Οι έννοιες της Αιδούς και της Αρετής στην Ηθική Φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

  Ο Αριστοτέλης είχε αποκτήσει μία ευρεία εγκύκλια παιδεία, κύρια γνωρίσματα της αριστοτελικής σκέψης υπήρξαν, η ευρύτητα και η ακρίβεια της επιστημονικής σκέψης, καθώς επίσης και η απουσία δογματισμού. Ο σπουδαίος φιλόσοφος ενείργησε πραγματολογική έρευνα σε τρεις περιοχές: τη διαλεκτική, τη φυσική και την ηθική. Στο έργο του, ακόμη, κυριάρχησε ο ρεαλισμός και η αντίληψη γύρω από την πραγματικότητα, ενώ εξέτασε πολύπλευρα το πρόβλημα της ανθρώπινη; ηθικής.

Ο Αριστοτέλης σε πίνακα του Ιταλού ρομαντικού ζωγράφου Φραντσέσκο Χάγιεζ.

 



  Στην πρώτη ενότητα της εργασίας θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την έννοια της αρετής στην ηθική του Αριστοτέλη. Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος αναλώθηκε εκτενώς με το συγκεκριμένο θέμα, κατά βάση στο έργο του Ηθικά Νικομάχεια, αλλά και στα Ηθικά Ευμήδεια και Ηθικά Μεγάλα των οποίων όμως η γνησιότητα αμφισβητείται. Για το λόγο αυτό θα παραθέσουμε αποσπάσματα από το έργο Ηθικά Νικομάχεια, ενώ μέσα από το συγκεκριμένο πόνημα θα καταδείξουμε τη διάσταση που έδινε στην ανθρώπινη αρετή.

  Η κατάσταση της «αιδούς», και ο συσχετισμός της με την αριστοτελική έννοια της αρετής, θα αποτελέσει αντικείμενο ανάπτυξης στη δεύτερη ενότητα της εργασίας. Τα διάφορα  παραθέματα τα οποία θα χρησιμοποιήσουμε, θα προέρχονται εκ νέου από το έργο Ηθικά Νικομάχεια, το οποίο και θα θεωρηθεί σίγουρο έργο του Αριστοτέλη. Η «αιδώς» θα συνδεθεί και με ορισμένες άλλες ανθρώπινες ιδιότητες και συναισθηματικές καταστάσεις.



 

Η έννοια της αρετής στην Ηθική Φιλοσοφία του Αριστοτέλη.

  Θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε τους βασικούς αποδέκτες της Ηθικής μέσα στην πόλη-κράτος του Αριστοτέλη, ακόμη, θα προχωρήσουμε στον προσδιορισμό της ως έννοια, καθώς επίσης και στον τρόπο επίτευξης της ανθρώπινης ευδαιμονίας. Θα μας απασχολήσει επίσης η σχέση μεταξύ επιστήμης και ηθικής. Κατόπιν θα δούμε το πώς ο άνθρωπος επιτυγχάνει τις αρετές, ενώ με τη χρήση του παραδείγματος της ανδρείας θα ορίσουμε τη διαχωριστική γραμμή, με γνώμονα της οποίας δυνάμεθα να επιτύχουμε τις διάφορες αρετές.

  Η ηθική του Αριστοτέλη θα αφορά όχι όλους τους ανθρώπους που θα διαβιούν μέσα στα όρια της πόλης-κράτους, αλλά μόνο εκείνους που θα αποτελέσουν το σώμα των πολιτών και θα τους απασχολεί η διακυβέρνηση στης πόλης. Επιπρόσθετα θα είναι αυτοί οι οποίοι θα έχουν και ορισμένη οικονομική άνεση. Η κοινωνική τάξη στην οποία θα απευθυνθεί ο Αριστοτέλης θα είναι η αστική αριστοκρατία. «Το ότι αυτή η κοινωνική τάξη είναι ο αποδέκτης της ηθικής του Αριστοτέλη, επιβεβαιώνεται από την αριστοτελική ανάλυση περί αρετών. Σύμφωνα με αυτήν, σε κάθε κοινωνική ομάδα αντιστοιχεί μια συγκεκριμένη αρετή». Οι υπόλοιποι θα οφείλουν κατά τον Αριστοτέλη, υπακοή στον αρχηγό της οικογένειας. Η υπακοή αυτή θα είναι διαφορετική για τον καθένα, ανάλογα με τη θέση του. Μόνο ο αρχηγός της οικογένειας πρόκειται να αξιολογηθεί ηθικά από τον Αριστοτέλη.


Ο Αριστοτέλης μπροστά από την προτομή του Ομήρου, έργο του Ρέμπραντ (1653, Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης).


  Η ηθική στο έργο του Αριστοτέλη, δε θα απαιτήσει την ακρίβεια των μαθηματικών επιστημών, όπως αναφέρθηκε και στον πρόλογο. Σχετικά με τη συνάρτηση επιστήμης και ηθικής ο Αριστοτέλης θα διατυπώσει τα εξής και θα διευκρινίσει ότι η ηθική δεν είναι θετική επιστήμη,. «Γιατί την ακρίβεια δεν την επιδιώκουμε σε όλες τις έρευνες με το ίδιο μέτρο, ούτε σε ότι έργο κατασκευάζουμε τα καλά και τα δίκαια με τα οποία ασχολείται και μελετά, επιδέχονται μεγάλη διαφορά και πλάνη ώστε να θεωρούνται ότι υπάρχουν μόνο κατά συνθήκη και όχι από τη φύση τους». Η ηθική επιπλέον, θα αποτελέσει αντικείμενο που θα χαρακτηριστεί από ρευστότητα.

  Στο ξεκίνημα των Ηθικών ο Αριστοτέλης θα πει: « Κάθε τέχνη, επιστημονική έρευνα και πράξη που αποφασίζεται μετά από σκέψη, φαίνεται ότι αποβλέπει σε κάποιο καλό. Γι’ αυτό σωστά ειπώθηκε ότι καλό είναι εκείνο στο οποίο αποβλέπουν όλα τα όντα». Έτσι λοιπόν θα σημειώσει ότι υπάρχουν δύο είδη αγαθού: το απόλυτον και το σχετικόν. Έτσι θα ξεκαθαρίσει: «Αλλά θα επανέλθουμε σ’ αυτό το θέμα, σε όσα αναφερθήκαμε υπάρχει μία αντινομία. Δεν εφαρμόζεται σε όλα τα αγαθά αλλά σε μερικά και μάλιστα σε εκείνα τα αγαθά που επιδιώκονται και αγαπιούνται από μόνα τους, ενώ αυτά της δημιουργίας ή της προφύλαξης ή αυτά που αποκρούουν τα αντίθετά τους, ονομάζονται με διαφορετικό τρόπο. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι υπάρχουν δύο είδη αγαθών, δηλαδή τα αυτά καθ’ εαυτά και τα αγαθά που είναι για χάρη τους».  Κάθε πράξη αποσκοπεί σε κάτι διαφορετικό από τον εαυτό της, και από την τάση της να το αναπαράγει απορρέει η αξία της.

  «Η ηθική του Αριστοτέλη είναι σαφώς τελεολογική, η ηθικότητα κατά την άποψη του Αριστοτέλη έγκειται σε ορισμένες πράξεις που γίνονται όχι επειδή είναι ορθές καθ’ αυτές, αλλά επειδή θα μας φέρουν κοντά στο «ανθρώπινο αγαθό»». Αυτό θα αποτελέσει και την κεντρική ιδέα των ηθικών. Όλες οι πράξεις έχουν έναν απώτερο σκοπό, με βάση τον οποίο θα ορίζονται οι ανθρώπινες δραστηριότητες, και αυτός πρέπει να είναι ο ίδιος επιδιωκόμενος σκοπός που θα αποτελέσει το αγαθό, αυτό που δε θα επιδιώκουμε ως μέσο για κάτι άλλο, αλλά για κάποιο αυτάρκες τέλος, τέτοιο τέλος θα είναι η ευδαιμονία. Σημασία για τον άνθρωπο θα έχει ποιος σκοπός θα είναι τελειότερος. Η ευδαιμονία δηλαδή, είναι αυτάρκες τέλος και αφορά το σύνολο του ανθρώπινου βίου.

  Η Ευδαιμονία επομένως, έχει δύο γνωρίσματα, το «τέλειον», δηλαδή το αγαθό πρέπει να είναι τελικό, και το «αυτάρκες». Ως προς την αυτάρκεια θα γράψει «Αυτάρκεια θεωρούμε εκείνο που, αν και μόνο του, κάνει τη ζωή μας ικανή να μη λείπει τίποτε. Και νομίζουμε πως αυτό είναι ευδαιμονία. Και είναι προτιμότερη απ’ όλα και δε σχετίζεται μ’ αυτά. Γιατί εάν θεωρήσουμε φανερό ότι συμψηφίζεται και αν προσθέτουμε και το πιο μικρό αγαθό, θα είναι προτιμότερη. Για κάθε τι που προσθέτουμε θα έχουμε πλεονασμό αγαθών και από τα αγαθά προτιμούμε το πιο σημαντικό. Ώστε η ευδαιμονία είναι κάτι το τέλειο και αυτοδύναμο, αφού είναι και ο σκοπός της δράσης μας». Ενώ σχετικά με το «τέλειον» θα πει: «Σε κάθε πράξη είναι ο σκοπός. Εάν πραγματοποιείται ο σκοπός, τότε αυτό είναι και το αγαθό, αγαθό θα είναι όλοι αυτοί οι σκοποί. Έτσι λοιπόν και από διαφορετικό δρόμο, φτάνουν στο ίδιο σημείο. Και θα το διευκρινίσουμε. Από τους πολλούς σκοπούς ξεχωρίζουμε κάποιους, όπως π.χ. τον πλούτο ή τα μουσικά όργανα και είναι φανερό ότι όλοι αυτοί οι σκοποί που επιδιώκουμε δεν είναι τέλειοι. Εάν το τέλειο είναι ένα μονάχα, αυτό και αναζητούμε, και αν είναι περισσότερα , τότε αυτό θα είναι το τελειότερο και αξίζει να αποκτηθεί για το ίδιο και όχι για κάποιο άλλο ». Αυτά είναι τα δύο χαρακτηριστικά του ανθρώπινου αγαθού. 



