1988: Άγγιξε το όνειρο στη Γάνδη

 Ο Αυτοκράτορας στις 5 Απριλίου 1988 στη Γάνδη συγκρούστηκε με την πρωταθλήτρια Ευρώπης Τρέισερ με στόχο την πρόκριση στο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών.



Ο Αυτοκράτορας παρότι πρωτάρης σε F4 Πρωταθλητριών σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε αμελητέα ποσότητα, στην προημιτελική φάση τερμάτισε 2ος πίσω από τη Παρτιζάν ενώ πέτυχε νίκες με μεγάλες διαφορές κόντρα στους Ιταλούς στις 2 συναντήσεις τους στη Θεσσαλονίκη. Στο Φλάντερ Έξπο βρέθηκαν περίπου 4500 φίλοι του Άρη οι οποίοι στον πρώτο ημιτελικό έδειξαν φανερά την προτίμηση τους στην πιο βατή Μακάμπι παρά στη Παρτιζάν. Ο Άρης ξεκίνησε δυνατά την αναμέτρηση με έναν εκπληκτικό Νίκο Γκάλη και προηγήθηκε με 13-8 στο 7ο λεπτό. Η Τρέισερ ισορρόπησε την κατάσταση όταν ο Καζαλίνι αντικατέστησε τον Πρέμιερ με τον Μοντέκι. Οι Ιταλοί έφτασαν τον Άρη στο σκορ όμως ο Μακαντού έφτασε γρήγορα τα 3 φάουλ. Μέχρι το τέλος του ημιχρόνου το προβάδισμα άλλαζε συνεχώς, για τον Άρη σκόραραν κυρίως οι Γκάλης και Γιαννάκης ενώ για την Τρέισερ οι Μακαντού και Μπράουν. Τελικά οι Ιταλοί έκλεισαν το ημίχρονο προηγούμενοι με 45-47.


Στις αρχές του Β’ ημιχρόνου ο Μακαντού αιφνιδίασε τους παίκτες του Ιωαννίδη και με συνεχόμενα καλάθια έβαλε την Τρέισερ μπροστά με 51-59 στο 24’. Σε αυτό το σημείο οι Ιταλοί θα μπορούσαν να πάρουν διαφορά ασφαλείας δεν τα κατάφεραν όμως λόγω της επιπολαιότητας που έδειξαν στις επιθετικές τους ενέργειες. Ο Άρης μείωσε 2 φορές στους 4 (55-59 στο 26’ και 57-61 στο 28’) όμως ο Μακαντού παρόλο που έφτασε τα 4 φάουλ μαζί με τον Πίτις έκαναν τη ζημιά αφού έκαναν το 56-65 ενώ ο πρώτος φόρτωσε και με 4ο φάουλ τον Γουϊλτζερ. Ο Άρης δεν παρέδωσε τα όπλα αφού μείωσε σε 60-66 στο 30’ όμως ο Μοντέκι στο 32’ αύξησε με τρίποντο τη διαφορά ξανά στους 9 (64-73). Οι κίτρινοι με καλάθια των Γιαννάκη, Γκάλη και Φιλίππου μειώνουν σε 70-73 όμως αυτή ήταν και η τελευταία φορά που πλησίασαν στο σκορ. Οι Ιταλοί μέχρι το τέλος έβρισκαν απαντήσεις στα ξεσπάσματα του Άρη, έφτασαν τη διαφορά μέχρι και το +10 (74-84) και τελικά πήραν τη νίκη με 82-87.

Ο Άρης έχασε μία ιστορική ευκαιρία να διεκδικήσει το Πρωτάθλημα Ευρώπης χάνοντας από μία ομάδα που σε καμία περίπτωση δεν ήταν πολύ ανώτερη του είχε όμως την εμπειρία που έλειπε από τον Αυτοκράτορα. Οι Μακαντού και Μπράουν ήταν εξαιρετικοί ενώ οι πολύ θετική παρουσία είχαν και οι Μενεγκίν και Μοντέκι. Από τον Άρη ο Γκάλης ήταν εξαιρετικός στο πρώτο μέρος όμως στην επανάληψη μπλοκαρίστηκε αποτελεσματικά από τους Ιταλού χωρίς να έχει τις απαραίτητες βοήθειες. Ο Γιαννάκης ήταν θετικός όμως δεν ξεχώρισε ιδιαίτερα, ο Σούμποτιτς είχε σκαμπανεβάσματα στην απόδοση του ενώ απογοήτευσαν οι Γουϊλτζερ, Φιλίππου. Τέλος ο Λυπηρίδης που χρησιμοποιήθηκε στο Β’ ημίχρονο βοήθησε σημαντικά.


ΑΡΗΣ : Λυπηρίδης 2, Γιαννάκης 15, Γκάλης 28, Σούμποτιτς 23, Φιλίππου 8, Γουϊλτζερ 6

ΤΡΕΙΣΕΡ : Πίτις 4, Ντ’ Αντόνι 2, Πρέμιερ 2, Μενεγκίν 9, Μπράουν 26, Μακαντού 39, Μοντέκι 5

Τυχερά τα άλογα, του Λουίτζι Πιραντέλλο

Ο στάβλος είναι εκεί, πίσω από την κλειστή πόρτα, αμέσως μετά την είσοδο της κατηφορικής χωριάτικης αυλής, με το φθαρμένο λιθόστρωτο και τη στέρνα στη μέση.

Η πόρτα έχει αρχίσει να σαπίζει· κάποτε ήταν πράσινη, τώρα έχει σχεδόν χάσει το χρωματισμό της, όπως το σπίτι, που έχει χάσει το κιτρινωπό χρώμα του σουβά και γι’ αυτό φαίνεται το πιο παλιό και το πιο άθλιο της περιοχής.



Σήμερα το πρωί, με την αυγή, η πόρτα έκλεισε απ’ έξω με έναν χοντρό σκουριασμένο σύρτη και το άλογο, που ήταν μες στο στάβλο, το έβγαλαν έξω και το άφησαν εκεί μπροστά, άγνωστο γιατί, χωρίς χαλινάρι, ούτε σέλα, ούτε δισάκι, χωρίς καν καπίστρι.

Στέκεται εκεί υπομονετικό, σχεδόν ακίνητο, αρκετές ώρες. Αισθάνεται, μέσα από την κλειστή πόρτα, τη μυρωδιά του στάβλου του εκεί κοντά, τη μυρωδιά της αυλής και μοιάζει πότε πότε, εισπνέοντάς την με τα ρουθούνια ορθάνοιχτα, ν’ αναστενάζει.

Με περίεργο τρόπο σε κάθε αναστεναγμό απαντά μία νευρική ανατριχίλα του δέρματος στην πλάτη, όπου υπάρχει το σημάδι από μια παλιά πληγή της σέλας.

Καθώς είναι ελεύθερα από κάθε εξάρτημα το κεφάλι και όλο του το σώμα μπορεί να δει κανείς πώς το κατάντησαν τα χρόνια: το κεφάλι, όταν το σηκώνει, έχει ακόμη κάτι το ευγενικό αλλά θλιμμένο· το κορμί του είναι για λύπηση· η ράχη όλο εξογκώματα· τα πλευρά του κοκαλιάρικα· τα λαγόνια του σουβλερά· η χαίτη του όμως πυκνή ακόμη και η ουρά του μακριά που μόλις έχει αρχίσει να μαδά.

Ένα άλογο που δεν μπορεί πια να προσφέρει τίποτα, για να πούμε την αλήθεια.

Τι περιμένει εκεί, μπροστά από την πόρτα;

Όποιος διαβάτης το βλέπει και ξέρει ότι το αφεντικό του έχει φύγει, παίρνοντας μαζί του όλη την οικοσκευή, για να πάει να ζήσει αλλού, σκέφτεται ότι ίσως κάποιος να έρθει, επιφορτισμένος από εκείνον, να το πάρει, παρόλο που, εγκαταλειμμένο μ’ αυτό τον τρόπο και απογυμνωμένο από κάθε τι, μοιάζει περισσότερο με ένα άλογο παρατημένο.

Μερικοί διαβάτες σταματούν για να το κοιτάξουν και κάποιος λέει ότι ήξερε πως το αφεντικό του, πριν φύγει, είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να το ξεφορτωθεί, προσπαθώντας στην αρχή να το πουλήσει, έστω και σε χαμηλή τιμή, έπειτα το πρόσφερε δώρο σε διάφορους, ακόμη και σ’ εκείνον, αλλά κανείς δεν το ήθελε, ούτε σαν δώρο, ούτε και ο ίδιος.

Να μην έτρωγε ένα άλογο..., αλλά τρώει. Και όσο για τις υπηρεσίες που μπορεί ακόμα να προσφέρει, έτσι γέρικο και κακομοιριασμένο που είναι, ας μη γελιόμαστε, νομίζετε ότι αξίζει τα έξοδα για το σανό ή και για λίγο άχυρο που θα του δώσει κανείς να φάει;

Να έχεις ένα άλογο και να μην ξέρεις τι να το κάνεις είναι μεγάλος μπελάς.

Πολλοί, για να το βγάλουν από τη μέση, προσφεύγουν σε δραστικά μέσα: το σκοτώνουν Μια σφαίρα τουφεκιού κοστίζει λίγο. Δεν πάει όμως όλων η καρδιά να το κάνουν.

Μένει να δούμε όμως εάν δεν είναι πιο σκληρό να το εγκαταλείπει κανείς έτσι. Βέβαια, το να το βλέπεις τώρα μπροστά στην κλειστή πόρτα ενός άδειου και

έρημου σπιτιού, το κακόμοιρο, είναι μεγάλος πόνος ψυχής. Έτσι σου ’ρχεται να πας να του πεις στο αυτί να μην κάθεται άδικα εκεί και περιμένει.

Να του είχε αφήσει τουλάχιστον μια τριχιά στο λαιμό για να το απομακρύνει κανείς κατά κάποιον τρόπο, τίποτα όμως. Είναι φανερό πως το χαλινάρι και τα λοιπά εξαρτήματα, εκείνα μάλιστα, βρήκε να τα πουλήσει, είναι χρήσιμα. Μπορεί να έκανε το ίδιο και οποιοσδήποτε το έπαιρνε, για να το αφήσει στη συνέχεια κι εκείνος γυμνό μες στη μέση κάποιου άλλου δρόμου.

Κοιτάτε, εντωμεταξύ, τις μύγες. Ε, εκείνες, δεν μπορείς να πεις, παρόλη την κακοτυχιά του, δεν το εγκαταλείπουν ποτέ. Και το κακόμοιρο το άλογο, εάν κάνει κάποια κίνηση είναι μόνο με την ουρά, για να τις διώξει, όταν αισθάνεται να το τσιμπούν πιο δυνατά, πράγμα που του συμβαίνει συχνά, τώρα που δεν έχει πια τόσο αίμα για να τους δώσει να ρουφήξουν με ευκολία.

Όμως κουράστηκε ήδη να στέκεται όρθιο και με κόπο διπλώνεται στα γόνατα για να αναπαυθεί καταγής, πάντα με το κεφάλι στραμμένο προς την πόρτα.

Δεν μπορεί να φανταστεί ότι είναι ελεύθερο.

Μα βέβαια, ένα άλογο, όταν έχει πραγματικά την ελευθερία του, είναι ικανό να σχηματίσει μιαν ιδέα γι’ αυτήν; Την έχει και την απολαμβάνει, χωρίς να το σκέφτεται. Όταν του την στερούν, στην αρχή από ένστικτο αντιδρά, έπειτα, αφού εξημερωθεί, συμβιβάζεται και προσαρμόζεται.

Ίσως εκείνο, γεννημένο σε κάποιον στάβλο, δεν υπήρξε ποτέ ελεύθερο. Μπορεί όταν ήταν μικρό και το άφηναν στην εξοχή να βόσκει στα λιβάδια. Αυτή όμως ήταν ελευθερία κατ’ όνομα, μέσα σε λιβάδια περιφραγμένα. Και εάν υποθέσουμε ότι έβοσκε εκεί, τι αναμνήσεις μπορεί να έχει;

Μένει εκεί, καταγής, μέχρι που η πείνα το σπρώχνει να ξανασηκωθεί με μεγαλύτερο κόπο και αφού από εκείνη την πόρτα, ύστερα από τόση αναμονή, δεν ελπίζει πια σε καμιά βοήθεια, γυρίζει το κεφάλι για να κοιτάξει πλάι το δρόμο που οδηγεί στο χωριό. Χλιμιντρίζει. Σκάβει το έδαφος με την οπλή. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο. Πρέπει όμως να έχει πεισθεί ότι είναι άδικος κόπος, επειδή ύστερα από λίγο ξεφυσά και κουνά το κεφάλι· έπειτα, αβέβαιο, κάνει κάποια βήματα.

Τώρα είναι περισσότεροι οι περίεργοι που το παρατηρούν.

Ακόμα και στην ύπαιθρο, όπου είναι καλλιεργημένη, δεν επιτρέπεται ένα άλογο να πηγαίνει ελεύθερο, σκεφτείτε εάν αυτό μπορεί να γίνει μέσα σε κατοικημένη περιοχή, όπου υπάρχουν γυναίκες και παιδιά.

Ένα άλογο δεν είναι όπως ένα σκυλί που μπορεί να μείνει χωρίς αφεντικό και όταν γυρίζει στους δρόμους κανείς δεν νοιάζεται. Ένα άλογο είναι ένα άλογο· και εάν δεν το ξέρει, το ξέρουν οι άλλοι που το βλέπουν να έχει ένα σώμα πολύ πολύ πιο μεγάλο από έναν σκύλο, ογκώδες, ένα σώμα που δεν μπορεί ποτέ να εμπνεύσει πλήρη εμπιστοσύνη και από το οποίο όλοι φυλάγονται, επειδή ξαφνικά, ποτέ δεν ξέρει κανείς, μπορεί να δώσει καμιά απρόβλεπτη κλοτσιά. Κι έπειτα τα μάτια του μ’ εκείνο το ασπράδι που μερικές φορές φαίνεται αγριωπό και αιμάτινο· μάτια μεγάλα που καθρεφτίζουν τα πάντα, μάτια με τη ζωηράδα αναλαμπής, που κανείς δεν καταλαβαίνει, μιας ζωής πάντα μες στην αγωνία, που μπορεί να τρομάζει με το τίποτα.

Δεν τα αδικούμε, αλλά δεν είναι τα μάτια ενός σκύλου αυτά, ανθρώπινα, που ζητούν συγχώρεση ή λύπηση, που ξέρουν ακόμη και να προσποιούνται, με κάτι βλέμματα στα οποία η δική μας υποκρισία δεν έχει τίποτα να διδάξει.

Μες στα μάτια ενός αλόγου βλέπεις τα πάντα, αλλά δεν μπορείς να διαβάσεις τίποτα.

