Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944-1945, 1963, 1964-1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην επαναστατική κυβέρνηση του 1922. Υπήρξε φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας».


 Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε ως Γεώργιος Σταυρόπουλος στο Καλέντζι Αχαΐας το 1888 και ήταν το τρίτο παιδί του πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν σχολάρχης Πατρών. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β΄ Γυμνάσιο Πατρών, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. 

Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου. Σπούδασε νομική στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προσφωνώντας τον ως εκπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών  Από τους Γερμανούς καθηγητές του στο πανεπιστήμιο, αυτός που τον επηρέασε περισσότερο ήταν ο Χάινριχ Τρίπελ (Heinrich Triepel), ο οποίος πρωταγωνίστησε στην αμφισβήτηση του άκρατου θετικισμού και νομικισμού που επικρατούσε τότε στην γερμανική πολιτειολογία και θεωρία του κράτους, προτείνοντας αντίθετα μια περισσότερο κοινωνιολογική και πολιτική θεώρηση. 

Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ' όπου κινητοποίησε τους Βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική δεινότητα του νεαρού Παπανδρέου και τον διόρισε, το 1916, γενικό διευθυντή του πολιτικού γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη Λέσβου και Χίου. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε γενικός διευθυντής νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε το 1919 τον Ανδρέα Παπανδρέου. 

Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς φιλοβασιλικούς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου. O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Bενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε αλλά και με μία ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου. 

Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ως σταθερός υπέρμαχος της δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα.

 Κατά την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας Ελευθερία και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλλε απευθείας στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης η οποία προκάλεσε το ζωηρό ενδιαφέρον του Ουίνστον Τσώρτσιλ με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος»: Στις αρχές του 1944 αποφάσισε να συνταχθεί με τη βασιλική εξόριστη κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Στις 14 Απριλίου του 1944, περίπου ένα μήνα μετά τη δημιουργία της Πολιτικής Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, με αγγλικό πολεμικό αεροπλάνο έφτασε επειγόντως στο Κάιρο για σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας, και αντικατέστησε τον Σοφοκλή Βενιζέλο που είχε διαδεχθεί τον Εμμανουήλ Τσουδερό, κατά τη μετάβαση του τελευταίου στο Λονδίνο. Τότε, τον Μάιο του 1944, οργάνωσε το συνέδριο του Λιβάνου, στο οποίο και αποφασίστηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας με συμμετοχή όλων των πολιτικών παρατάξεων υπό την πρωθυπουργία του με σκοπό την εφαρμογή του «Εθνικού Συμβολαίου». 

Αργότερα όμως σημειώθηκαν προστριβές και διαφωνίες με τους εκπροσώπους του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου που αφορούσαν κυρίως τον έλεγχο του στρατού. Τότε προέβη σε ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό:

...«Εκφράζομεν την ευγνωμοσύνην μας προς την επιτροπήν των βουνών διότι εγκατέλειψεν, επιτέλους, τας υπεκφυγάς και τας προτάσεις και απεκάλυψε τους αληθινούς της σκοπούς. [...] Μας ζητούν να παραδώσωμεν την Ελλάδα: Αρνούμεθα [...] Η αποστολή μας είναι να εντάξωμεν τας οργανώσεις εις το Έθνος, όχι να υποτάξωμεν το Έθνος εις τας οργανώσεις...».

Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου επανήλθε -έπειτα από σύντομη παραμονή της κυβέρνησής του στην Ιταλία- ως ο «πρωθυπουργός της Απελευθερώσεως».  Ο Γ. Παπανδρέου απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης της βρετανικής κυβέρνησης, όσον αφορούσε στις επιδιώξεις τους για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Για το σκοπό αυτό, οι Άγγλοι υποχρέωσαν σε παραίτηση το Σοφοκλή Βενιζέλο από την ηγεσία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και στη θέση του, ο βασιλιάς Γεώργιος τοποθέτησε τον Παπανδρέου. 

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλιστα φερόταν αποφασισμένος να τον διατηρήσει στη θέση του πρωθυπουργού πάση θυσία ενώ και ο ίδιος ο Παπανδρέου απηύθυνε δραματική έκκληση προς τη βρετανική κυβέρνηση να αποστείλει στην Αθήνα ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ανάχωμα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ  Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσία της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. 

Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Ήταν υπό την προεδρία του που ο Σκόμπι εξέδωσε την ξαφνική διαταγή για αφοπλισμών μόνο των αριστερών οργανώσεων, διαταγή που αποτέλεσε τη θρυαλίδα των Δεκεμβριανών. Μετά τις μάχες των Δεκεμβριανών παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 1945. Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Ως επικεφαλής της κυβέρνησης, κατηγορήθηκε από το ΕΑΜ ότι έφερε την ευθύνη για το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς αρχικά έδωσε την άδεια για την πραγματοποίησή της και στη συνέχεια την ανακάλεσε σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε (τις οποίες αμφισβήτησε το ΕΑΜ) ότι η συγκέντρωση θα ήταν ένοπλη και θα αποσκοπούσε στην προετοιμασία έκρηξης κομμουνιστικού κινήματος. Ως επικεφαλής μάλιστα (πολιτικός προϊστάμενος) κάθε άλλης κυβερνητικής εξουσίας, έδωσε ρητή εντολή στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Άγγελο Έβερτ για την έναρξη του πυρός κατά των αόπλων διαδηλωτών. Ο Παπανδρέου κατηύθυνε τις ένοπλες συγκρούσεις σε συνεργασία με τους Βρετανούς πετυχαίνοντας την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων. 

Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950-1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές.

 Στις εκλογές του 1952 συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (ΕΔΑ) τα χρόνια 1958-1961. 

Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωσις Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών». Το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 1963 με ποσοστό 42,04%. Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της ΕΔΑ, που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης.

 Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. Ρύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, διπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Κυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, παραγκωνίζοντας τους ακροδεξιούς και τους παρακρατικούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η Ελλάδα χρειαζόταν όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο  Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα. Στις 20 Ιουλίου του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στο Λονδίνο. Την επομένη, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου σερ Άλεκ Ντάγκλας Χιουμ. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο άκαρπες.

 Ο Γ. Παπανδρέου απέρριψε και πάλι απευθείας διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες και συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό. Παράλληλα, πρότεινε τόσο η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), όσο και η αντίστοιχη τουρκική (ΤΟΥΡΔΥΚ) τεθούν υπό τον ΟΗΕ. στη δε Κυπριακή Δημοκρατία να επιτραπεί να οργανώσει τις αμυντικές της δυνάμεις και να αποφασίσει για το μέλλον της. Το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο και των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου και στο Παρίσι. Και στις δύο επισκέψεις του συνοδεύτηκε, εκτός από τον υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο, και από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Στο Παρίσι, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε στις 29 Ιουλίου 1964, προερχόμενος από τη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος λίγο πριν είχε ενημερωθεί εκ μέρους των ΗΠΑ από τον πρεσβευτή Μπόλεν για τις συνομιλίες του προέδρου Λίντον Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού. Ο Σαρλ ντε Γκωλ δεν πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδειξε πάντως ικανοποιημένος από τις συνομιλίες του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την επομένη. Συνομιλητές ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σταύρος Κωστόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Κουβ ντε Μιρβίλ. Στις 6 Ιανουαρίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. 

Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου ο Γ. Παπανδρέου είχε συνομιλίες με τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο στο Βελιγράδι. Η επίσκεψη επισκιάστηκε από απροσδόκητη δήλωση του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού Εξωτερικών ότι υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα. Κατά τη διακυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου προέκυψαν διαμάχες με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄, ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του παλατιού και αναμιγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος. Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ, εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα. 

Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό «μαστιγίου και καρότου» στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ' όλη τη βούληση για συμβιβασμό της ΕΚ, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το παλάτι αντέδρασε και θεώρησε ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από μεγάλη οξύτητα (προϊόν περισσότερο του ανένδοτου αγώνα και των ανακρίσεων για το σχέδιο Περικλής), ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. 