  Θεμέλιος λίθος, λοιπόν, της αριστοτελικής ηθικής θα είναι η ευδαιμονία, και θα αποτελεί απόρροια της ορθολογικής και ηθικής δραστηριότητας. Θα επιτευχθεί σε γενικές γραμμές από τον ενάρετο βίο. Δυνητικά θα μπορέσουν να την αποκτήσουν όλοι, εφόσον θα καταλάβουν τη φύση τους και θα επιδιώξουν να αποκτήσουν το αγαθό που θα αρμόσει στην κοινωνική τους τάξη. Έτσι λοιπόν ο φιλόσοφος θα πει: «Ίσως πάλι είναι πολύ κοινό επειδή μπορεί να αποκτηθεί με κάποια μάθηση και επιμέλεια σε όλους όσους δεν είναι πωρωμένοι με την αρετή». Οι άνθρωποι θα επιτυγχάνουν την ευδαιμονία με την κατάκτηση της αρετής.

  Οι ηθικές αρετές αποτελούν μεσότητες ανάμεσα σε δύο άκρα την υπερβολή και την έλλειψη, αυτές, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, θα πρέπει να αποφεύγονται. Ο Αριστοτέλης θα πει σχετικά με την καταστροφική έλλειψη και υπερβολή, «Αρχικά πρέπει να παρατηρήσουμε ενέργειες παρόμοιες και για λόγους έλλειψης και για λόγους υπερβολής (γιατί πρέπει για τα άλυτα προβλήματα να απευθυνόμαστε στο κύρος των γνωστών), όπως παρατηρούμε ότι κάνουν οι άνθρωποι για τη σωματική δύναμη και την υγεία. Γιατί η υπερβολική γυμναστική και η λιγοστή φθείρουν τη σωματική δύναμη, και όμοια η υπερβολική ή λίγη χρήση ποτών και τροφίμων καταστρέφει την υγεία , ενώ η χρησιμοποίηση τους με λογικό μέτρο των δημιουργών, την αυξάνουν και τη σώζουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τη σωφροσύνη την ανδρεία και τις άλλες αρετές». «Οι αρετές οριστούν ως το «μέσον» ανάμεσα σε δύο ακρότητες, αναφορικά με την επίδραση των παθών ή τη μορφή της πράξης». Το «μέσον» θα είναι, σύμφωνα με το Σταγειρίτη φιλόσοφο, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ υπερβολής και έλλειψης.

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.


  Όταν ο πολίτης ασκεί συστηματικά τη μεσότητα θα αποκτά «έξη», δηλαδή συνήθεια. «Ένα είδος αυτοματισμού, που θα του επιτρέπει να καταστέλλει, σε κάθε περίπτωση, τις υπερβολές των διαφόρων επιθυμιών και φόβων του, η αρετή που συνίσταται στη διαρκή τήρηση του μέτρου, μέσο ενός αυστηρού αυτοελέγχου, ο οποίος θα τον φέρει όσο πιο κοντά γίνεται στη μέση συμπεριφορά όλων των άλλων ενάρετων πολιτών». Σχετικά με τη μεσότητα θα γράψει στα Ηθικά Νικομάχεια «Η Ηθική αρετή είναι η μεσότητα και με ποιον τρόπο είναι τέτοια, το ότι είναι μεσότητα ανάμεσα σε δύο κακίες από τις οποίες η μία είναι υπερβολή και η άλλη έλλειψη, καθώς και τι σημαίνει αυτή, αφού όσον αφορά τα πάθη και τις πράξεις τείνει προς τη μεσότητα κλπ, γ».  Με την μεσότητας ο άνθρωπος θα επιτυγχάνει την αρετή.

  Η αρετή της ανδρεία, για παράδειγμα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι βρίσκεται ανάμεσα στο θράσος και την έλλειψη φόβου. Με τον κανόνα της μεσότητας ο Αριστοτέλης  θα προσδιορίσει την αρετή της ανδρείας «Είναι αποδεδειγμένο ότι η ανδρεία είναι η μεσότητα μεταξύ φόβου και θάρρους, γιατί είναι πεντακάθαρο ότι τα φοβερά τα φοβόμαστε, και τέτοια βέβαια είναι τα κακά γι’ αυτό και προσδιορίζουν το φόβο ως αναμονή κακού». Ο ανδρείος θα οφείλει να αποφεύγει σε κάθε περίπτωση τα άκρα, να συντηρεί το μέτρο και να αποφεύγει τις υπερβολές.

  Το ηθικό μέσο θα επιτυγχάνεται με τη φρόνηση, κάτι τέτοιο θα συνεπάγεται ότι πρέπει κανείς να γνωρίζει τι είναι ηθικό και αγαθό. Κατά τον Αριστοτέλη η φρόνηση θα πρέπει να καθοδηγεί τη συμπεριφορά του ανθρώπου και να τον διατηρεί εντός των ορίων του. Ο Αριστοτέλης θα διευκρινίσει όσον αφορά τη φρόνηση «Το τι είναι φρόνηση μπορούμε να το μάθουμε, αφού προηγουμένως μελετήσουμε εκείνους που ονομάζουμε φρόνιμους. Φαίνεται ότι χαρακτηριστικό τους στοιχείο είναι ότι μπορούν να ξεχωρίζουν τι είναι αγαθό και ωφέλιμο για τους ίδιους όχι μόνο μερικώς, δηλαδή σχετικά με την υγεία και τη σωματική τους δύναμη. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι ονομάζουμε φρόνιμους εκείνους που δεν είναι σε ένα σημείο μόνο τέτοιοι, και εφόσον επιτελούν κάποιο σημαντικό σκοπό που δεν άπτεται της τέχνης.

Ο Αριστοτέλης στον Αγιο Δημήτριο Χρυσάφων Λακωνίας


  Επομένως ονομάζουμε φρόνιμο εκείνον που μπορεί να σκέφτεται γενικά με ορθό τρόπο. Εξάλλου κανείς δε σκέπτεται για πράγματα που δε μεταβάλλονται ή για κείνα που δε μπορεί να πραγματοποιήσει». Όταν ο άνθρωπος νοιώσει τη φρόνηση μαζί με την ηδονή και την αρετή θα επιτύχει την ευδαιμονία. Η φρόνηση θα είναι κυρίαρχη ως έννοια και γενικά θα αποτελέσει την πιο σπουδαία αρετή στον αρχαίο κόσμο. Μεγάλη σημασία θα έχει και η προαίρεση για πράξεις που θα πραγματοποιούνται εκούσια, η κατάσταση δηλαδή της ηθικής επιλογής που θα είναι η αγαθή βούληση.

  «Η αντίληψη του Αριστοτέλη για την αρετή, προφανώς περισσότερο ρεαλιστική από εκείνη του Πλάτωνα, θα βασιστεί στην πεποίθηση ότι η αρετή δεν είναι έμφυτη αλλά μάλλον ζήτημα επιλογής και εθισμό». Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης θα διδάξει «Γιατί δεν αποκτήσαμε τις αισθήσεις μας με το να βλέπουμε και να ακούμε συχνά, αλλά τις είχαμε και τις χρησιμοποιούσαμε, δεν τις αποκτήσαμε επειδή τις χρησιμοποιούσαμε. Τις αρετές τις χρησιμοποιούμε αφού κοπιάζουμε προηγουμένως».  Ο Πλάτων δηλαδή δίδασκε ότι οι διάφορες αρετές δεν μπορούν να διδαχθούν, ενώ ο Αριστοτέλης πίστευε ότι ο κάθε άνθρωπος εν δυνάμει, και μέσω της επίτευξης της μεσότητας δύναται να αποκτήσει την Αρετή. Όπως θα σημειώσει στα Ηθικά: «Η αρετή, λοιπόν, είναι μία κατάσταση του χαρακτήρα που αναφέρεται στην επιλογή δράσης και βρίσκεται στο μέσο, ως προς τον άνθρωπο που ενεργεί, και το μέσο αυτό αποφασίζεται με μια λογική αρχή με την οποία ο άνθρωπος της πρακτικής σοφίας μπορεί να το προσδιορίσει. Πάντως η μεσότητα βρίσκεται ανάμεσα στα δύο άκρα, την υπερβολή και την έλλειψη».

  Οι αρετές θα μπορούσαν να διαχωριστούν σύμφωνα πάντα με τον Αριστοτέλη, σε διανοητικές, αυτές που αφορούν το λογικό και σε πρακτικές (ηθικές), αυτές δηλαδή που αφορούν την ικανότητα του ανθρώπου να αποφεύγει τις ακραίες συμπεριφορές. Θα διαχωριστούν επομένως σε αυτές που θα αφορούν τη συμπεριφορά του ανθρώπου και τη λογική δραστηριότητα.