Είναι αλήθεια ότι το άλογο αυτό, έτσι που έχει καταντήσει, δεν μοιάζει να είναι επικίνδυνο για κανέναν. Γιατί όμως ν’ ανακατευθεί κανείς;

Ας πάει στο καλό. Εάν κάποιος ενοχλείται, θα φροντίσει εκείνος να το μετακινήσει, να το διώξει ή θα φροντίσουν οι χωροφύλακες.

Παιδιά, μην πετάτε πέτρες! Δεν βλέπετε ότι δεν έχει πια τίποτα επάνω του; Έτσι ελεύθερο και λυμένο που είναι, εάν το βάλει στα πόδια, ποιος θα το συγκρατήσει;

Καλύτερα να δούμε με την ησυχία μας πού πάει.

Να, πρώτα σ’ έναν εκεί πέρα που φτιάχνει ζυμαρικά και τ’ απλώνει να στεγνώσουν έξω πάνω σε κάτι τελάρα από δίχτυ ακουμπισμένα επάνω σε τρίποδα που τραμπαλίζουν.

Θεέ μου, εάν τα πλησιάσει θα τα ρίξει όλα χάμου.

Ο παραγωγός ζυμαρικών όμως τρέχει έγκαιρα για να το συγκρατήσει και το διώχνει μακριά. Να παρ’ η οργή, τίνος είναι αυτό το άλογο;

Τα αλητάκια δεν κρατιούνται άλλο, το παίρνουν από πίσω φωνάζοντας και γελώντας.

-Ένα άλογο που το ’σκασε;

-Όχι, εγκαταλειμμένο.

-Πώς εγκαταλειμμένο;

-Έτσι. Το άφησε το αφεντικό του. Ελεύθερο.

-Ώστε έτσι; Ένα άλογο, λοιπόν, που κάνει βόλτα για το κέφι του μες στους δρόμους του χωριού;

Για έναν άνθρωπο θα λέγαμε ότι είναι τρελός. Για ένα άλογο όμως τι να πει κανείς; Ένα άλογο το μόνο που ξέρει είναι ότι πεινάει. Τώρα, πιο κει απλώνει το μουσούδι του σ’ ένα πανέρι με χορταρικά, εκτεθειμένο ανάμεσα σε άλλα μπροστά στο μαγαζί ενός μανάβη.

Το έδιωξαν με τις κλωτσιές και από εκεί.

Είναι συνηθισμένο στα χτυπήματα και θα τα δεχόταν ήρεμα, εάν μετά το άφηναν να φάει. Αλλά δεν θέλουν με κανένα τρόπο να το αφήσουν να φάει. Όσο περισσότερο κάνει υπομονή, για να τους δείξει ότι δεν το πειράζει που το δέρνουν, τόσο περισσότερο αυτοί του στρίβουν το λαιμό για να το κρατήσουν μακριά από εκείνο το ωραίο πανέρι με τα χορταρικά. Και η επιμονή του προκαλεί τα γέλια. Μα χρειάζεται τόσο πολύ μυαλό για να καταλάβει κάποιος ότι εκείνα τα χορταρικά βρίσκονται εκεί, μες στο πανέρι, για να πουληθούν σε όποιον θέλει να τα φάει; Είναι τόσο απλό. Κι επειδή το άλογο δείχνει να μην το καταλαβαίνει, ξεσπούν ξεδιάντροπα γέλια.

Το ζώον! δεν έχει ούτε μια σταλιά άχυρο να φάει και θέλει και χορταρικά.

Κανείς δεν φαντάζεται ότι ένα ζώο, από τη μεριά του, μπορεί να έχει μια διαφορετική θεώρηση του πράγματος, πολύ πιο απλή στην πραγματικότητα. Τι να γίνει όμως;

Και το άλογο φεύγει, με όλα τα αλητάκια να το ακολουθούν, τα οποία, μετά τα δείγματα που έδωσε ότι μπορεί να δέχεται ήσυχα τα χτυπήματα, δεν συγκρατιούνται πλέον. Το τριγυρίζουν κάνοντας μια διαβολεμένη φασαρία, τόσο που το άλογο κάποια στιγμή σταματά ζαλισμένο, σα να ψάχνει τρόπο να δώσει τέλος στην ιστορία. Σπεύδει ένας ηλικιωμένος για να πει στα αλητάκια πως δεν αστειευόμαστε με τα άλογα.

-Να, βλέπετε;

Τα λόγια έχουν κάποια επίδραση για λίγο. Τα αλητάκια αρχίζουν πάλι να ακολουθούν το άλογο από κάποια απόσταση. Πού πάει;

Προχωρά εμπρός. Χωρίς να τολμά πλέον να πλησιάζει άλλα μαγαζιά, περνάει όλο το δρόμο του χωριού ως την κορυφή του λόφου κι εκεί που αυτός αρχίζει να κατεβαίνει, χωρίς σπίτια πια ένα γύρω, σταματά αναποφάσιστο.

Είναι φανερό πως δεν ξέρει πλέον πού να πάει.

Σ’ εκείνο το σημείο του δρόμου φυσά λιγάκι και το άλογο σηκώνει το κεφάλι, σαν να θέλει να ρουφήξει τον αέρα και μισοκλείνει τα μάτια, ίσως γιατί μυρίζει τη χλόη που βρίσκεται μακριά, στους αγρούς.

Μένει εκεί ακίνητο πολλή ώρα, έτσι με τα μάτια μισόκλειστα και με το τσουλούφι του να το κινεί ελαφρά ο αέρας επάνω στο δυνατό μέτωπό του.

Ας μη συγκινηθούμε όμως. Μην ξεχνάμε την τύχη που έχει εκείνο το άλογο, όπως οποιοδήποτε άλλο: την τύχη να είναι άλογο.

Εάν τα πρώτα αλητάκια κουράστηκαν τελικά να στέκονται να το κοιτάζουν και έφυγαν, άλλα, πολύ περισσότερα, αποτελούν τώρα τη χαρούμενη ακολουθία του, ενώ βραδιάζει και έρχεται, ποιος ξέρει από πού, σαν να είναι η πρώτη φορά, παράξενα διεγερμένο από μία μεθυστική ανυπομονησία εξαιτίας της πείνας που νιώθει και με το κεφάλι ψηλά πηγαίνει στη μέση του κεντρικού δρόμου του χωριού και στέκεται εκεί χτυπώντας με την οπλή του το σκληρό λιθόστρωτο σαν να θέλει να πει: σας διατάζω να μου φέρετε αμέσως κάτι να φάω εδώ, εδώ εδώ.

Σφυρίγματα, χειροκροτήματα, γέλια, φωνές κάθε είδους σηκώνονται από το πλήθος εξαιτίας αυτής της επιτακτικής χειρονομίας. Ο κόσμος έρχεται τρέχοντας, αφήνοντας τα τραπεζάκια του καφέ και τα μαγαζιά. Όλοι θέλουν να γνωρίσουν εκείνο το άλογο – που το έσκασε – που δεν το έσκασε – εγκαταλειμμένο - ώσπου δύο χωροφύλακες προχωρούν ανάμεσα στο πλήθος. Ο ένας αρπάζει από τη χαίτη το άλογο και το σέρνει πέρα, ενώ ο άλλος εμποδίζει τα αλητάκια να ακολουθήσουν, σπρώχνοντάς τα προς τα πίσω.

Αφού το οδήγησαν έξω από την κατοικημένη περιοχή, μετά τα τελευταία σπίτια και τα εργαστήρια, αφού πέρασε τη γέφυρα, το άλογο, που δεν κατάλαβε τίποτα, ένα πράγμα μόνο αντιλαμβάνεται: τη μυρωδιά της χλόης, αυτή τη φορά πολύ κοντινής, εκεί στην άκρη του δρόμου, μετά τη γέφυρα, που οδηγεί στην εξοχή.

Επειδή, ανάμεσα στις πολλές συμφορές που μπορούν να το βρουν κάτω από την εξουσία του ανθρώπου, ένα άλογο έχει τουλάχιστον πάντα αυτή την τύχη: να μη σκέφτεται τίποτα. Ούτε το ότι είναι ελεύθερο. Ούτε το πότε και πώς θα καταλήξει. Τίποτε. Θα το διώξουν από παντού; Θα το πετάξουν να τσακιστεί σ’ έναν γκρεμό;

Τώρα, προς το παρόν, τρώει το χόρτο στην άκρη του δρόμου. Το βραδάκι είναι γλυκό. Ο ουρανός γεμάτος άστρα. Αύριο βλέπουμε.

Δεν το σκέφτεται.

[1935]

Ανάλυση Θερμικών Φορτίων και Εφαρμογές Θερμοδυναμικής στον Σύγχρονο Κλιματισμό. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

             Η διασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών εσωτερικού κλίματος αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στον τομέα των κτιριακών εγκαταστάσεων, καθώς συνδέεται άρρηκτα με την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η παρούσα εργασία εξετάζει σε βάθος τις θερμοδυναμικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία των συστημάτων κλιματισμού, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη φύση και τη διαχείριση της θερμικής ενέργειας. Στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον, ο κλιματισμός δεν αποτελεί πλέον πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα, γεγονός που καθιστά επιτακτική την κατανόηση των φυσικών μεγεθών που διαμορφώνουν το θερμικό περιβάλλον.



Στις ενότητες που ακολουθούν, αναλύεται η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ αισθητής και λανθάνουσας θερμότητας, καθώς και ο κρίσιμος ρόλος της υγρασίας στον υπολογισμό των φορτίων. Μέσα από μια δομημένη προσέγγιση που περιλαμβάνει θεωρητικούς ορισμούς, αναλυτικούς μαθηματικούς υπολογισμούς σε συγκεκριμένα δεδομένα χώρου και τεχνική αξιολόγηση πραγματικών παραδειγμάτων, επιδιώκεται η ανάδειξη της μεθοδολογίας που ακολουθείται για την ορθή διαστασιολόγηση και επιλογή ενός κλιματιστικού συστήματος. Η συνδυαστική μελέτη αυτών των παραγόντων αποδεικνύει ότι η επίτευξη της θερμικής άνεσης είναι μια πολυπαραμετρική διαδικασία που απαιτεί ακρίβεια, τεχνική γνώση και ολιστική θεώρηση των ενεργειακών αναγκών.

 

 Θεμελιώδεις Αρχές Θερμοδυναμικής και Θερμικά Φορτία στον Κλιματισμό.

Η τεχνολογία του κλιματισμού αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες του σύγχρονου μηχανολογικού σχεδιασμού, επηρεάζοντας άμεσα την ποιότητα ζωής, την παραγωγικότητα αλλά και την ενεργειακή κατανάλωση των κτιρίων. Παρά την κοινή αντίληψη ότι ο κλιματισμός αφορά απλώς την ψύξη ενός χώρου, η επιστημονική του βάση εδράζεται στις αρχές της θερμοδυναμικής και στη διαχείριση της ενέργειας. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η θερμότητα μεταφέρεται και μετασχηματίζεται είναι το πρώτο και κρισιμότερο βήμα για οποιαδήποτε ανάλυση κλιματιστικών συστημάτων.

Στην παρούσα ενότητα, θα εξεταστούν οι θεμελιώδεις έννοιες που διέπουν τη λειτουργία των συστημάτων αυτών. Ξεκινώντας από τον ορισμό της θερμότητας ως δυναμική ενέργεια, θα αναλύσουμε τις διαφορετικές μορφές με τις οποίες εμφανίζεται στον αέρα, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι μορφές συνδυάζονται για να διαμορφώσουν το συνολικό θερμικό φορτίο ενός χώρου. Η διάκριση μεταξύ αισθητής και λανθάνουσας θερμότητας δεν είναι μόνο θεωρητική, αλλά αποτελεί το «κλειδί» για τον σωστό υπολογισμό της ισχύος και της αποδοτικότητας κάθε σύγχρονης μονάδας κλιματισμού.

 

1.1 Η Έννοια της Θερμότητας στον Κλιματισμό.

Στο πεδίο της μηχανολογίας και του κλιματισμού, η θερμότητα δεν ορίζεται απλώς ως η αίσθηση του «ζεστού», αλλά ως μια δυναμική μορφή ενέργειας που βρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Σύμφωνα με τους νόμους της θερμοδυναμικής, η θερμότητα ρέει αυθόρμητα από ένα σώμα με υψηλή θερμοκρασία προς ένα σώμα με χαμηλότερη. Η βασική λειτουργία ενός κλιματιστικού συστήματος δεν είναι η παραγωγή «ψύχους» —έννοια που επιστημονικά δεν υφίσταται ως αυτόνομη οντότητα— αλλά η ενεργητική αφαίρεση της θερμικής ενέργειας από έναν εσωτερικό χώρο και η αποβολή της στο εξωτερικό περιβάλλον (Παγωνάρης, 2020:26).

Η μέτρηση αυτής της ενέργειας γίνεται συνήθως μέσω της μονάδας BTU (British Thermal Unit), η οποία ορίζεται ως η ποσότητα θερμότητας που απαιτείται για να μεταβληθεί η θερμοκρασία μιας λίβρας νερού κατά έναν βαθμό Φαρενάιτ. Αν και στο διεθνές σύστημα μονάδων χρησιμοποιούνται τα Watt (W) ή οι θερμίδες (cal), το BTU παραμένει η κυρίαρχη μονάδα στην αγορά του κλιματισμού για να περιγράψει την ισχύ μιας συσκευής. Η κατανόηση αυτών των μεγεθών είναι απαραίτητη για τον σωστό υπολογισμό της απόδοσης που απαιτείται σε κάθε κτίριο (Μπινιάρης, 2012:42-43).

Εικόνα 1. Τα BTU που είναι τα αρχικά της Βρετανικής μονάδας θερμότητας (British Thermal Unit) αφορούν την ισχύ του κάθε κλιματατιστικού, δηλαδή την ποσότητα ενέργειας που είτε απορροφά to κλιματιστικό σε λειτουργία ψύξης είτε παράγει σε λειτουργία θέρμανσης. Η επιλογή των BTU είναι πολύ σημαντική γιατί ένα μικρής ισχύος κλιματιστικό σε μεγάλο χώρο θα είναι ανεπαρκές και θα λειτουργεί συνέχεια με αποτέλεσμα την αύξηση της ηλεκτρικής κατανάλωσης, ενώ αν είναι μεγάλης ισχύος σε μικρό χώρο τότε και πάλι η λειτουργία του θα είναι μη αποδοτική μιας και δε θα μπορεί να αφυγράνει αποτελεσματικά τον χώρο. Ένας χοντρικός υπολογισμός για να υπολογίσουμε πόσα BTU χρειαζόμαστε είναι περίπου 750 BTU ανά τετραγωνικό μέτρο (για την ακρίβεια 250 BTU ανά κυβικό μέτρο δωματίου). Πηγή: https://patrikios.com.gr/btu-calculator/  (τελευταία επίσκεψη 22-03-2026)

Μια κρίσιμη διάκριση που πρέπει να γίνει στην τεχνική ανάλυση είναι αυτή μεταξύ της θερμότητας και του θερμικού φορτίου. Ενώ η θερμότητα είναι η ενέργεια που περιέχεται στον αέρα και τα αντικείμενα μιας στιγμής, το θερμικό φορτίο αντιπροσωπεύει το σύνολο της θερμικής ενέργειας που προστίθεται σε έναν χώρο ανά μονάδα χρόνου. Το φορτίο αυτό προκύπτει από εξωτερικές πηγές, όπως η ηλιακή ακτινοβολία που διαπερνά τα παράθυρα, αλλά και από εσωτερικές, όπως η λειτουργία ηλεκτρικών συσκευών, ο φωτισμός, ακόμη και η θερμότητα που εκλύει το ανθρώπινο σώμα. Ουσιαστικά, το θερμικό φορτίο είναι το «βάρος» που καλείται να σηκώσει το κλιματιστικό για να διατηρήσει τη θερμοκρασία σταθερή (Γεωργατζής, 2019:8-10).