Η ΕΚ ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του Τύπου. Μέσα σ' αυτό το κλίμα ξέσπασε η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το «σχέδιο Περικλής» βρήκαν την πρόφαση για αντεπίθεση. Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγήκε εκτός ελέγχου. Το παλάτι προσπάθησε, στηριζόμενο στην υπόθεση «Ασπίδα», να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επανέλαβε τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τον Ιούλιο του 1965 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίες -παρά τη μετάβασή του στην Κέρκυρα με τον υπουργό του Νικόλαο Μπακόπουλο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της πριγκίπισσας Αλεξίας- δεν αποκαταστάθηκαν αφού ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να αναλάβει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση ήταν πλέον γεγονός Όταν έγινε η αποστασία, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποστάτησαν. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. 

Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1965 η νέα κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο κατάφερε να πάρει ισχνή ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ ο Παπανδρέου είχε κηρύξει τον δεύτερο «ανένδοτο» αγώνα. Το 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, στις 21 Απριλίου αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα και καθ' υπόδειξή τους την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κόλλιας. Η επταετής περίοδος που ακολούθησε έγινε γνωστή ως η χούντα των Συνταγματαρχών. Η δικτατορία βρήκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στη δύση του βίου του, ενώ τη σκυτάλη είχε παραλάβει πλέον ο γιος του, Ανδρέας. Ο Γ. Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί. Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε την πορεία του προς το μοιραίο στις 25 Οκτωβρίου του 1968 με την εκδήλωση βαριάς γαστρορραγίας. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Πέθανε στις 2.20 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μητροπόλεως, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. 

Κατά την άφιξη της σορού οι εκεί συγκεντρωμένοι νέοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, ενώ το σύνθημα «Παπανδρέου-Δημοκρατία» τάραξε την ησυχία που είχε επιβάλει η δικτατορία. Η αστυνομία διενέργησε λίγες συλλήψεις. Αντιλαμβανόμενο το καθεστώς ότι ιδίου περιεχομένου εκδηλώσεις, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, θα επαναλαμβάνονταν κατά την εκφορά, έδωσε την παραμονή στη δημοσιότητα ανακοίνωση της αστυνομίας με την οποία επιχειρήθηκε αποθάρρυνση των επίδοξων διαδηλωτών και τους προειδοποίησε ότι «αι αρμόδιαι αρχαί θα λάβουν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα προς αποτροπήν πάσης ασχημίας». Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, ξέσπασε στην Αθήνα η πρώτη μαζική διαδήλωση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Δύο ήταν τα κυρίαρχα συνθήματα: το κλασικό από τα γεγονότα του 1965 «Παπανδρέου-Δημοκρατία-114» και το «Τι τα κάνατε τα όχι μας». Με το σύνθημα αυτό, οι διαδηλωτές αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου για το νέο Σύνταγμα κατά το οποίο η στρατιωτική δικτατορία, με ανενδοίαστη νοθεία, κατόρθωσε να παρουσιάσει το συνηθισμένο για ολοκληρωτικά καθεστώτα ποσοστό του 92,2%. Η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 πολίτες .

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Ο γιος του, Γεώργιος, ετεροθαλής αδερφός του πρώην πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, απεβίωσε σε ηλικία 92 ετών στις 6 Αυγούστου 2020.

#ΓεώργιοςΠαπανδρέου

16/07/1054 Το μεγάλο Σχίσμα.

Πάνω στην Αγία Τράπεζα του ναού της Αγίας Σοφίας, κατά την διάρκεια τέλεσης της Θείας Λειτουργίας, αντιπρόσωποι του Πάπα Λέοντος Θ, με επικεφαλής τον Καρδινάλιο Ουμβέρτο, άφησαν στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριο, κείμενο αναθεματισμού σε βάρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. «Όστις αν τη πίστει και τη θυσία της Ρωμαϊκής και Αποστολικής Καθέδρας αντιλέγη, ανάθεμα έστω και μήτε λεγέσθω Ορθόδοξος αλλά λεγέσθω προζυμίτης και νέος Αντίχριστος». 



Ο Πάπας Λέων Θ΄ χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα βαριές εκφράσεις αναθεματίζει το Πατριάρχη Μιχαήλ και όσους τον ακολουθούν αποκαλώντας τους αιρετικούς, με τον χαρακτηρισμό του «προζυμίτη», που έδιναν οι Ρωμαιοκαθολικοί στους Ορθοδόξους λόγω της χρήσης προζυμιού στον άρτο της Θείας Ευχαριστίας. 

Λίγες μέρες αργότερα, ο πατριάρχης θα ανταποδόση τον αφορισμό. Η ενέργεια αυτή υπήρξε η αρχή του τέλους. 