  Εν κατακλείδι η ηθική του Αριστοτέλη θα απευθύνεται σε μόνο μία μερίδα ανθρώπων που θα ζουν εντός των ορίων της πόλης-κράτους, ενώ ακόμη δε θα απαιτήσει την ακρίβεια των άλλων επιστημών. Τα γνωρίσματα επίσης της ευδαιμονίας όταν επιτυγχάνονται θα είναι το «τέλειον» και το «αυτάρκες». Οι ηθικές αρετές θα είναι μεσότητες μεταξύ ακραίων συμπεριφορών και η συστηματική μεσότητα θα οδηγεί στη συνήθεια στη συμπεριφορά που θα καταλήξει στην ενάρετη ζωή. Η επίγνωση του τι είναι αγαθό και ηθικό θα αποτελέσει το όχημα με το οποίο θα εξασφαλίζεται η ευδαιμονία.

 

Η έννοια της αιδούς στην ηθική του Αριστοτέλη.

  Η έννοια της «αιδούς», και εάν αυτή αποτελεί αρετή κατά την αριστοτελική φιλοσοφία θα μας απασχολήσει στη συνέχεια. Θα παρουσιάσουμε αρχικά την προϊστορία της έννοιας. Επιπλέον θα διερευνήσουμε εάν είναι δικαιολογημένη στους ανθρώπους διαφόρων ηλικιών. Κατόπιν θα εξετάσουμε τη σχέση της με την εγκράτεια και την αναισχυντία.

  Η «αιδώς» ως έννοια, δε θα πρωτοεμφανιστεί στην αριστοτελική φιλοσοφία, αλλά θα προϋπάρξει αυτής. Στον Όμηρο, και ειδικότερα στην Ιλιάδα, θα αναφερθεί εν ολίγοις ότι ο άνθρωπος πέρα από το φόβο απέναντι στο θεό, θα οφείλει να σέβεται και τη δημόσια γνώμη, Ο Έκτορας θα πει: « ωστόσο μπροστά στους Τρώες περίσσια ντρέπουμε και στις μακρομαντούσες Τρωαδίτισσες, μακριά από τον πόλεμο σαν τον κιότη να τρέχω μήτε το λέει η καρδιά μου». Μάλιστα ο άνθρωπος του Ομήρου θα θέσει το δέος απέναντι στην κοινή γνώμη πάνω από το δέος απέναντι στους θεούς. Η πίεση και η ντροπή που θα προκαλεί για διάφορες κακές πράξεις της δημόσιας γνώμης θα είναι δυσβάσταχτη τελικά για τον ομηρικό άνθρωπο.

  

Αράβικο χειρόγραφο.

  Στον Ησίοδο, η «αιδώς» ως ηθική έννοια, θα αποτελέσει αίσθημα προφύλαξης, αυτοσεβασμού αλλά και αλληλοσεβασμού, «Και καμία χάρη δε θα είναι για τον τηρητή του όρκου του και για το δίκαιο και για το καλό, και πιο πολύ όποιον κάνει το κακό και το άδικο θα τιμήσουν. Και το δίκιο δε θα ΄ναι στα χέρια, και σεβασμός δε θα υπάρχει και θα βλάφτει ο κακός τον καλύτερο άντρα ρίχνοντας του στρεβλά λόγια και γι’ αυτά θα ορκίζεται». Το αίσθημα ντροπής, εννοεί ο Ησίοδος δηλαδή, που θα καταλαμβάνει τον κοινωνικό άνθρωπο για κάθε πράξη που δε θα συμφωνεί με τις κοινωνικές αντιλήψεις.

  Ο Πλάτωνας στο διάλογο Πρωταγόρας θα ασχοληθεί επίσης με την «αιδώ». Ο Πρωταγόρας «στη μυθική έκθεση του, που σώζεται από τον Πλάτωνα, διδάσκει ότι οι θεοί έδωσαν σε όλους τους ανθρώπους εξίσου ένα αίσθημα δικαιοσύνης και ηθικής ντροπής (αιδώς) ώστε στον αγώνα που κάνουν για να διατηρηθούν στη ζωή να μπορούν να συνάπτουν δεσμούς με διάρκεια». Ο Πλάτωνας θα γράψει στον Πρωταγόρα: «στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους τον σεβασμό και τη δικαιοσύνη, για να είναι και μέσα πειθαρχίας για τις πόλεις και συνεκτικοί δεσμοί φιλίας»  Η «αιδώς» στη διδασκαλία του Αθηναίου φιλοσόφου θα ορίζεται ως το συναίσθημα ντροπής το οποίο θα καταλαμβάνει τον άνθρωπο όταν θα αντιβαίνει τους κοινωνικούς κανόνες.

  Η «αιδώς κατά τον Αριστοτέλη δε θα εμπίπτει στη σφαίρα των αρετών. «Αν και οι αρετές αφορούν συναισθήματα, η «αιδώς δεν αποτελεί αρετή αφού δεν αποτελεί βουλητική τάση. Αυτή η ιδιότητα, μολονότι συνιστά ενδιάμεση κατάσταση και επαινείται, θεωρείται μέση συναισθηματική κατάσταση και όχι στάση βούλησης απέναντι στο συναίσθημα». Έτσι λοιπόν θα πει: « Για τη ντροπή σαν αρετή δεν αρμόζει να μιλήσουμε, γιατί αυτή μοιάζει περισσότερο με συναίσθημα παρά με έξη». Αμέσως μετά θα σημειώσει: «Την ορίζουμε, λοιπόν, ως φόβο για τη ντροπή, και παρουσιάζει αναλογία με το φόβο που αισθάνεται κανείς μπροστά στον κίνδυνο».Η ιδιότητα αυτή θα είναι μια μορφή φόβου έναντι της ανυποληψίας και θα ομοιάσει με φόβο απέναντι στον κίνδυνο.

 

Αρχαίοι σοφοί στην Ακαδημία του Πλάτωνα: Ηρακλής Ποντικός, Σπεύσιππος, Πλάτων, Εύδοξος, Ξενοκράτης και Αριστοτέλης. Ψηφιδωτό από την Πομπηία. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

  Σε γενικές γραμμές κατά την αρχαιότητα, η «αιδώς» θα αποτελέσει τη ντροπή που θα νοιώθει κάποιος, για τη διάπραξη κακού. Κάτι τέτοιο θα εννοηθεί ως η ντροπή που θα ματαιώνει την πράξη του κακού και της αδικίας. Δηλαδή, σύμφωνα με το συλλογισμό του Αριστοτέλη «η εσωτερική εκείνη δύναμη που θα μας εμποδίζει να κάνουμε το κακό». Για τη ντροπή που θα δοκιμάσει ο άνθρωπος μετά τη διάπραξη κακής πράξης οι αρχαίοι θα χρησιμοποιήσουν τη λέξη «αισχύνη». Την «αισχύνη» ο Αριστοτέλης θα την προσδιορίσει ως αρετή: «Η ντροπή θα ήταν ηθική ιδιότητα, με τον όρο ότι θα την αισθάνονταν κανείς μόνο μετά από κακή πράξη». Η «αιδώς» λοιπόν, θα είναι το ηθικό συναίσθημα ή η συναισθηματική κατάσταση, που θα προκαλείται σε έναν άνθρωπο όταν θα αντικρίζει τους συνανθρώπους του, ειδικότερα όταν θα διαπράττει κακό και θα τους βλάπτει γενικά.

  Σε ανθρώπους νεαρής ηλικίας η «αιδώς» θα δικαιολογηθεί, καθώς αυτοί θα δρουν πολλές φορές με γνώμονα τον παρορμητισμό τους, που θα τον παράγουν τα συναισθήματα τους. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης θα γράψει σχετικά: «Το συναίσθημα αυτό δεν αρμόζει σε κάθε ηλικία αλλά μόνο στη νεανική. Θεωρούμε ότι ο άνθρωπος οφείλει να έχει σ’ αυτή την ηλικία το συναίσθημα της ντροπής, γιατί βρίσκεται υπό την επιρροή των παθών και θα διέπραττε πολλά λάθη, αν δεν τον συγκρατούσε αυτό το συναίσθημα». Σε καμία όμως περίπτωση δε θα δικαιολογηθεί σε ηλικιωμένους, οι οποίοι δε θα πρέπει να κάνουν τίποτα για το οποίο θα ντρέπονται. Ο φιλόσοφος θα πει: «Επαινούμε τους σοβαρούς νέους, αλλά κανείς δε θα επαινούσε έναν ηλικιωμένο επειδή είναι σεμνός. Γιατί δεχόμαστε ότι ποτέ δε θα έκανε πράξεις που θα τον έκαναν να ντρέπεται». Οι νέοι, λοιπόν, έχουν ελαττώματα και η «αιδώς» αιτιολογείται πλήρως σε αυτούς.

  Ο ευπρεπής δε θα δικαιολογείται να πράττει συνειδητά κακές πράξεις. «Αυτός ο ιδανικός άνθρωπος μπορούμε να πούμε ότι δε θα πράττει με τη θέληση του κάτι που δεν είναι ανάρμοστο και ταπεινό». Θα γράψει επομένως σχετικά: «Ούτε η ντροπή είναι γνώρισμα του ενάρετου επειδή ντρέπεται κανείς για την εκτέλεση ανήθικων πράξεων, που όμως δεν πρέπει να γίνονται, και δεν υπάρχει καμία διαφορά, αν οι πράξεις επιφέρουν ντροπή ή αν θεωρούνται τέτοιες». Επειδή δηλαδή, ο ευπρεπής δε θα πράττει συνειδητά κακές πράξεις, εδώ θεά πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι η «αιδώς» θα συσχετιστεί μόνο με κακές πράξεις. Σώφρων θα χαρακτηριστεί εκείνος που δε θα έχει φαύλες επιθυμίες.

 

Σελίδα από έκδοση των Απάντων του Αριστοτέλη που κυκλοφόρησε το 1483 (Βιβλιοθήκη και Μουσείο Μόργκαν, Νέα Υόρκη).

  Η «αιδώς» καίτοι δεν θα αποτελεί αρετή, εντούτοις θα είναι μέσο μεταξύ εγκράτειας και αναισχυντίας. Θα διδάξει λοιπόν στα Ηθικά Νικομάχεια: «Η ντροπή π.χ. δεν είναι αρετή αλλά ο ντροπαλός επαινείται. Γιατί μιλάμε για τον άνθρωπό που τηρεί τη μεσότητα, για έναν άλλο που ξεπερνά το μέτρο, και τέτοιος είναι ο δειλός που αισθάνεται ντροπή για όλα, και για εκείνον που δε ντρέπεται για τίποτε και τον λέμε αναίσχυντο, είναι λοιπόν αυτός που τηρεί τη μεσότητα». «Η «αιδημοσύνη» τοποθετείται από τον Αριστοτέλη μεταξύ υπερβολικής συστολής (καταπληξίας) και αναισχυντίας, αδιαντροπιάς». Η κατάπληξη θα ισοδυναμεί και με αυταρέσκεια και η αναισχυντία αρέσκεια.

  Η εγκράτεια, επίσης δε θα χαρακτηριστεί ως αρετή, θα αποτελέσει ένα μείγμα κακίας και αρετής. Η ιδιότητα αυτή θα βοηθά τον άνθρωπο να αποκλείσει κάτι το οποίο φαίνεται εκ πρώτης καλό για τον εαυτό του σε κοντινό χρόνο, προκειμένου να ωφεληθεί σε κάτι άλλο σε βάθος χρόνου. «Αντιστεκόμαστε συνήθως στον πειρασμό να ενδίδουμε άνευ όρων σε απολαύσεις όλων των ειδών ή στον πειρασμό να επιζητούμε σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι είναι καλό για μας οποιοδήποτε αγαθό με όρια π.χ. τον πλούτο».

  Η αναισχυντία θα οριστεί ως η αδικαιολόγητη έλλειψη ντροπής, η οποία δε θα επιδέχεται μεσότητας. Η ξεδιαντροπιά δηλαδή, θα είναι η απάθεια και αδιαφορία απέναντι σε κουσούρια που θα πιστεύεται ότι παράγουν κακοήθεια για μας, και θα προέρχονται από πράξεις που θα οφείλονται σε κάποιο μεγάλο ελάττωμα. Πρόκειται για συναίσθημα ή πράξη που θα προϋποθέτει τη φαυλότητα, την έλλειψη δηλαδή ντροπής ύστερα από άσχημη πράξη. Ο ακρατής θα έχει τη γνώση των κακών πράξεων του σε αντιδιαστολή με τον ακόλαστο που θα έχει την πεποίθηση ότι πρέπει να απολαμβάνει ηδονές.



  Σχετικά λοιπόν με την εγκράτεια και την ακράτεια ο Σταγειρίτης θα σημειώσει «Φαίνεται δηλαδή ότι ο εγκρατής ακολουθεί τη λογική, ενώ ο ακρατής απομακρύνεται από αυτή. Ο ακρατής παρασύρεται από το πάθος, ενώ ο εγκρατής, επειδή γνωρίζει τα αποτελέσματα των βλαβερών επιθυμιών, δεν τις ακολουθεί έχοντας σύμβουλο του τη λογική». Η αδικία επιπρόσθετα θα προκαλεί τη δικαιοσύνη, ο επιβεβλημένος σεβασμός σε άγραφους ηθικούς και γραπτούς νόμους θα έχει ως την τιμωρία όταν τους παραβαίνουμε. Θα γράψει λοιπόν αναφορικά με τη δικαιοσύνη και την αδικία: «Όταν λένε «δικαιοσύνη» εννοούν κάποια έξη που με την ισχύ της οι άνθρωποι πράττουν δίκαια. Ακόμη με τη λέξη αδικία εννοούν άλλη συνήθεια που μ’ αυτήν κάνει κάποιος άδικες πράξεις και σκοπό έχει το άδικο». Αιδώς και δικαιοσύνη θα αλληλοσυμπληρώνονται.

  Συμπερασματικά, η «αιδώς» δεν αποτελεί αρετή αλλά μια μέση συναισθηματική κατάσταση. Η «αιδώς» θα είναι δικαιολογημένη στους νέους, αλλά όχι στους ευπρεπείς και τους ηλικιωμένους. Τέλος θα αποτελέσει το μέσο μεταξύ εγκράτειας και αναισχυντίας.

 


Συμπεράσματα 

  Η ηθική του Αριστοτέλη σε γενικές γραμμές, δε θα αφορά όλους τους ανθρώπους, αλλά μία σημαντική κατηγορία εκείνων που θα διαβιούν όντος της πόλης-κράτους, φορείς όμως της ηθικής θα δύναται να είναι όλοι υπό προϋποθέσεις. Επιπρόσθετα η ηθική δε θα έχει το χαρακτήρα μαθηματικής επιστήμης. Η ηθική θα είναι τελεολογική και θα αποσκοπεί στην ευδαιμονία, γνωρίσματα της ευδαιμονίας θα είναι το «τέλειον» και το «αυτέρκες».

  Οι διάφορες αρετές, με την κατάκτηση των οποίων θα επιτυγχάνεται η ευδαιμονία θα αποτελούν μεσότητες ανάμεσα σε δύο ακραίες καταστάσεις, μίας υπερβολής και μίας έλλειψης. Προκειμένου να κατακτηθεί η αρετή θα χρησιμοποιηθεί ως όχημα η φρόνηση και μέσο η προαίρεση. Η αρετή θα αποκτάται από τον άνθρωπο με σκληρή προσπάθεια και δε θα είναι έμφυτη όπως υποστηρίχθηκε πριν τον Πλάτωνα.

  Η έννοια της «αιδούς» θα επισημανθεί και από άλλους αρχαίους συγγραφείς της αρχαιότητας και πριν τον Αριστοτέλη. Για το Σταγειρίτη φιλόσοφο, παρά το γεγονός ότι η «αιδώς» θα αποτελεί μια ενδιάμεση, μεταξύ εγκράτειας και αναισχυντίας κατάσταση, δε θα θεωρηθεί αρετή όπως η αισχύνη, αλλά συναισθηματική κατάσταση ή ηθικό συναίσθημα. Η κατάσταση αυτή θα αιτιολογηθεί φυσικά σε άτομα νεαρής ηλικίας, τα οποία προβαίνουν σε λάθη εξαιτίας του παρορμητισμού τους, θα είναι όμως αδικαιολόγητη σε σώφρονες και γεροντότερους.

  Ούτε η εγκράτεια όμως θα χαρακτηριστεί αρετή, αλλά ένα κράμα κακίας και αρετής. Η ιδιότητα που θα θυσιάσει κοντινές βραχυπρόθεσμα, αλλά επιβλαβής απολάυσεις, προκειμένου ο άνθρωπος να απολαύσει μακροπρόθεσμα χρονικά οφέλη. Όσον αφορά εν τέλει την αναισχυντία, την αδικαιολόγητη αυτή έλλειψη ντροπής, που δε θα συνιστά μεσότητα, θα είναι, κατά τον Αριστοτέλη, συναίσθημα που θα έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση τη φαυλότητα και την επίγνωση της διάπραξης κακών πράξεων.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

1)      ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ηθικά Νικομάχεια τ.1, μετάφρ., Α. Τσολάκης, εκδ. De Agostini, Αθήνα 2005.

2)      ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ηθικά Νικομάχεια τ.2, μετάφρ., Α. Τσολάκης, εκδ. De Agostini, Αθήνα 2005.

3)      ΗΣΙΟΔΟΣ, Έργα και Ημέραι, μετάφρ. Σ. Σκάρτσης, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1993.

4)      ΟΜΗΡΟΥ, Ιλιάδα, μετάφρ., Ν. Καζαντζάκη-Ι.Θ. Κακρίδη, εκδ. Εστία, Αθήνα 1955.

5)      ΠΛΑΤΩΝ, Πρωταγόρας, μετάφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1993.

6)      Σ. ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ κ.α., Η ελληνική φιλοσοφία από την αρχαιότητα ως τον 20ο αιώνα, Τ1, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2000.

7)      ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΓΚΙΚΑΣ, Πρακτική Φιλοσοφία, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 1995.

8)      A.S. BOGOMOLOV, Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας ,(Ελλάδα και Ρώμη), μετάφρ. Φ.Κ. Βώρος, Εκδ. ΕΙΡΜΟΣ, Αθήνα 1995.

9)      INGEMAR DURING, Ο Αριστοτέλης, παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, τ.2, μεταφρ. Α. Γεωργίου-Κατσίβελα, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2003.

10)   MARIO VEGGETI, Ιστορία της αρχαίας Φιλοσοφίας, μετάφρ. Γ. Δημητρακόπουλος, εκδ. Τραυλός, Αθήνα 2000.

11)   MORTIMER J. ADLER, Ο Αριστοτέλης για όλους, Δύσκολος στοχασμός σε απλοποιημένη μορφή, μετάφρ. Π. Κοτζιά-Παντελή, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2005.

12)   W.D. ROSS, Αριστοτέλης, μετάφρ. Μ. Μήτσου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1993.

13)   W. WINDELBAND-H. HEIMSOETH, Εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσοφίας τ.1, μετάφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1986.


-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


Το Ιππικό των Μακεδόνων. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

   Πριν το Φίλιππο το Ιππικό εκπροσωπούσε την ντόπια δύναμη των επίλεκτων της Μακεδονίας. Στην αρχή της βασιλείας του Φιλίππου, το σώμα του Ιππικού ήταν ασθενές. Ο Φίλιππος ανέπτυξε το Ιππικό με την ενίσχυση των σχέσεων του με τους Θεσσαλούς (συνεισέφεραν στην εκστρατεία στην Ανατολή με 1500 επίλεκτους ιππείς) και την ίδρυση σπουδαίων ιπποτροφείων, ενώ υποχρέωσε παράλληλα τους μεγιστάνες της Μακεδονίας, όταν τα τέκνα τους αυξάνονταν να στέλνουν στην Αυλή ευπατρίδες που οδηγούσαν τον ίππο, μαζί με έναν ιπποκόμο. Η υπηρεσία αυτών στρεφόταν στο πρόσωπο του Φιλίππου, καθώς τον ακολουθούσαν στο κυνήγι μέχρι να φτάσουν στην αντρική ηλικία.



  Ο Αλέξανδρος χρησιμοποίησε άριστα το ιππικό. Το οδηγούσε ο ίδιος προσωπικά και εκμεταλλευόμενος το στοιχείο του αιφνιδιασμού κατάφερνε να υπερφαλαγγίσει τον εχθρικό στρατό και να τον χτυπά από το πλάι, δημιουργώντας ρήγματα στην παράταξη του. Το ιππικό πλέον επέφερε καίριο πλήγμα, όχι μόνο προστάτευε τα πλευρά αλλά τώρα συνδυάζονταν πολλά όπλα μαζί. Ο αριθμός των ιππέων ήταν μεγάλος αναλογικά με τον υπόλοιπο στρατό, καθώς η αναλογία ήταν υψηλή υπέρ του Ιππικού. Ο ρόλος του επομένως ήταν αυξημένος και ο Αλέξανδρος βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις μάχες στο ιππικό.

  Η σύνθεση του ιππικού βασιζόταν στη μακεδονική τάξη των Ευγενών. Υπήρχε πίνακας κατάρτισης των ιππικών περιοχών, οι οποίες έδιναν ικανό αριθμό ιππέων (Βοττιαία, Αμφίπολη, Ανθεμουσία και Λευγαία Ίλη). Το ιππικό αντλούνταν από περίπου 15 περιοχές. Ίσως η 16η ίλη να ήταν η Βασιλική Ίλη και το Άγημα των Ιππέων. Οι διοικητές-επικεφαλής των μονάδων έμπαιναν μπροστά και χτυπούσαν πρώτοι τον εχθρό, προστατευόμενοι από μεταλλικές και δερμάτινες πλάκες.

  Το ιππικό απάρτιζαν θωρακοφόροι, λογχοφόροι και θωρακοφόροι. Επιτίθονταν όλοι με σάρισα από ξύλο κρανιάς (4-5 μέτρα), η οποία στην απόληξη της είχε λεπίδα. Δεν είχαν ούτε ασπίδα ούτε θώρακα παρά μόνο ένα μικρό σπαθί αντί για το βαρύ ακόντιο. Η δομή του ιππικού που εκστράτευσε στην Ανατολή αποτελούταν από 8 ίλες, 100-150 ιππείς (800-1200 σύνολο Στο σύνολο των 3000 βαρέων ιππέων προστίθενται 1800 και 200 ελαφρύς. Το Εταιρικό Ιππικό αποτελούταν από 1800 Μακεδόνες εκ των οποίων 600 Σαρισσοφόροι και όπως είπαμε ήταν βαριά εξοπλισμένο με δόρυ από κρανιά και όχι ακόντιο. Επικεφαλής του Εταιρικού Ιππικού ήταν ο Φιλώτας ο γιος του Παρμενίωνα. Χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα, ο ρόλος τους ήταν σπουδαίος ειδικά στην καταδίωξη του εχθρού. ).  Από τις 8 ίλες η πρώτη ήταν η πιο και αρχοντική, υπό τις διαταγές του Κλείτου του Μελάνα. Στους 1.800 Μακεδόνες προστέθηκαν 1800 Θεσσαλοί, 600 Θράκες, 300 Παίονες και 600 από το Κοινό των Ελλήνων. Αρχηγός ολόκληρου του ιππικού ήταν ο Παρμενίων.

  Ο ίππος και ο ημίονος ήταν δαπανηρά μέσα για τον αγρότη της εποχής. Στην κεντρική Μακεδονία βρίσκουμε σκελετούς κατοικίδιων αλόγων μαζί με υποράτσα, απόγονο αλόγου Ταρπάν και μιας άλλης από τις στέπες της κεντρικής Ασίας. Παρατηρείται επομένως και ευγονική ζώων, αργότερα διαπιστώνεται και συλλογή σπάνιων ζώων από την Ινδία, καθώς και φύτεμα ευρωπαϊκών φυτών στη Βαβυλώνα.



  Τα κτήνη διαφοροποιούνταν από τα ζώα γιατί χρησιμοποιούνταν για μεταφορές. Ήταν διαφορετικά από αυτά του ιππικού. Τα οικόσιτα προορίζονταν για τη σίτιση ενώ τα γαϊδούρια και οι καμήλες για να μεταφέρονται εφόδια. Υπολογίζεται ότι χρησιμοποιούνταν 20.000 ζώα για μεταφορές πολιορκητικών μηχανών, εργαλείων, πρώτων βοηθειών κλπ. Οι πηγές άντλησης τους ήταν εύφορες περιοχές όπως Μακεδονία, Θεσσαλία, Συμμαχία Κορίνθου, Θράκη, Παίονες και Αγριάνες. Επιπρόσθετα, οι επιδρομές στο Δούναβη είχαν εφοδιάσει τους Μακεδόνες με σημαντικό αριθμό σκυθικών αλόγων. Η διατροφή των αλόγων απαιτούσε δέκα λίβρες άχυρο ή χόρτο, δέκα λίβρες σιτάρι και οχτώ γαλόνια νερό την ημέρα. Τα άλογα του ιππικού, πρέπει να πούμε ότι χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά των ιππέων και του εξοπλισμού τους και όχι για μεταφορά εφοδίων.

  Όσον αφορά τέλος το ελαφρύ ιππικό αποτελείτο από πέντε ίλες λογχοφόρων, εκ των οποίων οι τέσσερις Προδρόμων Μακεδόνων και η μία Παιόνων. Υφίστατο και ένας απροσδιόριστος αριθμός ψιλών ιππέων από Παίονες, Θράκες και Αγριάνες. Οι Αγριάνες μάλιστα επεδείκνυαν μεγάλη δεξιοσύνη. Το ελαφρύ ιππικό ήταν αχώριστο από το βαρύ.

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

ΚΑΛΕ ΓΚΡΟΤΟ – Εκεί όπου ο Ελληνισμός άγγιξε τον ορίζοντά του⚔️

📸Φωτογραφία ντοκουμέντο, σταθμός επιδέσεως τραυματιών της V Μεραρχίας στην τιτανομαχία του Καλέ Γκρότο, ενός μακρόστενου ορεινού και βραχώδους «τείχους» μήκους 7 χιλιομέτρων και ύψους 1.500 μέτρων, τον Αύγουστο του 1921. Μια από τις πιο επικές μάχες στην ιστορία του έθνους μας. Πρόκειται για μαχητές του 43ου Συντάγματος Πεζικού. Κρήτες από την Ανατολική Κρήτη, κυρίως από το Ηράκλειο και το Λασίθι.



Στα τραχιά υψώματα του Καλέ Γκρότο, μέσα στην κάψα του μικρασιατικού Αυγούστου του 1921, ο Ελληνισμός άγγιξε το απόγειο της πορείας του  εκεί όπου το όραμα και η αντοχή συνάντησαν το πεπρωμένο.Μόλις έναν αιώνα μετά το 1821, από τα ερείπια της σκλαβιάς και τα πρώτα σκιρτήματα της ελευθερίας, ένα έθνος μικρό σε μέγεθος αλλά απέραντο σε ψυχή βρέθηκε πενήντα χιλιόμετρα έξω από την Άγκυρα, απειλώντας την καρδιά της άλλοτε πανίσχυρης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ήταν το θαύμα της ελληνικής "αναγέννησης" μια πορεία που ξεκίνησε από τα καμένα χωριά της Ρούμελης και τα μοναστήρια του Μοριά και έφτασε ως τα υψώματα του Σαγγαρίου.

Εκεί, το 43ο Σύνταγμα Πεζικού, με διοικητή τον Αντισυνταγματάρχη Δημήτριο Νικολοδήμο, και μαζί του άνδρες απλοί, παιδιά της Ελλάδας από κάθε γωνιά της, ανέβηκαν τις βραχώδεις πλαγιές του Καλέ Γκρότο, υπό πυρ και σίδερο.

Με λόγχη και ψυχή εκδίωξαν τους Τούρκους από τις θέσεις τους και ύψωσαν στα 1.483 μέτρα του Ουλού Νταγ τη σημαία της Ελλάδος.

Η νίκη τους πληρώθηκε ακριβά, εκατοντάδες νεκροί και τραυματίες, ανάμεσά τους και ο ηρωικός Ταγματάρχης Αντώνιος Ρίτσας.

Μα η δόξα εκείνη δεν έσβησε ποτέ.

Το Καλέ Γκρότο δεν ήταν απλώς μια μάχη. Ήταν το ύστατο άλμα του Ελληνισμού προς το άπιαστο όνειρο η στιγμή που η ιστορία φάνηκε να ανασαίνει ξανά αρχαίο μεγαλείο.

Από το Μεσολόγγι και τη Χίο, ως τα βουνά της Ηπείρου,της Μακεδονίας και την λεβεντογέννα Κρήτη, το έθνος αυτό πορεύτηκε μέσα σε έναν αιώνα πολέμων και θυσιών,κι όμως, κατάφερε να σταθεί εκεί, στην κορυφογραμμή της Ιστορίας, να κοιτάξει πέρα, προς την Άγκυρα τόσο κοντά, κι όμως τόσο μακριά.

Αν δεν είχαν μεσολαβήσει τα τραγικά λάθη, οι διχόνοιες, η έπαρση και η τύφλωση των ισχυρών, ίσως το όνειρο να είχε γίνει πραγματικότητα.

Ίσως η Ελλάδα να είχε σφραγίσει την τύχη της Ανατολής. Μα και πάλι, εκείνοι που έπεσαν στα βράχια του Καλέ Γκρότο δεν ηττήθηκαν γιατί δεν υπάρχει ήττα, όταν το αίμα ποτίζει το χώμα της ιστορίας με πίστη και τιμή.

Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω σ’ εκείνη τη μάχη, δεν βλέπουμε μόνο μια πολεμική επιτυχία

βλέπουμε την απόδειξη του τι μπορεί να κατορθώσει το ελληνικό πνεύμα, όταν είναι ενωμένο και αποφασισμένο .Σε λιγότερο από εκατό χρόνια, από υποδούλοι γίναμε νικητές από ραγιάδες απελευθερωτές από την απόλυτη σιωπή   κραυγή που έφτασε ως την καρδιά της Ασίας.

Ας θυμόμαστε, λοιπόν, τους ήρωες του Καλέ Γκρότο όχι μόνο για τη νίκη τους, αλλά για το μήνυμα που άφησαν πίσω τους γραμμένο με το ίδιο τους το αίμα.Ο Ελληνισμός δεν μετριέται με γεωγραφικά όρια, αλλά με το ύψος των θυσιών του και όσο υπάρχουν Έλληνες που πιστεύουν, θυμούνται και τιμούν, τόσο τα υψώματα εκείνα  θα μένουν άπαρτα!!


✍ Στυλ. Καβάζης

Ο Φαραώ Ραμσής Β

 Φιλοδοξώντας να αποκαταστήσει την αιγυπτιακή κυριαρχία στα εκτεταμένα σύνορα μέχρι τον Ευφράτη που απολάμβανε επί της ένδοξης βασιλείας του ηγεμόνα Τούθμωσι Γ' (1504-1450 π.Χ), ο Φαραώ Ραμσής Β' (1279–1213 π.Χ) συγκέντρωσε την άνοιξη του 1274 π.Χ τα στρατεύματά του στην πρωτεύουσα Πι-Ραμσή για ακόμα μία εκστρατεία στην σημερινή κεντρική Συρία. Στόχος του η συριακή πόλη του Καντές που είχε αποσκιρτήσει στους μισητούς Χιττίτες του βασιλιά Μουβατάλλι Β' (1295–1272 π.Χ), ο οποίος έχοντας ως κέντρο ισχύος του την πόλη Χαττούσα στην κεντρική Μικρά Ασία κυριαρχούσε ήδη στην βόρεια Συρία και φιλοδοξούσε να επεκταθεί προς νότο.



Οι δυνάμεις που συγκέντρωσε ο Ραμσής ήταν πράγματι εντυπωσιακές και ενδεικτικές της ισχύος του οργανωμένου σε μόνιμη βάση αιγυπτιακού στρατού του Νέου Βασιλείου: Αποτελούνταν από τέσσερις "μεραρχίες", η καθεμία εγκατεστημένη σε μία πόλη του βασιλείου: Το σώμα του Σετ με έδρα την Πι-Ραμσή, το σώμα του Πταχ που ερχόταν από την Μέμφιδα, το σώμα του Άμμωνα από τις Θήβες και το σώμα του Ρα από την Ηλιούπολη. Αυτόν τον στρατό των γηγενών Αιγυπτίων, που περιελάμβανε πεζικό, τοξότες και περίπου 2.000-2.500 ελαφρά άρματα επανδρωμένα με έναν ηνίοχο και έναν τοξότη, πλαισίωναν πολυάριθμα σώματα βοηθητικών συμμάχων και μισθοφόρων: Βαριά οπλισμένοι ξιφομάχοι Σαρντάνα (Σαρδηνοί;), μαύροι Νούβιοι τοξότες από το σημερινό Σουδάν, Λίβυοι πεζοί, μισθοφόροι νομάδες Μετζάι, φυλές βεδουίνων από το Σινά και Σύριοι αρματηλάτες και πεζικάριοι από τα υποτελή στην Αίγυπτο βασίλεια της νότιας Συρίας. Όλοι αυτοί αποτελούσαν ένα συνεκτικό στράτευμα περίπου 20.000 ανδρών, μια εξαιρετικά μεγάλη δύναμη με τα μέτρα της εποχής.


Τον χιττιτικό στρατό του βασιλιά Μουβατάλλι Β' που είχε συγκεντρωθεί βορειοδυτικά του Καντές συγκροτούσε ένα πολύγλωσσο σύνολο 27.000 πολεμιστών από ένα μωσαϊκό εθνοτήτων: Βασιλικά στρατεύματα από την Χάττι (άρματα και πεζικό) και στρατιώτες του πρίγκιπα της Νίσας από την κεντρική Μικρά Ασία. Μισθοφόροι από την Ναχρίνα (παλαιό κράτος Μιτάννι) στην βορειοδυτική Μεσοποταμία. Δυτικομικρασιάτες Λούβιοι υποτελείς από την Μάσα (κλασική Μυσία), την Αρζάβα (συνομοσπονδία φυλών και πόλεων-κρατών πέριξ των ποταμών Μαιάνδρου και Καϋστρου), την Πιτάσσα (ανατολικά της Αρζάβα), την Καρκίσα (Καρία) και την Λούκκα (Λυκία). Άντρες από την Βιλούσα (ομηρικό Ίλιον) σταλμένοι από τον βασιλιά τους Alaksandu (Aλέξανδρος;), Δάρδανοι και Mushki (πρωτο-Φρύγες;) από την βορειοδυτική Μικρά Ασία. Πολεμιστές από τις φυλές των Αραβάνα και των Κάσκα στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Στρατιώτες από την Κιτσουβάτνα (κλασική Κιλικία) και Σύριοι από την Ουγκαρίτ, το Κάρχεμις, το Καντές και την Χάλμπα (Χαλέπι). Δύναμη κρούσης του χιττιτικού στρατού ήταν τα 3.500 βαριά άρματά του με πλήρωμα ενός ηνιόχου, ενός ασπιδοφόρου κι ενός πολεμιστή-λογχοφόρου. 


Τα αιγυπτιακά στρατεύματα αναχώρησαν από την Αίγυπτο ακολουθώντας την συνηθισμένη παράκτια οδό προς την Γάζα. Εκεί ο Ραμσής χώρισε τον στρατό του σε δύο άνισα σώματα: Ένα σώμα επιλέκτων (Nε'αρίμ) θα ακολουθούσε την παράκτια οδό εξασφαλίζοντας τις παραθαλάσσιες πόλεις της Χαναάν και την χώρα Αμορρού (σημερινή παραλιακή Συρία). Στην συνέχεια θα στρεφόταν προς το εσωτερικό της χώρας για να συναντήσει τον Ραμσή έξω από το Καντές. Στο μεταξύ ο ίδιος ο Φαραώ επικεφαλής του κύριου στρατού θα ακολουθούσε την μεσόγεια οδό προς βορρά, διαμέσου της κοιλάδας Μπεκάα (σημερινός Λίβανος), και προς την κορυφογραμμή του Καντές, από όπου μπορούσε να εποπτεύει την ομώνυμη πόλη που βρισκόταν "κουρνιασμένη" στην αριστερή όχθη του ποταμού Ορόντη. Αφού έφτασε εκεί στα τέλη Απριλίου, έλαβε πληροφόρηση από αυτόμολους της φυλής βεδουίνων Σασού ότι ο χιττικός στρατός είχε αναδιπλωθεί βόρεια προς το Χαλέπι εγκαταλείποντας το Καντές.


Θεωρώντας την ευκαιρία μοναδική για να πάει χαμένη και αμελώντας να στείλει δικούς του ανιχνευτές για να επιβεβαιώσει την πληροφορία, ο Ραμσής αναχώρησε άμεσα προς βορρά σε αναζήτηση του εχθρού. Μαζί του είχε την προσωπική του φρουρά και την μεραρχία του Άμμωνα, ενώ οι μεραρχίες Ρα, Πταχ και Σετ ακολουθούσαν κατά πόδας. Πράγματι, αφού διέσχισε την νότια καμπή του ποταμού Ορόντη, ανακάλυψε βορειοδυτικά της πόλης του Καντές το εγκαταλελειμμένο χιττιτικό στρατόπεδο. Οι πληροφορίες των βεδουίνων αυτόμολων φαίνονταν να επιβεβαιώνονται. Στην πραγματικότητα όμως, ο χιττιτικός στρατός ανέμενε τους Αιγύπτιους αθέατος στην ανατολική όχθη του Ορόντη, με τον πανούργο Μουβατάλλι να έχει τους Αιγυπτίους όπως ακριβώς ήθελε: Ενώ ο Ραμσής με την σωματοφυλακή του και την μεραρχία του Άμμωνα ετοιμάζονταν για στρατοπέδευση, οι Αιγύπτιοι της μεραρχίας Ρα ακολουθούσαν ανύποπτοι, ενώ η μεραρχία Πταχ διερχόταν -επίσης χωρίς να έχει αντιληφθεί τίποτα- τον ποταμό. Σύντομα, 1.000 βαρέα άρματα των Χιττιτών άρχισαν να διέρχονται τον Ορόντη και να ξεχύνονται στην σκονισμένη πεδιάδα.


Η επίθεση των χιττιτικών αρμάτων πλευροκόπησε την μεραρχία Ρα ενώ βρισκόταν ακόμα σε διάταξη πορείας και κυριολεκτικά την σάρωσε, με μόνο λίγα τμήματά της να καταφέρνουν να απαγκιστρωθούν μαζί με τους δύο γιους του Ραμσή και να καταφεύγουν στο αιγυπτιακό στρατόπεδο. Κατόπιν οι Χιττίτες αρματηλάτες στράφηκαν προς βορρά για να κονιορτοποιήσουν τον Ραμσή και τους άντρες της μεραρχίας του Άμμωνα στο στρατόπεδό τους. Η στιγμή αυτή ήταν η πιο κομβική της μάχης και ο Φαραώ βρέθηκε σύντομα να δίνει έναν απελπισμένο αγώνα για την ίδια του την ζωή. Μια ολόκληρη μεραρχία του αιγυπτιακού στρατού είχε διαλυθεί, το σώμα Πταχ συνέχιζε την πορεία του ανύποπτο και το σώμα Σετ βρισκόταν ακόμα στην νότια όχθη του Ορόντη. Σύμφωνα με την αφήγηση των γεγονότων από τον ίδιο τον Ραμσή όπως αυτή καταγράφηκε σε επιγραφή στο Ραμσείο στις Θήβες, απελπισμένος ο Αιγύπτιος Φαραώ απευθύνθηκε στον θεό-προστάτη του τον Άμμωνα:


"[...] Κάνω έκκληση σε εσένα πατέρα μου Άμμωνα. Περιβάλλομαι από ξένους που δεν γνωρίζω. Όλα τα κράτη ενώθηκαν εναντίον μου και είμαι τελείως μόνος. Οι στρατιώτες μου με εγκατέλειψαν και κανένας από τους ηνιόχους μου δεν νοιάζεται για μένα. Κάνω έκκληση και δηλώνω πως ο Άμμωνας αξίζει για μένα περισσότερο και από ένα εκατομμύριο στρατιώτες και εκατοντάδες χιλιάδες αρματομάχους και δεκάδες χιλιάδες αδερφούς και παιδιά, ακόμα και αν ομονοούσαν όλοι μεταξύ τους".


Σε αυτήν την κρίσιμη καμπή της μάχης, όπου οι Χιττίτες είχαν εισέλθει και λεηλατούσαν το αιγυπτιακό στρατόπεδο και ο Ραμσής μαχόταν περικυκλωμένος από τους εχθρούς του, έφτασε αναπάντεχα από την ακτή σαν "από μηχανής" θεός το επίλεκτο σώμα των Νε'αρίμ με τους πεπειραμένους διοικητές του, οι οποίοι αμέσως οργάνωσαν την αντεπίθεση διασπώντας τον ασφυκτικό κλοιό γύρω από τον Φαραώ. Βροχές από βέλη αποδεκάτισαν τους Χιττίτες αρματηλάτες, η πειθαρχία των οποίων άλλωστε είχε χαλαρώσει μπροστά στην επικείμενη νίκη και την λαχτάρα για αρπαγή των πλούσιων αιγυπτιακών λαφύρων. Ο Μουβατάλλις, που παρατηρούσε την σύγκρουση από την αντίπερα όχθη, έδωσε εντολή σε ακόμα 1.000 άρματα να διασχίσουν τον ποταμό και να επιτεθούν στους Αιγυπτίους. Όμως η ορμητική αντεπίθεση του Ραμσή και των επιλέκτων από την μια και η άφιξη της εμπροσθοφυλακής της μεραρχίας Πταχ από την άλλη τα συνέτριψαν. Βρισκόμενα μεταξύ σφύρας και άκμονος τα άρματα των Χιττιτών άρχισαν να υποχωρούν σε κατάσταση σύγχυσης προς τον ποταμό μετατρέποντας την υποχώρηση σε σφαγή:


"[...]Ο ιπποκόμος του Μουβατάλλι, ο αρχηγός του πεζικού και των αρμάτων του, ο αρχιευνούχος και ο Χλεπσαρού, ο επίσημος ιστοριογράφος του, πνίγηκαν. Οι ηνίοχοί του, ο Ταρκουμενές και ο Πεγιές, ο Τεντέρ ο αρχηγός της σωματοφυλακής του, ο Κεμυές ο διοικητής των επιλέκτων, ο Ατζέμ ο αρχηγός των βοηθητικών και άλλοι σπουδαίοι έπεσαν τρυπημένοι από τα βέλη. Πολλά τάγματα έπεσαν στον Ορόντη για να σωθούν κολυμπώντας, αλλά αποδεκατίστηκαν. Ο Μιζραίμ, αδελφός του Μουβατάλλι, διασώθηκε στην άλλη όχθη, ο πρίγκιπας της Νίσας όμως πνίγηκε. Τη γενική πανωλεθρία των συμμάχων πρόλαβε μια έξοδος της φρουράς του Καντές, χάρη στην οποία τραυματίες και φυγάδες διασώθηκαν μέσα στα τείχη της".


Η μέρα τελείωσε με τακτική νίκη των Αιγυπτίων, αφού παρέμειναν κύριοι του πεδίου της μάχης. Παρά τις βαριές απώλειες όμως που είχαν υποστεί τα άρματα των Χιττιτών, το πεζικό τους παρέμενε ακόμα άθικτο και αξιόμαχο, ενώ οι Αιγύπτιοι είχαν απωλέσει το ένα τέταρτο του στρατεύματός τους και μεγάλο μέρος των εφοδίων τους είχε καταστραφεί ή λεηλατηθεί. Υπό αυτές τις συνθήκες τα όποια σχέδια για επανάληψη της σύγκρουσης την επόμενη μέρα ή οργάνωσης πολιορκίας ήταν καταδικασμένα σε αποτυχία. Έτσι, ενώ ο Ραμσής ετοιμαζόταν να δώσει το σύνθημα για επιστροφή στην Αίγυπτο, έφτασε στο αιγυπτιακό στρατόπεδο αντιπροσωπεία του Μουβατάλλι με προτάσεις περί ανανέωσης της συνθήκης ειρήνης με τους όρους που ίσχυαν πριν τον πόλεμο: Οι Χιττίτες θα κρατούσαν το Αμούρρου και το Καντές, ενώ οι Αιγύπτιοι την παράλια χώρα μέχρι την πόλη Σίμυρα. Παρότι οι όροι δεν ήταν της αρεσκείας του, ο Φαραώ αποφάσισε να υποχωρήσει και να επιστρέψει στην Αίγυπτο. Αν και οι Χιττίτες μάτωσαν πολύ κατά την διάρκεια της μάχης, χάνοντας μεταξύ άλλων και πολλούς αριστοκράτες τους, ο ηγέτης τους είχε πετύχει τον σκοπό του. Η προέλαση των Αιγυπτίων είχε σταματήσει και ο ίδιος δεν είχε χάσει ούτε ένα μέτρο γης.


Οι σχέσεις των δύο αρχαίων υπερδυνάμεων θα εξομαλύνονταν οριστικά με την άνοδο στον θρόνο της Χάττι του βασιλιά Χαττουσίλι  Γ' (1267-1237 π.X), με τον Ραμσή Β' να λαμβάνει ως σύζυγο το 1245 π.Χ την πρωτότοκη κόρη του Χιττίτη ηγεμόνα. Θα παρέμεναν ειρηνικές μέχρι την κατάρρευση του χιττιτικού κράτους το 1190 π.Χ.


Εικόνα 1. Bαρύ χιττιτικό άρμα επιτίθεται σε αιγυπτιακό σώμα στρατού. Ευδιάκριτες είναι επίσης οι επιμέρους εθνότητες (από δεξιά προς τα αριστερά): Λίβυοι τοξότες, Νούβιοι τοξότες και Αιγύτιοι πεζοί.

Εικόνα 2. Σχεδιάγραμμα της μάχης.

Εικόνα 3. Χάρτης της έκτασης των δύο αυτοκρατοριών.


Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944-1945, 1963, 1964-1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην επαναστατική κυβέρνηση του 1922. Υπήρξε φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας».


 Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε ως Γεώργιος Σταυρόπουλος στο Καλέντζι Αχαΐας το 1888 και ήταν το τρίτο παιδί του πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν σχολάρχης Πατρών. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β΄ Γυμνάσιο Πατρών, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. 

Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου. Σπούδασε νομική στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προσφωνώντας τον ως εκπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών  Από τους Γερμανούς καθηγητές του στο πανεπιστήμιο, αυτός που τον επηρέασε περισσότερο ήταν ο Χάινριχ Τρίπελ (Heinrich Triepel), ο οποίος πρωταγωνίστησε στην αμφισβήτηση του άκρατου θετικισμού και νομικισμού που επικρατούσε τότε στην γερμανική πολιτειολογία και θεωρία του κράτους, προτείνοντας αντίθετα μια περισσότερο κοινωνιολογική και πολιτική θεώρηση. 

Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ' όπου κινητοποίησε τους Βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική δεινότητα του νεαρού Παπανδρέου και τον διόρισε, το 1916, γενικό διευθυντή του πολιτικού γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη Λέσβου και Χίου. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε γενικός διευθυντής νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε το 1919 τον Ανδρέα Παπανδρέου. 

Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς φιλοβασιλικούς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου. O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Bενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε αλλά και με μία ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου. 

Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ως σταθερός υπέρμαχος της δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα.

 Κατά την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας Ελευθερία και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλλε απευθείας στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης η οποία προκάλεσε το ζωηρό ενδιαφέρον του Ουίνστον Τσώρτσιλ με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος»: Στις αρχές του 1944 αποφάσισε να συνταχθεί με τη βασιλική εξόριστη κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Στις 14 Απριλίου του 1944, περίπου ένα μήνα μετά τη δημιουργία της Πολιτικής Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, με αγγλικό πολεμικό αεροπλάνο έφτασε επειγόντως στο Κάιρο για σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας, και αντικατέστησε τον Σοφοκλή Βενιζέλο που είχε διαδεχθεί τον Εμμανουήλ Τσουδερό, κατά τη μετάβαση του τελευταίου στο Λονδίνο. Τότε, τον Μάιο του 1944, οργάνωσε το συνέδριο του Λιβάνου, στο οποίο και αποφασίστηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας με συμμετοχή όλων των πολιτικών παρατάξεων υπό την πρωθυπουργία του με σκοπό την εφαρμογή του «Εθνικού Συμβολαίου». 

Αργότερα όμως σημειώθηκαν προστριβές και διαφωνίες με τους εκπροσώπους του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου που αφορούσαν κυρίως τον έλεγχο του στρατού. Τότε προέβη σε ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό:

...«Εκφράζομεν την ευγνωμοσύνην μας προς την επιτροπήν των βουνών διότι εγκατέλειψεν, επιτέλους, τας υπεκφυγάς και τας προτάσεις και απεκάλυψε τους αληθινούς της σκοπούς. [...] Μας ζητούν να παραδώσωμεν την Ελλάδα: Αρνούμεθα [...] Η αποστολή μας είναι να εντάξωμεν τας οργανώσεις εις το Έθνος, όχι να υποτάξωμεν το Έθνος εις τας οργανώσεις...».

Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου επανήλθε -έπειτα από σύντομη παραμονή της κυβέρνησής του στην Ιταλία- ως ο «πρωθυπουργός της Απελευθερώσεως».  Ο Γ. Παπανδρέου απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης της βρετανικής κυβέρνησης, όσον αφορούσε στις επιδιώξεις τους για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Για το σκοπό αυτό, οι Άγγλοι υποχρέωσαν σε παραίτηση το Σοφοκλή Βενιζέλο από την ηγεσία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και στη θέση του, ο βασιλιάς Γεώργιος τοποθέτησε τον Παπανδρέου. 

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλιστα φερόταν αποφασισμένος να τον διατηρήσει στη θέση του πρωθυπουργού πάση θυσία ενώ και ο ίδιος ο Παπανδρέου απηύθυνε δραματική έκκληση προς τη βρετανική κυβέρνηση να αποστείλει στην Αθήνα ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ανάχωμα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ  Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσία της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. 

Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Ήταν υπό την προεδρία του που ο Σκόμπι εξέδωσε την ξαφνική διαταγή για αφοπλισμών μόνο των αριστερών οργανώσεων, διαταγή που αποτέλεσε τη θρυαλίδα των Δεκεμβριανών. Μετά τις μάχες των Δεκεμβριανών παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 1945. Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Ως επικεφαλής της κυβέρνησης, κατηγορήθηκε από το ΕΑΜ ότι έφερε την ευθύνη για το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς αρχικά έδωσε την άδεια για την πραγματοποίησή της και στη συνέχεια την ανακάλεσε σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε (τις οποίες αμφισβήτησε το ΕΑΜ) ότι η συγκέντρωση θα ήταν ένοπλη και θα αποσκοπούσε στην προετοιμασία έκρηξης κομμουνιστικού κινήματος. Ως επικεφαλής μάλιστα (πολιτικός προϊστάμενος) κάθε άλλης κυβερνητικής εξουσίας, έδωσε ρητή εντολή στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Άγγελο Έβερτ για την έναρξη του πυρός κατά των αόπλων διαδηλωτών. Ο Παπανδρέου κατηύθυνε τις ένοπλες συγκρούσεις σε συνεργασία με τους Βρετανούς πετυχαίνοντας την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων. 

Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950-1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές.

 Στις εκλογές του 1952 συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (ΕΔΑ) τα χρόνια 1958-1961. 

Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωσις Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών». Το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 1963 με ποσοστό 42,04%. Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της ΕΔΑ, που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης.

 Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. Ρύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, διπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Κυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, παραγκωνίζοντας τους ακροδεξιούς και τους παρακρατικούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η Ελλάδα χρειαζόταν όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο  Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα. Στις 20 Ιουλίου του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στο Λονδίνο. Την επομένη, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου σερ Άλεκ Ντάγκλας Χιουμ. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο άκαρπες.

 Ο Γ. Παπανδρέου απέρριψε και πάλι απευθείας διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες και συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό. Παράλληλα, πρότεινε τόσο η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), όσο και η αντίστοιχη τουρκική (ΤΟΥΡΔΥΚ) τεθούν υπό τον ΟΗΕ. στη δε Κυπριακή Δημοκρατία να επιτραπεί να οργανώσει τις αμυντικές της δυνάμεις και να αποφασίσει για το μέλλον της. Το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο και των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου και στο Παρίσι. Και στις δύο επισκέψεις του συνοδεύτηκε, εκτός από τον υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο, και από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Στο Παρίσι, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε στις 29 Ιουλίου 1964, προερχόμενος από τη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος λίγο πριν είχε ενημερωθεί εκ μέρους των ΗΠΑ από τον πρεσβευτή Μπόλεν για τις συνομιλίες του προέδρου Λίντον Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού. Ο Σαρλ ντε Γκωλ δεν πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδειξε πάντως ικανοποιημένος από τις συνομιλίες του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την επομένη. Συνομιλητές ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σταύρος Κωστόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Κουβ ντε Μιρβίλ. Στις 6 Ιανουαρίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. 

Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου ο Γ. Παπανδρέου είχε συνομιλίες με τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο στο Βελιγράδι. Η επίσκεψη επισκιάστηκε από απροσδόκητη δήλωση του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού Εξωτερικών ότι υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα. Κατά τη διακυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου προέκυψαν διαμάχες με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄, ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του παλατιού και αναμιγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος. Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ, εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα. 

Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό «μαστιγίου και καρότου» στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ' όλη τη βούληση για συμβιβασμό της ΕΚ, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το παλάτι αντέδρασε και θεώρησε ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από μεγάλη οξύτητα (προϊόν περισσότερο του ανένδοτου αγώνα και των ανακρίσεων για το σχέδιο Περικλής), ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. 

Η ΕΚ ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του Τύπου. Μέσα σ' αυτό το κλίμα ξέσπασε η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το «σχέδιο Περικλής» βρήκαν την πρόφαση για αντεπίθεση. Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγήκε εκτός ελέγχου. Το παλάτι προσπάθησε, στηριζόμενο στην υπόθεση «Ασπίδα», να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επανέλαβε τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τον Ιούλιο του 1965 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίες -παρά τη μετάβασή του στην Κέρκυρα με τον υπουργό του Νικόλαο Μπακόπουλο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της πριγκίπισσας Αλεξίας- δεν αποκαταστάθηκαν αφού ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να αναλάβει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση ήταν πλέον γεγονός Όταν έγινε η αποστασία, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποστάτησαν. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. 

Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1965 η νέα κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο κατάφερε να πάρει ισχνή ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ ο Παπανδρέου είχε κηρύξει τον δεύτερο «ανένδοτο» αγώνα. Το 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, στις 21 Απριλίου αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα και καθ' υπόδειξή τους την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κόλλιας. Η επταετής περίοδος που ακολούθησε έγινε γνωστή ως η χούντα των Συνταγματαρχών. Η δικτατορία βρήκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στη δύση του βίου του, ενώ τη σκυτάλη είχε παραλάβει πλέον ο γιος του, Ανδρέας. Ο Γ. Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί. Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε την πορεία του προς το μοιραίο στις 25 Οκτωβρίου του 1968 με την εκδήλωση βαριάς γαστρορραγίας. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Πέθανε στις 2.20 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μητροπόλεως, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. 

Κατά την άφιξη της σορού οι εκεί συγκεντρωμένοι νέοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, ενώ το σύνθημα «Παπανδρέου-Δημοκρατία» τάραξε την ησυχία που είχε επιβάλει η δικτατορία. Η αστυνομία διενέργησε λίγες συλλήψεις. Αντιλαμβανόμενο το καθεστώς ότι ιδίου περιεχομένου εκδηλώσεις, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, θα επαναλαμβάνονταν κατά την εκφορά, έδωσε την παραμονή στη δημοσιότητα ανακοίνωση της αστυνομίας με την οποία επιχειρήθηκε αποθάρρυνση των επίδοξων διαδηλωτών και τους προειδοποίησε ότι «αι αρμόδιαι αρχαί θα λάβουν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα προς αποτροπήν πάσης ασχημίας». Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, ξέσπασε στην Αθήνα η πρώτη μαζική διαδήλωση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Δύο ήταν τα κυρίαρχα συνθήματα: το κλασικό από τα γεγονότα του 1965 «Παπανδρέου-Δημοκρατία-114» και το «Τι τα κάνατε τα όχι μας». Με το σύνθημα αυτό, οι διαδηλωτές αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου για το νέο Σύνταγμα κατά το οποίο η στρατιωτική δικτατορία, με ανενδοίαστη νοθεία, κατόρθωσε να παρουσιάσει το συνηθισμένο για ολοκληρωτικά καθεστώτα ποσοστό του 92,2%. Η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 πολίτες .

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Ο γιος του, Γεώργιος, ετεροθαλής αδερφός του πρώην πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, απεβίωσε σε ηλικία 92 ετών στις 6 Αυγούστου 2020.

#ΓεώργιοςΠαπανδρέου

Οι έννοιες της Αιδούς και της Αρετής στην Ηθική Φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

    Ο Αριστοτέλης είχε αποκτήσει μία ευρεία εγκύκλια παιδεία, κύρια γνωρίσματα της αριστοτελικής σκέψης υπήρξαν, η ευρύτητα και η ακρίβεια τ...