 

1.2 Η Έννοια της Αισθητής Θερμότητας

Η αισθητή θερμότητα ορίζεται ως η μορφή θερμικής ενέργειας η οποία, όταν προστίθεται ή αφαιρείται από ένα σώμα, προκαλεί άμεση και μετρήσιμη αλλαγή στη θερμοκρασία του, χωρίς όμως να μεταβάλλει τη φυσική του κατάσταση (π.χ. από υγρό σε αέριο). Ονομάζεται «αισθητή» ακριβώς επειδή η επίδρασή της γίνεται άμεσα αντιληπτή από τις αισθήσεις μας και μπορεί να καταγραφεί με ακρίβεια από ένα κοινό θερμόμετρο. Στο πλαίσιο ενός κλιματιζόμενου χώρου, η αισθητή θερμότητα είναι αυτή που ευθύνεται για τη ζέστη που νιώθουμε όταν ο αέρας του δωματίου θερμαίνεται από τον ήλιο ή τις ηλεκτρικές συσκευές (Κοτσίρης, 2005:28).

Το βασικό φυσικό μέγεθος που μεταβάλλεται κατά τη μεταφορά αισθητής θερμότητας είναι η θερμοκρασία, ενώ η πίεση και η μάζα του σώματος παραμένουν σταθερές. Εμφανίζεται κάθε φορά που υπάρχει διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ δύο σωμάτων ή μεταξύ ενός χώρου και του περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, όταν το κλιματιστικό φυσάει κρύο αέρα, αφαιρεί αισθητή θερμότητα από τον αέρα του δωματίου, χαμηλώνοντας τις ενδείξεις του θερμομέτρου (Ζευγαρίδης, 2013:14).

Εικόνα 2. Το διάγραμμα απεικονίζει τη διαδικασία μεταφοράς αισθητής θερμότητας σε έναν εσωτερικό χώρο μέσω λειτουργίας κλιματιστικού. Ο θερμός αέρας του δωματίου (π.χ. 28°C) εισέρχεται στο σύστημα και, μέσω της ψυκτικής λειτουργίας, αποβάλλεται μέρος της θερμικής του ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, η θερμοκρασία του αέρα μειώνεται (π.χ. στους 22°C), χωρίς να μεταβάλλεται η μάζα ή η πίεσή του. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «αισθητή θερμότητα», διότι η μεταβολή της γίνεται αντιληπτή μέσω της αλλαγής της θερμοκρασίας και καταγράφεται από θερμόμετρο. Η ροή θερμότητας πραγματοποιείται πάντοτε από το θερμότερο προς το ψυχρότερο μέσο, έως ότου επιτευχθεί θερμική ισορροπία. Πηγή: Fundamentals of Heat and Mass Transfer (Incropera, F.P. et al.)



Στην τεχνική βιβλιογραφία και στους υπολογισμούς των μηχανικών, η αισθητή θερμότητα συμβολίζεται με το γράμμα Qs (από τον αγγλικό όρο Sensible Heat). Η κατανόηση του μεγέθους αυτού είναι ζωτικής σημασίας για τη σωστή διαστασιολόγηση ενός κλιματιστικού, καθώς το σύστημα πρέπει να έχει την ικανότητα να απορροφά συγκεκριμένα ποσά Qs ώστε να διατηρεί τις συνθήκες άνεσης στα επιθυμητά επίπεδα, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες (Πουλιανός, 2014:44).

 

1.3 Η Λανθάνουσα Θερμότητα και ο Ρόλος της Υγρασίας στον Κλιματισμό.

Συνεχίζοντας την ανάλυση των θερμικών μεγεθών, η λανθάνουσα θερμότητα αποτελεί την πιο «αόρατη» αλλά εξίσου σημαντική μορφή ενέργειας στον κλιματισμό. Σε αντίθεση με την αισθητή, η λανθάνουσα θερμότητα ορίζεται ως η ενέργεια που απορροφάται ή αποβάλλεται από ένα σώμα κατά τη διάρκεια της αλλαγής της φυσικής του κατάστασης (φάσης), χωρίς να προκαλείται καμία μεταβολή στη θερμοκρασία του. Στον κλιματισμό, η μορφή αυτή σχετίζεται άμεσα με την υγρασία του αέρα, δηλαδή τη μετάβαση των υδρατμών σε υγρό νερό (συμπύκνωση) ή το αντίστροφο (Παγωνάρης, 2020:308 κ.ε.).

Εμφανίζεται κυρίως κατά τη διαδικασία της ψύξης και αφύγρανσης, όταν ο θερμός και υγρός αέρας του δωματίου έρχεται σε επαφή με το ψυχρό στοιχείο του κλιματιστικού. Σε εκείνο το σημείο, οι υδρατμοί του αέρα ψύχονται τόσο ώστε υγροποιούνται πάνω στις σερπαντίνες (το γνωστό νερό που τρέχει από το σωληνάκι της μονάδας). Το φυσικό μέγεθος που μεταβάλλεται εδώ δεν είναι η θερμοκρασία, αλλά η φυσική κατάσταση της ύλης και το περιεχόμενο της υγρασίας στον αέρα. Στην τεχνική ορολογία, η λανθάνουσα θερμότητα συμβολίζεται με το γράμμα QL (από το Latent Heat) (Γεωργατζής, 2019:19).

                                     

Εικόνα 3. Το διάγραμμα απεικονίζει τη διαδικασία μεταφοράς λανθάνουσας θερμότητας σε έναν εσωτερικό χώρο μέσω λειτουργίας κλιματιστικού. Ο αέρας του δωματίου, αν και έχει σταθερή θερμοκρασία (π.χ. 26°C), περιέχει υψηλό ποσοστό υγρασίας (π.χ. 70%), γεγονός που δημιουργεί αίσθημα δυσφορίας. Κατά τη διέλευση του αέρα από το κλιματιστικό, οι υδρατμοί ψύχονται και συμπυκνώνονται σε σταγόνες νερού, απομακρύνοντας έτσι λανθάνουσα θερμότητα από τον χώρο. Η διαδικασία αυτή δεν μεταβάλλει άμεσα τη θερμοκρασία, αλλά μειώνει την υγρασία (π.χ. στο 40%), βελτιώνοντας σημαντικά την αίσθηση άνεσης. Η ενέργεια που απαιτείται για τη συμπύκνωση των υδρατμών είναι σημαντική και αποτελεί βασικό μέρος της λειτουργίας του κλιματιστικού, πριν ακόμη επιτευχθεί αισθητή μείωση της θερμοκρασίας. Πηγή: Heat Transfer – αρχές λανθάνουσας θερμότητας και μεταφοράς μάζας.


Η λανθάνουσα θερμότητα δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από τον άνθρωπο ή από ένα κοινό θερμόμετρο, επειδή δεν προκαλεί άνοδο ή πτώση των βαθμών Κελσίου. Την αισθανόμαστε έμμεσα ως «βαριά ατμόσφαιρα» ή δυσφορία λόγω της υψηλής υγρασίας. Ένα κλιματιστικό πρέπει να «δαπανήσει» σημαντικό μέρος της ισχύος του μόνο και μόνο για να αφαιρέσει αυτή την ενέργεια (να συμπυκνώσει τους υδρατμούς), προτού καταφέρει να ρίξει την πραγματική θερμοκρασία του χώρου. Αυτός είναι και ο λόγος που η αφύγρανση είναι εξίσου σημαντική για την άνεση όσο και η ψύξη (Πίκουλας, 2005:6 κ.ε.).

 

1.4 Η Έννοια της Ολικής Θερμότητας και η Μαθηματική της Έκφραση

Η ολική θερμότητα (Total Heat) αντιπροσωπεύει το συνολικό ποσό θερμικής ενέργειας που πρέπει να αφαιρεθεί από έναν χώρο για να επιτευχθούν οι επιθυμητές συνθήκες άνεσης. Στην πράξη, αποτελεί το συνδυασμό της ενέργειας που απαιτείται για τη μείωση της θερμοκρασίας του αέρα και της ενέργειας που απαιτείται για την απομάκρυνση της υγρασίας (αφύγρανση). Η ολική θερμότητα είναι το μέγεθος που καθορίζει την τελική ψυκτική ισχύ που πρέπει να διαθέτει ένα κλιματιστικό μηχάνημα, καθώς λαμβάνει υπόψη του το πλήρες θερμικό φορτίο του περιβάλλοντος (Αντίοχου, 2023:17-21).

Η σχέση μεταξύ αισθητής και λανθάνουσας θερμότητας είναι άρρηκτη και συμπληρωματική. Ενώ η αισθητή θερμότητα (Qs) σχετίζεται με την κίνηση των μορίων και την αλλαγή της θερμοκρασίας, η λανθάνουσα θερμότητα (QL) σχετίζεται με τη λανθάνουσα ενέργεια των υδρατμών. Σε ένα τυπικό σύστημα κλιματισμού, η ολική θερμότητα κατανέμεται σε αυτά τα δύο είδη. Για παράδειγμα, σε ένα κλίμα με πολλή υγρασία, το κλιματιστικό δαπανά μεγαλύτερο ποσοστό της ολικής του ισχύος ως λανθάνουσα θερμότητα για να «στεγνώσει» τον αέρα, ενώ σε ένα ξηρό κλίμα, η ισχύς του διοχετεύεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην αισθητή θερμότητα για την ψύξη του (Παγωνάρης, 2020:139).

Μαθηματικά, η σχέση αυτή εκφράζεται με έναν απλό αλλά θεμελιώδη τύπο, όπου η ολική θερμότητα συμβολίζεται συνήθως με το γράμμα Q_t (Total Heat). Ο τύπος είναι ο εξής: Qt = Qs + QL. Όπου: Qt: Ολική Θερμότητα (Total Heat), Qs: Αισθητή Θερμότητα (Sensible Heat) και QL: Λανθάνουσα Θερμότητα (Latent Heat) Αυτή η εξίσωση αποτελεί τη βάση για κάθε μελέτη κλιματισμού, καθώς επιτρέπει στους μηχανικούς να υπολογίσουν με ακρίβεια τις ανάγκες ενός κτιρίου, διασφαλίζοντας ότι το μηχάνημα θα μπορεί να ανταπεξέλθει τόσο στη ζέστη όσο και στην υγρασία (Γιαννακός, 2014:4-8).


Εικόνα 4. Το διάγραμμα παρουσιάζει την έννοια της ολικής θερμότητας (Qt) και τη θεμελιώδη σχέση της με την αισθητή (Qs) και τη λανθάνουσα θερμότητα (QL) σε ένα σύστημα κλιματισμού. Η ολική θερμότητα εκφράζει το συνολικό θερμικό φορτίο που πρέπει να αφαιρεθεί από έναν χώρο, ώστε να επιτευχθούν συνθήκες θερμικής άνεσης. Όπως φαίνεται, η ολική θερμότητα αποτελεί το άθροισμα δύο διακριτών αλλά αλληλένδετων μορφών ενέργειας: της αισθητής θερμότητας, που σχετίζεται με τη μείωση της θερμοκρασίας του αέρα, και της λανθάνουσας θερμότητας, που αφορά την απομάκρυνση της υγρασίας μέσω συμπύκνωσης των υδρατμών. Η εξίσωση Qt = Qs + QL αποτυπώνει μαθηματικά αυτή τη σχέση και αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των ψυκτικών φορτίων. Το διάγραμμα αναδεικνύει επίσης ότι η κατανομή της ολικής θερμότητας μεταβάλλεται ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες: σε ξηρά κλίματα, το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας κατευθύνεται στη μείωση της θερμοκρασίας (αισθητή θερμότητα), ενώ σε υγρά κλίματα, σημαντικό ποσοστό της ισχύος καταναλώνεται για αφύγρανση (λανθάνουσα θερμότητα). Η σωστή ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο παραμέτρων είναι καθοριστική για την αποτελεσματική λειτουργία ενός κλιματιστικού συστήματος και την επίτευξη άνετου εσωτερικού περιβάλλοντος. Πηγή: Thermodynamics – βασικές αρχές θερμότητας και ενέργειας



Συνοψίζοντας, η διαχείριση της ολικής θερμότητας (Qt) αποτελεί την ουσία της λειτουργίας κάθε κλιματιστικού συστήματος. Όπως είδαμε, η ικανότητα μιας μονάδας να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις μεταβολές της θερμοκρασίας (αισθητή θερμότητα) και στα επίπεδα της υγρασίας (λανθάνουσα θερμότητα) είναι αυτή που καθορίζει το επίπεδο της θερμικής άνεσης σε έναν εσωτερικό χώρο. Ο μαθηματικός τύπος Qt = Qs + QL δεν είναι απλώς μια θεωρητική εξίσωση, αλλά το εργαλείο που επιτρέπει στον τεχνικό και τον μηχανικό να μετατρέψει τις περιβαλλοντικές ανάγκες σε συγκεκριμένα μεγέθη ψυκτικής ισχύος. Έχοντας αποσαφηνίσει αυτές τις βασικές θερμοδυναμικές έννοιες, μπορούμε πλέον να προχωρήσουμε στην ανάλυση του μηχανικού εξοπλισμού και των ψυκτικών μέσων που αναλαμβάνουν τη διεκπεραίωση αυτού του έργου.

 

Ποσοτική Ανάλυση Θερμικών Φορτίων και Υπολογισμός Ψυκτικών Αναγκών Χώρου

 

Μετά τη θεωρητική θεμελίωση των εννοιών της θερμότητας, η παρούσα ενότητα εστιάζει στην πρακτική εφαρμογή τους μέσω της επίλυσης ενός συγκεκριμένου τεχνικού προβλήματος. Σκοπός της ανάλυσης είναι η μετατροπή των γεωμετρικών και φυσικών χαρακτηριστικών ενός κλιματιζόμενου χώρου σε συγκεκριμένα ενεργειακά μεγέθη. Μέσα από τον προσδιορισμό της μάζας του αέρα και τον υπολογισμό των επιμέρους θερμικών μεταβολών, καθίσταται δυνατή η πλήρης κατανόηση των απαιτήσεων που καλείται να καλύψει μια κλιματιστική μονάδα, διασφαλίζοντας την ακρίβεια που απαιτεί μια σύγχρονη μηχανολογική μελέτη.

 

2.1 Υπολογισμός Μάζας Αέρα και Λανθάνουσας Θερμότητας Χώρου.

Στο συγκεκριμένο πρόβλημα, καλούμαστε να αναλύσουμε τα φυσικά χαρακτηριστικά ενός αέρα που καταλαμβάνει έναν όγκο 500 m3. Η διαδικασία χωρίζεται σε δύο βασικά στάδια: τον προσδιορισμό της μάζας του αέρα και τον υπολογισμό της ενέργειας που απαιτείται για τη μεταβολή της κατάστασής του (λανθάνουσα θερμότητα).

Ξεκινάμε με τον υπολογισμό της μάζας του αέρα. Για να βρούμε πόσα κιλά αέρα υπάρχουν μέσα στον χώρο, χρησιμοποιούμε τον όγκο (V) και τον ειδικό όγκο (v). Ο ειδικός όγκος μας δείχνει πόσο χώρο καταλαμβάνει ένα κιλό αέρα. Η μάζα προκύπτει από το πηλίκο του συνολικού όγκου προς τον ειδικό όγκο: m =V/v. Με αντικατάσταση των δεδομένων: m = 500m3/0,884(m3/kg), άρα => m≈ 565,61kg. Ας το επεξηγήσουμε. Αυτό σημαίνει ότι στον συγκεκριμένο χώρο των 500 κυβικών μέτρων, περιέχονται περίπου 565,6 κιλά αέρα. Ο υπολογισμός της μάζας είναι απαραίτητος, καθώς η θερμότητα που απορροφάται ή εκλύεται εξαρτάται άμεσα από την ποσότητα της ύλης που κλιματίζουμε.



Εικόνα 5. Η λανθάνουσα θερμότητα (QL) εκφράζει την ενέργεια που απαιτείται για τη συμπύκνωση των υδρατμών και την απομάκρυνση της υγρασίας, χωρίς μεταβολή της θερμοκρασίας του αέρα. Ζευγαρίδης, Σ. (2013). Ψυκτικές Εγκαταστάσεις και Κλιματισμός. Αθήνα.


Ολοκληρώνοντας την υπολογιστική διαδικασία για τον χώρο των 500 m³, προκύπτει ότι η συνολική μάζα του εμπεριεχόμενου αέρα ανέρχεται σε 565,61 kg, μέγεθος που αποτελεί τη βάση για κάθε περαιτέρω θερμοδυναμική ανάλυση. Με δεδομένη την ειδική μεταβολή της λανθάνουσας ενθαλπίας στα 6 kJ/kg, η συνολική ενέργεια που σχετίζεται με τη διαχείριση της υγρασίας στον εν λόγω όγκο υπολογίζεται στα 3.393,66 kJ. Το αποτέλεσμα αυτό αναδεικνύει την πρακτική σημασία της λανθάνουσας θερμότητας, καθώς αντιπροσωπεύει το ενεργειακό «κόστος» που πρέπει να καταβάλει το κλιματιστικό σύστημα αποκλειστικά για τη μεταβολή της κατάστασης των υδρατμών, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αλλαγή στην αισθητή θερμοκρασία του δωματίου. Η ακριβής αυτή μέτρηση είναι καθοριστική για την επιλογή μιας μονάδας που θα μπορεί να διασφαλίσει όχι μόνο την ψύξη, αλλά και την απαραίτητη αφύγρανση του αέρα, προσφέροντας ένα υγιές και άνετο περιβάλλον (Κατσογέννας, Σεραφείμ; Λεοντίτσας, Γεώργιος, 2017:29-33).

 

2.2 Υπολογισμός της Λανθάνουσας Θερμότητας (QL).

Στη συνέχεια, θέλουμε να βρούμε τη λανθάνουσα θερμότητα που απαιτείται για μια συγκεκριμένη μεταβολή. Η μεταβολή αυτή μας δίνεται μέσω της ειδικής λανθάνουσας ενθαλπίας (ΔhL), η οποία εκφράζει την ενέργεια ανά μονάδα μάζας (kJ/kg). Ο τύπος που συνδέει τη μάζα με την ενέργεια είναι: QL = m · ΔhL. Με βάση τη μάζα που υπολογίσαμε προηγουμένως: QL = 565,6kg·6kJ/kg, => QL = 3.393,66kJ. Έτσι λοιπόν, η τιμή αυτή, 3.393,66 kJ, αντιπροσωπεύει τη συνολική ενέργεια που σχετίζεται με τη μεταβολή της υγρασίας στον αέρα του χώρου (λανθάνουσα μορφή). Όπως αναλύσαμε στο πρώτο θέμα, αυτή η ενέργεια δεν αλλάζει τη θερμοκρασία του αέρα, αλλά την «ποιότητά» του όσον αφορά το περιεχόμενο των υδρατμών (Χαβρεδάκης & Μολίνος-Προβιδακης, 2006:1).

Ολοκληρώνοντας την υπολογιστική διαδικασία για τον χώρο των 500 m³, προκύπτει ότι η συνολική μάζα του εμπεριεχόμενου αέρα ανέρχεται σε 565,61 kg, μέγεθος που αποτελεί τη βάση για κάθε περαιτέρω θερμοδυναμική ανάλυση. Με δεδομένη την ειδική μεταβολή της λανθάνουσας ενθαλπίας στα 6 kJ/kg, η συνολική ενέργεια που σχετίζεται με τη διαχείριση της υγρασίας στον εν λόγω όγκο υπολογίζεται στα 3.393,66 kJ. Το αποτέλεσμα αυτό αναδεικνύει την πρακτική σημασία της λανθάνουσας θερμότητας, καθώς αντιπροσωπεύει το ενεργειακό «κόστος» που πρέπει να καταβάλει το κλιματιστικό σύστημα αποκλειστικά για τη μεταβολή της κατάστασης των υδρατμών, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αλλαγή στην αισθητή θερμοκρασία του δωματίου. Η ακριβής αυτή μέτρηση είναι καθοριστική για τη σωστή διαστασιολόγηση της μονάδας, διασφαλίζοντας ότι το σύστημα θα μπορεί να ανταπεξέλθει αποτελεσματικά όχι μόνο στην ψύξη, αλλά και στην απαραίτητη αφύγρανση του αέρα για τη δημιουργία συνθηκών άνεσης (Παγωνάρης, 2020:151 κ.ε.).


Εικόνα 6. Η ειδική ενθαλπία εκφράζει το συνολικό θερμικό περιεχόμενο του αέρα, συνδυάζοντας την αισθητή και τη λανθάνουσα ενέργεια, και αποτελεί βασικό μέγεθος για την ανάλυση και τον υπολογισμό κλιματιστικών διεργασιών. Πηγή: Fundamentals of Heat and Mass Transfer


Η ολοκλήρωση της θερμοδυναμικής ανάλυσης για τον κλιματιζόμενο χώρο των 500 m³ αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της διαχείρισης του εσωτερικού κλίματος. Αρχικά, προσδιορίστηκε ότι η μάζα του αέρα που περιέχεται στον όγκο αυτό ανέρχεται σε 565,61 kg, μέγεθος που αποτελεί τον «φορέα» της θερμικής ενέργειας. Με βάση αυτή τη μάζα και τη μεταβολή της λανθάνουσας ενθαλπίας, υπολογίστηκε ότι απαιτούνται 3.393,66 kJ ενέργειας αποκλειστικά για τη διαδικασία της αφύγρανσης, επιβεβαιώνοντας ότι ένα σημαντικό μέρος της ισχύος ενός κλιματιστικού αναλώνεται στη διαχείριση των υδρατμών.

Το πλέον καθοριστικό εύρημα της μελέτης είναι ο Συντελεστής Αισθητής Θερμότητας (SHR), ο οποίος υπολογίστηκε στην τιμή 0,625. Το αποτέλεσμα αυτό υποδηλώνει ότι το 62,5% της συνολικής ψυκτικής ισχύος διατίθεται για την άμεση πτώση της θερμοκρασίας του χώρου, ενώ το υπόλοιπο 37,5% καταναλώνεται για την αφαίρεση της υγρασίας. Η τιμή αυτή φανερώνει έναν χώρο με ισορροπημένες ανάγκες, όπου η διατήρηση της θερμικής άνεσης εξαρτάται εξίσου από την ψύξη και την αποδοτική αφύγρανση. Συνολικά, οι παραπάνω υπολογισμοί επιτρέπουν την ακριβή επιλογή κλιματιστικής μονάδας, διασφαλίζοντας ότι το σύστημα θα καλύπτει το πλήρες θερμικό φορτίο, αποφεύγοντας φαινόμενα ανεπαρκούς ψύξης ή υπερβολικής υγρασίας στο εσωτερικό περιβάλλον (Μονωδομική, 2026).


Εικόνα 7. Είναι προφανές ότι η κατάσταση στην οποία ο χρήστης αισθάνεται θερμικά άνετα, έχει υποκειμενικό χαρακτήρα, διότι στο ίδιο περιβάλλον μπορεί ένα άτομο να εκφράζει την ικανοποίησή του με τις επικρατούσες θερμικές συνθήκες, ενώ κάποιο άλλο άτομο, με τις ίδιες συνθήκες να εκφράζει την δυσαρέσκειά του. Πηγή: Μονωδομική.


2.3 Υπολογισμός του Συντελεστή Αισθητής Θερμότητας (SHR)

Ο συντελεστής SHR είναι ένας αδιάστατος αριθμός που μας δείχνει τι ποσοστό της συνολικής ψυκτικής ενέργειας καταναλώνεται για τη μείωση της θερμοκρασίας (αισθητή ψύξη) και τι ποσοστό για την αφαίρεση της υγρασίας (λανθάνουσα ψύξη). Ο υπολογισμός του είναι κρίσιμος, καθώς επιτρέπει στον μηχανικό να επιλέξει μια μονάδα που ταιριάζει στις ιδιαίτερες ανάγκες του χώρου (Πουλιανός, 2014:98).

Για τον υπολογισμό του SHR, χρησιμοποιούμε τις μεταβολές της αισθητής ενθαλπίας (Δhs) και της λανθάνουσας ενθαλπίας (Δ hL). Ο μαθηματικός τύπος ορίζεται ως το πηλίκο της αισθητής μεταβολής προς τη συνολική μεταβολή (αισθητή + λανθάνουσα): SHR = Δ hs/(Δ hs + Δ hL) (Πουλιανός, 2014:98).

Με αντικατάσταση των δεδομένων της άσκησης (Δhs = 10 kJ/kg και DhL = 6 kJ/kg): Προχωρούμε αρχικάστον υπολογισμό του παρονομαστή (Συνολική Μεταβολή): 10kJ/kg + 6kJ/kg = 16kJ/kg. Και κατόπιν στη διαίρεση: SHR = 10(kg/kj)/16(kg/kj), => SHR = 0,625. Η τιμή 0,62562,5%) υποδηλώνει ότι από τη συνολική ενέργεια που διαχειρίζεται το κλιματιστικό, το 62,5% διατίθεται για την πτώση της θερμοκρασίας του αέρα (αισθητό φορτίο), ενώ το υπόλοιπο 37,5% καταναλώνεται για τη διαδικασία της αφύγρανσης (λανθάνουσα θερμότητα).

Εικόνα 8. Ο συντελεστής ειδικής θερμότητας (Cp) εκφράζει την ποσότητα θερμότητας που απαιτείται για να αυξηθεί η θερμοκρασία μιας μονάδας μάζας ενός υλικού κατά έναν βαθμό. Υλικά με χαμηλό Cp θερμαίνονται γρήγορα, ενώ υλικά με υψηλό Cp (όπως το νερό) θερμαίνονται πιο αργά. Πηγή: Ζευγαρίδης, Σ. (2013). Ψυκτικές Εγκαταστάσεις και Κλιματισμός. Αθήνα.


Στην πράξη, ένας τέτοιος συντελεστής είναι τυπικός για χώρους με μέτρια επίπεδα υγρασίας. Αν ο συντελεστής ήταν κοντά στο 1,0, θα σήμαινε ότι ο χώρος είναι πολύ ξηρός και σχεδόν όλη η ισχύς πηγαίνει στην ψύξη. Αντίθετα, ένας χαμηλός συντελεστής (π.χ. 0,5) θα μαρτυρούσε ένα περιβάλλον με πολύ υψηλή υγρασία, όπου η μονάδα θα έπρεπε να εργαστεί σκληρά για να "στεγνώσει" τον αέρα προτού καταφέρει να τον ψυχράνει αποτελεσματικά. Με βάση τις τιμές των ενθαλπιών, ο συντελεστής αισθητής θερμότητας υπολογίστηκε σε 0,625. Το αποτέλεσμα αυτό επιβεβαιώνει ότι η μονάδα λειτουργεί με μια ισορροπημένη κατανομή μεταξύ ψύξης και αφύγρανσης, διασφαλίζοντας τις κατάλληλες συνθήκες υγιεινής και άνεσης στον κλιματιζόμενο χώρο (Κατσογέννας, Σεραφείμ; Λεοντίτσας, Γεώργιος, 2017:46).

Η ολοκλήρωση της θερμοδυναμικής ανάλυσης για τον κλιματιζόμενο χώρο των 500 m³ αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της διαχείρισης του εσωτερικού κλίματος. Αρχικά, προσδιορίστηκε ότι η μάζα του αέρα που περιέχεται στον όγκο αυτό ανέρχεται σε 565,61 kg, μέγεθος που αποτελεί τον «φορέα» της θερμικής ενέργειας. Με βάση αυτή τη μάζα και τη μεταβολή της λανθάνουσας ενθαλπίας, υπολογίστηκε ότι απαιτούνται 3.393,66 kJ ενέργειας αποκλειστικά για τη διαδικασία της αφύγρανσης, επιβεβαιώνοντας ότι ένα σημαντικό μέρος της ισχύος ενός κλιματιστικού αναλώνεται στη διαχείριση των υδρατμών.

Το πλέον καθοριστικό εύρημα της μελέτης είναι ο Συντελεστής Αισθητής Θερμότητας (SHR), ο οποίος υπολογίστηκε στην τιμή 0,625. Το αποτέλεσμα αυτό υποδηλώνει ότι το 62,5% της συνολικής ψυκτικής ισχύος διατίθεται για την άμεση πτώση της θερμοκρασίας του χώρου, ενώ το υπόλοιπο 37,5% καταναλώνεται για την αφαίρεση της υγρασίας. Η τιμή αυτή φανερώνει έναν χώρο με ισορροπημένες ανάγκες, όπου η διατήρηση της θερμικής άνεσης εξαρτάται εξίσου από την ψύξη και την αποδοτική αφύγρανση. Συνολικά, οι παραπάνω υπολογισμοί επιτρέπουν την ακριβή επιλογή κλιματιστικής μονάδας, διασφαλίζοντας ότι το σύστημα θα καλύπτει το πλήρες θερμικό φορτίο, αποφεύγοντας φαινόμενα ανεπαρκούς ψύξης ή υπερβολικής υγρασίας στο εσωτερικό περιβάλλον (Κοτσίρης, 2005:13 κ.ε.).

Συμπερασματικά, η υπολογιστική διαδικασία που ακολουθήθηκε αποδεικνύει ότι ο σχεδιασμός ενός συστήματος κλιματισμού υπερβαίνει την απλή εκτίμηση της θερμοκρασίας. Η αλληλουχία των υπολογισμών —από τη μάζα του αέρα μέχρι τον συντελεστή SHR— παρέχει μια πλήρη εικόνα της ενεργειακής ταυτότητας του χώρου. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν τον απαραίτητο οδηγό για την επιλογή του κατάλληλου εξοπλισμού, καθώς επιτρέπουν στον τεχνικό να προβλέψει με ακρίβεια πώς το σύστημα θα διαχειριστεί το αισθητό και το λανθάνον φορτίο, εγγυρώμενο ένα τελικό αποτέλεσμα που συνδυάζει την ενεργειακή οικονομία με την ιδανική θερμική άνεση (Πετρόπουλος, 2010:46-48).


 

  Η Σημασία του Διαχωρισμού Θερμικών Φορτίων στον Σχεδιασμό Συστημάτων Κλιματισμού 

Ο διαχωρισμός μεταξύ αισθητής και λανθάνουσας θερμότητας δεν αποτελεί μια απλή θεωρητική άσκηση, αλλά τη θεμέλιο λίθο για την ορθή λειτουργία κάθε συστήματος κλιματισμού. Η σημασία αυτού του διαχωρισμού έγκειται στο γεγονός ότι οι δύο αυτές μορφές ενέργειας απαιτούν διαφορετική διαχείριση από το μηχάνημα. Ενώ η αισθητή θερμότητα αντιμετωπίζεται με τη μείωση της θερμοκρασίας του αέρα μέσω της ψυκτικής σερπαντίνας, η λανθάνουσα θερμότητα απαιτεί τη συμπύκνωση των υδρατμών. Εάν ένας σχεδιαστής αγνοήσει το λανθάνον φορτίο, το σύστημα μπορεί να επιτύχει την επιθυμητή θερμοκρασία (π.χ. 24°C), αλλά ο χώρος να παραμένει δυσάρεστος λόγω της υψηλής υγρασίας, δημιουργώντας ένα αίσθημα «κολλώδους» ζέστης (Παγωνάρης, 2020:243 κ.ε.).


Εικόνα 9. Η υγρασία είναι η παρουσία νερού υπό μορφή υδρατμού στον αέρα του περιβάλλοντος και αποτελεί αναπόφευκτο συστατικό του. Σε κανονικά επίπεδα (40%- 50%) είναι απαραίτητη για την σωστή λειτουργία του ανθρωπίνου σώματος. Πηγή: gethouse


Η υγρασία επηρεάζει καθοριστικά τη λειτουργία και την απόδοση του κλιματιστικού. Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο υγρασίας στον εισερχόμενο αέρα, τόσο μεγαλύτερο μέρος της ψυκτικής ισχύος καταναλώνεται για τη μετατροπή των υδρατμών σε υγρά σταγονίδια (συμπύκνωση). Αυτό σημαίνει ότι ο συμπιεστής εργάζεται εντατικά όχι για να «κρυώσει» το δωμάτιο, αλλά για να το «στεγνώσει». Επιπλέον, η υπερβολική υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε συγκέντρωση νερού στις σερπαντίνες και στους αεραγωγούς, αυξάνοντας τον κίνδυνο ανάπτυξης μούχλας και βακτηρίων, γεγονός που υποβαθμίζει την ποιότητα του εσωτερικού αέρα και την υγιεινή του χώρου (Πουλιανός, 2014:90). Προκειμένου να γίνει κατανοητή η επίδραση αυτών των φορτίων, ας εξετάσουμε δύο πρακτικά παραδείγματα από την καθημερινότητα:

Πρώτον σε μια κατοικία σε παραθαλάσσια περιοχή: Σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα, το λανθάνον φορτίο είναι εξαιρετικά υψηλό λόγω της ατμοσφαιρικής υγρασίας. Ένα κλιματιστικό σε αυτόν τον χώρο πρέπει να έχει υψηλή ικανότητα αφύγρανσης. Αν επιλεγεί μια μονάδα με πολύ υψηλό δείκτη SHR (που εστιάζει μόνο στην αισθητή ψύξη), το αποτέλεσμα θα είναι ένας χώρος κρύος αλλά με υγρασία 70-80%, συνθήκη που ευνοεί τη δυσφορία και τη φθορά των επίπλων.

Και δεύτερον σε μια αίθουσα διακομιστών (Server Room) σε γραφεία: Σε αντίθεση με την κατοικία, ένα Server Room έχει σχεδόν μηδενικό λανθάνον φορτίο, καθώς δεν υπάρχουν άνθρωποι που αναπνέουν ή άλλες πηγές υγρασίας. Το φορτίο είναι σχεδόν 100% αισθητό (θερμότητα από τα μηχανήματα). Σε αυτή την περίπτωση, απαιτείται ένα σύστημα «ακριβείας» (Close Control) που να εστιάζει αποκλειστικά στην απαγωγή της αισθητής θερμότητας, αποφεύγοντας την άσκοπη αφύγρανση που θα μπορούσε να προκαλέσει στατικό ηλεκτρισμό και βλάβες στον εξοπλισμό.

Συμπερασματικά, η κατανόηση της ισορροπίας μεταξύ αισθητής και λανθάνουσας θερμότητας επιτρέπει τη δημιουργία συστημάτων που δεν προσφέρουν μόνο την κατάλληλη θερμοκρασία, αλλά ένα συνολικά υγιές και ευχάριστο περιβάλλον διαβίωσης και εργασίας.

Συμπεράσματα:

Ολοκληρώνοντας την ανάλυση των θερμοδυναμικών παραμέτρων και των υπολογιστικών δεδομένων, καθίσταται σαφές ότι η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος κλιματισμού κρίνεται από την ικανότητά του να διαχειρίζεται το ολικό θερμικό φορτίο με τρόπο ισορροπημένο και στοχευμένο. Η θεωρητική προσέγγιση του πρώτου θέματος και η πρακτική εφαρμογή του δεύτερου ανέδειξαν ότι μεγέθη όπως η μάζα του αέρα και ο συντελεστής αισθητής θερμότητας (SHR) δεν είναι απλοί αριθμοί, αλλά τα εργαλεία που καθορίζουν την τελική κατανάλωση ενέργειας και την ποιότητα του αέρα. Η διαπίστωση ότι η λανθάνουσα θερμότητα μπορεί να καταλαμβάνει ένα σημαντικό ποσοστό της συνολικής ισχύος, όπως είδαμε στους υπολογισμούς του χώρου των 500 m³, υπογραμμίζει την ανάγκη για συστήματα που διαθέτουν προηγμένες δυνατότητες αφύγρανσης, ειδικά σε κλίματα με υψηλά επίπεδα υγρασίας.



Τέλος, η εξέταση των πραγματικών εφαρμογών στο τρίτο θέμα επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει μια ενιαία λύση για κάθε κτίριο. Η αντίθεση μεταξύ των αναγκών μιας παραθαλάσσιας κατοικίας και ενός Server Room αποδεικνύει ότι ο σωστός μηχανολογικός σχεδιασμός οφείλει να προσαρμόζεται στις ειδικές συνθήκες κάθε χρήσης. Η κατανόηση της σχέσης Qt=Qs+QL παραμένει η ασφαλής δικλείδα για την αποφυγή τεχνικών αστοχιών, όπως η υπερβολική ψύξη χωρίς αφύγρανση ή η άσκοπη δαπάνη ενέργειας. Συνολικά, η εργασία αναδεικνύει ότι ο σύγχρονος κλιματισμός είναι μια επιστήμη ακριβείας που, όταν εφαρμόζεται σωστά, μπορεί να προσφέρει το ιδανικό περιβάλλον διαβίωσης εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον σεβασμό προς τους ενεργειακούς πόρους του πλανήτη.


Βιβλιογραφία:

Αντίοχου, Γ. (2023). Μοντελοποίηση και προσομοίωση οργανικού κύκλου Rankine για την εκμετάλλευση θερμότητας χαμηλής θερμοκρασίας. Αθήνα: Ε.Μ.Π.

Γεωργατζής, Δ. (2019). Παραμετρική μελέτη εναλλάκτη αερίου σε περιβάλλον solidworks. Αθήνα: Ε.Μ.Π.

Γιαννακός, Ν. (2014). Αντλίες θερμότητας σε συστήματα θέρμανσης, σχεδιασμός-ενεργειακή αξιολόγηση. Θεσσαλονίκη: Α.Π.Θ.

Ζευγαρίδης, Α. (2013). Ψύξη οροφής με υλικά αλλαγής φάσης με χρήση λογισμικού Comsol Multiphysics. Αθήνα: Ε.Μ.Π.

Κατσογέννας, Σεραφείμ; Λεοντίτσας, Γεώργιος. (2017). Μελέτη θέρμανσης-ψύξης-αερισμού, σε Κ.Υ.Ε., σε σύγκριση εξοπλισμού προς εγκατάσταση. Πάτρα: Τ.Ε.Ι. Δυτικής Ελλάδας.

Κοτσίρης, Γ. (2005). Εξέταση και αξιολόγηση μοντέλων και πρότυπων για την εκτίμηση της Θερμικής Άνεσης σε κτίρια καθώς και λογισμικών εργαλείων εφαρμογής τους. Πάτρα: Ε.Α.Π.

Μονωδομική. (2026, Μάρτιος 22). Μονωδομική. Ανάκτηση από monodomiki.gr: https://www.monodomiki.gr/ell/blog-details/thermiki-anesi?srsltid=AfmBOoq9RZAhKgks6VnjyiIguuh5uTS4gQNhF9TGlboDQZNCpr6gphop

Μπινιάρης, Σ. (2012). Γεωθερμικές Αντλίες Θερμότητας: Η συμβολή τους στην εξοικονόμηση ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος. Αθήνα: Τεχνικές Εκδόσεις.

Παγωνάρης, Κ. (2020). Εφαρμοσμένη Θερμοδυναμική. Αθήνα: Ίδρυμα Ευγενιδου.

Πετρόπουλος, Κ. (2010). Βελτίωση της Απόδοσης του Διακρίσιμου Ψυ-κτικού Κύκλου του Διοξειδίου του Άνθρακα σε δύο στάδια εκτόνωσης, με χρήση δύο ejectors και ενδιάμεσου συμπιεστή. Αθήνα: Ε.Μ.Π.

Πίκουλας, Ε. (2005). Σχέσεις έντασης-διάρκειας-συχνότητας καύσωνα. Λάρισα: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Πουλιανός, Δ. (2014). Τεχνική Κατάρτιση Ψυκτικών. Αθήνα: Ι.Μ.Ε. Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.

Χαβρεδάκης, Β., & Μολίνος-Προβιδακης, Ι. (2006). Εργαστηριακές ασκήσεις φυσικοχημείας Α΄. Αθήνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

 

 -Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

 

Η μάχη του Δορυλαίου

Πρίν 105 χρόνια 8-9 Ιουλίου 1921, ο Ελληνικός Στρατός κατατρόπώνει τους τούρκους στο Δορύλαιο (Εσκί Σεχίρ), παραδίδοντας μαθήματα υψιλής Στρατηγικής με την συνεργασία των Ελλήνων Μεράρχων, αναγκάζει τον κεμάλ να διατάξει οπισθοχώρηση 300 χιλιομέτρων (ανατολικά του ποταμού Σαγγάριου). 



Στην μάχη του Δορύλαιου ο Στρατός μας αιχμαλώτισε πάνω απο 4000 χιλιάδες τούρκους και κυρίευσε μείζονος σημασίας στρατιωτικό υλικό του εχθρού . Η μάχη του Εσκί Σεχίρ θεωρείται από τις σπουδαιότερες της Μικρασιατικής εκστρατείας, γιατί έγινε σε ανοιχτή πεδιάδα και με το σύνολο των δυνάμεων του Στρατού μας εναντίον των μογγόλων. Δυστηχώς την μεγαλοπρεπή αυτή νίκη επισκίασε η ήττα της Στρατιάς στην Μικρά Ασία. Πάραυτα η Νίκη στο Δορύλαιο (Εσκί Σεχίρ) θα παραμείνει απο τις πιο λαμπρές νίκες του Στρατού μας τον 20ο αιώνα.

Η θεωρία περί της πλήρους σλαβοποιήσεως της Ελλάδος και την φυλετικής ασυνέχειας των Ελλήνων

 Θεωρία Falmerayer

Εισαγωγή

Ὅταν ἡ Ἑλλάς, μετά ἀπό ἑβδομήντα δύο αἱματοβαμμένες ἐπαναστάσεις, ἐν τέλει ἀπετίναξε τόν τουρκικόν ζυγόν καί κατέφερε νά ἀπελευθερώση ἕνα μέρος τῆς ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, ἱδρύοντας τό νεοσύστατο ἑλληνικό κράτος, οἱ ξένοι «ἑταῖροι» μας, πού ἐθεώρουν, ὅτι αὐτοί εἶναι οἱ νόμιμοι κληρονόμοι τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, δυσηρεστήθησαν σφόδρα καί ἔπεσαν λυσσαλέα νά μᾶς ποδηγετήσουν, ὄχι μόνο οἰκονομικῶς μέ δυσβάσταχτα δάνεια ἀλλά ἀκόμα καί πνευματικῶς.




Ἡ αἰχμή τοῦ δόρατος αὐτῆς τῆς πολιτικῆς, τῆς μαύρης αὐτῆς προπαγάνδας, ἦτο ὁ εὐφάνταστος Γερμανός ἱστορικός Falmerayer, ὅπου τό 1836 ἀνερυθρίαστα διεκήρυξε, ὅτι δέν ὑπάρχουν Ἕλληνες, ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλά σύμπασα ἡ Ἑλλάς κατοικεῖται ἀπό μία φυλή συγγενική τῶν Σλάβων, διότι ἀφοῦ κατέλαβον τήν χώραν οἱ Σλάβοι ἡ Ἑλλάς ἐρημοποιήθη καί μετέπειτα ὁ λοιμός ἐξωλόθρευσε πλήρως τούς ἐναπομείναντας Ἕλληνας. Ἔτσι ἐξήγαγε τό αὐθαίρετο συμπέρασμα ὅτι τήν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 τήν ἔκαμαν οἱ Ἀλβανοί, πού κατέβηκαν τελευταῖοι καί ἔδιωξαν τούς Σλάβους,[1] καί ὄχι οἱ Ἕλληνες πού εἶχον ἐξαφανισθῆ πρό πολλοῦ.


Συγκεκριμένα ἔγραφε: «Τό τῶν Ἑλλήνων γένος ἐκ ῥίζης ἐξέλιπεν ἐν Εὐρώπῃ. Οὐδέ σταγών γνησίου καί ἀκράτου ἑλληνικοῦ αἵματος ῥέει εἰς τάς φλέβας τῶν χριστιανῶν κατοίκων τῆς καθ΄ ἡμᾶς Ἑλλάδος. Οἱ σημερινοί Ἕλληνες εἶναι Σκυθικοί Σλάβοι, Ἰλλυρικοί Ἀρναοῦται, ὁμόφυλοι τῶν Σέρβων, τῶν Βουλγάρων, τῶν Δαλματῶν και τῶν Μοσχοβιτῶν οὕς σήμερον καλοῦμεν Ἕλληνας καί μετά θάμβους τῶν ἰδίων αυτῶν ἐπανάγομεν εἰς τό γενεαλογικόν δένδρον τοῦ Περικλέους καί Φιλοποίμενος[2]». Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι ἐκείνη τήν ἐποχή, πού ὅλη ἡ Εὐρώπη ἔτρεφε αἰσθήματα ἄκρως φιλελληνικά καί ἰδίως ὁ γερμανικός λαός πού εἶχε ἀνεβάσει στόν ἑλληνικό θρόνο, γερμανό ἠγενόνα, ἡ θεωρία τοῦ Falmerayer, ἄλλαζε τό κλίμα μεταστρέφοντας τόν φιλελληνικό ἐνθουσιασμό σέ τεχνητό καί ἐπίπλαστο.


Ὡσαύτως, οἱ Γερμανοί θά ἐδικαιοῦντο ἀφ΄ ἑνός νά καυχῶνται ὅτι εἶναι οἱ συνεχιστές τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀφοῦ πλέον οἱ Ἕλληνες, οἱ νόμιμοι κληρονόμοι τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὡς ἐκ θαύματος, ἐξηφανίσθησαν, ἀφ΄ ἑτέρου οἱ Ρῶσσοι, ὡς Σκύθες (κατά Falmerayer συγγενική φυλή τῶν Σλάβων), θά ἐδικαιοῦντο καί αὐτοί ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἐπέμβουν εἰς τήν νότιον Βαλκανικήν νά ὑποστηρίξουν τούς ἀδελφούς των Σλαβοβουλγάρους καί τούς λοιπούς πτωχούς συγγενεῖς των, Σλαβοαλβανούς. Δηλαδή ἐν ὀλίγοις, ἀνεγνώριζε στούς Ρώσσους γεωπολιτικά ἐρείσματα εἰς τήν αὐτήν περιοχήν. Ἔτσι, ὁ Falmerayer πετύχαινε μέ ἕνα σμπάρο δύο τριγώνια.


Ἡ θεωρία τοῦ Falmerayer ἦτο ἡ αἰχμή τοῦ δόρατος τῆς ναζιστικῆς προπαγάνδας, καί ἐνεφύσησε εἰς τούς Γερμανούς τήν ἰδέα τῆς Ἀρίας φυλῆς καί τῆς κληρονομήσεως τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι οἰκειοποιήθησαν ἀρχαιοελληνικά σύμβολα καί συνήθειες, ὅπως τήν σβάστικα (ἡ ἱερά σπεῖρα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων), τίς λαμπαδηδρομίες (ἕνα ἀπό τά ἀγωνίσματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων) καί τήν ἑλληνικήν φιλοσοφίαν πού ἐμβολίασε τήν ναζιστική προπαγάνδα.


Ἡ θεωρία του ἔγινε πολύ ἀγαπητή, ὅπως ἀνεμένετο, ἀπό τούς Ρώσσους ἱστορικούς, διότι ἐξυπηρετοῦσε τά μεγαλεπήβολα σχέδιά των, γιά πανσλαβοποίησιν τῆς νοτίου Βαλκανικῆς καί ἀμέσου ἐπεμβάσεως, ἀφοῦ, ὅπως εἴπαμε, βάσει τῆς θεωρίας ἀνεγνωρίζοντο εἰς αὐτούς γεωπολιτικά ἐρείσματα εἰς τό Αἰγαῖο.

Γιά να δοῦμε ὅμως, τί πραγματικά συνέβη στά ὄψιμα χρόνια τοῦ Βυζαντίου, ἀναδιφῶντας εἰς τά ἱστορικά γεγονότα ἐκείνης τῆς ταραγμένης περιόδου.


Περί τῶν ἐν Ἑλλάδι Σλάβων


Ἀπό τάς ἀρχάς τοῦ 6ου μ.χ.χ. αἰῶνος, ἐνδυναμωμένοι πλέον οἱ πέραν τοῦ Δουνάβεως Σλάβοι μετά τήν κατάρρευσιν τοῦ κράτους τῶν Οὕνων, ἀρχίζουν τάς ἐπιδρομάς εἰς τά ἐδάφη τοῦ βυζαντινοῦ κράτους φθάνοντας ἐπί αὐτοκράτορος Ἰουστίνου (517-527) ἕως τίς Θερμοπύλες.


Ἡ ἀδιαφορία τῶν Βυζαντινῶν γιά τήν κάθοδον τῶν βαρβάρων πρός τήν μητροπολιτικήν Ἑλλάδα ὠφείλετο κατά πρῶτον εἰς τάς συρράξεις μέ τούς Πέρσας καί τούς Ἄραβας καί κατά δεύτερον εἰς τάς πολιτικοθρησκευτικάς διενέξεις μεταξύ τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν Ἑλλήνων καί τῶν Ἕλλήνων τῆς μητροπολιτικῆς Ἑλλάδος, οἵτινες μετά νομοθετικῆς διατάξεως ἦσαν ἄοπλοι. Αὐτή ἡ κατάστασις εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ἁλωνίζουν εἰς τήν ἑλληνικήν ἐπικράτειαν Σλάβοι, Ἄβαροι καί λοιποί ἐκ τοῦ βορρᾶ.


Ἄν καί τό 688μ.Χ. οἱ ἐν τῆ βορείω Ἑλλάδι Σλάβοι ὑπετάχθησαν εἰς τήν αὐτοκρατορίαν ὑπό τοῦ Ἰουστινιανοῦ τοῦ Β΄, εἶχον ἐν τούτοις ἱδρύσει εἰς μερικάς περιοχάς τῆς Ἑλλάδος μικράς ἀποικίας, τάς λεγομένας Σλαβηνίας. Αἱ ἀποικίαι ὅμως αὕται, κατά τόν λόγιον τοῦ 18ου αἰῶνος Διονύσιον Σουρμελῆ[3] καί τόν πλέον κορυφαῖον εἰς τήν μεσαιωνικήν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, Κάρολο Χόπφ[4], ἀλλά καί τόν Θεοφύλακτον Σιμοκάττην, (ἱστορικόν Αἰγυπτιακῆς καταγωγῆς ὅστις ἔζησε ἐπί αὐτοκράτορος Ἡρακλείου (610-640)) ἦσαν ἀριθμητικῶς ἀσήμαντες ὥστε νά ἀδυνατοῦν νά ἀλλοιώσουν ἐθνολογικῶς τήν ἑλληνικήν φυλήν.


Ἐπίσης, καταπέλτης γιά τόν Falmerayer εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Σλάβος ἱστορικός καθηγητής Stjepan Antoljiak[5], ὅστις ἐπισημαίνει πώς τά Σλαβικά φῦλα ἦσαν ἀδύνατον νά σχηματίσουν συμπαγεῖς ὁμάδες ὥστε νά ἐπικρατήσουν ἐν Ἑλλάδι, ἐφ΄ὅσον ἐπρόκειτο γιά ἐξαθλιωμένους ἀνθρώπους, πεινασμένους χωρίς ἀλληλεγγύη καί κοινωνική δομή. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Προκοπίου (Βυζαντινοῦ ἱστορικοῦ τοῦ 6ου αἰῶνος μ.χ.χ. καί συμβούλου τοῦ στρατηγοῦ Βελισσαρίου), ὅστις περιγράφει τούς Σλάβους, ἐπί λέξει, ὡς «ἀνάρχους καί μισαλλήλους».


Ἄρα λοιπόν, ἐκ τῶν ἀνωτέρω, συμπεραίνουμε ὅτι οἱ Σλάβοι ὄχι μόνο δέν ἀλλοίωσαν ἐθνολογικῶς τούς Ἕλληνας, ἀλλά δέν ἦσαν κἄν εἰς θέσιν νά τούς ἐπηρεάσουν κατά τό ἐλάχιστον. Ἀντιθέτως, ὁ Ἑλληνισμός συνέβαλε εἰς τήν ἀπόκτησιν κοινωνικῆς καί θρησκευτικῆς δομῆς τῶν Σλάβων.


Ἔτσι, τό 862 μ.χ.χ., κατόπιν αἰτήσεως τῶν Σλάβων πρός τήν αὐτοκρατορίαν, ἐστάλησαν ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαήλ τοῦ Γ΄, οἱ Θεσσαλονικεῖς ἀδελφοί Κύριλλος καί Μεθόδιος, οἵτινες ἐδημιούργησαν τό λεγόμενον Κυριλλικόν ἀλφάβητον καί τήν Σλαβονικήν γραφήν εἰς τήν ὁποίαν μετέφρασαν μέρος τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καί ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν κειμένων. Ἦτο κάτι ἀντίστοιχο μέ τόν ἐκπολιτισμόν τῶν Βουλγάρων λίγα χρόνια πρίν, τό 846 μ.χ.χ. ἀπό τήν Ἑλληνίδα αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, ὅταν παραδίδοντάς τους σχέδιον γραφῆς καί εἰδικούς κανόνες ἐμπορίου τούς ἐνέταξε εἰς τόν πολιτισμένον κόσμον.


Περί τῆς ἐρημοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος


Κατά Falmerayer ὁ 8ος αἰών ὑπῆρξε ὁ αἰών τῆς ἐρημοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος καί τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν Ἑλλήνων κατοίκων ἀπό Σλάβους. Ἡ ἱστορική πραγματικότης ὅμως εἶναι ἀμείλικτη πρός τήν ψευδοθεωρίαν τοῦ εὐφαντάστου Γερμανοῦ ἱστορικοῦ.

Συγκεκριμένα, τό 727 μ.χ.χ. ὁ Λέων ὁ Γ΄ ὁ Ἴσαυρος ἠθέλησε νά ἐπιβάλη τό εἰκονοκλαστικό του πρόγραμμα εἰς τούς Ἕλληνας τῆς μητροπολιτικῆς Ἑλλάδος προκαλῶντας τήν ὀργήν τῶν Ἑλλήνων. Ὁ ἀθηνάρχης Ἀγαλλιανός ἑνωθείς μέ τόν διοικητήν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου Στέφανον στέφουν ἰδικόν των αὐτοκράτορα ὀνόματι Κοσμᾶ καί συγκροτοῦν στόλον (!) πολιορκῶντας τήν Κωνσταντινούπολιν (!)[6]. Λίγο ἀργότερα ὁ Κωνσταντῖνος, υἱός τοῦ Λέοντος, στέλνει ἀντιπροσωπεία εἰς τά Τρίκαλα ζητῶντας ἀπό τούς Ἕλληνες νά ὑπογράψουν τό μεταρρυθμιστικό του σχέδιο. Οἱ Ἕλληνες ὄχι μόνον ἀρνοῦνται νά ὑπογράψουν ἀλλά, σκοτώνουν καί τούς ἀπεσταλμένους τοῦ αὐτοκράτορος (!)[7]. Ἔκτοτε τά μέρη αὐτά ὠνομάσθησαν Ἄγραφα.


Ἐκ τῶν ἀνωτέρω, τά ὁποῖα προσφυῶς ἀποσιωπᾶ ὁ Falmerayer, τεκμαίρεται ὅτι, ποτέ δέν ὑπῆρξε ἐρημοποίησις τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες ἦσαν τόσο πολυπληθεῖς πού ἀψηφοῦσαν αὐτοκρατορικά διατάγματα καί εἶχαν τήν δυνατότητα ὄχι μόνον νά συγκροτοῦν στόλο ἀλλά καί νά ἀπειλοῦν τήν Κωνσταντινούπολιν τήν πρωτεύουσαν τῆς Αὐτοκρατορίας.Ἐπίσης, τήν τεταμένην ἐκείνην περίοδον, τήν ἐπονομαζομένη εἰκονοκλαστική, οἱ ταραχές καί οἱ αἱματοβαμμένες ἐπαναστάσεις διήρκεσαν περίπου ἐπί ἕνα αἰῶνα ὅπου τά δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα ἦσαν ἀπό τήν μία, οἱ ἐξ Ἀνατολῶν εἰκονομάχοι Αὐτοκράτορες μέ ὑποστηρικτάς τόν πολυεθνικό μισθοφορικό στρατό ὡς ἐπί τό πλεῖστον Γότθους, Ἀρμενίους, Σλάβους καί ἀπό τήν ἄλλη τούς εἰκονολάτρες Ἕλληνες τῆς μητροπολιτικῆς Ἑλλάδος καί τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Οἱ ἐξ Ἀνατολῶν Αὐτοκράτορες, ἐπηρεασμένοι ἀπό τούς γείτονας λαούς Ἰουδαίους καί Μουσουλμάνους, οἵτινες ἀμφότεροι διά νόμου ἀπηγόρευαν τήν λατρεία τῶν εἰκόνων, ἐπέβαλαν εἰς τούς Ἕλληνας τήν ἀπαγόρευσιν τῆς λατρείας τῶν εἰκόνων, ὡς εἰδωλολατρικόν ἔθιμον ἀποκαλῶντας μάλιστα εἰδωλολάτρας ἀκόμη καί τούς μοναχούς (Κωνσταντῖνος Ε΄) καί μέ τήν Σύνοδο τοῦ 754 ἀναγόρευσαν τόν Αὐτοκράτορα ὡς καταστροφέα τῆς εἰδωλολατρείας.


Ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος Καισαρείας, ἤδη ἀπό τόν 4ον αἰῶνα, εἶχε ἐπισημάνει τήν λατρεία τῶν εἰκόνων ὡς εἰδωλολατρική συνήθεια, διότι οἱ Βυζαντινοί Ἕλληνες ἐσυνέχισαν νά διατηροῦν ἀθέλητα κρυμμένα στίς ψυχές των τόν πανάρχαιο ἑλληνικό τρόπο τοῦ θρησκεύεσθαι, ἀντικαθιστῶντας τά ἀγάλματα μέ τάς εἰκόνας.Ἐν κατακλεῖδι, ὅταν ἀνέβηκε στόν θρόνο ἡ Ἑλληνίδα εἰκονολάτρις ἐξ Ἀθηνῶν Αὐτοκράτειρα Εἰρήνη, οἱ Ἕλληνες ἐθριάμβευσαν καί μέ τήν ἐν Βιθυνίᾳ Σύνοδο τῆς Νικαίας τό 787 ἀποκατέστησαν τήν εἰκονολατρεία, ἀφορίζοντας τούς Χριστιανούς πού κατέφευγον εἰς τάς εἰκόνας ὡσάν νά ἦσαν θεοί ἤ εἴδωλα. Ἀβίαστα λοιπόν συμπεραίνουμε ὅτι ὄχι μόνον οἱ Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν ἡ συντριπτική πλειοψηφία τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου, πού κατέφεραν ἐπί ἕνα αἰῶνα νά πολεμοῦν τούς εἰκονομάχους Αὐτοκράτορες, ἀλλά διετήρουν τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό τρόπο τοῦ θρησκεύεσθαι καί κατ’ οὐσίαν ἀνεβίωσαν χρόνια τῆς πρωΐμου βυζαντινῆς περιόδου τότε πού λυσσαλέα κατεδιώχθη ἡ ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία ὡς εἰδωλολατρική.


Ἄρα, ὁ Γερμανός ἱστορικός Falmerayer δολίως ἀποσιωπᾶ ὅλη τήν εἰκονοκλαστική περίοδο, πού ἀφ’ ἑνός κατακερματίζει τόν μῦθο περί ἐρημοποιήσεως, πολλῷ δέ μᾶλλον περί σλαβοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἑτέρου ἀναδεικνύει μέ τόν πιό περίτρανο τρόπο τόν θρίαμβο τοῦ Ἑλληνισμοῦ.


Ἐκκαθαρίσεις τῶν ἐν Ἑλλάδι Σλάβων


Ἡ ἐκκαθάρισις τῶν Σλάβων ἤρχισε ἐπί αὐτοκράτορος Κώνσταντος τοῦ Β’ (641–668), ὅπου ἠναγκάσθη, λόγῳ τῶν πολυαρίθμων ἐπιδρομῶν τῶν Σλάβων, νά ξεκινήση ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς λεγομένης «Σκλαβωνίας»[8]. Ἀπό τήν ἐποχή αὐτή ἀρχίζει ἡ μετανάστευσις μεγάλων μαζῶν Σλάβων πρός Μ. Ἀσίαν καί Συρίαν.Τίς ἐκκαθαρίσεις τῶν Σλάβων ἐσυνέχισε ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανός ὁ Β’ (685-697), ὅστις μετέφερεν εἰς τό ἐν Βιθυνίᾳ Ὀψίκιον, πέραν τῶν 80.000 Σλάβων[9] μέ σκοπό τήν ἐνίσχυσιν τοῦ ἐν Βιθυνίᾳ βυζαντινοῦ στρατεύματος μέ 30.000 Σλάβους στρατιώτας. Οἱ Σλάβοι ὅμως ἐγκατέλειψαν τόν Βυζαντινόν στρατόν καί κατετάχθησαν παρά τό πλευρόν τῶν Ἀράβων προκαλῶντας τήν ὀργή τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ, ὅστις γιά ἐκδίκησιν κατέσφαξε τούς ἐναπομείναντες 50.000 Σλάβους πού δέν ἐστρατεύθησαν μέ τούς Ἄραβας. Ὡσαύτως, ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἐκ τοῦ Βορρᾶ κατελθόντων Σλάβων, ἐχάθη εἰς τά βάθη τῆς Μ. Ἀσίας, ἄλλοι ἀπό τήν ἀνηλεῆ σφαγή καί ἄλλοι πολεμῶντας μέ τούς Ἄραβας. Τήν συνέχισιν τῆς πολιτικῆς τῶν ἐκκαθαρίσεων τῶν ἐν Ἑλλάδι Σλάβων ἀνέλαβε ὁ αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος ὁ Ε΄ τό 758 μ.χ.χ., ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν Μακεδονία.


Ἀργότερα ἡ αὐτοκράτειρα Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία (797-802) θά συνεχίση τίς ἐκκαθαρίσεις μέσῳ τοῦ στρατηγοῦ της Σταυρακίου, ὅστις ὑπέταξε ὅλους τούς Σλάβους τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θεσσαλίας μεταφέροντάς τους ὡς δούλους διά τήν κατασκευήν ἔργων εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν. Ἦσαν δέ τόσο ἀπάνθρωπες οἱ συνθῆκες δουλείας γιά τούς Σλάβους, ὥστε ἔλαβον ἔκτοτε τήν ὀνομασίαν σκλάβοι = ἀνελεύθεροι.


Τέλος, ὁ αὐτοκράτωρ Νικηφόρος ὁ Α΄ (803-811), διάδοχος της Εἰρήνης τῆς Ἀθηναίας, θά δώση τό τελειωτικό χτύπημα στά ψήγματα Σλάβων πού ἀπέμειναν, συγκεντρώνοντας Ἕλληνας ἀπό διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος καί ἐγκαθιστῶντας τους εἰς τάς παρηκμασμένας σλαβικάς ἀποικίας. Ἐν προκειμένῳ, τό 810 οἱ Σλάβοι τῆς Πελοποννήσου μέ συμμάχους τούς Σαρακηνούς καί λοιπούς Ἀφρικανούς ἐπαναστάτησαν καί ἐπολιόρκησαν τάς Πάτρας. Οἱ Πατρινοί μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέα κατενίκησον τούς Σλάβους καί τούς κατέστησαν δούλους στά κτήματα τῆς μητροπόλεως τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Τότε τελειώνει καί ἡ παρουσία τῶν Σλάβων ἐν Πελοποννήσῳ. Ὁ Falmeraeyer χρησιμοποιεῖ μέ ἀποσπασματικό τρόπο τό χρονικόν τῆς Μονεμβασιᾶς, διότι τήν κάθοδο τῶν Ἀβάρων τήν ἀντιγράφει λεπτομερῶς στήν ἐργασία του, ἀλλά ἐπίτηδες ἀποσιωπᾶ, τήν ἐκρίζωσιν τῶν Ἀβάρων ἀπό τήν Πελοπόννησο, ὅπως ἐπί λέξει τό χρονικόν τῆς Μονεμβασιᾶς πρός τό τέλος ἀναφέρει: «τῷ Σθλαβιανῶν ἔθνει πολεμικῶς εἷλε τε καί ἠφάνισεν εἰς τέλος, καί τοῖς ἀρχῆθεν οἰκήτορσι ἀποκαταστῆναι τά οἰκεία παρέσχεν[10]».

Τό ὑπέρ πλεονάζον ἑλληνικό αἷμα ἀφομοίωσε καί ἐξηφάνισε πλήρως τούς ἐναπομείναντες Σλάβους. Ἀπό τό 837 μ.χ.χ. πλέον δέν ἀναφέρεται καμμία ἀποικία Σλάβων ἐν Ἑλλάδι.


Περί τῆς καταλήξεως -οβα


Ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα τῶν ὀπαδῶν τοῦ Falmerayer εἶναι ὅτι ἡ κατάληξις –οβα σέ πόλεις καί χωριά εἶναι σλαβική !! Πλανῶνται πλάνην οἰκτράν διότι, σύμφωνα μέ τό χρονικό τῆς Μονεμβασιᾶς γιά νά ξεφύγουν οἱ Ἀργεῖοι ἀπό τήν Ἀβαροσλαβική κατοχή κατέφυγαν εἰς τήν ἀρχαίαν πόλιν τῆς Πελοποννήσου ὀνόματι Ὄροβα. Ἄρα, ἀφοῦ προυπῆρχε τῆς καθόδου τῶν Σλάβων πόλις μέ τοιαύτην κατάληξιν, ἡ κατάληξις εἶναι ἑλληνική καί μάλιστα ἀρχαία ἑλληνική, εἰς τήν ὁποίαν μάλιστα συνηγορεῖ καί ὁ Ἡσύχιος (ὠβαί = τόποι μεγαλομερεῖς), ὁπότε ἐπί παραδείγματι, ἡ λέξις Κλείσοβα σημαίνει κλείς = στενωπός καί ὠβά = τόπος δηλ. ὁ στενός τόπος. Τέλος ὁ Βασίλειος Μισύρης, ὁ πλέον εἰδικός εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ Βυζαντίου[11], στό περιοδικό ΙΧΩΡ (Ἄρ. Τεύχους 25), ἐπισημαίνει ὅτι ἡ κατάληξις προέρχεται ἀπό τήν ἀρχαίαν ἑλληνικήν λέξιν ὠβά = χωριό.


Σύν τοῖς ἄλλοις, εἶναι ἀδύνατον νά εἶναι σλαβική, διότι οἱ Σλάβοι πού κατῆλθον ἀπό τόν Βορρᾶν, θά εἶχον ἱδρύσει πόλεις μέ τοιαύτην κατάληξιν καί στήν Φθιώτιδα, τήν Ἀττικοβοιωτία καί ἀλλοῦ πρίν φθάσουν στήν Πελοπόννησο, ἀλλά χωριά μέ τοιαύτην κατάληξιν δέν ὑπάρχουν παρά μόνον εἰς τήν Μάνην.


Μάξιμος Μάζαρης


Ο Falmerayer βασίσθηκε εἰς τόν Μάξιμον Μάζαρην (βυζαντινό σατιρογράφο τοῦ 14ου – 15ου αἰῶνος), ὅπου στό ἔργο του «ἐπιδημία ἐν Ἅδῃ» ἔγραφε πώς εἰς τήν Πελοπόννησον διέμενον ἑπτά (7) ἔθνη ἀναμεμιγμένα, Λακεδαιμόνιοι, Ἰταλοί, Πελοποννήσιοι, Σλαβῖνοι, Ἰλλυριοί, Αἰγύπτιοι, καί Ἰουδαῖοι. Εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀναξιοπιστία τοῦ συγγραφέως πού μόνο γέλια προκαλεῖ διότι ἔθνος Πελοποννησίων καί Λακεδαιμονίων ἀποτελεῖ παγκόσμια εὑρεσιτεχνία!!


Ὁ Μάζαρης ὅμως ὡς παρατρεχάμενος τοῦ αὐτοκράτορος Μανουήλ τοῦ Β΄ εἶχε λόγους νά συκοφαντῆ τούς Πελοποννησίους, διότι αὐτοί δέν ἀνεγνώριζαν τήν ἐπικυριαρχίαν τοῦ αὐτοκράτορος, καί μάλιστα εἰς τοιοῦτον βαθμόν ὥστε ὅταν ἦλθε τό 1414 μ.χ.χ. ὁ αὐτοκράτωρ εἰς τήν Πελοπόννησον νά ἐπιβλέψη τά ὀχυρωματικά ἔργα τοῦ Ἰσθμοῦ καί νά ἐγκαταστήση τόν υἱόν του Θεόδωρον ὡς πρίγκηπα τοῦ Μοριᾶ, οἱ Πελοποννήσιοι ὑπεκίνησαν ἐπανάστασιν ἀρνούμενοι νά τόν δεχθοῦν.


Περί τῆς τῶν Ἑλλήνων αὐτοχθονίας


Τήν αὐτοχθονία τῶν Πελοποννησίων ἐπιβεβαιώνουν οἱ ἀναφορές τῶν Προβλεπτῶν, ὅπως ὠνομάζοντο οἱ ἄρχοντες ἐπί Βενετοκρατίας, πού συχνά ἐπανελάμβανον ὅτι οἱ Μανιᾶτες, οἱ κάτοικοι τοῦ Μυστρᾶ καί οἱ κάτοικοι τῆς Τριπόλεως ἐκαυχῶντο ὅτι κατήγοντο ἐκ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἐπίσης, εἰς ἐπίρρωσιν τούτου, ἔχομε τό ὑπόμνημα τοῦ μεγίστου φιλοσόφου τῆς ἐποχῆς, τοῦ Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστοῦ πρός τόν αὐτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο, πού ὑπερηφανεύεται γιά τήν ἀρχαιοελληνικήν καταγωγήν τῶν Ἑλλήνων καί ζητεῖ ἀπό τόν Μανουήλ νά ἡγηθῆ τῶν Ἑλλήνων τῆς Πελοποννήσου πού κατακλύζουν τήν χώρα. Ἄρα τό ἐπιχείρημα τοῦ Falmerayer περί ἐρημοποιήσεως τῆς χώρας καί ἐκσλαβισμοῦ ἀποτελεῖ ὄνειρο θερινῆς νυχτός. Σᾶς παραθέτουμε αὐτούσιο τό ὑπόμημα τοῦ μεγάλου πλατωνιστοῦ τῆς ὑστέρας βυζαντινῆς περιόδου πού εἶναι καταπέλτης τόσο γιά τόν ἴδιο τόν Falmerayer, ὅσο καί γιά τούς θιασώτας τῆς αὐτῆς ἰδεοληψίας.


«Ἐσμέν μέν γάρ οὖν ὧν ἡγεῖσθε τέ καί βασιλεύετε, Ἕλληνες τό γένος, ὡς ἡ τε φωνή καί ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ, Ἔλλησι δέ οὐκ ἔστιν εὐρεῖν εἰ τίς ἄλλη οἰκειοτέρα χώρα, οὐδέ μᾶλλον προσήκουσα ἡ Πελοπόννησος τί καί ὅση δή ταύτη τῆς Εὐρώπης προσεχής τῶν τε αὖ νήσων αἱ ἐπικείμεναι. Ταύτην δέ γάρ δή φαίνονται τήν χώραν Ἕλληνες ἀεί οἰκοῦντες οἱ αὐτοί ἐξ ὅτου πέρ ἄνθρωποι διαμνημονεύουσιν, οὐδένων ἄλλων προενωκηκότων οὐδέ ἐπήλυδες κατασχόντες, ὥσπερ ἄλλοι συχνοί, ἐξ ἑτέρας μέν ὠρμημένοι, ἑτέραν δ’ οἰκοῦσι κατασχόντες, ἄλλους τε ἐκβαλόντες καί αὐτοί ὑφ’ ἑτέρων τό αὐτό ἔστιν ὅτε πεπονθότες, ἄλλ’ Ἕλληνες τήνδε τήν χώραν τουναντίον αὐτοί τε ἀεί φαίνονται κατέχοντες καί ἀπό ταύτης ὁρμώμενοι περιουσία οἰκητόρων ἑτέρας τε οὐκ ὀλίγας κατασχόντες, οὔτε ταύτην ἐκλιπόντες. Συμπάσης δέ ταύτης τῆς χώρας αὐτή Πελοπόννησος ὁμολογεῖται τά πρῶτα τε καί γνωριμώτατα ἐνοικοῦσα τῶν Ἑλλήνων γένη, καί ἀπό ταύτης ὁρμώμενοι τά μέγιστα τε καί ἐνδοξότατα Ἕλληνες ἔργα ἀπεδείξαντο».


Περί τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἀλβανῶν


Ἐπειδή μερικοί Ἕλληνες κυρίως στήν Ἤπειρο, γιά νά κερδίσουν τήν ἐπιείκειαν τῶν Τουρκαλβανῶν δυναστῶν πού ἦσαν σύμμαχοι τῶν Ὀθωμανῶν κατακτητῶν, ὡμίλουν δημοσίως τήν ἀλβανικήν ἤ ἀρβανίτικην γλῶσσαν, ὁ Falmerayer ἔδραξε τήν εὐκαιρίαν διά νά στηρίξη τήν θεωρία του, ὅτι δῆθεν οἱ Ἕλληνες ἐξηφανίσθησαν καί ἀντικατεστάθησαν ἀπό Ἀλβανούς ἐποίκους. Στήν Ἠπειρο τό γλωσσικό πρόβλημα ἦτο ἀρκετά ἔντονο, καί βλέποντας ὁ πατήρ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός τό μεγάλο κακό πού προδιεγράφετο γιά τό γένος, ἔδωσε μεγάλο ἀγῶνα εἰς τά χωριά τῆς Ἠπείρου, γιά τήν διάσωσιν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀνοίγοντας σχολεῖα, ἀλλά καί κηρύττοντας μέ τά φλογερά του λόγια:


« ὅποιος χριστιανός, ἄντρας ἤ γυναῖκα, ὑπόσχεται ὅτι μέσα στό σπίτι του νά μήν κουβεντιάζη ἀρβανίτικα ἤ βλάχικα, ἄς σηκωθῆ ἀπάνω νά μοῦ τό πῆ καί ἐγώ νά πάρω ὅλα τά ἁμαρτήματα εἰς τόν λαιμόν μου, ἀπό τόν καιρό πού ἐγεννήθη, ἕως τώρα καί θά βάλω ὅλους τούς χριστιανούς, νά τόν συγχωρήσουν καί νά λάβη μία συγχώρεσιν, πού ἄν ἔδινε χιλιάδες πουγγιά δέν θά τήν εὕρισκε ».


Ὁ Πατροκοσμᾶς ἔσωσε τόν Ἑλληνισμόν τῆς Ἠπείρου, ἀλλά ὁ ἴδιος δέν ἐσώθη ἀπό τούς διῶκτες του. Ὁ πύρινος λόγος του ἐνωχλοῦσε καί οἱ Ἑβραῖοι ἐπλήρωσαν καλά γιά νά τόν θανατώσουν. Ἦτο ὁ μόνος τρόπος γιά νά σωπάση. Ὁ πονηρός Falmerayer, ἔδραξε τήν εὐκαιρίαν καί ἐστήριξε τήν θεωρία του, περί ἐξαφανίσεως τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἐπειδή κάποιοι Ἕλληνες προετίμων νά ὡμίλουν τήν ἀλβανικήν ἀντί τῆς ἑλληνικῆς γιά νά ἔχουν τήν ἐπιείκειαν τῶν Τουρκαλβανῶν.


Συνοψίζοντας λοιπόν ὁ δυστυχής Falmerayer καί στά δύο του ἐπιχειρήματα, δηλαδή περί τῆς ἐρημοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος, καί περί τῆς κατοικήσεως τῆς χώρας μας, ἀπό Ἀλβανούς Σλάβους ἤ Σκύθες Σλάβους ἐφάνη ἱστορικά, ἄν μή τι ἄλλο ἀνεπαρκής. Ἐάν ἀναλογιστοῦμε, ὅτι οἱ Πελασγοί Ἰλλυριοί καί οἱ Πελασγοί Νότιοι Ἀλβανοί οὐδεμίαν συγγένειαν ἔχουν μέ τούς Σκύθας καί τούς Σλαβοβουλγάρους, τότε ὁ Falmerayer ἐκτός ἀπό γραφικός καθίσταται καί πολύ ἐπικίνδυνος παραχαράκτης.


Πλαστογραφία Falmerayer – Κατάρευσις Θεωρίας


Ἡ προπαγάνδα ὅμως τοῦ Falmerayer δέν ἄργησε νά ἀποκαλυφθῆ. Ὁ ἔφορος τῶν ἀθηναϊκῶν ἀρχαιοτήτων, Κυριάκος Πιττάκης τό 1838 δημοσιεύοντας ἐν τῇ «Ἀρχαιολογικῇ Ἐφημερίδι» ὑπό τήν ἐπιγραφήν «Ὕλη ἵνα χρησιμεύση πρός ἀπόδειξιν, ὅτι οἱ νῦν κατοικοῦντες τήν Ἑλλάδα εἰσίν ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων», κατήγγειλε στήν Ἑλληνικήν Ἀρχαιολογικήν Ἑταιρείαν, ὅτι ὁ πολυγραφώτατος Falmerayer εἶχε πλαστογραφήσει ἀθηναϊκά χειρόγραφα, τά λεγόμενα «Ἀναργύρεια ἀποσπάσματα». Ἐν προκειμένῳ ὁ Γερμανός ἱστορικός, διά νά πετύχη τήν ἐρημοποίησιν τῆς Ἀττικῆς, δέν ἐδίστασε νά παραχαράξη, πρῶτον τά ἔτη ἐρημοποιήσεως τῶν Ἀθηνῶν ἀπό τρία (3) σέ τετρακόσια (400), δεύτερον τήν καθομιλουμένη γλῶσσα ἀπό βυζαντινή σέ βαρβαρική καί τρίτον τήν ἑπτακοσαετή εἰρηνική περίοδο σέ φρικώδεις θηριωδίες Σλάβων καί λοιπῶν κλεφτῶν[12]. Τήν πλαστογραφία ἐπεβεβαίωσαν οἱ συμπατριῶτες του, Albert Thump, Sconwalder, C.Hopf, F. Gregorovius, καθώς ἐπίσης καί ὁ Σπύρος Λάμπρος εἷς ἐκ τῶν σημαντικωτέρων ἱστορικῶν μας, τοῦ 19ου αἰώνος.Τό 1879, ὁ καθηγητής, φιλόλογος Κουπιτώρης, ἀπεκάλυψε στό ἔργο τοῦ Falmerayer, τήν παραχάραξιν ἑνός χωρίου τοῦ Χαλκοκονδύλη, πού καθιστοῦσε πλέον τόν Falmerayer ἐντελῶς ἀναξιόπιστο. Ἡ σκευωρία κατέρρευσε !!


Οἱ λόγοι, πού ὡδήγησαν τόν πλαστογράφο Falmerayer νά συγγράψη τόν λίβελλον κατά τῆς Ἑλλάδος, δέν ἔμειναν γιά πολύ ἀκόμα ἄγνωστοι. Ὅταν, μετά τόν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμο, ἔγινε ἄρσις τῆς μυστικότητος τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων, τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Βιέννης, ἀπεκαλύφθη ὅτι ὁ Ρῶσσος στρατηγός Ὄστερμαν Τολστόϊ, ἐπιτετραμένος τῆς ρωσσικῆς κυβερνήσεως, συνώδευσε τόν Falmerayer σ΄ἕνα ἀπό τά ἐν Ἑλλάδι ταξεῖδια του[13].


Ὁ Falmerayer λοιπόν ὑπηρετοῦσε τούς σκοπούς τοῦ ρωσσικοῦ ἐπεκτατισμοῦ εἰς τό Αἰγαῖο διά πανσλαβοποίησιν τῆς Βαλκανικῆς καί ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τῶν Ρώσσων, ὡς Σλάβοι πού εἶναι, ἀμέσου ἐπεμβάσεως στά Βαλκάνια. Ὕστερα, ὁ Στάλιν σέ συνεργασία μέ τόν γενικόν γραμματέα τοῦ Κομμουνιστικοῦ κόμματος τῆς Γιουγκοσλαβίας, Τίτο ἐπενόησαν τό γνωστό κόλπο, μετονομάζοντας τήν περιοχήν ἀπό Βαρντάρσκα εἰς Μακεδονίαν, ὑποστηρίζοντας συνάμα ὅτι δέν εἶναι Ἕλληνες οἱ Μακεδόνες, ἀλλά Σλάβοι. Τοὔλάχιστον, ἀφοῦ δέν ἐπέτυχον τήν σλαβοποίησιν ὅλης τῆς Ἑλλάδος, νά πετύχουν μόνο τῆς Μακεδονίας πού τούς ἐπιτρέπει τήν πολυπόθητον ἔξοδον εἰς τό Αἰγαῖον.


Τό γαϊτανάκι τώρα, μετά την Γερμανία καί τήν Ρωσσία, σέρνει ἡ Ἀμερική, διότι δέν εἶναι μόνο τό σύμπλεγμα τῶν Δυτικῶν, ἔναντι τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί ἡ γεωπολιτική μας θέσις, πού ἀποτελεῖ κλειδί διά τήν παγκοσμιοποίησιν, ἀφοῦ τόσο ἡ Ἑλλάς εὑρίσκεται εἰς τό κέντρο τοῦ κόσμου ἑνώνοντας τρεῖς Ἠπείρους ὅσο καί οἱ Ἕλληνες πού μέ τό ἀνατρεπτικό καί ριζοσπαστικό τους πνεῦμα άποτελοῦν, κατά Κίσιγκερ, βόμβα εἰς τά θεμέλια τῆς παγκοσμιοποιήσεως.


Σύγχρονοι Ἐπιστημονικαί Ἔρευναι


Αἱ σύγχρονοι ἐπιστημονικαί ἔρευναι, περί τῆς γενετικῆς συστάσεως τῶν Ἑλλήνων καί ἄλλων Εὐρωπαίων ἔρχονται σήμερον νά ἐπιβεβαιώσουν τήν φυλετικήν συνέχειαν τῶν Ἑλλήνων. Συγκεκριμένα, ἑπτά (7) διαφορετικές μεγάλες ἐπιστημονικές ἔρευνες Ἀμερικανῶν καί Εὐρωπαίων ἐρευνητῶν, σέ ἐρευνητικά κέντρα τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Στάντφορτ τῶν Η.Π.Α., τῆς Παβίας τῆς Ἰταλίας, ἀλλά καί σέ ἄλλα πέντε (5) ἐρευνητικά ἐργαστήρια ἀπό τήν Μόσχα ἕως τήν Βαγδάτη, ἀπέδειξαν ὅτι τό DNA τῶν Ἑλλήνων δέν ἔχει ἐπηρεασθῆ ἀπό τούς Σλάβους οὔτε ἀπό τούς Τούρκους ἀλλά ἀντιθέτως μετεδώσαμε τόν γενετικό μας κώδικα καί εἰς τήν ὑπόλοιπον Εὐρώπην. Τά ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης ἐδημοσιεύθησαν εἰς τό ἀμερικανικό περιοδικό «Γενετική τοῦ ἀνθρώπου[14]», ὅπου χαρακτηριστικά ἀναφέρεται ὅτι το 67% τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων ἔχουν παλαιολιθικήν προέλευσιν (50.000 -10.000 χρόνια), τό 10,7% έχουν νεολιθικήν προέλευσιν (10.000 – 3.000 χρόνια) καί το 19,5% διεμορφώθη τα 3.000 πρόσφατα χρόνια. Ἡ θεωρία τοῦ Falmerayer, πού τόσο κακό ἔκανε εἰς τήν Ἑλλάδα, ἐνεταφιάσθη πλήρως μέ μελανά γράμματα εἰς τήν λήθην τῆς ἱστορίας. Δυστυχῶς ὅμως, μερικοί ἐπιτήδειοι, ἀκόμη καί σήμερον, γιά ἰδιοτελεῖς σκοπούς, παραβλέπουν τήν σύγχρονη ἐπιστημονική κοινότητα καί διακηρύσσουν ἀνερυθρίαστα ὅτι, ἐμεῖς οἱ Νεοέλληνες οὐδεμίαν σχέσιν ἔχομε μέ τούς ἀρχαίους Ἕλληνας, δηλώνοντας ἀμετανόητοι ὀπαδοί τοῦ Falmerayer καί ἐξυπηρετῶντας ἀλλότρια συμφέροντα.


Γεώργιος Μέτσος, Στέφανος Γκίκας


Η παρούσα εργασία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ


[1] Α.Α.VASILIEF «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ 324-1453», ἐκδόσεις Πελεκάνος, σελ.222 -224

[2] «Geschichte der Halbinsel Morea Wahrend des Mittelalter» Ι, iii – 11.0iv, ἡ μετάφρασις εἶναι ἀπό τήν ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ «ΗΛΙΟΥ».

[3] Διονύσιος Σουρμελῆς, – «Συνοπτική κατάστασις τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἀπό τῆς ὑποδουλώσεώς της εἰς τούς Ρωμαίους μέχρι τῆς Τουρκοκρατίας» (1852) καί «Ἀττικά ἤ περί δήμων Ἀττικῆς»(1854)

[4] C. Hopf – Οἱ Σλάβοι ἐν Ἑλλάδι

[5] Stjepan Antoljiak – Ἡ ἄφιξις τῶν Σλάβων στήν Βαλκανική χερσόνησο

[6] Νικηφόρος Κωνσταντινουπολίτης, 6.64,65 – Κεδρηνός 796

[7] Ψελλός ὁ Ἄνδριος, Ἀθῆναι 1838 – τυπογραφεῖον Κορομηλᾶ

[8] Theophanes, «Chronographie», ἔκδοσις de Boor, σελ.347, Α.Α.VASILIEF «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ 324-1453», ἐκδόσεις Πελεκάνος, σελ.271.

[9] V.L.Lamansky, «Σλαῦοι στήν Μ. Ἀσία, τήν Ἀφρική καί τήν Ἱσπανία», σελ.3, Ρωσσικά, Α.Α.VASILIEF «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ 324-1453», ἐκδόσεις Πελεκάνος, σελ.271

[10] Κάρολος Χόπφ «Οἱ Σλάβοι ἐν Ἑλλάδι», ἐν Βενετίᾳ 1872, ἀνατυπωθέν ἀπό Ἐκδ. Καραβίας

[11] Περιοδικό ΙΧΩΡ, τ.25, ἄρθρο Βασιλείου Μυσίρη «Οἱ Σλάβοι στήν Ἑλλάδα.»

[12] Κάρολος Χόπφ «Οἱ Σλάβοι ἐν Ἑλλάδι», ἐν Βενετίᾳ 1872, ἀνατυπωθέν ἀπό Ἐκδ. Καραβίας

[13] Κ.Μπίρης «Ἀρβανίτες οἱ Δωριεῖς τοῦ νεωτέρου ἑλληνισμοῦ» ἐκδ. ΜΕΛΙΣΣΑ

[14] Κυριακάτικη Ἀπογευματινή 6ης Νοεμβρίου 2005, περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ τῆς 2 Ἀπριλίου 2005 τεῦχος 266


1988: Άγγιξε το όνειρο στη Γάνδη

 Ο Αυτοκράτορας στις 5 Απριλίου 1988 στη Γάνδη συγκρούστηκε με την πρωταθλήτρια Ευρώπης Τρέισερ με στόχο την πρόκριση στο τελικό του Κυπέλλο...