Το μεγάλο σχίσμα είναι πλέον γεγονός και οι συνέπειές του θεολογικές, εκκλησιαστικές, πολιτικές και διπλωματικές συνεχίζουν να ταλανίζουν τις σχέσεις Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας.

Το σχίσμα ήταν το αποκύημα της πολιτικής αντιπαράθεσης αιώνων μεταξύ της Αγίας Ρωμαικης Αυτοκρατορίας (αρχικά των Καρολιδων και εν συνεχεια των Οθώνων), αφ´ ης στιγμής ο Καρλομαγνος σφετεριστηκε, σε συνεργασία με τον Παπα, το ρωμαϊκό imperium το 800 μ.Χ και της νομιμης κληρονόμου του ρωμαϊκού imperium, Ανατολικής Ρωμαικης Αυτοκρατορίας (Βυζαντινής).

Το εν λόγω σχίσμα οδήγησε στην οριστική απομάκρυνση των δυο εκκλησιών, στην επίθεση των καθολικών εις βάρος μας και εν τελει στην πρώτη άλωση του 1204 και την λατινοκρατια στην Ελλάδα, η οποία οδήγησε εν τοις πραγμασι στην άλωση από τους Οθωμανούς.


Σημείωση :

Α. Ο χάρτης δείχνει λανθασμενα την Ιερουσαλήμ στην σφαίρα επιρροής των δυτικών το 1054, ενώ το ορθό είναι από το 1095 και εντεύθεν.

Β. Ο χάρτης δείχνει επίσης λανθασμένα την Αλεξάνδρεια στη σφαίρα επιρροής  των δυτικών, κάτι που δεν συνέβη ποτέ.


KOMNHNOC

Στο Βυθό, του Μαξίμ Γκόρκι. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος. 

 Φίλες και φίλοι του θεάτρου, απόψε θα επιχειρήσω μια πρώτη επαφή, με τη δημιουργία του σπουδαίου Ρώσου λογοτέχνη Μαξίμ Γκόρκι. Θα σας παρουσιάσω το έργο του Στο Βυθό. Πρόκειται για το δεύτερο στη σειρά έργο του συγγραφέα μετά τους Μικροαστούς.


                                         

  Ο Βυθός ολοκληρώθηκε το 1902 και ανέβηκε το ίδιο έτος, την 18-12-1902, στο Θέατρο Τέχνης (το περίφημο θέατρο του Στανισλάφσκι) της Μόσχας, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίν Στανισλαφσκι, χωρίς ιδιαίτερη ταλαιπωρία από την τσαρική λογοκρισία.

  Πρόκειται για ένα έργο με το οποίο κλείνει η πρώτη φάση της δημιουργίας του Γκόρκι. Η επιτυχία του δεν είχε προηγούμενο. Ο Γκόρκι, με το Βυθό, θα κατακτήσει την παγκόσμια δραματολογία και θα μείνει ακόμη μέχρι σήμερα εκεί. Ο Βυθός έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει παρουσιαστεί σε αρκετές σκηνές. Είναι το έργο το οποίο καθιέρωσε το συγγραφέα στη δυτική Ευρώπη. Το 1905 ανέβηκε στο Deutsche Theater του Βερολίνου και το ίδιο έτος στο Παρίσι από τον Λυνιέ Πο. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος θα χαρακτηρίσει το Βυθό, ως έργο μυθικό στο παγκόσμιο δραματολόγιο.

  Το έργο γράφεται παίζεται την ίδια σχεδόν περίοδο με τους Μικροαστούς. Βρισκόμαστε στην αρχή μιας πορείας όπου γίνεται σύνδεση του καλλιτεχνικού γίγνεσθαι με το κοινωνικό. Ο Γκόρκι σε συνέντευξη του το 1903 είπε για το Βυθό: «Το πρόβλημα του είναι φιλοσοφικό σε δύο άξονες αλήθεια-ψέμα από καλή ή κακή πρόθεσηΑναφερόταν ασφαλώς στη φιλοσοφική και ψυχολογική αίσθηση της απογοήτευσης, της απαισιοδοξίας και του αδιεξόδου.

