διακριτικότητα εντόπισαν ένα πτώμα ανδρός 30 ετών που είχε πεθάνει σε νοσοκομείο του Λονδίνου από πνευμονία. Ενημερώθηκε η οικογένεια του, της ζητήθηκε η άδεια και της επισημάνθηκε η επιτακτική ανάγκη τήρησης κάθε μυστικότητας. Το πτώμα πλησίαζε πολύ τις προδιαγραφές της επιχείρησης χάρη στη σημαντική ποσότητα υγρού που βρίσκονταν στους πνεύμονές του. Η οικογένεια δέχτηκε, θέτοντας ως όρο να μην αποκαλυφθεί ποτέ η ταυτότητα του πτώματος.[7]

Το επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία μιας ψεύτικης ταυτότητας για τον νεκρό. Ονομάστηκε ταγματάρχης Ουίλλιαμ Μάρτιν (William Martin) του Σώματος των Βασιλικών Πεζοναυτών, γεννημένος στο Κάρντιφ (Cardiff) της Ουαλίας το 1907 και αποσπασμένος στο Γενικό Επιτελείο των Συνδυασμένων Επιχειρήσεων. Ο βαθμός του ταγματάρχη αντιστοιχούσε στην ηλικία του και ταυτόχρονα εξηγούσε την πιθανότητα να συνοδεύει έγγραφα τέτοιας σημασίας.

Για να γίνει η ιστορία ακόμα πιο πιστευτή του επινοήθηκε μια μνηστή, η Παμ (υπάλληλος της MI5 και γραμματέας του Μόνταγκιου), και του «δόθηκαν» φωτογραφίες της και ερωτικές της επιστολές. Του δόθηκαν επίσης μια αρμαθιά κλειδιά, ένα χρησιμοποιημένο εισιτήριο για ένα θεατρικό έργο πρόσφατα ανεβασμένο, ένα δικαιολογητικό διαμονής σε μια λονδρέζικη λέσχη, σπίρτα και άλλα μικροαντικείμενα. Του προμήθευσαν επίσης μια βεβαίωση για μια απολεσθείσα ταυτότητα, ένα ληγμένο δελτίο ελευθέρας διόδου για το Γενικό Επιτελείο (που τάχα είχε ξεχάσει να ανανεώσει) και μια αυστηρή επιστολή του διευθυντή ενός υποκαταστήματος της Lloyds Bank για έλλειμμα 17,19 λιρών από το λογαριασμό του. Αυτά τα τελευταία ενείχαν τον κίνδυνο να αναρωτηθεί η Άμπβερ πώς μπόρεσαν να εμπιστευθούν σε ένα τόσο άστατο άνθρωπο έγγραφα τέτοιας σημασίας. Όμως ο Μόνταγκιου υπολόγισε ότι οι Γερμανοί θα ενδιαφέρονταν για τις πληροφορίες αυτές ακόμα και αν τις υποψιάζονταν.

Υπήρχε ακόμα ο κίνδυνος τα έγγραφα να αποσπαστούν από το πτώμα και να φθάσουν ξεχωριστά. Γι' αυτό το λόγο προκρίθηκε ως λύση η επίδεση του χαρτοφύλακα στη ζώνη της καμπαρντίνας του «ταγματάρχη» με χειροπέδη (όχι στον καρπό του, καθώς κάτι τέτοιο δε συνηθιζόταν σε μεγάλης διάρκειας ταξίδια).

Όσο ο Μόνταγκιου και η ομάδα του έφτιαχναν τα αντικείμενα και την ταυτότητα, η υπόλοιπη ομάδα κατασκεύαζε τα έγγραφα. Αντικειμενικός σκοπός ήταν να πιστέψει ο εχθρός ότι η απόβαση θα γινόταν αλλού και όχι στη Σικελία. Προωθήθηκε η ιδέα ότι η απόβαση θα γινόταν στη Σαρδηνία ως προγεφύρωμα για την κατάληψη της Προβηγκίας και ότι αργότερα θα γινόταν απόβαση και στη νότια Ελλάδα. Προετοίμασε επίσης επιμελώς το χαρτοφύλακα του «ταγματάρχη» με τα πλαστά σχέδια των επιχειρήσεων (που μιλούσαν για τη Σαρδηνία και την Ελλάδα) χωρίς να ξεχάσει να βάλει και μια αυθεντικά ψευδή προσωπική επιστολή του ναυάρχου Σερ Άρτσιμπαλντ Νάι (Sir Archibald Nye) προς το διοικητή των δυνάμεων της Αλγερίας και Τυνησίας Σερ Χάρολντ Αλεξάντερ: Το περιεχόμενο της επιστολής ήταν ψευδές, η υπογραφή όμως του ναυάρχου στο τέλος της ήταν αυθεντική.[2] Σύμφωνα με αυτή ο αντικειμενικός στόχος ήταν η Σαρδηνία, ως αντιπερισπασμός από τις αμερικανικές δυνάμεις, και η κύρια απόβαση θα γινόταν από βρετανικά στρατεύματα στην Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στην Καλαμάτα.[1] Ταυτόχρονα ο στρατηγός Σερ Χένρι Μέτλαντ Ουίλσον (Sir Henry Maitland Wilson) θα ηγείτο του μετώπου της Ελλάδος (στο μέτωπο αυτό δόθηκε το όνομα Husky, το πραγματικό δηλαδή όνομα της επίθεσης στη Σικελία). Επιπλέον διευκρινιζόταν ότι θα έπρεπε να πιστέψουν οι Γερμανοί με κάθε τρόπο ότι η επίθεση θα γινόταν στη Σικελία. Με τον τρόπον αυτό οι Γερμανοί θα πίστευαν ότι θα είχαν να αντιμετωπίσουν μια ισχυρή δύναμη, ικανή να μάχεται σε δύο μέτωπα ταυτόχρονα και θα αναγκάζονταν να διασπείρουν τις δυνάμεις τους και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πολύ δύσκολη η επαναφορά τους στο πραγματικό σημείο της απόβασης.

Για να εξηγηθεί το ταξίδι του Μάρτιν στη Βόρειο Αφρική, ο Μόνταγκιου προμηθεύθηκε μια επιστολή του Λόρδου Λούις Μαουντμπάτεν, αρχηγού του Επιτελείου Συνδυασμένων Επιχειρήσεων, προς τον ναύαρχο Άντριου Κάνινγκαμ, αρχιστράτηγο των δυνάμεων της Μεσογείου. Στην επιστολή αυτή ο Μανουντμπατεν διέτασσε τον «ταγματάρχη Μάρτιν» να εκτελέσει αυτοψία των αμφιβίων επιχειρήσεων. Εξηγούσε επίσης στον Κάνινγκαμ ότι η επιστολή ήταν πολύ σημαντική για να ταξιδέψει με τους συνηθισμένους τρόπους, δικαιολογώντας έτσι την ανάγκη του Μάρτιν να ταξιδέψει με αεροσκάφος. Τέλος, η επιστολή διευκρίνιζε ότι η Σαρδηνία αποτελούσε τον πραγματικό στόχο της απόβασης.

Εκτέλεση της επιχείρησης

Το πτώμα του υποτιθέμενου ταγματάρχη Μάρτιν, ντυμένο με τη στολή των Βασιλικών Πεζοναυτών, τοποθετήθηκε σε ένα ατσάλινο κιβώτιο μαζί με ξηρό πάγο για τη διατήρησή του.[8] Ο Κολμόντλεϊ και ο Μόνταγκιου νοίκιασαν ένα αυτοκίνητο για να το μεταφέρουν στο Χόλι Λοχ (Holy Loch) στη Σκωτία. Εκεί φορτώθηκε στο υποβρύχιο HMS Seraph. Ο Μόνταγκιου μίλησε και συνεννοήθηκε με τον επικεφαλής των υποβρυχίων ναύαρχο Μπάρι (Barry). Ο Μπάρι υπέδειξε το υποβρύχιο Seraph, που την εποχή εκείνη ήταν διαθέσιμο. Επρόκειτο για μια σωστή επιλογή, δεδομένου ότι ο κυβερνήτης του, πλωτάρχης Νόρμαν Τζούελ (Norman L.A. (Bill) Jewell), και το πλήρωμά του είχαν προηγούμενη πείρα από ειδικές επιχειρήσεις.

Στις 19 Απριλίου του 1943 το Σέραφ απέπλευσε με πορεία ένα σημείο ανοιχτά της Χουέλβα (Huelva), στην ισπανική ακτή. Η επιλογή αυτή έγινε γιατί οι Βρετανοί γνώριζαν ότι η Ισπανία, παρά την ουδετερότητά της, διέκειτο φιλικά προς τις δυνάμεις του Άξονα. Έβριθε από πράκτορες της Άμπβερ, της γερμανικής κατασκοπείας, και έτσι οι πιθανότητες εντοπισμού του πτώματος ήσαν μεγαλύτερες. Οι Βρετανοί είχαν ήδη εντοπίσει στη Χουέλβα ένα Γερμανό πράκτορα με εξαιρετικές σχέσεις με τις ισπανικές αρχές.

Στις 04.30 της 30ής Απριλίου το Σέραφ αναδύθηκε και ο κυβερνήτης διέταξε να φέρουν το κιβώτιο στο κατάστρωμα. Προηγουμένως απευθύνθηκε στο πλήρωμα και εξήγησε ότι επρόκειτο να αφήσουν στη θάλασσα κάποια μετεωρολογική συσκευή. Στους αξιωματικούς όμως εξήγησε τη μυστική αποστολή. Ανοίχτηκε το κιβώτιο, φόρεσαν στον ταγματάρχη Μάρτιν ένα σωσίβιο και του κρέμασαν ένα χαρτοφύλακα με τα μυστικά σχέδια. Διαβάστηκε ο 39ος Ψαλμός -αν και αυτό δεν είχε προβλεφθεί από το σχέδιο- και το πτώμα ρίχτηκε στη θάλασσα για να το σύρει η φουσκοθαλασσιά προς την ακτή. Ο Τζούελ απέστειλε το μήνυμα προς την Επιτροπή: «ΚΙΜΑΣ ολοκληρώθηκε» («MINCEMEAT completed»).

Το πτώμα εντοπίστηκε στις 9:30 το πρωί από έναν ντόπιο ψαρά, τον Χοσέ Αντόνιο Ρέυ Μαρία. Η ανακάλυψη αναφέρθηκε στο τοπικό κλιμάκιο της γερμανικής αντικατασκοπείας, της οποίας ηγείτο ο Άντολφ Κλάους (Adolf Clauss), γιος του Γερμανού προξένου που δρούσε παριστάνοντας τον τεχνικό γεωργικής παραγωγής.

«Κιμάς φαγώθηκε ολάκερος»

Τρεις μέρες αργότερα η Επιτροπή των Είκοσι έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Βρετανό ναυτικό ακόλουθο στη Μαδρίτη. Σύμφωνα με αυτό, το πτώμα ενός ταγματάρχη Μάρτιν είχε ήδη παραδοθεί στον Βρετανό υποπρόξενο Φράνσις Χέιζελντεν και είχε ήδη γίνει η ταφή του στη Χουέλβα, στις 4 Μαΐου, με πλήρεις στρατιωτικές τιμές.