  Σύμφωνα με τον Μ. Καραλή «το έργο προκαλεί και ανία». Δύσκολα ανεβαίνει χωρίς να την προκαλέσει. Έργο αδιάλειπτου λόγου, η δομή του θεωρήθηκε μια απλή παράταξη εικόνων δίχως οργανική σχέση με κατασκευαστικά προσχήματα που τη δραματουργική μονοσήμαντη δομή του. Υπάρχουν επίσης έντονες υποψίες ότι ο Γκόρκι προόριζε το Βυθό για διήγημα.

Από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου.


  Στην Ελλάδα ο Βυθός έκανε δύο δειλές εμφανίσεις, μία το 1920 και μία το 1944. Το 1981, με αφορμή τα πενήντα χρόνια λειτουργίας του Κρατικού Θεάτρου, το έργο του σπουδαίου σοβιετικού συγγραφέα, ανέβηκε στη σκηνή του Κρατικού, σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου. Ήταν η πρώτη φορά που παρουσιάζονταν έργο του Γκόρκι στο Κρατικό Θέατρο. Το ανέβασμα του Βυθού υπήρξε τότε ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός για τα καλλιτεχνικά πράγματα της χώρας. Γενικά, ήταν παράδοξο το ότι το Εθνικό Θέατρο δεν είχε ανεβάσει μέχρι τότε έργο του Γκόρκι. Στην παράσταση έπαιξε μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών: Φυσσούν, Στ. Βόκοβιτς, Γ. Φέρτης, Λ. Καλέργης, Γ. Μιχαλόπυλος, Ν. Τσακίρογλου, Α Πασπάτη κλπ. Η μετάφραση ήταν του Σεβαστίκογλου και τα σκηνικά του Γ. Πατσα.

  Το 2008 ο Βυθός ξανανέβηκε από την πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη. Η διασκευή ακολούθησε πιστά την πλοκή του πρωτότυπου έργου μεταφέροντας την σε πιο σύγχρονο πλαίσιο. Γλώσσα και χαρακτήρες αλλάζουν και πλησιάζουν περισσότερο τη δική μας εποχή. Η χρονική στιγμή που διαδραματίζεται το έργο δεν ορίζεται με ακρίβεια. Πρόκειται για ένα έργο του οποίου η μεταφορά στο χωροχρόνο είναι δύσκολη.

Από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου.


 

Η υπόθεση:

  Η υπόθεση του έργου εξελίσσεται σε ένα ιδιωτικό υπνωτήριο, όπου συνωστίζονται κάθε λογής άνθρωποι: αλκοολικοί, πόρνες, κλέφτες, ηθοποιοί, αναρχικοί και αντεξουσιαστές, πρώην αριστοκράτες και προλετάριοι.

  Χαρακτήρες που ζουν στο περιθώριο, πρόσωπα με στοιχεία έντονα κοινωνικοαναρχικά αλλά με τον πιο ατομικιστικό τρόπο βυθίζονται στην σκληρότητα και την αναισθησία. Στον βυθό της ύπαρξης τους, εκεί όπου ο πάγος δεν λιώνει ποτέ και τα όνειρα τους ματαιώνονται, τα πρόσωπα αυτά συναντιούνται με τα πάθη τους και αναμετρώνται μετον θάνατο.

 

Επιπλέον στοιχεία για το έργο:

  Το φόντο του έργου είναι ένα νυχτερινό άσυλο. Τέτοια υπήρχαν στη Μόσχα των αρχών του 20ου αιώνα όπου μαζεύονταν διανοούμενοι της παρακμής. Παρουσιάζονται μια σειρά από σκηνές στη ζωή του υποπρολαιταριάτου, με μια πλοκή υποτυπώδη, σχεδόν περιττή.

 

Η εποχή.

  Βρισκόμαστε στη Ρωσία των τελευταίων προεπαναστατικών χρόνων. Η ατμόσφαιρα προεπαναστατικής Ρωσίας είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη του έργου.

  Η τσαρική Ρωσία συγκλονίζεται από βαθιές κοινωνικές συγκρούσεις και αντιθέσεις. Οι αρχές αγρυπνούν, δε θέλουν να μετατραπεί το θέατρο σε πολιτική εξέδρα. Τέτοιες απόπειρες έχουν ήδη γίνει. Σε όλα τα επίπεδα εξελίσσεται η πάλη του καινούριου με το παλιό. Ο θεατράνθρωπος Στανισλάφσκι έγραψε: «Η ορμή της επανάστασης που ερχόταν έφερε στη σκηνή μια σειρά από έργα που αντανακλούν το γενικό πνεύμα της εποχής.»

  Στο έργο παρουσιάζεται η μοίρα του ρωσικού λαού στα χρόνια της τσαρικής εποχής. Άνθρωπος εργάτης και συγγραφέας, ο Γκόρκι (το όνομα του σημαίνει πικρός στα ρώσικα), ο οποίος μεγάλωσε σε ξένα χέρια, είναι ο κατεξοχήν συγγραφέας της επαναστατικής περιόδου. Ο ίδιος όμως περιέγραψε στα έργα του μόνο προεπαναστατικές καταστάσεις. Στο Βυθό ο Γκόρκι επιδεικνύει ένα βαθύ σοσιαλιστικό ανθρωπισμό.

   Στο έργο παρουσιάζεται σε πλήρη ανάπτυξη ο βυθός της ρωσικής κοινωνίας των αρχών του 20ου αιώνα. Βλέπουμε όπως επισημαίνει ο Μ. Καραλής, μια αυθεντική ρυπαρογραφία της ίδιας της κοινωνίας. Κάτι τέτοιο δεν αφήνει αδιάφορο το διανοούμενο της εποχής. Είναι ένας ασύνειδος κόσμος της αθλιότητας και της φρίκης που παρουσιάζει την αθλιότητα των απόκληρων της ανοδικής αστικής τάξης. Πρόκειται για ανθρώπους βουλιαγμένους στα πιο βαθιά της κοινωνίας, είναι τα κατακάθια των λαϊκών στρωμάτων.

 

Από την πρώτη παράσταση, του 1902 στη Μόσχα.

Οι ήρωες.

  Η φιλολογία των αλητών του Γκόρκι είναι πιστή και ειλικρινής. Αυτοί οι εξαθλιωμένοι αλήτες κρατούν ανεξαργύρωτη μέσα στην αγριότητα τους την αυταπάτη της ελευθερίας. Οι ήρωες είναι αδικημένοι-άδικοι που αδικούν, επειδή η αδικία είναι η μόνη επικοινωνία που τους έχει διδάξει η πραγματικότητα. Οι πολλοί περιττοί ρόλοι επιβεβαιώνουν τις υποψίες για πρόθεση συγγραφής διηγήματος.

  Μέσω των ηρώων του, σ’ αυτό το γνήσιο ρωσικό έργο, ο Γκόρκι έκανε κοινωνική κριτική. Η αλητογραφία δεν εφευρέθηκε από τον Γκόρκι, ήταν ένδοξο θέμα στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση. Προϋπήρξαν Οι Άθλιοι, η Παναγία των Παρισίων. Ήταν μια παράδοση που περνά από την Αγγλία στην Γαλλία και από κει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες (στην Ελλάδα έχουμε το Ζητιάνο του Καρκαβίτσα).

  Η περιθωριοποίηση είναι σαφής. Το υπόγειο άσυλο δεν είναι παρά ένα συνονθύλευμα ανθρώπων με ναυάγια κάθε ηλικίας. Ναυάγια της ζωής, πόρνες, μέθυσοι αλήτες, κλέφτες, κατάδικοι, βυθίζονται στην αθλιότητα και ελπίζουν σε σανίδα σωτηρίας, την οποία δε βλέπουν πουθενά. Αμείλικτος ο Ρώσος συγγραφέας ξεδιπλώνει αυτές τις ψυχές των εξαθλιωμένων που ζουν στο βυθό της ζωής.

  Ο Γκόρκι (1868-1936) θεωρείται στην παγκόσμια δραματουργία κλασικός συγγραφέας. Το κοινωνικό δράμα της απόλυτης εξαθλίωσης το κατείχε απόλυτα. Μια εξαθλίωση στην οποία φτάναν στο κατρακύλισμα τους άνθρωποι και ολόκληρες κοινωνικές τάξεις. Παρουσιάζει όμως και μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για εκτίναξη και λύτρωση από το σκοτάδι. Μέσα από το Βυθό εκφράζει και την προσωπική του εμπειρία από την εξαθλίωση. Στην τέχνη, ακόμη, η πολιτική σύλληψη πρέπει να είναι αυθόρμητη σύλληψη και όχι εξ’ αρχής κερδοσκοπική γιατί έτσι μαραίνεται η τέχνη. Ο αυθεντικός ενθουσιασμός του συγγραφέα ήταν η δεύτερη φύση του.