Οι ισπανικές αρχές πράγματι ειδοποίησαν τον Βρετανό υποπρόξενο της περιοχής Φράνσις Χέιζελντεν (Francis Haselden).[9] Παρουσία του ανοίχθηκε ο χαρτοφύλακας, ο οποίος περιείχε ένα διαβαθμισμένο στρατιωτικό φάκελο. Οι Ισπανοί πρότειναν στον Χέιζελντεν να πάρει τον χαρτοφύλακα, αλλά ο υποπρόξενος αρνήθηκε, αντιτείνοντας ότι όλα τα αντικείμενα του «ταγματάρχη Μάρτιν» έπρεπε να αποσταλούν μέσω της επίσημης υπηρεσιακής οδού στις βρετανικές αρχές. Αντίθετα, ειδοποίησε τον τοπικό ιατροδικαστή, προκειμένου να διαπιστωθεί η αιτία θανάτου του «ταγματάρχη». Ο ιατροδικαστής πιστοποίησε ότι ο άνδρας είχε πέσει στο νερό ζωντανός, δεν έφερε εκδορές ή αμυχές, είχε πεθάνει από πνιγμό και πρέπει να είχε παραμείνει στο νερό από τρεις έως πέντε ημέρες. Περαιτέρω εξετάσεις δεν έγιναν, γιατί ο παθολόγος βρήκε ένα ασημένιο σταυρουδάκι στο λαιμό του πτώματος και τον Άγιο Χριστόφορο στο πορτοφόλι του, συμπέρανε δε εξ αυτού ότι ο νεκρός ήταν Καθολικός και απέκλεισε έτσι κάθε περαιτέρω έρευνα. Τον σταυρό και τον Άγιο Χριστόφορο είχε προνοήσει να τοποθετήσει στο πτώμα η Επιτροπή των Είκοσι. Τις επόμενες ημέρες οι Βρετανοί κυριολεκτικά βομβάρδισαν τους Ισπανούς με μηνύματα, ζητώντας να μάθουν τι είχε απογίνει ο χαρτοφύλακας που μετέφερε ο «ταγματάρχης».

Παράλληλα ο Μόνταγκιου φρόντισε να περιλάβει το όνομα του ταγματάρχη Μάρτιν στην επόμενη επετηρίδα πεσόντων του βρετανικού στρατού και έτσι ένα μήνα αργότερα η αγγελία του θανάτου του δημοσιεύθηκε στους Τάιμς, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι Γερμανοί θα έλεγχαν την ταυτότητα του θύματος.[10] Παράλληλα τα ονόματα δύο πιλότων που είχαν όντως σκοτωθεί την ίδια μέρα σε κατάρριψη αεροσκάφους δημοσιεύτηκαν ταυτόχρονα, προσδίδοντας ακόμα περισσότερο κύρος στην όλη υπόθεση. Για να γίνει η ιστορία ακόμα πιο πιστευτή, απεστάλησαν επείγοντα τηλεγραφήματα στον ναυτικό ακόλουθο στη Μαδρίτη ζητώντας του να φροντίσει να περισωθούν τα διαβαθμισμένα έγγραφα χωρίς αυτό να γίνει αντιληπτό από τις ισπανικές αρχές. Τα έγγραφα επεστράφησαν στις 13 Μαΐου με την την ένδειξη «όλα ήσαν στη θέση τους».

Ο τοπικός πράκτορας της γερμανικής αντικατασκοπείας (της Άμπβερ [Abwehr]) κατάφερε με κάποια δυσκολία να προμηθευθεί τα επίμαχα έγγραφα: Ο Άντολφ Κλάους δεν άργησε να βρει έναν Ισπανό αξιωματικό πρόθυμο να συνεργαστεί μαζί του. Με τη βοήθειά του οι πράκτορες μπήκαν στο χώρο που φυλασσόταν ο φάκελος και χρησιμοποιώντας έναν λεπτό χαρτοκόπτη αποκόλλησαν μια πλευρά του φακέλου χωρίς να σπάσουν τις σφραγίδες του. Από το διάκενο έβγαλαν τα έγγραφα που περιείχε και έμειναν έκπληκτοι από το περιεχόμενο που αντίκρυσαν.[11] Όπως ήταν φυσικό, ενημέρωσαν σχετικά τα ανώτερα κλιμάκια με αποτέλεσμα η πληροφορία να φθάσει και στον ίδιο τον Χίτλερ στις 12 Μαΐου. Οι ληφθείσες φωτογραφίες απεστάλησαν στη γερμανική αντικατασκοπεία στο Βερολίνο, για μια προσεκτική εκτίμηση.

Πίσω στην Αγγλία τα επιστραφέντα έγγραφα εξετάστηκαν προσεκτικά και διαπιστώθηκε ότι ο φάκελος είχε ανοιχτεί και ξανακλειστεί. Η Ultra το επιβεβαίωσε και έτσι απεστάλη ένα τηλεγράφημα στον Ουίνστον Τσώρτσιλ που έγραφε «Κιμάς φαγώθηκε ολάκερος» («Mincemeat Swallowed Whole»). Το τηλεγράφημα εν συνεχεία προωθήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ταυτότητα του πτώματος

Ο τάφος στο κοιμητήριο Σολεδάδ της Χουέλβα φέρει το όνομα του ταγματάρχη Μάρτιν. Όταν η Επιχείρηση Κιμάς έγινε ευρέως γνωστή, τέθηκε και το εύλογο ερώτημα: σε ποιον ανήκε το πτώμα;

Πρώτη εκδοχή:

Το 1996 ο Ρότζερ Μόργκαν, ερασιτέχνης ιστορικός, παρουσίασε ενδείξεις για την ταυτότητα του Μάρτιν. Επρόκειτο για έναν αλκοολικό, αλήτη του δρόμου, ονομαζόμενο Glyndwr Michael που είχε πεθάνει από κατάποση ποντικοφάρμακου.

Δεύτερη εκδοχή: Η εκδοχή του πολεμικού πλοίου HMS Dasher.

Οι Τζων και Νορήν Στηλ (John και Noreen Steele) στο βιβλίο τους The Secrets of HMS Dasher υποστηρίζουν ότι το πτώμα ανήκε σε κάποιον ναύτη του HMS Dasher, που βυθίστηκε σε ατύχημα στις 27 Μαρτίου του 1943. Το πτώμα του Ουαλού ναύτη, που προμηθεύτηκαν τον Ιανουάριο 1943, θα είχε αποσυντεθεί σημαντικά, ακόμα και αν ήταν καλά κατεψυγμένο. Η απόλυτη κατάψυξη είχε αποκλειστεί γιατί θα επέφερε σημαντικές αλλοιώσεις στο πτώμα. Αλλιώς τι δουλειά είχε το υποβρύχιο HMS Seraph έξω από την ανατολική ακτή της Σκωτίας, ύστερα γύρω από τη βόρειά της ακτή, και τέλος η πορεία του για το Firth του Clyde; Κανονικά ο Μόνταγκιου θα έπρεπε να πάει στο Μπλάιθ όπου το Seraph βρίσκονταν στη δεξαμενή. Το πιθανότερο επομένως είναι ότι χρειαζόταν ένα ολόφρεσκο πτώμα. Γι' αυτό και το κιβώτιο που μετέφερε ο Μόνταγκιου στο Χόλυ Λοχ ήταν αδειανό.

Υποστηρίζουν λοιπόν οι παραπάνω συγγραφείς ότι το πτώμα ανήκε στον John «Jack» Melville, 37 ετών, ένα ναύτη που σκοτώθηκε όταν το HMS Dasher ανατινάχτηκε στη λιμνοθάλασσα του Κλάυντ.

Η ταυτότητα άλλωστε του Μέλβιλ ως του πραγματικού «ταγματάρχη Μάρτιν» αναγνωρίστηκε έμμεσα από το Βασιλικό Ναυτικό της Μεγάλης Βρετανίας όταν έγινε επιμνημόσυνη δέηση επί του περιπολικού HMS Dasher στα χωρικά ύδατα γύρω από μια βρετανική βάση της Κύπρου στις 8 Οκτωβρίου του 2004. Σύμφωνα με τον λόγο που εξεφώνησε ο αντιπλοίαρχος Μαρκ Χιλ (Mark Hill), διοικητής της μοίρας με βάση την Κύπρο:

Ο Τζων Μέλβιλ, έχοντας πλέον λάβει την ταυτότητα του ταγματάρχη Μάρτιν, θα ζει για πάντα μέσα από το κινηματογραφικό έργο The Man Who Never Was. Όμως σήμερα συγκεντρωθήκαμε εδώ για να τιμήσουμε τον Τζων Μέλβιλ ως άνθρωπο υπαρκτό.

Οι συνέπειες

Η γερμανική πλευρά τελικά εξαπατήθηκε. Ο Χίτλερ, την ίδια ημέρα που πληροφορήθηκε το περιεχόμενο των εγγράφων του «Μάρτιν», εξέδωσε μια διαταγή σύμφωνα με την οποία τα «μέτρα σχετικά με τη Σαρδηνία και την Πελοπόννησο θα έχουν άμεση προτεραιότητα απέναντι σε κάθε άλλο ανάλογο» (αν και οι πληροφορίες αυτές δεν έπεισαν απόλυτα κάποιους από τους στρατηγούς του). Αποκορύφωμα της παραπλάνησης αυτής αποτέλεσε η μεταφορά δύο θωρακισμένων μεραρχιών από το ανατολικό μέτωπο στην Ελλάδα[12]. ένα μόλις μήνα πριν τη μεγαλύτερη μάχη θωρακισμένων του πολέμου, τη μάχη του Κουρσκ.

Πράγματι, η λογική που είχαν αναπτύξει οι Βρετανοί στα πλαστά έγγραφα δεν ήταν έωλη: η Σαρδηνία μπορούσε άνετα να χρησιμοποιηθεί ως ορμητήριο τόσο προς Γαλλία όσο και προς Ιταλία, βρισκόταν και αυτή στη Μεσόγειο (αν και σε λιγότερο στρατηγικό σημείο), ενώ τα παράλια της νότιας Ελλάδας μπορούσαν να προσφέρουν βάσεις για τον βρετανικό στόλο και σημεία εξόρμησης συμμαχικών σκαφών προς τα ιδιαίτερα πολύτιμα για τη Ναζιστική Γερμανία πετρελαιοφόρα πεδία της Ρουμανίας και ιδιαίτερα το Πλοέστι.[1]

Το βασικό επίτευγμα ήταν ότι δεν ήταν πλέον απαραίτητο οι συμμαχικές ετοιμασίες να γίνονται εν κρυπτώ. Η παρακολούθησή τους από τις δυνάμεις του Άξονα δεν είχε καμία σημασία, εφόσον ήταν πλέον γνωστό προς τα πού θα κατευθύνονταν. Λίγο αργότερα, προς τις αρχές Ιουνίου 1943, η Σαρδηνία και η νότια Ιταλία άρχισαν να δέχονται σφοδρούς βομβαρδισμούς από συμμαχικά αεροσκάφη και στις 9 Ιουλίου 1943 οι Σύμμαχοι πραγματοποίησαν την «Επιχείρηση Χάσκι», την απόβαση στη Σικελία. Την ίδια ημέρα ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ εξέδωσε οδηγία σχετική με τα αμυντικά μέτρα στη Νοτιοδυτική Ευρώπη, αν και σε αυτή περιλάμβανε και το ενδεχόμενο οι Σύμμαχοι να αποβιβαστούν τελικά στη Σικελία.[13]

Τέχνη, λογοτεχνία

Ο διπλωμάτης Νταφ Κούπερ, ο οποίος είχε αναλάβει αρκετές μυστικές διπλωματικές αποστολές κατά τη διάρκεια του πολέμου, συνέγραψε το 1950 ένα μυθιστόρημα κατασκοπείας με τίτλο Operation Heartbreak. Σε αυτό ανέπτυσσε την ιδέα της «Επιχείρησης Κιμάς», χωρίς όμως να γνωρίζει εκ των προτέρων κάτι γι' αυτήν. Όπως ήταν φυσικό, όλοι οι εμπλεκόμενοι στην επιχείρηση άρχισαν τις συζητήσεις και στο βρετανικό τύπο άρχισαν να εμφανίζονται διάφορες ιστορίες χωρίς καμία πραγματική βάση. Στο σημείο αυτό η βρετανική αντικατασκοπεία θεώρησε ότι η καλύτερη απάντηση θα ήταν η κοινοποίηση της πραγματικής ιστορίας. Ο Γιούεν Μόνταγκιου κλήθηκε να γράψει το βιβλίο του A man who never was (ελλ. απόδοση «Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ») στο οποίο εξιστορούσε όλα τα πραγματικά γεγονότα. Το βιβλίο έγινε μπεστ-σέλερ σε πολύ σύντομο διάστημα και είχε ως συνέπεια τη δραματοποίησή του στον κινηματογράφο, το 1956, με τον ίδιο τίτλο. Στο σενάριο είχε συμβάλει και ο ίδιος ο Μόνταγκιου, η σκηνοθεσία ήταν του Ρόναλντ Νημ (Ronald Neame) και πρωταγωνιστούσαν οι Κλίφτον Γουέμπ, Γκλόρια Γκράχαμ, Στέφεν Μπόιν πηγη βικπαιδια


Η απελευθέρωση της Προύσας.

 🇬🇷⚔️ Σαν σήμερα, πριν από 106 χρόνια, στις 9 Ιουνίου 1920, οι σάλπιγγες του Ελληνικού Στρατού ηχούσαν νικηφόρα στα χώματα της Ιωνίας.Υπό τις διαταγές του αντιστρατήγου Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, άρχιζε η μεγάλη θερινή επίθεση που έμελλε να καταγράψει μία από τις λαμπρότερες σελίδες των ελληνικών όπλων. Οι ελληνικές μεραρχίες προχωρούσαν με ορμή και αυτοπεποίθηση. Το Ντερέκιοϊ, η Μεντεχώρα, η Φιλαδέλφεια, το Σόμα, το Μπαλικεσίρ, η Πάνορμος και τελικά η ιστορική Προύσα έβλεπαν τις γαλανόλευκες να κυματίζουν θριαμβευτικά. Το τουρκικό μέτωπο υποχωρούσε. Το ηθικό των αντιπάλων κατέρρεε. Το όνειρο έμοιαζε πιο κοντά από ποτέ.



Ήταν η στιγμή που ο ελληνισμός πίστεψε ότι η ιστορία δικαιωνόταν.Ήταν η στιγμή που η Μεγάλη Ιδέα έμοιαζε να παύει να είναι όραμα και να μετατρέπεται σε πραγματικότητα.Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Συνθήκη των Σεβρών φαινόταν να επισφραγίζει τον θρίαμβο. Η Ελλάδα βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος της. Από τη Θράκη έως τη Σμύρνη, το μέλλον έμοιαζε να ανήκει στο ελληνικό έθνος.


Και όμως, μέσα στον θρίαμβο κρυβόταν ήδη ο σπόρος της συμφοράς.Διότι η ιστορία είναι αμείλικτη απέναντι στα έθνη που συγχέουν τη νίκη στο πεδίο της μάχης με τη στρατηγική επικράτηση. Κάθε βήμα προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας απομάκρυνε τον ελληνικό στρατό από τις βάσεις του. Οι γραμμές ανεφοδιασμού επιμηκύνονταν επικίνδυνα. Οι δυνάμεις διασπείρονταν σε ένα αχανές μέτωπο. Οι επιτυχίες απαιτούσαν συνεχώς νέες επιτυχίες για να διατηρηθούν.


Πολλοί ιστορικοί και στρατιωτικοί αναλυτές υποστήριξαν αργότερα εκ του ασφαλούς ότι εκεί βρισκόταν το μεγάλο στρατηγικό λάθος. Ότι η Ελλάδα, αντί να εδραιώσει όσα είχε ήδη κερδίσει, επέλεξε να επεκτείνει ολοένα και περισσότερο το μέτωπο, αναζητώντας μια οριστική λύση στην καρδιά της Ανατολίας. Άλλοι θεώρησαν ότι η βαθιά προέλαση προς το εσωτερικό μετέτρεψε μια ισχυρή στρατιωτική θέση σε μια επικίνδυνη στρατηγική περιπέτεια.Η συζήτηση συνεχίζεται μέχρι σήμερα.Υπήρξε άραγε χαμένη ευκαιρία στον Σαγγάριο; Θα μπορούσε μια πιο αποφασιστική χρήση των διαθέσιμων δυνάμεων να συντρίψει τον αντίπαλο και να ανοίξει τον δρόμο προς την Άγκυρα; Ή μήπως η εκστρατεία είχε ήδη υπερβεί τα φυσικά και πολιτικά όρια που μπορούσε να αντέξει το ελληνικό κράτος;


Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι μια διαφορετική στρατηγική θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την καταστροφή. Ότι η διατήρηση ενός μικρότερου και πιο αμυντικά βιώσιμου χώρου ή η συγκέντρωση του εθνικού ενδιαφέροντος στην Ανατολική Θράκη και ίσως στην Κωνσταντινούπολη θα παρείχε στην Ελλάδα περισσότερες πιθανότητες μακροχρόνιας επιτυχίας. Κατά την άποψη αυτή, η Σμύρνη και η αχανής μικρασιατική ενδοχώρα αποτελούσαν ένα εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο να διατηρηθεί απέναντι σε έναν αντίπαλο που ανασυγκροτούνταν διαρκώς.Οι απαντήσεις ίσως να μη δοθούν ποτέ με βεβαιότητα.Το βέβαιο είναι ότι από εκείνον τον θριαμβευτικό Ιούνιο του 1920 έως τον τραγικό Σεπτέμβριο του 1922 μεσολάβησαν μόλις δύο χρόνια.


Δύο χρόνια που χώρισαν τον θρίαμβο από την μεγαλύτερη καταστροφή του Ελληνικού έθνους.Δύο χρόνια που χώρισαν τη βεβαιότητα από την προσφυγιά.Δύο χρόνια που χώρισαν το όνειρο από τον ξεριζωμό.Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν υπήρξε απλώς μια στρατιωτική ήττα. Υπήρξε το τέλος μιας παρουσίας αιώνων στις πατρογονικές εστίες της Ανατολής. Υπήρξε το δράμα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που άφησαν πίσω τους σπίτια, εκκλησίες, τάφους προγόνων και μια ιστορία που μετρούσε χιλιετίες.

Γι' αυτό η 9η Ιουνίου δεν είναι μόνο ημέρα μνήμης των μεγάλων νικών αλλά πολύ περισσότερο  ημέρα περισυλλογής.Μια σαφής υπενθύμιση ότι τα έθνη δεν κρίνονται μόνο από το θάρρος των στρατιωτών τους αλλά και από τη σοφία των αποφάσεών τους. Ότι η δόξα και η τραγωδία συχνά βαδίζουν δίπλα-δίπλα στην πορεία της ιστορίας.


Καπώς έτσι, μια μέρα σαν την σημερινή πριν από 106 χρόνια, άρχισε μια πορεία που φάνηκε να οδηγεί στην κορύφωση του ελληνικού ονείρου. Μα έμελλε τελικά να καταλήξει σε μία από τις μεγαλύτερες εθνικές τραγωδίες της νεότερης Ελλάδας  μια πορεία που ξεκίνησε με παιάνες νίκης και τελείωσε με τις φλόγες της Σμύρνης να φωτίζουν τον ουρανό του τέλους μιας ολόκληρης εποχής.🕯️🇬🇷


✍ Στυλ. Καβάζης

Η μέρα που ο Μέγας Αλέξανδρος εξοργίστηκε και πολέμησε μόνος του έναν στρατό, γράφει οΔημήτριος Αριστόπουλος

Μια τολμηρή εκστρατεία: Ο Αλέξανδρος και η βουτιά του στην τρέλα για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό.



Τον χειμώνα του 327 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος ξεκίνησε μια από τις πιο τολμηρές εκστρατείες της καριέρας του. Ήδη κυρίαρχος της Περσίας και μεγάλου μέρους του γνωστού κόσμου, έστρεψε το βλέμμα του στην Ινδία . Οι προηγούμενες κατακτήσεις του τον είχαν οδηγήσει στην άγρια ​​​​οροσειρά Ινδού Κους και στα βασίλεια ισχυρών ινδικών βασιλείων. Αφού νίκησε τον βασιλιά Πώρο στη Μάχη του Υδάσπη, ο στρατός του Αλεξάνδρου αντιμετώπισε ακόμη μεγαλύτερες προκλήσεις.


Φήμες κυκλοφορούσαν για την Αυτοκρατορία Νάντα , της οποίας το μέγεθος και η δύναμη ξεπερνούσαν κατά πολύ τον Πώρο. Ωστόσο, μήνες αδιάκοπων εκστρατειών και εβδομήντα ημέρες αδιάκοπης βροχής είχαν επηρεάσει αρνητικά. Το ηθικό κλονίστηκε και οι στρατιώτες στασίασαν στον ποταμό Μπέας. Ακόμα και η περίφημη φιλοδοξία του Αλεξάνδρου υποχώρησε στη λογική - σταμάτησε την ανατολική προέλασή του ανταποκρινόμενος στις εκκλήσεις τους.


Αλλά δεν έμεινε άπραγος για πολύ. Ενισχύσεις κατέφθασαν υπό τον Μέμνονα: έξι χιλιάδες ιππείς, επτά χιλιάδες πεζοί και είκοσι πέντε χιλιάδες πανοπλίες. Ο Αλέξανδρος συγχώνευσε αυτές τις δυνάμεις με τις δικές του και ξεκίνησε μια νότια πορεία κατά μήκος του ποταμού Υδάσπη. Σύντομα, έφτασε η πληροφορία για μια επικίνδυνη συμμαχία που σχηματιζόταν μεταξύ των Μαλλίων και των Οξυδρακών, δύο φυλών παραδοσιακά εχθρικών μεταξύ τους. Αποφασισμένος να επιτεθεί πριν προλάβουν να ενωθούν, ο Αλέξανδρος έτρεξε προς την περιοχή τους με ακρίβεια και επείγουσα ανάγκη.


Τα ποτάμια του Παντζάμπ αποδείχθηκαν επικίνδυνα. Ο στόλος του Αλεξάνδρου βασιζόταν σε ειδικά σχεδιασμένα πλοία που μπορούσαν να αποσυναρμολογηθούν και να μεταφερθούν δια ξηράς μεταξύ πλωτών οδών. Ωστόσο, η πλοήγηση στον Υδάσπη και τον Ακεσίνη ήταν επικίνδυνη. Πολεμικά πλοία προσάραξαν και διπλά κουπιά μπλέχτηκαν σε λάσπη και συντρίμμια. Ο Αλέξανδρος γλίτωσε οριακά την καταστροφή όταν ένα από τα πλοία του άρχισε να βυθίζεται. Παρόλα αυτά, παρά τους κινδύνους αυτούς, οι Μακεδόνες συνέχισαν - και τελικά έφτασαν στις φυλετικές περιοχές.


Οι πολλές μάχες για να φτάσουν στην κύρια πόλη των Μαλίων

Μόλις έφτασε στην περιοχή, ο Αλέξανδρος εξασφάλισε πρώτα τις γραμμές επικοινωνίας του. Ο στρατός χτύπησε τη φυλή Σιβέα στα δυτικά, η οποία σύμφωνα με πληροφορίες αριθμούσε σαράντα χιλιάδες άνδρες. Οι Μακεδόνες κατέστρεψαν την πόλη, έκαψαν τις καλλιέργειες, σκότωσαν τους άνδρες και υποδούλωσαν τις γυναίκες και τα παιδιά. Αυτή ήταν μια απότομη απόκλιση από τη συνήθη πολιτική ελέους του Αλεξάνδρου, αλλά η απόφαση ήταν πρακτική. Οι γραμμές ανεφοδιασμού του, που εκτείνονταν από τη Βαβυλώνα μέχρι το Παντζάμπ, δεν μπορούσαν να διακινδυνεύσουν επιθέσεις από εχθρικές φυλές. Κάθε νίκη έπρεπε να διασφαλίζει ότι ο στρατός θα μπορούσε να κινηθεί και να ανεφοδιαστεί με ασφάλεια.


Στη συνέχεια, ο Αλέξανδρος μοίρασε τις δυνάμεις του με ακρίβεια. Ηγήθηκε ο ίδιος ενός αποσπάσματος, ενώ ο Περδίκκας διοικούσε ένα άλλο. Οι μονάδες του Κρατερού, ενισχυμένες με επιπλέον στρατεύματα και ελέφαντες, κατείχαν καίριες θέσεις, και ο Νέαρχος έπλευσε μπροστά για να δημιουργήσει μια βάση στη συμβολή των Ακεσινών και της Υδραώτιδας, έτοιμος να αναχαιτίσει τυχόν φυγάδες Μαλλιών. Ο Ηφαιστίων βάδισε παράλληλα με τη φάλαγγα του Κρατερού, ενώ ο Πτολεμαίος Α΄ Σώτης ακολούθησε τον Αλέξανδρο για να αποτρέψει τυχόν εχθρούς από το να γλιστρήσουν βόρεια.


Η συμμαχία των Μαλλίων διαλύθηκε γρήγορα. Οι διαμάχες για την ηγεσία ανάγκασαν τις φυλές να υποχωρήσουν σε ξεχωριστά οχυρά, αφήνοντάς τες εκτεθειμένες. Ο Αλέξανδρος άδραξε την ευκαιρία, βαδίζοντας στην έρημο με ελάχιστη ανάπαυση—σαράντα πέντε μίλια σε μόλις είκοσι τέσσερις ώρες. Την αυγή, έφτασε κοντά στην Κοτ Καμάλια, αιφνιδιάζοντας τους Μαλλιανούς. Πολλοί πολεμιστές βρίσκονταν ακόμα έξω από την πόλη όταν οι Μακεδόνες χτύπησαν. Ο Αλέξανδρος ηγήθηκε προσωπικά του ιππικού, περικυκλώνοντας την πόλη και οδηγώντας τους εναπομείναντες μαχητές μέσα.


Όταν έφτασε το πεζικό, ο Αλέξανδρος διέταξε τον Περδίκκα να περικυκλώσει μια κοντινή πόλη χωρίς να ξεκινήσει πολιορκία, επιφυλακτικός μήπως η πρόωρη δράση ειδοποιήσει τους γειτονικούς οικισμούς. Προτιμώντας να ελέγχει προσωπικά κάθε εμπλοκή, ο Αλέξανδρος χρησιμοποίησε μεγάλες πολεμικές μηχανές, όπως τον επαναστατικό στρεπτικό καταπέλτη, για να κατακτήσει την πρώτη πόλη, εξοντώνοντας τη φρουρά των δύο χιλιάδων ανδρών. Οι επιζώντες από την πόλη που είχε ανατεθεί στον Περδίκκα καταδιώχθηκαν αδυσώπητα και εκτελέστηκαν.


Ο Μέγας Αλέξανδρος σκαρφαλώνει μόνος του τα τείχη

Οι Μακεδόνες σταμάτησαν μόνο για λίγο πριν συνεχίσουν. Στο Ατάρι, ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε μια βαριά οχυρωμένη ακρόπολη. Οι κάτοικοι, εξοικειωμένοι πλέον με τις τακτικές του, εγκατέλειψαν την εξωτερική πόλη και συγκέντρωσαν τις άμυνές τους μέσα στο οχυρό. Ο Αλέξανδρος ηγήθηκε πολιορκίας, φέρνοντας τη φάλαγγά του κοντά στα τείχη και υπονομεύοντας τις οχυρώσεις τους. Τελικά, η ακρόπολη πυρπολήθηκε και πέντε χιλιάδες υπερασπιστές χάθηκαν.


Μετά από μία ημέρα ανάπαυσης, ο Αλέξανδρος πλησίασε την κύρια πόλη των Μαλλών - πιθανώς τη σημερινή Μουλτάν. Αλλά οι Μαλλοί είχαν διασχίσει τον ποταμό για να τον συναντήσουν στη δυτική όχθη του Υδραώτη. Ο Αλέξανδρος έστειλε τους αξιωματικούς του Πείθωνα και Δημήτριο για να υποτάξουν τυχόν αντιστασιακά σημεία, ασφαλίζοντας εγκαταλελειμμένες πόλεις και συλλαμβάνοντας πρόσφυγες. Στη δυτική όχθη, οι Μαλλοί ετοιμάστηκαν για μάχη. Οι δυνάμεις τους φέρονται να αριθμούσαν πενήντα χιλιάδες, ωστόσο ο φόβος για τη φήμη του Αλεξάνδρου προκάλεσε δισταγμό. Το μακεδονικό ιππικό όρμησε πάνω από τον ποταμό, απωθώντας τον εχθρό πέντε μίλια πίσω πριν οι Μαλλοί τελικά πάρουν θέση.


Το ιππικό συγκρούστηκε σφοδρά, κυκλώνοντας τους Μαλλιανούς και χτυπώντας από τα πλευρά και τα νώτα. Το ελαφρύ πεζικό του Αλεξάνδρου σύντομα εντάχθηκε στη μάχη, καταρρίπτοντας το ηθικό του εχθρού και αναγκάζοντας τους επιζώντες να υποχωρήσουν στην πόλη. Ο στρατός σταμάτησε για λίγο, γνωρίζοντας ότι η τελική επίθεση στην ακρόπολη θα απαιτούσε κάθε ίχνος θάρρους.


Ήταν εδώ που η ιστορία απαθανατίζει την τολμηρή απερισκεψία του Αλεξάνδρου. Η ακρόπολη των Μαλλών ήταν τεράστια, με τείχη μήκους περίπου ενός μιλίου. Οι Μακεδόνες παραβίασαν μια πύλη και άρχισαν να υπονομεύουν τις εσωτερικές άμυνες. Ο Μέγας Αλέξανδρος, ανυπόμονος με τον αργό ρυθμό και καταβεβλημένος από την τρέλα, άρπαξε μια σκάλα, την ανέβηκε και όρμησε μόνος του εναντίον του εχθρού. Μόνο μια χούφτα στρατιωτών ακολούθησε - ο Αβρέας, ο Πευκέστας και ο Λεοννάτος, σύμφωνα με τον Αρριανό , αν και ο Πλούταρχος αναφέρει μόνο τον Πευκέστα και τον Λιμναίο. Δυστυχώς, ένας σύντροφος πέθανε όταν οι σκάλες κατέρρευσαν κάτω από τους πιεστικούς στρατιώτες.


Μόνος εναντίον όλων: Ο Μέγας Αλέξανδρος στο οχυρό των Μαλλίων

Οι Μαλλιανοί αναγνώρισαν αμέσως τον Αλέξανδρο. Τα βέλη έπεφταν καταπάνω του, όμως αρνήθηκε να υποχωρήσει. Οι άντρες του του φώναζαν να αναζητήσει ασφάλεια, αλλά, μέσα στην οργή της τρέλας του, ο Μέγας Αλέξανδρος εισέβαλε μόνος του στην εσωτερική ακρόπολη για να αντιμετωπίσει τον ηγέτη των Μαλλιανών και τον χτύπησε κάτω. Μέσα στο χάος, ένα βέλος διαπέρασε τον πνεύμονά του, παραλίγο να του δώσει τέλος στη ζωή. Εν τω μεταξύ, οι Μακεδόνες φοβόντουσαν για τον βασιλιά τους και ετοιμάζονταν να εξαπολύσουν βάναυση εκδίκηση εναντίον των υπερασπιστών.


Ο Αλέξανδρος μεταφέρθηκε γρήγορα πάνω σε μια ασπίδα σε μια κοντινή σκηνή. Ο κύριος στρατός του, που βρισκόταν ακόμη τέσσερις μέρες μακριά, τον πίστευε νεκρό. Οι πρώτες φήμες για την επιβίωσή του απορρίφθηκαν ως αδύνατες. Για να καθησυχάσει τα στρατεύματά του, ο Αλέξανδρος είχε εμφανιστεί πάνω σε μια βάρκα, ορατή σε όλους, και μόνο όταν άπλωσε το χέρι του συνειδητοποίησαν ότι ήταν ζωντανός.


Το βέλος παρέμεινε σφηνωμένο στο στήθος του. Η αφαίρεσή του ήταν επικίνδυνη, ωστόσο η άφησή του θα ήταν μοιραία. Τελικά, είτε ένας γιατρός είτε ένας έμπιστος σύντροφος έκοψε την πληγή και την αφαίρεσε, προκαλώντας έντονη αιμορραγία και παραλίγο να τον σκοτώσει ολοκληρωτικά. Οι αναφορές για το πώς αφαιρέθηκε το βέλος διαφέρουν. Ο ιστορικός Αρριανός σημειώνει ότι ορισμένες πηγές αποδίδουν τον Κριτόδημο, έναν γιατρό από την Κω, ενώ άλλες υποστηρίζουν ότι ο Περδίκκας χρησιμοποίησε το σπαθί του για να το αφαιρέσει, προκαλώντας τεράστια αιμορραγία. Ο Αλέξανδρος έχασε τις αισθήσεις του, ταλαντευόμενος μεταξύ ζωής και θανάτου για αρκετές ημέρες. Για μέρες, ο Αλέξανδρος ταλαντευόταν για άλλη μια φορά μεταξύ ζωής και θανάτου, με τη μοίρα του στρατού του να κρέμεται από μια κλωστή - το αποτέλεσμα της τρέλας του στην προσπάθειά του να χτυπήσει τους Μαλλούς.


Η πτώση της ακρόπολης

Τελικά, τα μακεδονικά στρατεύματα διέσπασαν την εκστρατεία. Παρά την κρίσιμη κατάστασή του, ο Αλέξανδρος συνέχισε να διευθύνει την εκστρατεία. Οι σύντροφοί του τον προειδοποίησαν για τον κίνδυνο, αλλά η επίθεση συνεχίστηκε. Τελικά, οι Μαλλοί υποτάχθηκαν, προσφέροντας φόρο υποτέλειας: τριακόσια άρματα τεσσάρων αλόγων, χίλιες ασπίδες, λιοντάρια και εκατό τάλαντα.


Οι Μακεδόνες εισέβαλαν στην ακρόπολη με συντριπτική δύναμη. Βλέποντας τον βασιλιά τους να αιμορραγεί και να βρίσκεται κοντά στον θάνατο, η οργή τους κατέκλυσε. Σφάξανε τους υπερασπιστές χωρίς έλεος, μετατρέποντας τη μάχη σε σφαγή. Ο φόβος και μόνο του θανάτου του Αλεξάνδρου απαιτούσε εκδίκηση. Μέσα στο χάος, οι στρατιώτες τον πήραν μακριά από τις μάχες. Η απώλεια αίματος τον άφησε σοβαρά εξασθενημένο και πολλοί πίστευαν ότι είχε ήδη πεθάνει.


Η εκστρατεία των Μαλλίων ανέδειξε τη στρατηγική ιδιοφυΐα, την εξαιρετική γενναιότητα και περιστασιακά την τρέλα του Αλεξάνδρου. Επέδειξε άριστη γνώση τόσο της ψυχολογίας όσο και της διοικητικής μέριμνας: οι γρήγορες πορείες των Μακεδόνων, μαζί με την έξυπνη χρήση των εσωτερικών γραμμών και τον ακριβή συντονισμό πολλαπλών δυνάμεων, δεν άφηναν στον εχθρό καμία ευκαιρία να ξεφύγει. Ταυτόχρονα, η προσωπική του τόλμη στα τείχη τρομοκράτησε τους αντιπάλους και ενέπνευσε τους στρατιώτες του. Η ζωή του παραλίγο να χαθεί εξαιτίας αυτής της απερισκεψίας, αλλά οι πράξεις του εξασφάλισαν υποταγή και φόρο τιμής.


Αυτή η εκστρατεία δείχνει τις ακραίες περιπτώσεις ηγεσίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο στρατός του κινήθηκε με αξιοσημείωτη ακρίβεια και ταχύτητα, εκτελώντας πολύπλοκες επιχειρήσεις σε ποτάμια, ερήμους και οχυρωμένες πόλεις. Ωστόσο, η καθοριστική στιγμή παραμένει το άλμα του Αλεξάνδρου στην ακρόπολη - μια μοναδική πράξη θάρρους μέσα στην τρέλα που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή.


Ευγένιος Αμαργιανιτάκης

Ανάλυση Θερμικών Φορτίων και Εφαρμογές Θερμοδυναμικής στον Σύγχρονο Κλιματισμό. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

Η διασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών εσωτερικού κλίματος αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στον τομέα των κτιριακών εγκαταστάσεων, καθώς συνδέεται άρρηκτα με την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η παρούσα εργασία εξετάζει σε βάθος τις θερμοδυναμικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία των συστημάτων κλιματισμού, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη φύση και τη διαχείριση της θερμικής ενέργειας. Στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον, ο κλιματισμός δεν αποτελεί πλέον πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα, γεγονός που καθιστά επιτακτική την κατανόηση των φυσικών μεγεθών που διαμορφώνουν το θερμικό περιβάλλον.

Στις ενότητες που ακολουθούν, αναλύεται η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ αισθητής και λανθάνουσας θερμότητας, καθώς και ο κρίσιμος ρόλος της υγρασίας στον υπολογισμό των φορτίων. Μέσα από μια δομημένη προσέγγιση που περιλαμβάνει θεωρητικούς ορισμούς, αναλυτικούς μαθηματικούς υπολογισμούς σε συγκεκριμένα δεδομένα χώρου και τεχνική αξιολόγηση πραγματικών παραδειγμάτων, επιδιώκεται η ανάδειξη της μεθοδολογίας που ακολουθείται για την ορθή διαστασιολόγηση και επιλογή ενός κλιματιστικού συστήματος. Η συνδυαστική μελέτη αυτών των παραγόντων αποδεικνύει ότι η επίτευξη της θερμικής άνεσης είναι μια πολυπαραμετρική διαδικασία που απαιτεί ακρίβεια, τεχνική γνώση και ολιστική θεώρηση των ενεργειακών αναγκών.

  

 Θεμελιώδεις Αρχές Θερμοδυναμικής και Θερμικά Φορτία στον Κλιματισμό.

Η τεχνολογία του κλιματισμού αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες του σύγχρονου μηχανολογικού σχεδιασμού, επηρεάζοντας άμεσα την ποιότητα ζωής, την παραγωγικότητα αλλά και την ενεργειακή κατανάλωση των κτιρίων. Παρά την κοινή αντίληψη ότι ο κλιματισμός αφορά απλώς την ψύξη ενός χώρου, η επιστημονική του βάση εδράζεται στις αρχές της θερμοδυναμικής και στη διαχείριση της ενέργειας. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η θερμότητα μεταφέρεται και μετασχηματίζεται είναι το πρώτο και κρισιμότερο βήμα για οποιαδήποτε ανάλυση κλιματιστικών συστημάτων.

Στην παρούσα ενότητα, θα εξεταστούν οι θεμελιώδεις έννοιες που διέπουν τη λειτουργία των συστημάτων αυτών. Ξεκινώντας από τον ορισμό της θερμότητας ως δυναμική ενέργεια, θα αναλύσουμε τις διαφορετικές μορφές με τις οποίες εμφανίζεται στον αέρα, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι μορφές συνδυάζονται για να διαμορφώσουν το συνολικό θερμικό φορτίο ενός χώρου. Η διάκριση μεταξύ αισθητής και λανθάνουσας θερμότητας δεν είναι μόνο θεωρητική, αλλά αποτελεί το «κλειδί» για τον σωστό υπολογισμό της ισχύος και της αποδοτικότητας κάθε σύγχρονης μονάδας κλιματισμού.

 

Η Έννοια της Θερμότητας στον Κλιματισμό.

Στο πεδίο της μηχανολογίας και του κλιματισμού, η θερμότητα δεν ορίζεται απλώς ως η αίσθηση του «ζεστού», αλλά ως μια δυναμική μορφή ενέργειας που βρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Σύμφωνα με τους νόμους της θερμοδυναμικής, η θερμότητα ρέει αυθόρμητα από ένα σώμα με υψηλή θερμοκρασία προς ένα σώμα με χαμηλότερη. Η βασική λειτουργία ενός κλιματιστικού συστήματος δεν είναι η παραγωγή «ψύχους» —έννοια που επιστημονικά δεν υφίσταται ως αυτόνομη οντότητα— αλλά η ενεργητική αφαίρεση της θερμικής ενέργειας από έναν εσωτερικό χώρο και η αποβολή της στο εξωτερικό περιβάλλον (Παγωνάρης, 2020:26).

Η μέτρηση αυτής της ενέργειας γίνεται συνήθως μέσω της μονάδας BTU (British Thermal Unit), η οποία ορίζεται ως η ποσότητα θερμότητας που απαιτείται για να μεταβληθεί η θερμοκρασία μιας λίβρας νερού κατά έναν βαθμό Φαρενάιτ. Αν και στο διεθνές σύστημα μονάδων χρησιμοποιούνται τα Watt (W) ή οι θερμίδες (cal), το BTU παραμένει η κυρίαρχη μονάδα στην αγορά του κλιματισμού για να περιγράψει την ισχύ μιας συσκευής. Η κατανόηση αυτών των μεγεθών είναι απαραίτητη για τον σωστό υπολογισμό της απόδοσης που απαιτείται σε κάθε κτίριο (Μπινιάρης, 2012:42-43).


Εικόνα 1. Τα BTU που είναι τα αρχικά της Βρετανικής μονάδας θερμότητας (British Thermal Unit) αφορούν την ισχύ του κάθε κλιματατιστικού, δηλαδή την ποσότητα ενέργειας που είτε απορροφά to κλιματιστικό σε λειτουργία ψύξης είτε παράγει σε λειτουργία θέρμανσης. Η επιλογή των BTU είναι πολύ σημαντική γιατί ένα μικρής ισχύος κλιματιστικό σε μεγάλο χώρο θα είναι ανεπαρκές και θα λειτουργεί συνέχεια με αποτέλεσμα την αύξηση της ηλεκτρικής κατανάλωσης, ενώ αν είναι μεγάλης ισχύος σε μικρό χώρο τότε και πάλι η λειτουργία του θα είναι μη αποδοτική μιας και δε θα μπορεί να αφυγράνει αποτελεσματικά τον χώρο. Ένας χοντρικός υπολογισμός για να υπολογίσουμε πόσα BTU χρειαζόμαστε είναι περίπου 750 BTU ανά τετραγωνικό μέτρο (για την ακρίβεια 250 BTU ανά κυβικό μέτρο δωματίου). Πηγή: https://patrikios.com.gr/btu-calculator/  (τελευταία επίσκεψη 22-03-2026)


Μια κρίσιμη διάκριση που πρέπει να γίνει στην τεχνική ανάλυση είναι αυτή μεταξύ της θερμότητας και του θερμικού φορτίου. Ενώ η θερμότητα είναι η ενέργεια που περιέχεται στον αέρα και τα αντικείμενα μιας στιγμής, το θερμικό φορτίο αντιπροσωπεύει το σύνολο της θερμικής ενέργειας που προστίθεται σε έναν χώρο ανά μονάδα χρόνου. Το φορτίο αυτό προκύπτει από εξωτερικές πηγές, όπως η ηλιακή ακτινοβολία που διαπερνά τα παράθυρα, αλλά και από εσωτερικές, όπως η λειτουργία ηλεκτρικών συσκευών, ο φωτισμός, ακόμη και η θερμότητα που εκλύει το ανθρώπινο σώμα. Ουσιαστικά, το θερμικό φορτίο είναι το «βάρος» που καλείται να σηκώσει το κλιματιστικό για να διατηρήσει τη θερμοκρασία σταθερή (Γεωργατζής, 2019:8-10).

 

 Η Έννοια της Αισθητής Θερμότητας

Η αισθητή θερμότητα ορίζεται ως η μορφή θερμικής ενέργειας η οποία, όταν προστίθεται ή αφαιρείται από ένα σώμα, προκαλεί άμεση και μετρήσιμη αλλαγή στη θερμοκρασία του, χωρίς όμως να μεταβάλλει τη φυσική του κατάσταση (π.χ. από υγρό σε αέριο). Ονομάζεται «αισθητή» ακριβώς επειδή η επίδρασή της γίνεται άμεσα αντιληπτή από τις αισθήσεις μας και μπορεί να καταγραφεί με ακρίβεια από ένα κοινό θερμόμετρο. Στο πλαίσιο ενός κλιματιζόμενου χώρου, η αισθητή θερμότητα είναι αυτή που ευθύνεται για τη ζέστη που νιώθουμε όταν ο αέρας του δωματίου θερμαίνεται από τον ήλιο ή τις ηλεκτρικές συσκευές (Κοτσίρης, 2005:28).

Το βασικό φυσικό μέγεθος που μεταβάλλεται κατά τη μεταφορά αισθητής θερμότητας είναι η θερμοκρασία, ενώ η πίεση και η μάζα του σώματος παραμένουν σταθερές. Εμφανίζεται κάθε φορά που υπάρχει διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ δύο σωμάτων ή μεταξύ ενός χώρου και του περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, όταν το κλιματιστικό φυσάει κρύο αέρα, αφαιρεί αισθητή θερμότητα από τον αέρα του δωματίου, χαμηλώνοντας τις ενδείξεις του θερμομέτρου (Ζευγαρίδης, 2013:14).


Εικόνα 2 Το διάγραμμα απεικονίζει τη διαδικασία μεταφοράς αισθητής θερμότητας σε έναν εσωτερικό χώρο μέσω λειτουργίας κλιματιστικού. Ο θερμός αέρας του δωματίου (π.χ. 28°C) εισέρχεται στο σύστημα και, μέσω της ψυκτικής λειτουργίας, αποβάλλεται μέρος της θερμικής του ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, η θερμοκρασία του αέρα μειώνεται (π.χ. στους 22°C), χωρίς να μεταβάλλεται η μάζα ή η πίεσή του. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «αισθητή θερμότητα», διότι η μεταβολή της γίνεται αντιληπτή μέσω της αλλαγής της θερμοκρασίας και καταγράφεται από θερμόμετρο. Η ροή θερμότητας πραγματοποιείται πάντοτε από το θερμότερο προς το ψυχρότερο μέσο, έως ότου επιτευχθεί θερμική ισορροπία. Πηγή: Fundamentals of Heat and Mass Transfer (Incropera, F.P. et al.)


Στην τεχνική βιβλιογραφία και στους υπολογισμούς των μηχανικών, η αισθητή θερμότητα συμβολίζεται με το γράμμα Qs (από τον αγγλικό όρο Sensible Heat). Η κατανόηση του μεγέθους αυτού είναι ζωτικής σημασίας για τη σωστή διαστασιολόγηση ενός κλιματιστικού, καθώς το σύστημα πρέπει να έχει την ικανότητα να απορροφά συγκεκριμένα ποσά Qs ώστε να διατηρεί τις συνθήκες άνεσης στα επιθυμητά επίπεδα, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες (Πουλιανός, 2014:44).

 

Η Λανθάνουσα Θερμότητα και ο Ρόλος της Υγρασίας στον Κλιματισμό.

Συνεχίζοντας την ανάλυση των θερμικών μεγεθών, η λανθάνουσα θερμότητα αποτελεί την πιο «αόρατη» αλλά εξίσου σημαντική μορφή ενέργειας στον κλιματισμό. Σε αντίθεση με την αισθητή, η λανθάνουσα θερμότητα ορίζεται ως η ενέργεια που απορροφάται ή αποβάλλεται από ένα σώμα κατά τη διάρκεια της αλλαγής της φυσικής του κατάστασης (φάσης), χωρίς να προκαλείται καμία μεταβολή στη θερμοκρασία του. Στον κλιματισμό, η μορφή αυτή σχετίζεται άμεσα με την υγρασία του αέρα, δηλαδή τη μετάβαση των υδρατμών σε υγρό νερό (συμπύκνωση) ή το αντίστροφο (Παγωνάρης, 2020:308 κ.ε.).

Εμφανίζεται κυρίως κατά τη διαδικασία της ψύξης και αφύγρανσης, όταν ο θερμός και υγρός αέρας του δωματίου έρχεται σε επαφή με το ψυχρό στοιχείο του κλιματιστικού. Σε εκείνο το σημείο, οι υδρατμοί του αέρα ψύχονται τόσο ώστε υγροποιούνται πάνω στις σερπαντίνες (το γνωστό νερό που τρέχει από το σωληνάκι της μονάδας). Το φυσικό μέγεθος που μεταβάλλεται εδώ δεν είναι η θερμοκρασία, αλλά η φυσική κατάσταση της ύλης και το περιεχόμενο της υγρασίας στον αέρα. Στην τεχνική ορολογία, η λανθάνουσα θερμότητα συμβολίζεται με το γράμμα QL (από το Latent Heat) (Γεωργατζής, 2019:19).


Εικόνα 3. Το διάγραμμα απεικονίζει τη διαδικασία μεταφοράς λανθάνουσας θερμότητας σε έναν εσωτερικό χώρο μέσω λειτουργίας κλιματιστικού. Ο αέρας του δωματίου, αν και έχει σταθερή θερμοκρασία (π.χ. 26°C), περιέχει υψηλό ποσοστό υγρασίας (π.χ. 70%), γεγονός που δημιουργεί αίσθημα δυσφορίας. Κατά τη διέλευση του αέρα από το κλιματιστικό, οι υδρατμοί ψύχονται και συμπυκνώνονται σε σταγόνες νερού, απομακρύνοντας έτσι λανθάνουσα θερμότητα από τον χώρο. Η διαδικασία αυτή δεν μεταβάλλει άμεσα τη θερμοκρασία, αλλά μειώνει την υγρασία (π.χ. στο 40%), βελτιώνοντας σημαντικά την αίσθηση άνεσης. Η ενέργεια που απαιτείται για τη συμπύκνωση των υδρατμών είναι σημαντική και αποτελεί βασικό μέρος της λειτουργίας του κλιματιστικού, πριν ακόμη επιτευχθεί αισθητή μείωση της θερμοκρασίας. Πηγή: Heat Transfer – αρχές λανθάνουσας θερμότητας και μεταφοράς μάζας.


Η λανθάνουσα θερμότητα δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από τον άνθρωπο ή από ένα κοινό θερμόμετρο, επειδή δεν προκαλεί άνοδο ή πτώση των βαθμών Κελσίου. Την αισθανόμαστε έμμεσα ως «βαριά ατμόσφαιρα» ή δυσφορία λόγω της υψηλής υγρασίας. Ένα κλιματιστικό πρέπει να «δαπανήσει» σημαντικό μέρος της ισχύος του μόνο και μόνο για να αφαιρέσει αυτή την ενέργεια (να συμπυκνώσει τους υδρατμούς), προτού καταφέρει να ρίξει την πραγματική θερμοκρασία του χώρου. Αυτός είναι και ο λόγος που η αφύγρανση είναι εξίσου σημαντική για την άνεση όσο και η ψύξη (Πίκουλας, 2005:6 κ.ε.).

 

 Η Έννοια της Ολικής Θερμότητας και η Μαθηματική της Έκφραση

Η ολική θερμότητα (Total Heat) αντιπροσωπεύει το συνολικό ποσό θερμικής ενέργειας που πρέπει να αφαιρεθεί από έναν χώρο για να επιτευχθούν οι επιθυμητές συνθήκες άνεσης. Στην πράξη, αποτελεί το συνδυασμό της ενέργειας που απαιτείται για τη μείωση της θερμοκρασίας του αέρα και της ενέργειας που απαιτείται για την απομάκρυνση της υγρασίας (αφύγρανση). Η ολική θερμότητα είναι το μέγεθος που καθορίζει την τελική ψυκτική ισχύ που πρέπει να διαθέτει ένα κλιματιστικό μηχάνημα, καθώς λαμβάνει υπόψη του το πλήρες θερμικό φορτίο του περιβάλλοντος (Αντίοχου, 2023:17-21).

Η σχέση μεταξύ αισθητής και λανθάνουσας θερμότητας είναι άρρηκτη και συμπληρωματική. Ενώ η αισθητή θερμότητα (Qs) σχετίζεται με την κίνηση των μορίων και την αλλαγή της θερμοκρασίας, η λανθάνουσα θερμότητα (QL) σχετίζεται με τη λανθάνουσα ενέργεια των υδρατμών. Σε ένα τυπικό σύστημα κλιματισμού, η ολική θερμότητα κατανέμεται σε αυτά τα δύο είδη. Για παράδειγμα, σε ένα κλίμα με πολλή υγρασία, το κλιματιστικό δαπανά μεγαλύτερο ποσοστό της ολικής του ισχύος ως λανθάνουσα θερμότητα για να «στεγνώσει» τον αέρα, ενώ σε ένα ξηρό κλίμα, η ισχύς του διοχετεύεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην αισθητή θερμότητα για την ψύξη του (Παγωνάρης, 2020:139).

Μαθηματικά, η σχέση αυτή εκφράζεται με έναν απλό αλλά θεμελιώδη τύπο, όπου η ολική θερμότητα συμβολίζεται συνήθως με το γράμμα Q_t (Total Heat). Ο τύπος είναι ο εξής: Qt = Qs + QL. Όπου: Qt: Ολική Θερμότητα (Total Heat), Qs: Αισθητή Θερμότητα (Sensible Heat) και QL: Λανθάνουσα Θερμότητα (Latent Heat) Αυτή η εξίσωση αποτελεί τη βάση για κάθε μελέτη κλιματισμού, καθώς επιτρέπει στους μηχανικούς να υπολογίσουν με ακρίβεια τις ανάγκες ενός κτιρίου, διασφαλίζοντας ότι το μηχάνημα θα μπορεί να ανταπεξέλθει τόσο στη ζέστη όσο και στην υγρασία (Γιαννακός, 2014:4-8).


Εικόνα 4. Το διάγραμμα παρουσιάζει την έννοια της ολικής θερμότητας (Qt) και τη θεμελιώδη σχέση της με την αισθητή (Qs) και τη λανθάνουσα θερμότητα (QL) σε ένα σύστημα κλιματισμού. Η ολική θερμότητα εκφράζει το συνολικό θερμικό φορτίο που πρέπει να αφαιρεθεί από έναν χώρο, ώστε να επιτευχθούν συνθήκες θερμικής άνεσης. Όπως φαίνεται, η ολική θερμότητα αποτελεί το άθροισμα δύο διακριτών αλλά αλληλένδετων μορφών ενέργειας: της αισθητής θερμότητας, που σχετίζεται με τη μείωση της θερμοκρασίας του αέρα, και της λανθάνουσας θερμότητας, που αφορά την απομάκρυνση της υγρασίας μέσω συμπύκνωσης των υδρατμών. Η εξίσωση Qt = Qs + QL αποτυπώνει μαθηματικά αυτή τη σχέση και αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των ψυκτικών φορτίων. Το διάγραμμα αναδεικνύει επίσης ότι η κατανομή της ολικής θερμότητας μεταβάλλεται ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες: σε ξηρά κλίματα, το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας κατευθύνεται στη μείωση της θερμοκρασίας (αισθητή θερμότητα), ενώ σε υγρά κλίματα, σημαντικό ποσοστό της ισχύος καταναλώνεται για αφύγρανση (λανθάνουσα θερμότητα). Η σωστή ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο παραμέτρων είναι καθοριστική για την αποτελεσματική λειτουργία ενός κλιματιστικού συστήματος και την επίτευξη άνετου εσωτερικού περιβάλλοντος. Πηγή: Thermodynamics – βασικές αρχές θερμότητας και ενέργειας


Συνοψίζοντας, η διαχείριση της ολικής θερμότητας (Qt) αποτελεί την ουσία της λειτουργίας κάθε κλιματιστικού συστήματος. Όπως είδαμε, η ικανότητα μιας μονάδας να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις μεταβολές της θερμοκρασίας (αισθητή θερμότητα) και στα επίπεδα της υγρασίας (λανθάνουσα θερμότητα) είναι αυτή που καθορίζει το επίπεδο της θερμικής άνεσης σε έναν εσωτερικό χώρο. Ο μαθηματικός τύπος Qt = Qs + QL δεν είναι απλώς μια θεωρητική εξίσωση, αλλά το εργαλείο που επιτρέπει στον τεχνικό και τον μηχανικό να μετατρέψει τις περιβαλλοντικές ανάγκες σε συγκεκριμένα μεγέθη ψυκτικής ισχύος. Έχοντας αποσαφηνίσει αυτές τις βασικές θερμοδυναμικές έννοιες, μπορούμε πλέον να προχωρήσουμε στην ανάλυση του μηχανικού εξοπλισμού και των ψυκτικών μέσων που αναλαμβάνουν τη διεκπεραίωση αυτού του έργου.

 

 Ποσοτική Ανάλυση Θερμικών Φορτίων και Υπολογισμός Ψυκτικών Αναγκών Χώρου

 

Μετά τη θεωρητική θεμελίωση των εννοιών της θερμότητας, η παρούσα ενότητα εστιάζει στην πρακτική εφαρμογή τους μέσω της επίλυσης ενός συγκεκριμένου τεχνικού προβλήματος. Σκοπός της ανάλυσης είναι η μετατροπή των γεωμετρικών και φυσικών χαρακτηριστικών ενός κλιματιζόμενου χώρου σε συγκεκριμένα ενεργειακά μεγέθη. Μέσα από τον προσδιορισμό της μάζας του αέρα και τον υπολογισμό των επιμέρους θερμικών μεταβολών, καθίσταται δυνατή η πλήρης κατανόηση των απαιτήσεων που καλείται να καλύψει μια κλιματιστική μονάδα, διασφαλίζοντας την ακρίβεια που απαιτεί μια σύγχρονη μηχανολογική μελέτη.

 

Υπολογισμός Μάζας Αέρα και Λανθάνουσας Θερμότητας Χώρου.

Στο συγκεκριμένο πρόβλημα, καλούμαστε να αναλύσουμε τα φυσικά χαρακτηριστικά ενός αέρα που καταλαμβάνει έναν όγκο 500 m3. Η διαδικασία χωρίζεται σε δύο βασικά στάδια: τον προσδιορισμό της μάζας του αέρα και τον υπολογισμό της ενέργειας που απαιτείται για τη μεταβολή της κατάστασής του (λανθάνουσα θερμότητα).

Ξεκινάμε με τον υπολογισμό της μάζας του αέρα. Για να βρούμε πόσα κιλά αέρα υπάρχουν μέσα στον χώρο, χρησιμοποιούμε τον όγκο (V) και τον ειδικό όγκο (v). Ο ειδικός όγκος μας δείχνει πόσο χώρο καταλαμβάνει ένα κιλό αέρα. Η μάζα προκύπτει από το πηλίκο του συνολικού όγκου προς τον ειδικό όγκο: m =V/v. Με αντικατάσταση των δεδομένων: m = 500m3/0,884(m3/kg), άρα => m 565,61kg. Ας το επεξηγήσουμε. Αυτό σημαίνει ότι στον συγκεκριμένο χώρο των 500 κυβικών μέτρων, περιέχονται περίπου 565,6 κιλά αέρα. Ο υπολογισμός της μάζας είναι απαραίτητος, καθώς η θερμότητα που απορροφάται ή εκλύεται εξαρτάται άμεσα από την ποσότητα της ύλης που κλιματίζουμε.

Εικόνα 5. Η λανθάνουσα θερμότητα (QL) εκφράζει την ενέργεια που απαιτείται για τη συμπύκνωση των υδρατμών και την απομάκρυνση της υγρασίας, χωρίς μεταβολή της θερμοκρασίας του αέρα. Ζευγαρίδης, Σ. (2013). Ψυκτικές Εγκαταστάσεις και Κλιματισμός. Αθήνα.


Ολοκληρώνοντας την υπολογιστική διαδικασία για τον χώρο των 500 m³, προκύπτει ότι η συνολική μάζα του εμπεριεχόμενου αέρα ανέρχεται σε 565,61 kg, μέγεθος που αποτελεί τη βάση για κάθε περαιτέρω θερμοδυναμική ανάλυση. Με δεδομένη την ειδική μεταβολή της λανθάνουσας ενθαλπίας στα 6 kJ/kg, η συνολική ενέργεια που σχετίζεται με τη διαχείριση της υγρασίας στον εν λόγω όγκο υπολογίζεται στα 3.393,66 kJ. Το αποτέλεσμα αυτό αναδεικνύει την πρακτική σημασία της λανθάνουσας θερμότητας, καθώς αντιπροσωπεύει το ενεργειακό «κόστος» που πρέπει να καταβάλει το κλιματιστικό σύστημα αποκλειστικά για τη μεταβολή της κατάστασης των υδρατμών, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αλλαγή στην αισθητή θερμοκρασία του δωματίου. Η ακριβής αυτή μέτρηση είναι καθοριστική για την επιλογή μιας μονάδας που θα μπορεί να διασφαλίσει όχι μόνο την ψύξη, αλλά και την απαραίτητη αφύγρανση του αέρα, προσφέροντας ένα υγιές και άνετο περιβάλλον (Κατσογέννας, Σεραφείμ; Λεοντίτσας, Γεώργιος, 2017:29-33).

 

2.2 Υπολογισμός της Λανθάνουσας Θερμότητας (QL).

Στη συνέχεια, θέλουμε να βρούμε τη λανθάνουσα θερμότητα που απαιτείται για μια συγκεκριμένη μεταβολή. Η μεταβολή αυτή μας δίνεται μέσω της ειδικής λανθάνουσας ενθαλπίας (ΔhL), η οποία εκφράζει την ενέργεια ανά μονάδα μάζας (kJ/kg). Ο τύπος που συνδέει τη μάζα με την ενέργεια είναι: QL = m · ΔhL. Με βάση τη μάζα που υπολογίσαμε προηγουμένως: QL = 565,6kg·6kJ/kg, => QL = 3.393,66kJ. Έτσι λοιπόν, η τιμή αυτή, 3.393,66 kJ, αντιπροσωπεύει τη συνολική ενέργεια που σχετίζεται με τη μεταβολή της υγρασίας στον αέρα του χώρου (λανθάνουσα μορφή). Όπως αναλύσαμε στο πρώτο θέμα, αυτή η ενέργεια δεν αλλάζει τη θερμοκρασία του αέρα, αλλά την «ποιότητά» του όσον αφορά το περιεχόμενο των υδρατμών (Χαβρεδάκης & Μολίνος-Προβιδακης, 2006:1).

Ολοκληρώνοντας την υπολογιστική διαδικασία για τον χώρο των 500 m³, προκύπτει ότι η συνολική μάζα του εμπεριεχόμενου αέρα ανέρχεται σε 565,61 kg, μέγεθος που αποτελεί τη βάση για κάθε περαιτέρω θερμοδυναμική ανάλυση. Με δεδομένη την ειδική μεταβολή της λανθάνουσας ενθαλπίας στα 6 kJ/kg, η συνολική ενέργεια που σχετίζεται με τη διαχείριση της υγρασίας στον εν λόγω όγκο υπολογίζεται στα 3.393,66 kJ. Το αποτέλεσμα αυτό αναδεικνύει την πρακτική σημασία της λανθάνουσας θερμότητας, καθώς αντιπροσωπεύει το ενεργειακό «κόστος» που πρέπει να καταβάλει το κλιματιστικό σύστημα αποκλειστικά για τη μεταβολή της κατάστασης των υδρατμών, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αλλαγή στην αισθητή θερμοκρασία του δωματίου. Η ακριβής αυτή μέτρηση είναι καθοριστική για τη σωστή διαστασιολόγηση της μονάδας, διασφαλίζοντας ότι το σύστημα θα μπορεί να ανταπεξέλθει αποτελεσματικά όχι μόνο στην ψύξη, αλλά και στην απαραίτητη αφύγρανση του αέρα για τη δημιουργία συνθηκών άνεσης (Παγωνάρης, 2020:151 κ.ε.).

Εικόνα 6. Η ειδική ενθαλπία εκφράζει το συνολικό θερμικό περιεχόμενο του αέρα, συνδυάζοντας την αισθητή και τη λανθάνουσα ενέργεια, και αποτελεί βασικό μέγεθος για την ανάλυση και τον υπολογισμό κλιματιστικών διεργασιών. Πηγή: Fundamentals of Heat and Mass Transfer


Η ολοκλήρωση της θερμοδυναμικής ανάλυσης για τον κλιματιζόμενο χώρο των 500 m³ αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της διαχείρισης του εσωτερικού κλίματος. Αρχικά, προσδιορίστηκε ότι η μάζα του αέρα που περιέχεται στον όγκο αυτό ανέρχεται σε 565,61 kg, μέγεθος που αποτελεί τον «φορέα» της θερμικής ενέργειας. Με βάση αυτή τη μάζα και τη μεταβολή της λανθάνουσας ενθαλπίας, υπολογίστηκε ότι απαιτούνται 3.393,66 kJ ενέργειας αποκλειστικά για τη διαδικασία της αφύγρανσης, επιβεβαιώνοντας ότι ένα σημαντικό μέρος της ισχύος ενός κλιματιστικού αναλώνεται στη διαχείριση των υδρατμών.

Το πλέον καθοριστικό εύρημα της μελέτης είναι ο Συντελεστής Αισθητής Θερμότητας (SHR), ο οποίος υπολογίστηκε στην τιμή 0,625. Το αποτέλεσμα αυτό υποδηλώνει ότι το 62,5% της συνολικής ψυκτικής ισχύος διατίθεται για την άμεση πτώση της θερμοκρασίας του χώρου, ενώ το υπόλοιπο 37,5% καταναλώνεται για την αφαίρεση της υγρασίας. Η τιμή αυτή φανερώνει έναν χώρο με ισορροπημένες ανάγκες, όπου η διατήρηση της θερμικής άνεσης εξαρτάται εξίσου από την ψύξη και την αποδοτική αφύγρανση. Συνολικά, οι παραπάνω υπολογισμοί επιτρέπουν την ακριβή επιλογή κλιματιστικής μονάδας, διασφαλίζοντας ότι το σύστημα θα καλύπτει το πλήρες θερμικό φορτίο, αποφεύγοντας φαινόμενα ανεπαρκούς ψύξης ή υπερβολικής υγρασίας στο εσωτερικό περιβάλλον (Μονωδομική, 2026).

Εικόνα 7. Είναι προφανές ότι η κατάσταση στην οποία ο χρήστης αισθάνεται θερμικά άνετα, έχει υποκειμενικό χαρακτήρα, διότι στο ίδιο περιβάλλον μπορεί ένα άτομο να εκφράζει την ικανοποίησή του με τις επικρατούσες θερμικές συνθήκες, ενώ κάποιο άλλο άτομο, με τις ίδιες συνθήκες να εκφράζει την δυσαρέσκειά του. Πηγή: Μονωδομική.

 

2.3 Υπολογισμός του Συντελεστή Αισθητής Θερμότητας (SHR)

Ο συντελεστής SHR είναι ένας αδιάστατος αριθμός που μας δείχνει τι ποσοστό της συνολικής ψυκτικής ενέργειας καταναλώνεται για τη μείωση της θερμοκρασίας (αισθητή ψύξη) και τι ποσοστό για την αφαίρεση της υγρασίας (λανθάνουσα ψύξη). Ο υπολογισμός του είναι κρίσιμος, καθώς επιτρέπει στον μηχανικό να επιλέξει μια μονάδα που ταιριάζει στις ιδιαίτερες ανάγκες του χώρου (Πουλιανός, 2014:98).

Για τον υπολογισμό του SHR, χρησιμοποιούμε τις μεταβολές της αισθητής ενθαλπίας (Δhs) και της λανθάνουσας ενθαλπίας (Δ hL). Ο μαθηματικός τύπος ορίζεται ως το πηλίκο της αισθητής μεταβολής προς τη συνολική μεταβολή (αισθητή + λανθάνουσα): SHR = Δ hs/(Δ hs + Δ hL) (Πουλιανός, 2014:98).

Με αντικατάσταση των δεδομένων της άσκησης (Δhs = 10 kJ/kg και DhL = 6 kJ/kg): Προχωρούμε αρχικάστον υπολογισμό του παρονομαστή (Συνολική Μεταβολή): 10kJ/kg + 6kJ/kg = 16kJ/kg. Και κατόπιν στη διαίρεση: SHR = 10(kg/kj)/16(kg/kj), => SHR = 0,625. Η τιμή 0,62562,5%) υποδηλώνει ότι από τη συνολική ενέργεια που διαχειρίζεται το κλιματιστικό, το 62,5% διατίθεται για την πτώση της θερμοκρασίας του αέρα (αισθητό φορτίο), ενώ το υπόλοιπο 37,5% καταναλώνεται για τη διαδικασία της αφύγρανσης (λανθάνουσα θερμότητα).

Εικόνα 8. Ο συντελεστής ειδικής θερμότητας (Cp) εκφράζει την ποσότητα θερμότητας που απαιτείται για να αυξηθεί η θερμοκρασία μιας μονάδας μάζας ενός υλικού κατά έναν βαθμό. Υλικά με χαμηλό Cp θερμαίνονται γρήγορα, ενώ υλικά με υψηλό Cp (όπως το νερό) θερμαίνονται πιο αργά. Πηγή: Ζευγαρίδης, Σ. (2013). Ψυκτικές Εγκαταστάσεις και Κλιματισμός. Αθήνα.


Στην πράξη, ένας τέτοιος συντελεστής είναι τυπικός για χώρους με μέτρια επίπεδα υγρασίας. Αν ο συντελεστής ήταν κοντά στο 1,0, θα σήμαινε ότι ο χώρος είναι πολύ ξηρός και σχεδόν όλη η ισχύς πηγαίνει στην ψύξη. Αντίθετα, ένας χαμηλός συντελεστής (π.χ. 0,5) θα μαρτυρούσε ένα περιβάλλον με πολύ υψηλή υγρασία, όπου η μονάδα θα έπρεπε να εργαστεί σκληρά για να "στεγνώσει" τον αέρα προτού καταφέρει να τον ψυχράνει αποτελεσματικά. Με βάση τις τιμές των ενθαλπιών, ο συντελεστής αισθητής θερμότητας υπολογίστηκε σε 0,625. Το αποτέλεσμα αυτό επιβεβαιώνει ότι η μονάδα λειτουργεί με μια ισορροπημένη κατανομή μεταξύ ψύξης και αφύγρανσης, διασφαλίζοντας τις κατάλληλες συνθήκες υγιεινής και άνεσης στον κλιματιζόμενο χώρο (Κατσογέννας, Σεραφείμ; Λεοντίτσας, Γεώργιος, 2017:46).

Η ολοκλήρωση της θερμοδυναμικής ανάλυσης για τον κλιματιζόμενο χώρο των 500 m³ αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της διαχείρισης του εσωτερικού κλίματος. Αρχικά, προσδιορίστηκε ότι η μάζα του αέρα που περιέχεται στον όγκο αυτό ανέρχεται σε 565,61 kg, μέγεθος που αποτελεί τον «φορέα» της θερμικής ενέργειας. Με βάση αυτή τη μάζα και τη μεταβολή της λανθάνουσας ενθαλπίας, υπολογίστηκε ότι απαιτούνται 3.393,66 kJ ενέργειας αποκλειστικά για τη διαδικασία της αφύγρανσης, επιβεβαιώνοντας ότι ένα σημαντικό μέρος της ισχύος ενός κλιματιστικού αναλώνεται στη διαχείριση των υδρατμών.

Το πλέον καθοριστικό εύρημα της μελέτης είναι ο Συντελεστής Αισθητής Θερμότητας (SHR), ο οποίος υπολογίστηκε στην τιμή 0,625. Το αποτέλεσμα αυτό υποδηλώνει ότι το 62,5% της συνολικής ψυκτικής ισχύος διατίθεται για την άμεση πτώση της θερμοκρασίας του χώρου, ενώ το υπόλοιπο 37,5% καταναλώνεται για την αφαίρεση της υγρασίας. Η τιμή αυτή φανερώνει έναν χώρο με ισορροπημένες ανάγκες, όπου η διατήρηση της θερμικής άνεσης εξαρτάται εξίσου από την ψύξη και την αποδοτική αφύγρανση. Συνολικά, οι παραπάνω υπολογισμοί επιτρέπουν την ακριβή επιλογή κλιματιστικής μονάδας, διασφαλίζοντας ότι το σύστημα θα καλύπτει το πλήρες θερμικό φορτίο, αποφεύγοντας φαινόμενα ανεπαρκούς ψύξης ή υπερβολικής υγρασίας στο εσωτερικό περιβάλλον (Κοτσίρης, 2005:13 κ.ε.).

Συμπερασματικά, η υπολογιστική διαδικασία που ακολουθήθηκε αποδεικνύει ότι ο σχεδιασμός ενός συστήματος κλιματισμού υπερβαίνει την απλή εκτίμηση της θερμοκρασίας. Η αλληλουχία των υπολογισμών —από τη μάζα του αέρα μέχρι τον συντελεστή SHR— παρέχει μια πλήρη εικόνα της ενεργειακής ταυτότητας του χώρου. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν τον απαραίτητο οδηγό για την επιλογή του κατάλληλου εξοπλισμού, καθώς επιτρέπουν στον τεχνικό να προβλέψει με ακρίβεια πώς το σύστημα θα διαχειριστεί το αισθητό και το λανθάνον φορτίο, εγγυρώμενο ένα τελικό αποτέλεσμα που συνδυάζει την ενεργειακή οικονομία με την ιδανική θερμική άνεση (Πετρόπουλος, 2010:46-48).

 

 

Η Σημασία του Διαχωρισμού Θερμικών Φορτίων στον Σχεδιασμό Συστημάτων Κλιματισμού

 

Ο διαχωρισμός μεταξύ αισθητής και λανθάνουσας θερμότητας δεν αποτελεί μια απλή θεωρητική άσκηση, αλλά τη θεμέλιο λίθο για την ορθή λειτουργία κάθε συστήματος κλιματισμού. Η σημασία αυτού του διαχωρισμού έγκειται στο γεγονός ότι οι δύο αυτές μορφές ενέργειας απαιτούν διαφορετική διαχείριση από το μηχάνημα. Ενώ η αισθητή θερμότητα αντιμετωπίζεται με τη μείωση της θερμοκρασίας του αέρα μέσω της ψυκτικής σερπαντίνας, η λανθάνουσα θερμότητα απαιτεί τη συμπύκνωση των υδρατμών. Εάν ένας σχεδιαστής αγνοήσει το λανθάνον φορτίο, το σύστημα μπορεί να επιτύχει την επιθυμητή θερμοκρασία (π.χ. 24°C), αλλά ο χώρος να παραμένει δυσάρεστος λόγω της υψηλής υγρασίας, δημιουργώντας ένα αίσθημα «κολλώδους» ζέστης (Παγωνάρης, 2020:243 κ.ε.).


Εικόνα 9. Η υγρασία είναι η παρουσία νερού υπό μορφή υδρατμού στον αέρα του περιβάλλοντος και αποτελεί αναπόφευκτο συστατικό του. Σε κανονικά επίπεδα (40%- 50%) είναι απαραίτητη για την σωστή λειτουργία του ανθρωπίνου σώματος. Πηγή: gethouse



Η υγρασία επηρεάζει καθοριστικά τη λειτουργία και την απόδοση του κλιματιστικού. Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο υγρασίας στον εισερχόμενο αέρα, τόσο μεγαλύτερο μέρος της ψυκτικής ισχύος καταναλώνεται για τη μετατροπή των υδρατμών σε υγρά σταγονίδια (συμπύκνωση). Αυτό σημαίνει ότι ο συμπιεστής εργάζεται εντατικά όχι για να «κρυώσει» το δωμάτιο, αλλά για να το «στεγνώσει». Επιπλέον, η υπερβολική υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε συγκέντρωση νερού στις σερπαντίνες και στους αεραγωγούς, αυξάνοντας τον κίνδυνο ανάπτυξης μούχλας και βακτηρίων, γεγονός που υποβαθμίζει την ποιότητα του εσωτερικού αέρα και την υγιεινή του χώρου (Πουλιανός, 2014:90). Προκειμένου να γίνει κατανοητή η επίδραση αυτών των φορτίων, ας εξετάσουμε δύο πρακτικά παραδείγματα από την καθημερινότητα:

Πρώτον σε μια κατοικία σε παραθαλάσσια περιοχή: Σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα, το λανθάνον φορτίο είναι εξαιρετικά υψηλό λόγω της ατμοσφαιρικής υγρασίας. Ένα κλιματιστικό σε αυτόν τον χώρο πρέπει να έχει υψηλή ικανότητα αφύγρανσης. Αν επιλεγεί μια μονάδα με πολύ υψηλό δείκτη SHR (που εστιάζει μόνο στην αισθητή ψύξη), το αποτέλεσμα θα είναι ένας χώρος κρύος αλλά με υγρασία 70-80%, συνθήκη που ευνοεί τη δυσφορία και τη φθορά των επίπλων.

Και δεύτερον σε μια αίθουσα διακομιστών (Server Room) σε γραφεία: Σε αντίθεση με την κατοικία, ένα Server Room έχει σχεδόν μηδενικό λανθάνον φορτίο, καθώς δεν υπάρχουν άνθρωποι που αναπνέουν ή άλλες πηγές υγρασίας. Το φορτίο είναι σχεδόν 100% αισθητό (θερμότητα από τα μηχανήματα). Σε αυτή την περίπτωση, απαιτείται ένα σύστημα «ακριβείας» (Close Control) που να εστιάζει αποκλειστικά στην απαγωγή της αισθητής θερμότητας, αποφεύγοντας την άσκοπη αφύγρανση που θα μπορούσε να προκαλέσει στατικό ηλεκτρισμό και βλάβες στον εξοπλισμό.

Συμπερασματικά, η κατανόηση της ισορροπίας μεταξύ αισθητής και λανθάνουσας θερμότητας επιτρέπει τη δημιουργία συστημάτων που δεν προσφέρουν μόνο την κατάλληλη θερμοκρασία, αλλά ένα συνολικά υγιές και ευχάριστο περιβάλλον διαβίωσης και εργασίας.

Συμπεράσματα:

Ολοκληρώνοντας την ανάλυση των θερμοδυναμικών παραμέτρων και των υπολογιστικών δεδομένων, καθίσταται σαφές ότι η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος κλιματισμού κρίνεται από την ικανότητά του να διαχειρίζεται το ολικό θερμικό φορτίο με τρόπο ισορροπημένο και στοχευμένο. Η θεωρητική προσέγγιση του πρώτου θέματος και η πρακτική εφαρμογή του δεύτερου ανέδειξαν ότι μεγέθη όπως η μάζα του αέρα και ο συντελεστής αισθητής θερμότητας (SHR) δεν είναι απλοί αριθμοί, αλλά τα εργαλεία που καθορίζουν την τελική κατανάλωση ενέργειας και την ποιότητα του αέρα. Η διαπίστωση ότι η λανθάνουσα θερμότητα μπορεί να καταλαμβάνει ένα σημαντικό ποσοστό της συνολικής ισχύος, όπως είδαμε στους υπολογισμούς του χώρου των 500 m³, υπογραμμίζει την ανάγκη για συστήματα που διαθέτουν προηγμένες δυνατότητες αφύγρανσης, ειδικά σε κλίματα με υψηλά επίπεδα υγρασίας.

Τέλος, η εξέταση των πραγματικών εφαρμογών στο τρίτο θέμα επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει μια ενιαία λύση για κάθε κτίριο. Η αντίθεση μεταξύ των αναγκών μιας παραθαλάσσιας κατοικίας και ενός Server Room αποδεικνύει ότι ο σωστός μηχανολογικός σχεδιασμός οφείλει να προσαρμόζεται στις ειδικές συνθήκες κάθε χρήσης. Η κατανόηση της σχέσης Qt=Qs+QL παραμένει η ασφαλής δικλείδα για την αποφυγή τεχνικών αστοχιών, όπως η υπερβολική ψύξη χωρίς αφύγρανση ή η άσκοπη δαπάνη ενέργειας. Συνολικά, η εργασία αναδεικνύει ότι ο σύγχρονος κλιματισμός είναι μια επιστήμη ακριβείας που, όταν εφαρμόζεται σωστά, μπορεί να προσφέρει το ιδανικό περιβάλλον διαβίωσης εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον σεβασμό προς τους ενεργειακούς πόρους του πλανήτη.

 

Βιβλιογραφία:

Αντίοχου, Γ. (2023). Μοντελοποίηση και προσομοίωση οργανικού κύκλου Rankine για την εκμετάλλευση θερμότητας χαμηλής θερμοκρασίας. Αθήνα: Ε.Μ.Π.

Γεωργατζής, Δ. (2019). Παραμετρική μελέτη εναλλάκτη αερίου σε περιβάλλον solidworks. Αθήνα: Ε.Μ.Π.

Γιαννακός, Ν. (2014). Αντλίες θερμότητας σε συστήματα θέρμανσης, σχεδιασμός-ενεργειακή αξιολόγηση. Θεσσαλονίκη: Α.Π.Θ.

Ζευγαρίδης, Α. (2013). Ψύξη οροφής με υλικά αλλαγής φάσης με χρήση λογισμικού Comsol Multiphysics. Αθήνα: Ε.Μ.Π.

Κατσογέννας, Σεραφείμ; Λεοντίτσας, Γεώργιος. (2017). Μελέτη θέρμανσης-ψύξης-αερισμού, σε Κ.Υ.Ε., σε σύγκριση εξοπλισμού προς εγκατάσταση. Πάτρα: Τ.Ε.Ι. Δυτικής Ελλάδας.

Κοτσίρης, Γ. (2005). Εξέταση και αξιολόγηση μοντέλων και πρότυπων για την εκτίμηση της Θερμικής Άνεσης σε κτίρια καθώς και λογισμικών εργαλείων εφαρμογής τους. Πάτρα: Ε.Α.Π.

Μονωδομική. (2026, Μάρτιος 22). Μονωδομική. Ανάκτηση από monodomiki.gr: https://www.monodomiki.gr/ell/blog-details/thermiki-anesi?srsltid=AfmBOoq9RZAhKgks6VnjyiIguuh5uTS4gQNhF9TGlboDQZNCpr6gphop

Μπινιάρης, Σ. (2012). Γεωθερμικές Αντλίες Θερμότητας: Η συμβολή τους στην εξοικονόμηση ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος. Αθήνα: Τεχνικές Εκδόσεις.

Παγωνάρης, Κ. (2020). Εφαρμοσμένη Θερμοδυναμική. Αθήνα: Ίδρυμα Ευγενιδου.

Πετρόπουλος, Κ. (2010). Βελτίωση της Απόδοσης του Διακρίσιμου Ψυ-κτικού Κύκλου του Διοξειδίου του Άνθρακα σε δύο στάδια εκτόνωσης, με χρήση δύο ejectors και ενδιάμεσου συμπιεστή. Αθήνα: Ε.Μ.Π.

Πίκουλας, Ε. (2005). Σχέσεις έντασης-διάρκειας-συχνότητας καύσωνα. Λάρισα: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Πουλιανός, Δ. (2014). Τεχνική Κατάρτιση Ψυκτικών. Αθήνα: Ι.Μ.Ε. Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.

Χαβρεδάκης, Β., & Μολίνος-Προβιδακης, Ι. (2006). Εργαστηριακές ασκήσεις φυσικοχημείας Α΄. Αθήνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

 


Β΄ Βαλκανικός πόλεμος (16 Ιουν-21 Ιουλίου 1913)

Τα Αίτια και οι Αφορμές του Πολέμου Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, διεξήχθηκε από τη Βουλγαρία εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Στην τελευταί...