   Πάνω στους θεατές επενεργεί η ειλικρινής γεμάτη πίστη αγάπη στην ανθρωπιά. Το έργο είναι κάθε φορά επίκαιρο, καθώς σε αυτό αντανακλούν επίκαιρες προσωπογραφίες. Ενώ αμφισβητείται ξεκάθαρα και ο σύγχρονος πολιτισμός.

 

Από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου.

Τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου.

  Ο Γκόρκι έγραφε και ξαναέγραφε το Βυθό. Η συγγραφή και η επεξεργασία του έργου, πήρε σχεδόν δύο χρόνια. Σύμφωνα με την άποψη του Ευαγγελάτου πρόκειται για το καλύτερο και το αρτιότερο έργο του Ρώσου συγγραφέα. Αναμφίβολα είναι το Έγκλημα και τιμωρία του ή ο Οιδίπους Τύραννος του Γκόρκι.

  Το έργο παρουσιάζει χωρίς πολλές κραυγές και κηρύγματα εσωτερική και εξωτερική ψυχολογική ένταση. Ο Ρεαλισμός του παρόντος συνδυάζεται με το Ρομαντισμό της ελπίδας ενός καλύτερου μέλλοντος. Επιπρόσθετα, στα έργα του Γκόρκι βλέπουμε και στοιχεία Σοσιαλιστικού Σουρεαλισμού, με ρομαντικούς παραποιημένους ήρωες. Τους ήρωες τους εξιδανικεύει το μίσος για την αστική κοινωνία, έτσι, κατά τη γνώμη του Μ. Καραλή, «ανίκανοι, ανισόρροποι και τεμπέληδες μάχονται ενάντια στους σκληρούς αστούς». Σ’ αυτήν την κοινωνική τομογραφία πλασμάτων και λάσπης παρατηρούμε επίσης και ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ακραίας τάσης ρεαλιστικής που ονομάστηκε Νατουραλισμός, είναι η κοινωνική μοίρα μιας ομάδας στην οποία ο Γκόρκι εισάγει δυναμικά το ουμανιστικό κήρυγμα για αξιοπρέπεια.

  Σύμφωνα, επίσης, με την άποψη του Ευαγγελάτου, τα έργα του Γκόρκι επηρεάζονται από τον Τσέχωφ. Έτσι ο Βυθός εξελίσσεται τσεχωφκικά, κατάγεται από τον Τσέχωφ όμως ο χώρος και η ποιότητα τους είναι ριζικά διαφορετικά. Τα πρόσωπα του Τσέχωφ πεθαίνουν, οι αλήτες του Γκόρκι όμως είναι η μάζα της επανάστασης. Ο Βυθός ήταν ένα έργο που έκρουε την πόρτα στο αύριο μέσα από ανθρώπινους και καθημερινούς χαρακτήρες.

 


  Εν κατακλείδι ο θεατής θα βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και θα πλάσει ο ίδιος τα δικά του συμπεράσματα πάνω σ’ αυτό που είδε στο θέατρο. Το σωστό συμπέρασμα θα μορφοποιηθεί μόνο μέσα από το νου του.

 

Πηγές:

https://www.culturenow.gr/ston-butho-tis-anthrwpinis-uparksis/

https://www.e-prologos.gr/ο-στανισλάφσκι-για-το-βυθό-του-γκόρκι/

https://neakallithea.gr/μαξίμ-γκόργκι/

https://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=3%2F2%2F2008&pageNo=6&id=9264

 

 Άρθρα και φωτογραφικό υλικό, τα οποία δημοσιεύτηκαν με αφορμή το ανέβασμα του έργου το 1981 από το Κρατικό Θέατρο και βρίσκονται στο αρχείο του Κρατικού Θεάτρου:

http://www.nt-archive.gr/playMaterial.aspx?playID=460


Ο Μαξίμ Γκόρκι.

Η μεταφορά έγινε από το κανάλι Ισοβίτης:

https://isobitis.com/theatro1/?p=7267


-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορ...