Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νότια Βουλγαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νότια Βουλγαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Β΄ Βαλκανικός πόλεμος (16 Ιουν-21 Ιουλίου 1913)


Τα Αίτια και οι Αφορμές του Πολέμου

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, διεξήχθηκε από τη Βουλγαρία εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Στην τελευταία φάση του πολέμου επενέβηκαν και η Ρουμανία και Τουρκία. Άρχισε στις 17 Ιουνίου του 1913 και έληξε με ανακωχή στις 17 Ιουλίου 1913 και επίσημα με τη Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου, στις 28 Ιουλίου 1913.



Τα πρώτα νέφη της καταιγίδας του Β’ Βαλκανικού Πολέμου εμφανίστη­καν στον ορίζοντα από τις αρχές ακόμα του πολέμου κατά της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, αμέσως αφού σημειώθηκαν οι πρώτες νίκες κατά του τουρ­κικού Στρατού και το αποτέλεσμα του πολέμου διαγραφόταν ευνοϊκό και γρήγορο, άρχισε να αναπτύσσεται μεταξύ των Συμμάχων το αίσθημα της διχόνοιας και της δυσπιστίας, λόγω της έντονης τάσεως για την κατάληψη περισσότερων εδαφών, κυρίως από την πλευρά της Βουλγαρίας, για την ι­κανοποίηση των εθνικών τους βλέψεων.

Η πρώτη χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της τάσεως σημειώθηκε με­ταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας για το ζήτημα της Θεσσαλονίκης. Ό­πως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο κεφάλαιο, η 7η Βουλγαρική Μεραρ­χία από τη μέση κοιλάδα του Στρυμόνα βρέθηκε στην πεδιάδα των Σερρών και στη συνέχεια, κινήθηκε αστραπιαία, χωρίς καμιά τουρκική αντίδραση, προς τη Θεσσαλονίκη. Την εσπέρα της 26ης Οκτωβρίου έφτασε στην Άσσυρο, ενώ από τις 17.00 της αυτής ημέρας ο Χασάν Ταξίν-πασάς είχε παρα­δοθεί αιχμάλωτος με ολόκληρη τη φρουρά του και ο ελληνικός Στρατός, α­φού κατέλαβε την πόλη με την 7η Ελληνική Μεραρχία, προέλαυνε από τα δυτικά προς τα ανατολικά, βόρεια της Θεσσαλονίκης, για τη σταθεροποίη­ση του νικηφόρου αποτελέσματος.

Παράλληλα, το ελληνικό στρατηγείο, όταν πληροφορήθηκε την προ­σέγγιση των Βουλγάρων, ειδοποίησε εγγράφως το διοικητή της Μεραρχίας τους για την παράδοση των Τούρκων και της πόλεως. Όμως, οι Βούλγαροι, στις 27 Οκτωβρίου, εξακολούθησαν την προώθησή τους και ενώ καθ’όδόν έλαβαν και νέο έγγραφο του Ελληνικού Στρατηγείου, έταξαν το πυροβολι­κό τους και έβαλλαν κατά της Θεσσαλονίκης και των Τούρκων, που είχαν πλέον συνθηκολογήσει.

Σκοπός των Βουλγάρων ήταν να δημιουργήσουν την εντύπωση της από κοινού με τους Έλληνες καταλήψεως της πόλεως, αγνοώντας τις σχε­τικές ειδοποιήσεις και να επιτύχουν συγκυριαρχία. Όμως, η σθεναρή στά­ση της 7η Ελληνικής Μεραρχίας και της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτι­κής ηγεσίας γενικότερα, απέτρεψαν αυτό. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Θεσσαλονίκη αντιπροσώπευε για τους Βουλγάρους την προς τα νότια ο­λοκλήρωση της «Μεγάλης Βουλγαρίας».

Στις 19 Φεβρουάριου 1913 και ενώ διαρκούσε ο πόλεμος με την Τουρ­κία, έλαβε χώρα μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων η συμπλοκή στη Νιγρίτα. Το επεισόδιο διευθετήθηκε, πλην οι συμπλοκές δε σταμάτησαν. Η σπου­δαιότερη συμπλοκή σημειώθηκε από 10-17 Μαΐου στην περιοχή του Παγγαίου, που εξελίχτηκε σε πραγματική μάχη. Όλες αυτές σι συμπλοκές οφείλονταν στην τάση των Βουλγάρων να επεκτείνουν τα κατεχόμενα απ’ αυτούς εδάφη. Κατόπιν της διαλλακτικότητας της Ελληνικής Κυβερνήσεως, συμφωνήθηκε η χάραξη γραμμής διαχωρίσεως μεταξύ των ελληνι­κών και βουλγαρικών στρατευμάτων, η οποία όμως σε αρκετά σημεία δεν εφαρμόστηκε από βουλγαρικής πλευράς. Και εκτός από αυτά, πριν ακόμα υπογράφει η Συνθήκη Ειρήνης με την Τουρκία, οι Βούλγαροι συγκέντρω­ναν στρατεύματα έναντι των Ελλήνων και Σέρβων.

Ανάλογες τάσεις και προστριβές σημειώθηκαν και μεταξύ των Σέρβων και Βουλγάρων. Οι προϋποθέσεις στις οποίες είχε βασιστεί η Σερβοβουλ­γαρική Συνθήκη Φιλίας και Συμμαχίας του 1912, είχαν ριζικά μεταβληθεί. Ειδικότερα, η Σερβία αναγκάστηκε από τις Μ. Δυνάμεις, κατόπιν αξιώσεως της Αυστρίας για ανεξαρτητοποίηση της Αλβανίας, να αποσυρθεί από την Αλβανία και να στερηθεί της διεξόδου της προς την Αδριατική.

Εκτός όμως από αυτό, ενώ η Βουλγαρία είχε την υποχρέωση να συμπράξει με τους Σέρβους στην κοιλάδα του Αξιού κατά των Τούρκων, με δύναμη 100 χιλ. ανδρών, διέθεσε μόνο τη Μεραρχία Θεοδωρώφ και αυτή την ανάστρεψε προς τη Θεσσαλονίκη. Αντίθετα, η Σερβία, χωρίς να έχει υ­ποχρέωση, βοήθησε τη Βουλγαρία με δύναμη 50 χιλ. ανδρών και με τα με­γάλου διαμετρήματος πυροβόλα της για την κατάληψη της Αδριανουπόλεως. Επομένως, οι Σέρβοι αξίωναν τώρα να διατηρήσουν όλα (πλην της Αλβανίας) τα εδάφη που είχαν κατακτήσει, αναθεωρούμενης της Συνθήκης συμμαχίας, πράγμα που οι Βούλγαροι δεν αποδέχονταν.

Τέλος, η τότε βουλγαρική πολιτική, παραγνωρίζοντας το δίκαιο των άλ­λων Συμμάχων και ισχυριζόμενη ότι πρόσφερε τις περισσότερες δυνάμεις και θυσίες στον πόλεμο, αλλά και για λόγους γεωγραφικούς και εθνολογι­κούς, απαιτούσε να περιέλθει σ’ αυτήν ολόκληρη σχεδόν η Μακεδονία. Επρόκειτο για παράλογες αξιώσεις προσαρτήσεως περιοχών, όπως οι περιο­χές Σερρών και Δράμας, με το επιχείρημα της γειτνιάσεως προς τη Βουλ­γαρία. Το ίδιο αξιούσε και για την προσάρτηση του διαμερίσματος της Κα­στοριάς, με το επιχείρημα ότι εθνολογικά ήταν Βουλγαρικό, μολονότι αυ­τό βρίσκεται μακριά της Βουλγαρίας. Για τη Θεσσαλονίκη, λόγω της μεγα­λύτερης συμβολής των Βουλγάρων στον πόλεμο, παραγνώριζε την υπόψη πολιτική τους ακόμα και την αποφασιστική συμβολή του ελληνικού Στόλου στο Αιγαίο, η οποία απέτρεψε μεταφορές των Τούρκων από τη Μ. Ασία προς τη Θράκη – όπου το Βουλγαρικό Θέατρο Επιχειρήσεων.

Συνοψίζοντας, τα αίτια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου ανάγον­ται:

στις διεκδικήσεις των συμμάχων Κρατών του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας, για τη διανομή των απελευθε­ρωμένων από τους Τούρκους εδαφών της Βαλκανικής Χερσονήσου.

στην επεκτατική πολιτική της τότε Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η οποία απέβλεπε στην ενσωμάτωση ολόκληρης σχεδόν της Μακεδονίας, ουσιαστι­κά δηλαδή στην ανασύσταση της «Μεγάλης Βουλγαρίας της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου του 1878», σε βάρος της Ελλάδας και της Σερβίας.

στις επεμβάσεις των Μ. Δυνάμεων, για τη ρύθμιση των σχετικά με τη διανομή διαφορών, ανάλογα με τα απώτερα συμφέροντά τους στο χώρο της Βαλκανικής.

Επίσης, οι αφορμές του Β’ Βαλκανικού Πολέμου αποδίδονται στις προ­κλήσεις, στις προστριβές, στα μεθοριακά επεισόδια και, κυρίως, στις συμ­πλοκές μεταξύ των στρατών των τέως Συμμάχων, οι οποίες άρχισαν, ενώ διαρκούσε ακόμα ο πόλεμος κατά των Τούρκων και συνεχίστηκαν μέχρι την παραμονή του μεταξύ τους πολέμου.

Η Ελληνοσερβική Αμυντική Συμμαχία

Η Ελλάδα και η Σερβία δεν είχαν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ τους. Κοινό πρόβλημά τους ήταν οι παράλογες εδαφικές αξιώσεις της Βουλγα­ρίας σε βάρος τους. Και η αντιμετώπιση του προβλήματος καθιστούσε α­ναγκαίο το συνασπισμό τους εναντίον του ενδεχόμενου κοινού εχθρού. Η αιτία αυτής της συμμαχίας επέβαλε την πρόβλεψη και της τελευταίας λε­πτομέρειας, ώστε τίποτα να μη μείνει ακαθόριστο μεταξύ των νέων Συμμά­χων.

Η αμυντική συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας υπογράφηκε στη Θεσσαλο­νίκη στις 19 Μαΐου 1913. Με τη συνθήκη αυτήν και τη στρατιωτική σύμβα­ση συναπτόταν 1 θετής συμμαχία και καθοριζόταν η συνοριακή γραμμή με­ταξύ των δύο Κρατών, η οποία είναι και η υφιστάμενη σήμερα. Χαρακτηρι­στικό της συμμαχίας ήταν ότι έπρεπε να αποφευχθεί ο πόλεμος προς τη Βουλγαρία. Τα συμβαλλόμενα Κράτη έπρεπε από κοινού να αποκρούσουν κάθε απόπειρα εκ μέρους της Βουλγαρίας. Με βάση τη στρατιωτική σύμβαση, η Ελλάδα έπρεπε να έχει στρατό 90 χιλ. άνδρες μεταξύ Γουμενίτσας – Θεσσαλονίκης – Παγγαίου και το στόλο της έτοιμο στο Αιγαίο για δράση, ενώ η Σερβία στρατό 150 χιλ. άνδρες στις περιοχές Γευγελής – Βελεσσών – Κουμανόβου.

Στρατιωτική Κατάσταση Βουλγάρων

Από τους τρεις αντιπάλους, ο βουλγαρικός Στρατός ήταν ο ι­σχυρότερος. Διέθετε 350 χιλ. πεζούς, 720 πυροβόλα και 5.000 ιππείς. Κάθε μεραρχία του Βουλγαρικού Στρατού διέθετε 3 ταξιαρχίες Πεζικού, κάθε τα­ξιαρχία 2 συντάγματα και κάθε σύνταγμα 4 τάγματα. Συγ­κεντρώθηκε ως εξής:

1η Στρατιά (Στρατηγός Κουντίτσεφ), 2 μεραρχίες, Ταξιαρχία Ιππικού και 120 πυροβόλα, στην περιοχή Βιδινίου – Μπερκοβίτσας, για ενέργεια προς την κοιλάδα Τιμόκ.

2η Στρατιά (Στρατηγός Ιβανώφ), 2 μεραρχίες, 2 συντάγματα Πεζικού, σύντάγμα Ιππικού, 110 πυροβόλα, ιππαστί επί του Στρυμόνα ποτα­μού, από Γευγελή μέχρι την Ελευθερούπολη, για ενέργεια κα­τά του Ελληνικού Στρατού. Η διάταξη της 2ης Στρατιάς είχε ως εξής:

3η Μεραρχία Βαλκανίων: Στρατηγείο στο Κιλκίς, την 3η Ταξιαρχία στα υψώματα Πολυκάστρου (υψ. Καλλινόβου) και τη 2η Ταξιαρχία περί το Κιλκίς (σύνολο 16 τάγματα Πε­ζικού).

Την 1/10 Ταξιαρχία, ύψωμα Γερμανικό (Κλέπε) – Λαχανά (8 τάγματα).

Το 10 Σύνταγμα Ιππικού μεταξύ Γερμανικό – Κιλκίς.

Ταξιαρχία Δράμας, περιοχή Σωχού – Νιγρίτας (8 τάγματα).

Ταξιαρχία Σερρών, βόρεια πλευρά Παγγαίου όρους.

Η 11η Μεραρχία, περιοχή Ελευθερουπόλεως.

Άλλες μονάδες, κατά μήκος ακτών Αιγαίου.

Στρατηγείο 2ης Στρατιάς, στις Σέρρες.

3η Στρατιά (Στρατηγός Δημήτριεφ), 3η,5η μεραρχίες Πεζικού, μεραρχία Ιππικού, 120 πυροβόλα, στην περιοχή Σλίβνιτσας για ενέργεια προς Πιρότ – Νύσσα.

4η Στρατιά (Στρατηγός Κοβάτσεφ), 4 μεραρχίες, σύνταγμα Ιππικού, 230 πυ­ροβόλα, στην περιοχή Κότσανα – Ραδοβίτσα – Στρώμνιτσα.

5η Στρατιά (Στρατηγός Τότσεφ), 3 μεραρχίες, σύνταγμα Ιππικού, 180 πυρο­βόλα, στην περιοχή Κιουστεντήλ.

Από τη συγκέντρωση αυτή φαίνεται ότι οι Βούλγαροι διέθεταν περισ­σότερες από το 1/2 των δυνάμεών τους σε δευτερεύουσες κατευθύνσεις και μακριά από τη Μακεδονία, η οποία ήταν και ο κρίσιμος χώρος των επι­χειρήσεων.

Στρατιωτική Κατάσταση Σέρβων

Ο σέρβικός Στρατός ανερχόταν σε 260 χιλ. πεζούς, 500 πυρο­βόλα και 3.000 ιππείς. Συγκεντρώθηκε ως εξής:

1η Στρατιά (διάδοχος Αλέξανδρος), 4 μεραρχίες, 24 Ίλες, 140 πυροβόλα, στην περιοχή Κουμανόβου.

2η Στρατιά (Στρατηγός Στεπάνοβιτς,), 2 μεραρχίες, 95 πυροβόλα, στην περιοχή Πιρότ.

3η Στρατιά (Στρατηγός Γιάνοβιτς), 3 μεραρχίες, 7 Ίλες, 108 πυροβόλα, στην περιοχή Βελεσσών – Ιστίπ.

Εφεδρεία, μεραρχία Ιππικού και μεραρχία Πεζικού στα Σκόπια, 2 μεραρχίες στα αλβανικά σύνορα.

Από τη συγκέντρωση αυτή φαίνεται ότι οι Σέρβοι διέθεσαν τον όγκο των δυνάμεων τους στο τρίγωνο Εγκρί Παλάγκα – Κρίβολακ – Κουμάνοβο, προς διεκδικούμενες περιοχές και άφησαν τη 2η Στρατιά τους για κάλυψη των παλαιών τους συνόρων.

Στρατιωτική Κατάσταση Ελλήνων

Ο ελληνικός Στρατός ανερχόταν σε 100 χιλ. πεζούς, 1.000 ιπ­πείς και 180 πυροβόλα. Αρχιστράτηγος ήταν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος με επιτελάρχη το Συνταγματάρχη Δούσμανη. Αποτελέστηκε, αρχικά, από 8 με­ραρχίες και την ταξιαρχία Ιππικού, ενώ προς το τέλος του πολέμου συγκροτήθηκε και η 10Η Μεραρχία Πεζικού. Ο Στρατός συγκεντρώθηκε μεταξύ Στρυμόνα και Αξιού, από τα δεξιά προς τα αριστερά, ως εξής:

7η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Σωτήλης), από τις εκβολές του Στρυμόνα μέχρι τη λί­μνη Βόλβης.

1η Μεραρχία (Υποστράτηγος Μανουσογιαννάκης), μεταξύ των λιμνών Βόλβης και Λαγκαδά.

6η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Δελαγραμμάτικας), Λαγυνά – Λιτή – Ασβεστοχώρι.

4η Μεραρχία (Υποστράτηγος Μοσχόπουλος), Μελισοχώρι – Πουρνάρι.

5η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Γεννάδης), Φιλαδέλφια – Μ. Μεσημβρία – Ξηροχώρι.

3η Μεραρχία (Υποστράτηγος Δαμιανός), Αξιοχώρι – Αγιονέρι.

10η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Παρασκευόπουλος), Γουμένιτσα – Αξιούπολη.

2η Μεραρχία (Υποστράτηγος Καλλάρης), εφεδρεία – Θεσσαλονίκη.

Ταξιαρχία Ιππικού (Συνταγματάρχης Ζαχαρόπουλος), Σίνδο.

Κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής συγκεντρώσεως ήταν ότι όλες οι παραπάνω μεραρχίες είχαν απέναντι τους τη διασπαρμένη μεταξύ Αξιού και Στρυμόνα και εκείθεν, κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου, 2η βουλγαρι­κή Στρατιά, η οποία κατά την κρίσιμη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά, δε θα προλά­βει να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της.

Κράτη

Τάγματα

Πεζικό

Ιππικό

Πυροβόλα

Ελλάδα

74

100.000

1.000

180

Σερβία

199

260.000

3.000

500

Σύμμαχοι

273

360.000

4.000

680

Βουλγαρία

316

350.000

5.000

720

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Συγκριτικός Πίνακας Δυνάμεων.

Σχέδια Επιχειρήσεων Βουλγάρων

Το βουλγαρικό Γενικό Στρατηγείο δεν είχε εκπονήσει Σχέδιο Επιχειρήσεων. Ο Αρχιστράτηγος Σαβώφ, υπερτιμώντας τις ικανότητες του στρατού του και κατεχόμενος από τη σκέψη ότι ενδεχόμενη επέμβαση των Μ. Δυνάμεων θα σταματούσε τις επιχειρήσεις, θεώρησε σκόπιμη την τα­χεία και αιφνιδιαστική κατάληψη όσο το δυνατό περισσότερων από τα αμ­φισβητούμενα εδάφη, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό την 4η Στρατιά κατά των Σέρβων και τη 2η Στρατιά κατά των Ελλήνων. Η έλλειψη Σχεδίου Επιχειρήσεων, οι αντιφατικότητες του Γενικού Στρατηγείου και οι διαδοχικές του εντολές προς τη 2η Στρατιά, φαίνονται από τα εξής:

Το Γενικό Στρατηγείο, με την υπ’ αριθ. 23/13-6-1913 διαταγή του, καθόριζε τις θέ­σεις των στρατιών του για προέλαση, με την πιθανότητα ενάρξεως του πολέμου κατά Σερβίας και Ελλάδας. Για τη 2η Στρατιά περιλάμβανε τα εξής: «Η 2η Στρατιά μετά των κυρίων δυνάμεων της να παραταχθεί επί της γραμμής Κιλκίς – υψώματα 605 επί της ο­δού Σερρών – Ξυλοπόλεως (Λιγκοβάνης). Ο διοικητής της στρατιάς να φροντίσει για την εξασφάλιση της δεξιάς πτέρυγας προς τον ποταμό Αξιό. Τα μετόπισθεν αυτής θα εξασφαλισθούν υπό της 4ης Στρατιάς».

Στις 15-6-13, το Γενικό Στρατηγείο διέτασσε τη 2η Στρατιά: «πριν περατώσει τη συγκέντρωσή της να επιτεθεί δια του ενεργητικότερου τρόπου κατά του εχθρού στις Ελευθερές και Ηρακλείτσα. Η 4η Στρατιά θα επιτεθεί αύριο τη νύχτα εναντίον του προ αυτής Σερβικού Στρατού». Κατόπιν της διαταγής αυτής, η 2η Στρατιά κατέλαβε τη νύ­χτα 16/17-6-13 ολόκληρη την ανατολικά τον Στρυμόνα έκταση, ενώ είχαν συμπτυχτεί τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως.

Στις 17-6-13, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε νέες οδηγίες, με τις οποίες η 2η Στρα­τιά, μετά την κατάληψη της Ηρακλείτσας, έπρεπε να συγκεντρωθεί ως η διαταγή υπ’ αρ. 23/13-6-13, με ετοιμότητα επιθέσεως κατά της Θεσσαλονίκης.

Τις πρωινές ώρες της 18ης Ιουνίου 1913, το Γενικό Στρατηγείο διατάσσει τη 2η Στρατιά: «προ της κρίσιμης καταστάσεως της 4ης Στρατιάς έναντι των Σέρβων αναστείλατε πάσαν επιθετικήν επιχείρησιν». και στη συνέχεια: «να εγκατασταθή αμυντικώς προς κάλυψιν των κατευθύνσεων Σερρών-Σιδηροκάστρου και εξασφάλισιν συνδέ­σμου ματά της 4ης Στρατιάς στη Δοϊράνη». Κατόπιν αυτών, ο διοικητής της 2ης Στρα­τιάς αποφάσισε την αμυντική εγκατάσταση των δυνάμεών του στη γενική γραμμή υψώ­ματα Μεταμορφώσεως – Κιλκίς – Ξυλόπολη – Σωχός – Νιγρίτα.

Οι σχετικές διαταγές της αρπακτικής αυτής επιχειρήσεως απευθύνθη­καν μόνον προς τις 4η και 2η Στρατιές, ενώ η παράλειψη ενημερώσεως των λοιπών παραμένει ανεξήγητη. Αποδεικτικό γεγονός της παραλείψεως αυ­τής είναι το ότι ο διοικητής της 5ης Στρατιάς, όταν άκουσε τα πυροβόλα της επιτιθέμενης γειτονικής του 4ης Στρατιάς την 17-6-13, τηλεγράφησε στη Σόφια ζητώντας οδηγίες, επειδή φαινόταν σ’ αυτόν «ανεξήγητη η α­δράνεια της στρατιάς του ενώ συνάδελφοι εμάχοντο».

Σχέδια Επιχειρήσεων Σέρβων

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων του Σερβικού Γενικού Στρατηγείου είχε χαρακτήρα αμυντικό και ήταν προσαρμοσμένο στο πνεύμα της ελληνοσερβικής συμμαχίας και της στρατιωτικής συμβάσεως. Κύρια ιδέα ενέρ­γειας του σχεδίου αυτού ήταν η εξασφάλιση των εδαφών που θα κατα­κτούσαν αρχικά, με την απόκρουση των αρπακτικών ενεργειών των Βουλ­γάρων και, στη συνέχεια, με την ανάληψη γενικής αντεπιθέσεως κατ’ αυ­τών, από κοινού με τους Έλληνες.

Σχέδια Επιχειρήσεων Ελλήνων

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου άφηνε την πρωτοβουλία της Επιθέσεως στους Βουλγάρους, μετά την ο­ποία όμως θα αναλαμβανόταν αμέσως γενική αντεπίθεση εναντίον αυτών.

Ειδικότερα, το Γενικό Στρατηγείο κοινοποιεί στις 24 Μαΐου 1913 Δελ­τίο πληροφοριών προς τις μεραρχίες του, για τις έναντι της ελληνικής δια- τάξεως εχθρικές δυνάμεις και με εμπιστευτικές οδηγίες του καθόριζε ότι: «Η καλυτέρα ενέργεια του ελληνικού Στρατού θα ήταν η ταχεία ανάληψη της επιθέσεως και η διεύθυνση του όγκου των δυνάμεων είτε κατά της δε­ξιάς, είτε κατά της αριστερής πτέρυγας του εχθρού. Επειδή όμως για λό­γους πολιτικούς τούτο δεν είναι δυνατόν, εάν οι Βούλγαροι αρχίσουν πρώτοι την επίθεσή τους, αυτή θα αντιμετωπισθεί με αντεπιθέσεις καθ’ ε­νός των πλευρών τούτων». Πράγματι, οι Βούλγαροι θα αρχίσουν τη νύχτα της 16/17 Ιουνίου 1913 πρώτοι την επίθεση. Κατόπιν αυτού, από τις 19 Ιουνίου, ο Ελληνικός Στρατός θα αντιδράσει με το εξής Σχέδιο Επιθετικών Επιχειρήσεων:

Η 7η Μεραρχία, θα προελάσει προς τη Νιγρίτα και εκείθεν, αν κρινόταν υπ’ αυτής α­ναγκαίο, προς τη γέφυρα Στρυμωνικού, του Στρυμόνα ποταμού.

Η 1η Μεραρχία, προς Όσα – Νικόπολη και εκείθεν προς τη γραμμή Λαχανά – Ξυλόπολη.

Η 6η Μεραρχία, από Λιτή προς Άσσυρο – υψ. Γερμανικό.

Η 2η Μεραρχία, από Μελισσοχώρι δια Μονολόφου προς υψώματα ανατολικά της ποταμιάς.

Η 4η Μεραρχία, από Μονολόφου δια Γαλλικού – Κολχίδας προς υψώματα μεταξύ Πο­ταμιά – Κρηστώνη.

Η 5η Μεραρχία, από Ν. Φιλαδέλφεια – ανατολικά Πικρολίμνης – ύψ. 250 προς Κιλκίς.

Η 3η Μεραρχία, από υψ. 205 (βόρεια Βαθυλάκου) δια Γυναικοκάστρου προς Κιλκίς.

Η 10η Μεραρχία από Πολύκαστρο προς ύψ. Μεταμορφώσεως.

Η Ταξιαρχία Ιππικού από Χερσοτόπι προς Άγιο Γεώργιο, συνδέουσα ΙΙΙη και Χη ΜΠ.

Γενικό Στρατηγείο, θέση στο Μελισσοχώρι.

Επομένως αμφότεροι οι Σύμμαχοι, Σέρβοι και Έλληνες, αναγκάζονται λόγω της ακολουθούμενης αμυντικής πολιτικής να παραβλέψουν το στρατιωτι­κό συμφέρον, δηλαδή την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων, την επικαιρότητα των ενεργειών και τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου.

Τα Θέατρα Επιχειρήσεων

Το Θέατρο του Β’ Βαλκανικού πολέμου, περί το τέλος του πολέ­μου, είχε την εξής γεωγραφική περίμετρο: Αξιός-Μοράβας-παραδουνάβιος περιοχή Δουβρουτσάς-Τσατάλτζα-Παγγαίο όρος-περιοχή Θεσσαλονίκης.

Τα Θέατρα Επιχειρήσεων, που είχαν δημιουργηθεί, κάλυπταν τις ακόλουθες περιοχές:

το Ελληνοβουλγαρικό από τον Αξιό μέχρι την κοιλάδα του Νέστου ποταμού.

το Σερβοβουλγαρικό, από τη Γευ­γελή και προς τα βόρεια κατά μήκος της κοιλάδας του Αξιού μέχρι την πα­λαιό σερβοβουλγαρική μεθόριο.

το Ρουμανοβουλγαρικό, εκτεινόμε­νο στην παραδουνάβιο επαρχία της Δουβρουτσάς. Και τέταρτο, το Τουρκοβουλγαρικό, εκτεινόμενο στην Ανατολική Θράκη.

Γενικό χαρακτηριστικό των κύριων Θεάτρων Επιχειρήσεων (Ελληνοβουλγαρικό και Σερβοβουλγαρικό) είναι το ορεινό του εδάφους και η έλ­λειψη επαρκών συγκοινωνιών.

 Έναρξη του Πολέμου

Τη νύχτα της 16/17 Ιουνίου 1913, κατόπιν διαταγών του βουλγαρι­κού Γενικού Στρατηγείου, η 2η και 4η Στρατιές επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά των ελληνικών και σερβικών προκαλυπτικών τμημάτων στις περιοχές του Παγγαίου όρους και του Ιστίπ, χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου. Αυτό αποτέλεσε την τελευταία και κύρια αφορμή του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Τα παραπάνω τμήματα συμπτύχτηκαν χωρίς να προβάλουν αντίσταση ενώ, οι Σύμμαχοι, Έλληνες και Σέρβοι, από την επόμενη ανέλαβαν αντεπί­θεση.

Ελληνοβουλγαρικές Επιχειρήσεις Ιουνίου 1913

(Μάχες Κιλκίς – Λαχανά, Δοϊράνης, Κωστουρίνου, Σιδηροκάστρου, Προώ­θηση Ελληνικού Στρατού μέχρι την κοιλάδα Στρώμνιτσα).

Εκκαθάριση Θεσσαλονίκης. Στις 1500 της 17ης Ιουνίου δυνάμεις της 2η Μεραρχίας κύκλωσαν τις ευρισκόμενες στη Θεσσαλονίκη βουλγαρι­κές δυνάμεις (2 τάγματα) και έταξαν προθεσμία παραδόσεως τους μιας ώ­ρας. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας, άρχισε η διά των όπλων εκκαθάρι­ση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 0800 της 18ης Ιουνίου. Αιχμαλωτίστηκαν 19 αξιωματικοί, 1260 οπλίτες και 80 κομιτατζήδες. Στη συνέχεια η 2η Μεραρχία προωθήθηκε στην περιοχή Λιτή -Μελισσοχώρι.

Μάχη Κιλκίς – Λαχανά (19-21 Ιουνίου). Από τις 19 Ιουνίου άρχισαν οι ε­πιθετικές επιχειρήσεις του ελληνικού Στρατού προς τα βόρεια με 5 μεραρ­χίες (10η, 3η, 5η, 4η, 2η) και την Ταξιαρχία Ιππικού προς το Κιλκίς και δυτικότερα, και με 3 μεραρχίες (6η, 1η, 7η) προς Λαχανά – Νιγρίτα. Μετά από ορμητικές ε­πιθέσεις κατορθώθηκε η κατάληψη των ισχυρών τοποθεσιών Κιλκίς και Λα­χανά στις 21 Ιουνίου. Στις 19 Ιουνίου, μετά από σκληρό και αιματηρό αγώνα, οι ελληνικές μεραρχίες κα­τέλαβαν ολόκληρη την τοποθεσία των βουλγαρικών Προφυλακών, 3-6 χιλιόμετρα προ του Κιλκίς – Λαχανά. Στις 20 Ιουνίου, συνεχίζουν και λαμβάνουν στενή επαφή με την κύρια τοποθεσία άμυνας Κιλκίς – Λαχανά, με σοβαρές απώλειες, λόγω του αναπεπτα­μένου του εδάφους μπροστά από την κύρια γραμμή αντιστάσεως. Την ίδια ημέρα η 7η Μεραρχία απελευθερώνει τη Νιγρίτα. Τη νύχτα 20/21 Ιουνίου η 2η Μεραρχία κατά του Κιλκίς καταλαμβάνει την πρώτη σειρά των εχθρικών χαρακωμάτων και μέχρι τις 1000 της 21ης Ιουνίου τη δεύτερη και τρίτη σειρά χαρακωμάτων, διασπώντας την εχθρική ά­μυνα. Οι 1η και 6η Μεραρχίες κατά Λαχανά, μετά από συντονισμένη επίθεση στις 1500 της 21ης Ιουνίου διασπούν την εχθρική άμυνα και προωθούνται προς Ευαγγελίστρια – Κε­φαλοχώρι και υψ. 619, έναντι του Στρυμόνα. Ακολούθησε καταδίωξη των Βουλγάρων προς τα βόρεια, οι οποίοι, με την κάλυψη ισχυρών οπισθοφυλακών, υποχωρούσαν προς Δοϊράνη – Στρώμνιτσα – Πέτσοβο και προς Ρούπελ – Κρέσνα. Την καταδίωξη ανέλαβαν προς Δοϊράνη – Στρώμνιτσα οι 4η, 2η, 5η, 3η και 10 Μεραρχίες και η Ταξιαρχία Ιππικού και προς την κοιλάδα του Στρυμόνα οι 1η, 6η και 7η Μεραρχίες, ως Τμήμα Στρατιάς υπό τον Υποστράτηγο Μανουσογιαννάκη.

Τις επόμενες ημέρες, ο ελληνικός Στρατός διεξήγαγε τις νικηφόρες μάχες της Δοϊράνης (23 Ιουνίου), του Κωστουρίνου (25 Ιουνίου) και του Σι­δηροκάστρου (26 Ιουνίου). Αφού διάνοιξε με αυτές τις μάχες τις διαβάσεις των ορέων Κερκίνης – Αγγίστρου, προωθήθηκε στην κοιλάδα του Στρώμνιτσα ποταμού και δημιούργησε άμεση απειλή κατά των νώτων και των συγ­κοινωνιών της έναντι των Σέρβων 4ης Βουλγαρικής Στρατιάς.

Σερβοβουλγαρικές Επιχειρήσεις Ιουνίου 1913

(Μάχη Μπρεγκάλνιτσα)

Οι Βούλγαροι, αφού επιτέθηκαν κατά των Σέρβων με την 4η Στρα­τιά, κατέλαβαν μέχρι τη μεσημβρία της 17ης Ιουνίου το Ιστίπ και στη συνέ­χεια απειλούσαν αμέσως το Κριβολάκ. Κατόπιν αυτού, οι Σέρβοι αντέδρασαν με αντεπιθέσεις των 1ης και 3ης Στρατιών τους εντός της ίδιας ημέρας. Ενώ όμως η ενέργεια της 1ης Στρα­τιάς σημείωσε επιτυχία, αντίθετα η 3η Στρατιά όχι μόνο δεν ανακατέλαβε το Ιστίπ, αλλά υποχώρησε και από το Κριβολάκ.

Συνεχίζοντας, οι Σέρβοι, στις 23 Ιουνίου, κατέλαβαν τα Κότσανα. Ό­μως, η 3η Στρατιά τους απέτυχε στις επιθέσεις της. Ενισχυθηκε όμως και κατόπιν της απειλής που δημιουργήθηκε για τους Βουλγάρους από την προέλαση του ελληνικού Στρατού στην κοιλάδα του Στρώμνιτσα ποταμού, κατόρθωσε στις 26 Ιουνίου να προελάσει προς τα ανατολικά. Η 4η Βουλγα­ρική Στρατιά εξαναγκάστηκε σε υποχώρηση, και στις 2 Ιουλίου εγκαταστά­θηκε στην ορεινή τοποθεσία Ρούγεν – Τσάρεβο Σέλο. Παράλληλα οι Σέρβοι κατεύθυναν μέρος των δυνάμεών τους προς τα βόρεια, όπου οι Βούλγαροι εκτόξευσαν αντεπιθέσεις αντιπερισπασμού προς Εγκρί – Παλάγκα.

Ελληνοβουλγαρικές Επιχειρήσεις στη Μέση Κοι­λάδα TOU Στρυμόνα (1 – 11 Ιουλίου – Μάχη στενωπού Κρέσνας).

Από τις αρχές Ιουλίου, ο ελληνικός Στρατός συνέχισε την προέλα­σή του προς τα βόρεια δια 3 παράλληλων φαλάγγων, ως εξής: Η αριστερή φάλαγγα (3η και 10η Μεραρχίες υπό τον Υποστράτηγο Δαμιανό) δια της κοιλάδας του Ζελένιτσα ποταμού προς Πέτσοβο – Τσάρεβο Σέλο. Η κεντρική κύρια φάλαγγα (6η, 4η, 2η, 1η, 5η Μεραρχίες) δια της κοιλάδας του Στρυμόνα ποτα­μού προς Κρέσνα – Τζουμαγιά. Η δεξιά φάλαγγα (7η Μεραρχία) δια Κάτω Νευροκόπι προς Άνω Νευροκόπι – Μαχωμία.

Η προέλαση αυτή οδήγησε στη μάχη της Κρέσνας (8-11 Ιουλίου), κα­τά την οποία η φάλαγγα του κέντρου αντιμετώπισε νικηφόρα οπισθοφυλα­κές της 2ης Βουλγαρικής Στρατιάς και κατέλαβε τη βόρεια έξοδο της στε­νωπού.

Ρουμανική και η Τουρκική Επέμβαση στον Πό­λεμο

Η Ρουμανία, διαβλέποντας τη βέβαιη ήττα της Βουλγαρίας, ζήτησε απ’ αυτήν την παραχώρηση της Δουβρουτσάς. Όμως, συνάντησε την άρνη­σή της και η Ρουμανία κήρυξε στις 27 Ιουνίου τον πόλεμο κατά της Βουλ­γαρίας, και εισέβαλε στο έδαφος της με 5 σώματα στρατού και 2 μεραρχίες Ιππικού. Στις 18 Ιουλίου, ημέρα υπογραφής της ανακωχής, ο ρουμανικός Στρατός είχε φτάσει, χωρίς αντίσταση, 30 χιλιόμετρα από τη Σόφια.

Η Τουρκία, επίσης, ενεργώντας και αυτή σύμφωνα με το πνεύμα της Ρουμανίας, επωφελείται της όλης σε βάρος της Βουλγαρίας καταστάσεως στα πεδία των μαχών και καταλαμβάνει, στις 9 Ιουλίου, την Αδριανούπολη.

Τελευταίες Επιχειρήσεις του Πολέμου.

Ο ελληνικός Στρατός μετά την κατάληψη της στενωπού Κρέσνας συνέχισε την προς τα βόρεια προέλασή του . Οι Βούλγαροι έχουν τώρα εγ­κατασταθεί στη γενική τοποθεσία Τσάρεβο Σέλο – Τζουμαγιά – Αρισβάνιτσα με την πρόθεση να αμυνθούν σ’ αυτή με κάθε θυσία ανακόπτοντας την προέλαση του ελληνικού Στρατού.

Μέχρι τις 14 Ιουλίου, ο ελληνικός Στρατός καταλαμβάνει το Πέτσοβο, το Σιμιτλή, το Άνω Νευροκόπι και το Πριντέλ Χάν και βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα βόρεια της στενωπού του Σιδηροκάστρου, εντός του βουλγαρι­κού εδάφους.

Οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι της αδράνειας των Σέρβων, συγκεν­τρώνουν δυνάμεις και στις 15 Ιουλίου εξαπολύουν αντεπίθεση κατά των δύο άκρων της Ελληνικής διατάξεως, προς Πέτσοβο και Μαχωμία, με επι­δίωξη να απειλήσουν τα νώτα και τις συγκοινωνίες της. Μέχρι της 17 Ιου­λίου διεξήχθηκαν σκληρές και πεισματώδεις μάχες. Στο δεξιό, η βουλγαρι­κή αντεπίθεση κατά της 7η Μεραρχίας αντιμετωπίστηκε ευχερώς. Στο αρι­στερό, αρχικά, οι Βούλγαροι υποχρέωσαν την 3Η Μεραρχία σε σύμπτυξη πε­ριορισμένου βάθους, τελικά όμως, αποκρούστηκαν με μεγάλες σε βάρος τους απώλειες.

Στο μεταξύ στις 26 Ιουνίου, άγημα του ελληνικού Στόλου απελευθέρω­σε την Καβάλα. Την 1η Ιουλίου τμήμα της 7η Μεραρχίας απελευθέρωσε τη Δράμα. Στις 6 Ιουλίου, αποβιβάστηκε στην Καβάλα, προερχόμενη από την Ήπειρο, η 8η Μεραρχία. Μονάδες της κινούνται και απελευθερώνουν στις 12 Ιουλίου την Ξάνθη και το Πόρτο Λάγο και στις 14 Ιουλίου την Κομοτηνή. Στον Έβρο φτάνουν μέχρι το Σουφλί, αφού απελευθερώθηκε και η Αλεξαν­δρούπολη από το Στόλο.

Ανακωχή και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου.

Στις 18 Ιουλίου 1913, μετά από αίτημα της Βουλγαρίας, υπογράφηκε ανακωχή μεταξύ των εμπολέμων. Τέλος, στις 28 Ιουλίου, υπογράφηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, θέτοντας και επίσημα τέρμα στο Β’ Βαλκανι­κό Πόλεμο. Από ελληνικής πλευράς παραβρέθηκε ο Πρωθυπουργός Ελευ­θέριος Βενιζέλος.

Με τη συνθήκη αυτήν, αναθεωρήθηκαν οι όροι της Συνθήκης του Λον­δίνου, της 17ης Μαΐου 1913, σε βάρος της ηττημένης Βουλγαρίας. Η τε­λευταία υποχρεώθηκε να εκχωρήσει στη Ρουμανία τη Δουβρουτσά, στην Τουρκία να επιστρέφει την Αδριανούπολη και τις Σαράντα Εκκλησίες και στη Σερβία να αποδεχτεί τις συνοριακές της απαιτήσεις. Τέλος, καθορίστη­κε όπως τα σύνορα Ελλάδας και Βουλγαρίας ακολουθήσουν την κορυφο­γραμμή όρος Κερκίνη – όρος Άγκιστρο – Τσολιάς – ύψ Περίβλεπτο – κάτω ρους Νέστου ποταμού.

Απώλειες και τα Λάφυρα του Ελληνικού Στρα­τού κατά τον Α’ και Β’ Βαλκανικό Πόλεμο.

Οι απώλειες του ελληνικού Στρατού στους δύο Βαλκανικούς Πολέ­μους έφτασαν τις 50.535 άνδρες, κατανεμόμενες ως εξής:

Α’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 139, οπλίτες 1.688. Τραυματίες, αξιωματικοί 261, οπλίτες 9.034, παγόπληκτοι (κυρίως στο μέ­τωπο Ηπείρου) 58Q.

Β’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 196, οπλίτες 2.397. Τραυματίες αξιωματικοί 429, οπλίτες 18.872.

Εξάλλου, από τον Ελληνικό Στρατό κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο πιάστηκαν 69.189 αιχμάλωτοι, από τους οποίους 1.501 αξιωματικοί. Επίσης, τα λάφυρα του έφτασαν τα 325 πυροβόλα, 81 πολυβόλα, 100.000 τυφέκια και παντοειδές υλικό. Κατά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, πιάστηκαν 5.330 αιχμάλωτοι και τα λάφυρα του ήταν 84 πυροβόλα, 9 πολυβόλα, 17.900 τυφέκια και άφθονο πολεμικό υλικό, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΙΣ/ΓΕΣ.

Διαπιστώσεις και Συμπεράσματα

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος προκλήθηκε από τη Βουλγαρία, με σκο­πό να αποσπάσει από τους αντιπάλους της, Έλληνες και Σέρβους, τα πε­ρισσότερα και ζωτικότερα εδαφικά τους κέρδη από τον Α’ Βαλκανικό Πόλε­μο. Επρόκειτο για μια ατυχή πολιτική της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η ο­ποία παρέβλεπε τα δίκαια συμφέροντα των πρώην Συμμάχων της και υποτιμούσε τη μαχητική ισχύ των στρατών τους.

Οι Βούλγαροι άρχισαν πρώτοι την επίθεση. Όταν όμως βρέθηκαν προ δύο αποφασιστικών αντιπάλων, οι οποίοι ανέλαβαν αμέσως αντεπίθε­ση, τότε το Γενικό Στρατηγείο τους διέταξε αναστολή των επιχειρήσεων. Η κατάσταση που επικρατούσε σ’ αυτό ήταν χαώδης. Αν και είχε την πρωτο­βουλία της επιθέσεως, δεν γνώριζε τι να πράξει[1]. Επομένως, ο πόλεμος αυτός δεν εκτιμήθηκε καλά σ’ όλες τις διαστάσεις του, ούτε προπαρασκευάστηκε με την πρέπουσα σοβαρότητα από βουλγαρικής πλευράς. Τα βασικά αυτά σφάλματα ήταν αδύνατο να θεραπευθούν κατά την εξέλιξη των επιχειρήσεων και, καθώς ήταν επόμενο, οδήγησαν τη Βουλγαρία στην ήττα.

Η αμυντική συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας, της 19ης Μαΐου 1913, για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής απειλής, δε στάθηκε ικανή να απο­τρέψει τον πόλεμο. Όμως, συνέβαλε στην άμεση και στην από κοινού αντι­μετώπιση της βουλγαρικής επιθέσεως. Η έλλειψη εξάλλου διασυμμαχικού ελληνοσερβικού στρατηγείου κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων οδήγησε σε ορισμένες ασυντόνιστες ενέργειες, κυρίως στις περιοχές του Στρώμνιτσα ποταμού και βόρεια απ’ αυτόν, όπου η σχετική αδράνεια των Σέρβων ε­πέτρεψε στους Βουλγάρους να στρέψουν εναντίον του ελληνικού Στρα­τού σημαντικές δυνάμεις και να καταστήσουν το έργο του δυσχερές.

Το ηθικό και το αγωνιστικό πνεύμα του ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 υπήρξε εξαίρετο από κάθε πλευ­ρά. Χάρη σ’ αυτά και στον απαράμιλλο πατριωτισμό του, αλλά και στον πό­θο του για την απελευθέρωση σκλαβωμένων αδελφών[2] αντιμετώπισε, με μεγάλες θυσίες αίματος, πεισματώδεις αντιπάλους και υπερνίκησε στερή­σεις, κακουχίες και αφάνταστες δυσχέρειες. Με αυτό τον πολυζήλευτο στρατό και την άξια πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του, η Ελλάδα μετέφε­ρε τα σύνορά της από τη Θεσσαλία και την Άρτα στο Νέστο, προσαρτώντας τις περιοχές της Μακεδονίας, της Ηπείρου και τα νησιά του Αιγαίου.

Τέλος, κορυφαία μάχη του Ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανι­κούς Πολέμους 1912-1913 ήταν εκείνη του Κιλκίς – Λαχανά, κατά την ο­ποία σημειώθηκε η αποθέωση της ορμής και της αυτοθυσίας αξιωματικών και οπλιτών του. πηγη θεματα στρατιοτικης ιστοριας


ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ Ο ΗΡΩΑΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΟΥ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ

«Τέτοιοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων!» (Βασιλιάς Κωνσταντίνος ΙΒ')



Ο Ιωάννης Βελισσαρίου (Πλοέστι Ρουμανίας, 26 Νοεμβρίου 1861 - Κρέσνα, 12 Ιουλίου 1913) ήταν αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων.


Διακρίθηκε ιδιαίτερα στη Μάχη του Μπιζανίου, όπου η ελληνική νίκη οφείλεται στην αποφασιστικότητά του, η οποία εξανάγκασε τον Οθωμανικό Στρατό να παραδοθεί άνευ όρων. Ο Βελισσαρίου αναδείχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της στρατιωτικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας. Σκοτώθηκε στη Μάχη της Κρέσνας τις τελευταίες ημέρες του Β' Βαλκανικού Πολέμου. 


Bρισκόμαστε στην εξιστόρηση των τελευταίων φάσεων του αγώνα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, 19-21 Φεβρουαρίου 1913. Σύμφωνα με το σχέδιο των επιχειρήσεων, η κύρια ενέργεια θα εκδηλωνόταν από τα δυτικά, με σκοπό την υπερκέραση του Μπιζανίου, ενώ ταυτόχρονα από το κέντρο και τα ανατολικά θα εκδηλωνόταν παραπλανητική επίθεση. Το σχέδιο εκτελέστηκε άψογα και στις 20 Φεβρουαρίου το Μπιζάνι είχε περικυκλωθεί. Ο αντικειμενικός σκοπός των επιχειρήσεων στα δυτικά ήταν η κατάληψη της περιοχής μέχρι τη Ραψίστα (Πεδινή) και η παύση του πυρός το μεσημέρι της 20ής Φεβρουαρίου. Η διαταγή που στάλθηκε προς τον Βελισσαρίου να εγκαταστήσει προφυλακές μέχρι εκεί (Ραψίστα) ευτυχώς δεν έφθασε ποτέ, γιατί η Διοίκηση της Φάλαγγας δεν μπορούσε να φανταστεί την ταχύτητα προέλασης του Βελισσαρίου. Τις απογευματινές ώρες ο Βελισαρίου, διαπιστώνοντας ότι οι τουρκικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να αντισταθούν, και ευρισκόμενος σε απόσταση αναπνοής από τα Γιάννενα, αποφάσισε να αψηφήσει τις διαταγές και να προελάσει, έτσι ώστε να αποκόψει την επικοινωνία Ιωαννίνων-Μπιζανίου. Με αφάνταστο ηρωισμό και άκρατο ενθουσιασμό, παρά το αντίξοο των συνθηκών, καθώς οι συνεχείς βροχοπτώσεις είχαν μετατρέψει το έδαφος σε βούρκο, οι άντρες του Βελισσαρίου, συνεπικουρούμενοι από το τάγμα Ιατρίδη, πέρασαν ανάμεσα από τρία τουρκικά οχυρά και κατέλαβαν το χωριό Άγιος Ιωάννης (Ανατολή). Τα δύο τάγματα εγκατέστησαν αμέσως προφυλακές και έκοψαν τα τηλεφωνικά και τηλεγραφικά καλώδια, διακόπτοντας την επικοινωνία των Ιωαννίνων με το Μπιζάνι. Την υπόλοιπη νύχτα οι άνδρες των δύο ταγμάτων αιχμαλώτισαν 37 αξιωματικούς και 935 (!) οπλίτες του τουρκικού στρατού που υποχωρούσαν, χωρίς να γνωρίζουν τη διείσδυση των Ευζώνων του Βελισσαρίου και του Ιατρίδη. Η είδηση της εισόδου των ελληνικών στρατευμάτων στον κάμπο των Ιωαννίνων έφθασε γρήγορα στο τουρκικό στρατηγείο. Η παράτολμη ενέργεια των Βελισσαρίου και Ιατρίδη έκανε τους Τούρκους να πιστέψουν πως έξω από τα Ιωάννινα είχε συγκεντρωθεί μεγάλη ελληνική δύναμη και άρα κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. «Ο κύβος για την πτώση των Ιωαννίνων είχε πλέον ριφθεί…»


Στις 11 το βράδυ, αντιπροσωπεία από τον επίσκοπο Δωδώνης και τους Τούρκους υπολοχαγό Ρεούφ και ανθυπολοχαγό Ταλαάτ, πήγε στο στρατόπεδο του 9ου Τάγματος Ευζώνων, μεταφέροντας επιστολή των ευρωπαίων προξένων και του διοικητή των Ιωαννίνων Εσάτ πασά, για παράδοση της πόλης.

Ο ίδιος ο Βελισσαρίου είχε τη χαρά και την τιμή να οδηγήσει την αντιπροσωπεία στο χάνι Εμίν Αγά, όπου ήταν η έδρα του ελληνικού στρατηγείου και στον διάδοχο Κωνσταντίνο. Ο διάδοχος, βλέποντας την επιτροπή των Τούρκων και το ύφος τους, κατάλαβε τι είχε συμβεί. Τα Γιάννενα είχαν πέσει από την ηρωική και παράτολμη ενέργεια του Βελισσαρίου. «Βελισσαρίου, είσαι άξιος ραπίσματος, που παρήκουσες τις εντολές της Διοίκησης, αλλά και φιλήματος. Εγώ αρκούμαι εις το φίλημα», του είπε και τον ασπάστηκε συγκινημένος. Η τύχη, ως γνωστόν, βοηθά τους τολμηρούς και στην προκειμένη περίπτωση δόξασε τον Βελισσαρίου και τον έκανε πρωταθλητή της απελευθέρωσης  των Ιωαννίνων!


Μερικούς μήνες αργότερα, λίγο πριν από τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, ο Βελισσαρίου θα συναντήσει τον αιχμάλωτο τούρκο φρούραρχο των Ιωαννίνων Βεχήπ μπέη σε μία έπαυλη στην Κηφισιά. «Μου έκαμε μεγάλη εντύπωση η γενναιότητά σας», είπε ο τούρκος στρατηγός σε άψογα ελληνικά. «Θα μπορούσατε όμως να είχατε φονευθεί ή και αιχμαλωτιστεί με το παράτολμο εκείνο εγχείρημά σας, να εισχωρήσετε πίσω από τις γραμμές του τουρκικού στρατού». Και η απάντηση του Βελισαρίου: «Να φονευθώ ναι, αλλά να αιχμαλωτισθώ όχι, αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ».


Η μοίρα βέβαια, που φαίνεται ότι οδηγούσε τα βήματα του Βελισσαρίου, «συναίνεσε» ώστε και το τέλος του να είναι αντάξιο όλων των πράξεων της ζωής του: να πεθάνει δηλαδή όρθιος στο πεδίο της μάχης. Μετά το Μπιζάνι, ακολουθώντας τα ιδανικά και τις αξίες που τον γαλούχησαν, βρέθηκε στο μέτωπο της Μακεδονίας, εναντίον αυτή τη φορά των βουλγαρικών στρατευμάτων. Οι νίκες στα υψώματα Κιλκίς-Λαχανά, στο Μπέλες, στη Τζουμαγιά, εγγράφονται στις ηρωικές προσπάθειες του πάντοτε «στρατιώτη» και στην υπηρεσία της πατρίδας Βελισσαρίου. Έτσι λοιπόν, στη νέα αυτή φάση των αγώνων του έθνους, μαχόμενος αδιάκοπα από τις 19 Ιουνίου μέχρι τις 12 Ιουλίου, βρίσκεται πριν από τα στενά της Κρέσνας. Κατά τη διάρκεια της μάχης για την κατάληψη του υψώματος 1378, στο οποίο είχαν εγκατασταθεί αμυντικά οι βουλγαρικές δυνάμεις, ο Βελισσαρίου και οι άνδρες του αντιμετώπισαν ισχυρή αντίσταση, ενώ οι απώλειες των ελληνικών δυνάμεων ήταν μεγάλες. Στην πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης (και αφού προηγουμένως είχε πολεμήσει με πέτρες και βράχους τους Βουλγάρους, λόγω έλλειψης πυρομαχικών) ο Βελισσαρίου σηκώθηκε όρθιος και κραδαίνοντας το περίστροφό του φώναξε, ώστε να ακουστεί από όλους: «Όποιος θέλει την νίκη ή αλλιώς τον θάνατο ας με ακολουθήσει». Πρώτος ο ταγματάρχης άρχισε να τρέχει προς τον εχθρό. Πίσω του, συνεπαρμένοι από τον ηρωισμό του διοικητή τους, όρμησαν οι Εύζωνοί του. Το καταιγιστικό πυρ των εχθρικών πολυβόλων προκάλεσε μεγάλες απώλειες στο τάγμα, το οποίο όμως συνέχιζε να πολεμά. Κάποια στιγμή ο ταγματάρχης Βελισσαρίου τραυματισμένος έπεσε στο έδαφος. 

Εκεί τον βρήκε το τέλος στις 12 Ιουλίου 1913, όρθιο στο «ύψωμα 1378» με το περίστροφο στο χέρι. Μια βολίδα τρύπησε τον πνεύμονά του αφήνοντάς τον ημιθανή. Το τέλος του ηρωικού ταγματάρχη ήρθε μερικές ώρες αργότερα. Πριν «φύγει» είχε το θάρρος και τη δύναμη να ρωτήσει: «Πώς πάνε τα παιδιά πάνω;» Μείνετε ήσυχος», απαντά ο γιατρός, «θα σας εκδικηθούν εκείνοι». «Ω, το πιστεύω θα νικήσετε, θα φθάσετε στη Σόφια. Τι κρίμα να μην είμαι και εγώ κοντά σας όπως και στα Γιάννενα!». Ξεψύχησε με τις λέξεις: «Και όπως είπαμε παιδιά μου. Στη Σόφια, στην Πόλη!» Την επομένη θάφτηκε  δίπλα από τον τάφο του Γεωργίου Κολοκοτρώνη, εγγονού του Γέρου του Μοριά, που είχε πέσει κι αυτός ηρωικά μια μέρα νωρίτερα.


Τα λόγια του Βασιλιά Κωνσταντίνου, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του ηρωικού ταγματάρχη, αποτέλεσαν δάφνινο στεφάνι στο μέτωπο του Βελισσαρίου: «Τέτοιοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων!».

Ο Κωνσταντίνος και οι στρατιώτες.

 Ο Στρατηλάτης Κωνσταντίνος ήταν εξαιρετικά προσηνής προς τους στρατιώτες, αλλά σκληρός προς τους αξιωματικούς που έκαναν κατάχρηση του αξιώματός τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση μιας σχεδόν 10ωρης πορείας στρατιωτικών μας μονάδων, που τις συνόδευε ο Στρατηλάτης και που είχαν «κορακιάσει» από την δίψα, χωρίς να συναντήσουν έστω και μια πηγή για να ξεδιψάσουν. Τα μεσάνυχτα βρέθηκε μια βρυσούλα στην πλαγιά του βουνού, που ωστόσο έσταζε ελάχιστα, με συνέπεια να δημιουργηθεί τεράστια ουρά. Ο Κωνσταντίνος σήκωσε τον γιακά του μανδύα του και πλησίασε στο σκοτάδι την πηγή, για να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν ομαλά. Και έγινε έξω φρενών, όταν άκουσε έναν επιλοχία φορτωμένο παγούρια να φωνάζει άγρια στους στρατιώτες:

«Τραβηχτείτε από εκεί, ρε γαϊδούρια!».



Ολοι παραμέρισαν αλλά ένας πανύψηλος εύζωνας ρώτησε:

«Γιατί, κυρ-επιλοχία; Ιδώ έχουμι σειρά, δεν το βλέπ΄ς;».«Ισα ρε, κάνε στην μπάντα. Τα παγούρια είναι του λοχαγού. Ποιος σας λογαριάζει εσάς;».«Εγώ!» ακούστηκε σαν κεραυνός μια βροντερή και οργισμένη φωνή. Ηταν ο Στρατηλάτης που πλησίασε, άδραξε τον επιλοχία από τους ώμους και τον ταρακούνησε!

«Όπως άκουσες επιλοχία! Μπορεί άλλοι να μην λογαριάζουν τους στρατιώτες μου, αλλά τους λογαριάζω εγώ! Ποιος είναι ο λοχαγός σου; Τσακίσου να του πεις να έρθει γρήγορα εδώ!».

Ο επιλοχίας χαιρέτισε και έφυγε τρέχοντας, ενώ οι στρατιώτες κοίταζαν τον Κωνσταντίνο με ανοικτό το στόμα! Ο Στρατηλάτης τους χαμογέλασε:

«Γεμίστε τα παγούρια σας με την σειρά. Δεν θα σας ενοχλήσει κανένας άλλος».

Μερικές στιγμές αργότερα έστεκε κλαρίνο μπροστά του ο λοχαγός.

«Θα ήθελα να μάθω, αν εσύ έστειλες τον επιλοχία για νερό», ρώτησε αυστηρά ο Στρατηλάτης.

«Μάλιστα, Μεγαλειότατε». Αλλά δεν ήξερα ότι…».

«Και πόσα παγούρια έχεις, κύριε λοχαγέ;».

Ο άλλος κόμπιασε, ξεροκατάπιες, αλλά όφειλε να απαντήσει:

«Εντεκα, Μεγαλειότατε».

Ο Κωνσταντίνος κόντεψε να εκραγεί!

«Εντεκα παγούρια και έχεις το θράσος να το λες; Ξέρεις πόσα έχουν οι στρατιώτες;».

«Ενα…»

«Και εγώ που είμαι Βασιλιάς πόσα έχω, ξέρεις;».

Ο άλλος έσκυψε το κεφάλι χωρίς να απαντήσει.

«Με την δική σου λογική, αφού εσύ ο λοχαγός έχεις έντεκα, εγώ θα πρέπει να έχω εκατόν έντεκα, έτσι; Ε, λοιπόν, δεν έχω ούτε ένα και δεν έχω βάλει ούτε μια γουλιά νερό στο στόμα μου!».

Ο λοχαγός είχε γίνει κουρέλι στην κυριολεξία!

«Λοιπόν», βρυχήθηκε ο Κωνσταντίνος, «σε τιμωρώ με 10 ημέρες φυλάκιση, για να μάθεις πως στον πόλεμο που το νερό είναι λιγοστό, πρώτα πίνουν οι στρατιώτες, μετά οι υπαξιωματικοί, ύστερα οι αξιωματικοί και τελευταίος ο Βασιλιάς. Και στο μέλλον θα έχεις μόνο ένα παγούρι!».

Ωστόσο, την επόμενη ημέρα ο Κωνσταντίνος του χάρισε την ποινή και ο αξιωματικός πήρε το μάθημά του για όλη του την ζωή!

9/11 Ιουλίου 1913: Άλωση των στενών της Κρέσνας (Διήγηση του Θωμά - Λοχίας Θωμάς Φαρμάκης, 5ο ΣΠ, 1η Μεραρχία, μυθιστορηματικό πρόσωπο - Απόσπασμα από το βιβλίο "Εμπρός δια της λόγχης - 2ος Βαλκανικός Πόλεμος - Μέρος Β')

Μετά τη φονικότατη μάχη του Λαχανά, η 1η Μεραρχία, με εμπροσθοφυλακή το 5ο Σύνταγμα, κινήθηκε στις 23/6 προς το Σιδηρόκαστρο. Στις 25 Ιουνίου, η μέρα ξεκίνησε με την ανακοίνωση προαγωγών «επ’ ανδραγαθεία». Ανάμεσα στους προαγόμενους ήμουν κι εγώ, που έγινα Λοχίας. Και την ίδια μέρα, η Μεραρχία προέλασε προς το Μπέλες, κάτω από πυκνά πυρά Πυροβολικού. Στις 26 φτάσαμε στο Χατζή Μπεϊλίκ, τη σημερινή Βυρώνεια και στις 26 και 27 Ιουνίου, το Σύνταγμά μας έδωσε μάχες με τους Βουλγάρους κοντά στο χωριό Αετοβούνι. Στις 27, με την ενίσχυση της ΙΙ/2 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού, πήραμε με τη λόγχη τα υψώματα στα ανατολικά του χωριού και τρέψαμε τους Βούλγαρους σε φυγή. Σταθμεύσαμε για λίγο στη Βέτρινα για ξεκούραση, και την επομένη άρχισε η προέλαση της Μεραρχίας προς το Λιβούνοβο, όπου φτάσαμε στις 3 Ιουλίου. Στις 4 Ιουλίου προελάσαμε ως τα υψώματα Σβέτι Βρατς και στις 6 στο Χάνι Μπελίτσας. Στις 7, μαζί με την 2η και την 4η ΜΠ διώξαμε τον εχθρό από το ύψωμα Ροσσελίν. Ήταν η πρώτη φορά μετά τόσες ημέρες που συναντήσαμε ξανά  Βουλγάρους. Αλλά δεν σκόπευαν να πολεμήσουν για πολύ, ήταν οπισθοφυλακές που ήθελαν μόνο να  δώσουν λίγο χρόνο παραπάνω στους δικούς τους, που οργάνωναν την άμυνά τους στα στενά της Κρέσνας. 



Την επομένη, 8 Ιουλίου, η 1η ΜΠ προέλασε ως το χωριό Γενίκιοϊ. Το πήραμε κι αυτό και σταθμεύσαμε για ανασυγκρότηση στα βόρεια του χωριού. Μπροστά μας ήταν η φοβερή Κρέσνα. Η Κρέσνα είναι φαράγγι με εκπληκτική ομορφιά, γεμάτο κέδρα και κωνοφόρα, που από εκεί περνάει ο Στρυμόνας. 


Αυτά, όσον αφορά τη φυσική ομορφιά. Γιατί όσον αφορά τη στρατιωτική σημασία της, είναι ένα φοβερό πέρασμα, μήκους 20 σχεδόν χιλιομέτρων, ανάμεσα στα βουνά Μέλεσι και Όρβηλο, από όπου κατεβαίνει ο Στρυμόνας. Από εκεί περνούσε ο δρόμος από την Ανατολική Μακεδονία προς τη Δυτική Βουλγαρία και τη Τζουμαγιά. Και μετά από εκεί είναι η Σόφια. 


Οι Βούλγαροι, που ήξεραν καλά τη σημασία της Κρέσνας, την είχαν οχυρώσει σε πολλά σημεία και δεν είχαν αφήσει γεφύρι που να μην το ανατινάξουν, στην υποχώρησή τους. Και τα γεφύρια ήταν πολλά, καθώς ο δρόμος άλλοτε ακολουθούσε τη δεξιά και άλλοτε την αριστερή όχθη του ποταμού.  Ο Λόχος του Μηχανικού ήταν συνεχώς σε δουλειά, στήνοντας πρόχειρες γέφυρες και ανοίγοντας δρόμους για να περάσει το Πυροβολικό.


Αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Χωρίς πυροβόλα, μόνο με τη λόγχη, ήταν αδύνατο να προχωρήσουμε. Αρκετές απώλειες είχαμε στο Λαγκαδά, όπου η ταχύτητα μετρούσε διπλά και τριπλά. Εδώ, και να χανόταν μια μέρα, άξιζε τον κόπο. Οι Βούλγαροι είχαν ηττηθεί, δεν υπήρχε λόγος ούτε να τρέχουμε σαν τα κατσίκια ούτε να σπαταλάμε Ελληνικό αίμα . Στις 9 Ιουλίου, το Σύνταγμά μας, το 5ο, διατάχθηκε να εισέλθει στα στενά και να έρθει σε επαφή με τον εχθρό. Ο αμαξιτός δρόμος που διασχίζει τα στενά βαλλόταν συνεχώς από τα πυροβόλα τους. Και σε κάθε στροφή του δρόμου, υπήρχαν θέσεις οχυρωμένες. Το πράγμα έδειχνε δύσκολο. Ο ίδιος ο Μέραρχός μας, ο Μανουσογιαννάκης, πήγε μπροστά με το Επιτελείο για  αναγνώριση. Αυτό που είδε, επιβεβαίωσε αυτό που ήξερε ότι θα έβλεπε. Ότι ήταν αδύνατο να βαδίσουμε «σαν κύριοι», ή σαν ζώα αν προτιμάτε, ίσα καταπάνω στις βουλγαρικές κάννες. Μας διέταξε λοιπόν να πάμε από τα πλάγια, από μονοπάτια κακοτράχαλα αλλά αφύλακτα. 


Ο Μέραρχος διέταξε το Μηχανικό να δουλέψει όσο γίνεται ταχύτερα, με τη βοήθεια και Στρατιωτών από τα άλλα Συντάγματα, για να μπορέσουν να περάσουν τα πυροβόλα. Κάθε Πυροβολαρχία που προχωρούσε, έπαιρνε αμέσως «θέσεις πυροβόλησης» τρέποντας σε φυγή τις εχθρικές προφυλακές. 


Τα πυρά ήταν τόσο πυκνά, που ο εχθρός ήταν πεισμένος ότι τουλάχιστον 2-3 Μεραρχίες μας συμμετείχαν στην επίθεση. Από τους δρόμους που άνοιγε ή επισκεύαζε το Μηχανικό, περνούσαν συνεχώς όλο και περισσότερες Πεδινές Πυροβολαρχίες.

 

Και επειδή όπως είπα ήδη, δεν υπήρχε λόγος να χύσουμε πολύτιμο αίμα, εμείς πήραμε τα μονοπάτια και τις πλαγιές. Μερικοί ντόπιοι οδηγοί, που ήξεραν τα ορεινά περάσματα, φάνηκαν πολύτιμοι και άξιοι της αμοιβής τους, λίγα κιλά κρέας και σιτάρι για τις φαμελιές τους. 

 

Η πορεία ήταν εξαντλητική, αλλά στις 11 Ιουλίου, με ένα θαυμάσιο ελιγμό και ελάχιστες απώλειες, φτάσαμε στην έξοδο των στενών, στο χωριό Κρούπνικ. Οι Βούλγαροι για μία ακόμη φορά υποχώρησαν πανικόβλητοι, με σκοπό να αμυνθούν προς το Σιμιτλή.


Την ίδια μέρα πέρασαν την στενωπό και  τα άλλα σώματα της Μεραρχίας μας. 


Όταν αναφέραμε στο Στρατηγείο, ότι πήραμε τα Στενά της Κρέσνας όχι με σκληρές μάχες αλλά με ελιγμούς πάνω από τα κατσάβραχα, και με ελάχιστες απώλειες, δεν το πίστεψαν. Το θεώρησαν αδιανόητο και διέταξαν να σταλούν Σύνδεσμοι για εξακρίβωση. Αυτό δεν μας ενόχλησε καθόλου, αντίθετα μας γέμισε περηφάνεια. Η Μεραρχία μας, η «σιδηρά 1η Μεραρχία» δεν τρόμαζε μόνο τον εχθρό αλλά κατέπλησσε και το ίδιο μας το Στρατηγείο! 


Κατάκοποι και εξαντλημένοι από τις συνεχείς πορείες και μάχες, καταφέραμε επί τέλους να αναπαυθούμε για λίγο στο Κρούπνικ. Σαν έπεσε η νύχτα, το μόνο που ακουγόταν από τα αντίσκηνα ήταν η συναυλία σε «ροχ μείζονα» του κουρασμένου στρατεύματος. Που πότε πότε, διανθιζόταν και με τα «αλτ» των σκοπών ή κανένα χλιμίντρισμα. Ξυπνήσαμε ξαφνικά από μία δυνατή κραυγή:

«Όχι το άλογο! Δεν θα μου πάρεις το άλογο!»

Να είναι ο σταυλοφύλακας που μαλώνει με κανένα κλέφτη; Πετάχτηκα όρθιος με το μάνλιχερ στο χέρι, έτοιμος για δράση … Μαζί με 5-6 φαντάρους τρέξαμε προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή. Αλλά δεν πηγαίναμε προς τα άλογα. Η φωνή είχε ακουστεί από τη σκηνή του Λοχαγού μας. Να κλέβανε το άλογό του; Τρέξαμε αμέσως προς τα εκεί, αλλά δεν είδαμε καμία κίνηση. Και το άλογο του Λοχαγού κοιμόταν ήσυχο λίγο πέρα από τη σκηνή, που ήταν φωτισμένη, αλλά κατά τα άλλα ήσυχη. Ήσυχη; Όχι ακριβώς. Καθώς πλησιάσαμε στα 10 βήματα, ακούστηκε νέα δυνατή κραυγή, με ύφος απειλητικό:

«Άσε κάτω τ’ άλογο γιατί δεν θα σου μείνει ούτε ένας Αξιωματικός!»


Τι σόι απειλή ήταν αυτή, σε καιρό πολέμου, και ποιος την εκστόμισε;


Ο Λοχαγός μας έπαιζε σκάκι με τον Γιατρό του Συντάγματος …  Απέμεινα να τους θαυμάζω για την ηρεμία τους, να παίζουν σκάκι, μετά από τόσες μάχες και κακουχίες. Αλλά κι αυτοί θαύμασαν γελώντας την ετοιμότητά μας και την άμεση αντίδρασή μας. 

«Πάντα σε ετοιμότητα κύριε Λοχία! Αλλά πηγαίνετε πίσω στα αντίσκηνά σας, σήμερα ο πόλεμος εσταμάτησε για εμάς. Εκμεταλλευθείτε την περίσταση για ανάπαυση, πριν έλθουν νέες διαταγές για προέλαση …»


Την επομένη, η ανάπαυση συνεχίστηκε. Ήρθε και ταχυδρομείο. Με γράμματα από τις … «αδερφούλες» μου. Ναι, στον πόλεμο, απέκτησα και 4 αδερφούλες, χάρη στις φροντίδες ενός Συλλόγου Κυριών και Δεσποινίδων, που προέτρεπαν νέες κοπέλλες να στέλνουν γράμματα στους φαντάρους, από τον καιρό που ήμασταν στην Θεσσαλονίκη. Λάμβανα κι εγώ λοιπόν γράμματα κάθε τόσο. Δεν ήξερα τα ονόματά τους, μου είχαν συστηθεί ως Zeyneb, Melek, Zezia και Zenan. Είχαν δανειστεί τα ονόματα των ηρωίδων από τις «Απογοητευμένες» του Πιερ Λοτί, τον οποίο, ομολογώ, αγνοούσα και ακόμη αγνοώ. Εγώ βέβαια, κύριος, προσπαθούσα να τις πείσω ότι δεν είχαν λόγο, νέα κορίτσια, να αισθάνονται απογοητευμένες. Ποιος ξέρει; Αν ήμουν κοντά τους, ίσως να ήμουν πιο πειστικός. Πάντως, τα γράμματά τους ήταν σκέτη όαση κάθε φορά. Και με κάθε γράμμα, λάβαινα και πεσκέσια: Τσιγάρα και γλυκά. Σε ένα προηγούμενο γράμμα τους, μου ζήτησαν να τους στείλω μία φωτογραφία μου. Και είχαν υποσχεθεί να στείλουν και αυτές τις δικές του φωτογραφίες. Το έκαμα. Αλλά μου τη σκάσανε. Στο γράμμα που πήρα τώρα, υπήρχε πράγματι η πολυαναμενόμενη φωτογραφία: Όλες μαζί, καθισμένες σταυροπόδι σε ένα ντιβάνι, αλλά κρύβοντας τα πρόσωπά τους με βεντάλιες! Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας υπήρχε και σχόλιο:

«Έκαμε πολλή ζέστη και ο σαχλός ο φωτογράφος τράβηξε την φωτογραφία ενώ αεριζόμασταν …»

Κάνανε και πλάκα … Αλλά εγώ τις αγαπούσα και έτσι. Έστω και αν ένοιωθα πως οι ελπίδες μου για να γνωρίσω από κοντά, έστω και μία από αυτές, ήταν ελάχιστες έως μηδαμινές. Ας είστε καλότυχες κορίτσια, όπου κι αν βρίσκεστε!

Ο συγγραφέας κ.Σταύρος Γουλούλης απαντά στα ερωτήματα για τη νέα Εκκλησία, την ιστορία της και το μέλλον, όπως αυτό διαγράφεται μετά την αναγνώριση από το Φανάρι και τη Σερβία .

 -Ποια ήταν η «Αρχιεπισκοπή Αχρίδος;»

Είναι μια μεγάλη υπόθεση. Η Αρχιεπισκοπή Αχρίδος, δηλαδή έχοντας έδρα την Αχρίδα, είχε επικεφαλής αρχιεπίσκοπο που έφερε και το τίτλο του «Πρώτης Ιουστινιανής» όπως και «Πάσης Βουλγαρίας». Εδώ είναι που θέλει ανάλυση.



Πάμε πίσω στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Το 535 ιδρύει τη νέα αρχιεπισκοπή με έδρα την Πρώτη Ιουστινιανή (στα λατινικά Prima Justiniana), μια πόλη λίγο πέρα από τα Σκόπια, από όπου καταγόταν ο ίδιος. Ο λόγος ήταν ότι ήθελε να υπαγάγει σε αυτή τους νέους κατοίκους που είχαν κατακλύσει τις χώρες νοτίως του Δούναβη, οι οποίοι τότε ήταν στο επίπεδο νεολιθικής ζωής. Θα έπρεπε να εκχριστιανισθούν και να ενταχθούν στο υπάρχον Ρωμαϊκό κράτος. Ο αρχιεπίσκοπος διοριζόταν από τον αυτοκράτορα για καλύτερο έλεγχο μιας ευαίσθητης περιοχής, η οποία ένωνε το Ανατολικό με το Δυτικό ρωμαϊκό κράτος. Στην απόφαση αυτή συνέργησαν οι τότε Πάπας Ρώμης και Πατριάρχης Κων/πόλεως.

Αιώνες πέρασαν, η Αρχιεπισκοπή Πρώτης Ιουστινιανής στην πράξη δεν είχε εφαρμογή. Οι νέοι λαοί στα Β. Βαλκάνια δεν είχαν καλή συνεργασία με το Βυζάντιο. Και πρώτοι οι Βούλγαροι, που ήθελαν ανεξαρτησία, την πέτυχαν, αλλά και την έχασαν το 970 από τον Ιωάννη Τσιμισκή. Υπήρξαν μαξιμαλιστές. Οι Βυζαντινοί, όμως, έβλεπαν πάντα τα εδάφη τους ρωμαϊκά. Έτσι, την παλαιά Αρχιεπισκοπή Πρώτης Ιουστινιανής ανανέωσε ο Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος αμέσως μετά το 1018, αφού υπέταξε οριστικά τους επαναστάτες, Σαμουήλ και διαδόχους (976-1018), και επικύρωσε τρία σιγίλλια (1019/20) υπέρ της Αρχιεπισκοπής Πρώτης Ιουστινιανής Αχρίδος (ή Αχριδών) με την προσθήκη και του όρου «Πάσα Βουλγαρία», ανανεώνοντας το παλαιό πρόγραμμα του Ιουστινιανού. Η Αχρίδα (Ohrid) ήταν η πόλη που διέμεναν εκείνη την περίοδο οι διάδοχοι του Σαμουήλ, ενώ πιο πριν στην Πρέσπα. Ο Βασίλειος Β΄ με το που ενέκρινε τον ήδη υπάρχοντα Ιωάννη και ως διορισμένο από τον ίδιο αρχιεπίσκοπο Πρώτης Ιουστινιανής, έδωσε εκκλησιαστική ταυτότητα στην περιοχή, στη συνέχεια της πολιτικής του Ιουστινιανού, προσαρμοσμένη στην υπάρχουσα κατάσταση (1018 κ.ε.).


– Ο όρος «Πρώτη Ιουστινιανή» είναι κατανοητός. Αλλά ο όρος «Πάσα Βουλγαρία» τι σημαίνει; Βλέπουμε οι Βούλγαροι να διαμαρτύρονται ότι τους κλέβουν την εκκλησιαστική ιστορία τους, που στηρίζουν τη θέση τους αυτή;

Ο όρος «Πάσα Βουλγαρία» είναι νέος όρος. Αχρίδα ήταν η έδρα, «Βουλγαρία» η έκταση της παλαιάς αρχιεπισκοπής Πρώτης Ιουστινιανής με τους νέους πληθυσμούς. Αντικαθιστά την ούτως ειπείν «παλαιά Βουλγαρία», που ήταν ανατολικά, πολύ μακριά. Όμως, πλέον ο όρος υπέστη εξάχνωση, δεν ανταποκρίνεται στη γεωγραφία, ήταν διοικητικός. Όπως οι Βυζαντινοί έλεγαν (Πάσα) Θεσσαλία, μαζί και τη σημερινή Κεντρική Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη. Ή η τότε Μητρόπολη Λαρίσης (Δευτέρα Θεσσαλία) λέγεται και «Πάσης Ελλάδος»! Η λέξη Βούλγαρος, όπως δείχνουν οι πηγές, δεν σημαίνει πλέον τον παλαιό Βούλγαρο, αλλά κάθε σλαβόφωνο νοτίως του Δούναβη. Αυτά είναι γνωστά.

Το ότι οι ηγεμόνες, της Πρέσπας αρχικά και μετά της Αχρίδος, προσδιορίζονται ως «Βούλγαροι» είναι άλλο θέμα. Ήταν δύο ηγετικές ομάδες, μία ήθελε να έχει σχέση με το Βυζάντιο, η άλλη που καιροσκοπούσε, όπως ο ηγεμόνας Ιωάννης Βλαντισλάβος (π.1015-1018) τον οποίο χαρακτηρίζει Βούλγαρο επιγραφή από τα Βιτώλια, ήθελε να είναι συνέχεια των παλαιών Βουλγάρων βασιλέων. Επόμενο ήταν. Αφού οι (παλαιοί) Βούλγαροι έμαθαν σλαβικά, εκείνοι ήθελαν να υπαγάγουν όλους τους Σλάβους των Βαλκανίων. Αν τους άφηνε το Βυζάντιο (και η Δύση), σήμερα θα έλεγχαν όλα τα σλαβικά έθνη. Ο Βασίλειος Β΄ αλλά και πριν από αυτόν ασκούσαν μία ειδική πολιτική. Έφτιαξαν εν γνώσει τους νέα «βουλγαρική» ταυτότητα, ενώ την ίδια ώρα εθνικοποιούσαν την παλαιά Βουλγαρία που έκειτο όπως θα λέγαμε «μιας ημέρας δρόμο» από την Κων/πόλη. Αυτή η βυζαντινή σκακιέρα της εποχής είναι που θολώνει τα πράγματα και νομίζω δεν έχει δοθεί εξήγηση. Έτσι, όμως, φτιάχτηκε τρόπον τινά, μια «Άλλη Βουλγαρία» από «Άλλους Βουλγάρους»….

Το θέμα των κατοίκων της σημερινής Β. Μακεδονίας είναι εθνολογικό. Οι ίδιοι θεωρούν ότι κατάγονται από την περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης. Αντίθετα, οι Βούλγαροι, λέγεται, ήλθαν από τον Βόλγα. Έτσι αποφασίζουν οι σημερινοί κάτοικοι και αυτό εγκρίνει (και βούλεται) η διεθνής κοινότητα.


– Οι Ιστορικοί δέχονται ότι η πρώτη πρωτεύουσα του κράτους του Σαμουήλ μετά το 976 ήταν η πόλη Πρέσπα, όπως και ο ναός του Αγίου Αχιλλίου η πρώτη αρχιεπισκοπή του κράτους. Τι ακριβώς ισχύει;

Όταν άρχισα τη μελέτη του Αγίου Αχιλλίου στην πόλη Πρέσπα (Είναι αναρτημένα ήδη στο Academia.edu μερικά άρθρα επί του θέματος), αντιμετώπιζα ένα μνημείο που είναι η μεγαλύτερη βυζαντινή βασιλική των Βαλκανίων (μετά τον 6ο αι., την παλαιοχριστιανική περίοδο). Εδώ κατατέθηκαν τα λείψανα του αγίου πολιούχου της Λάρισας, που ο Σαμουήλ μετέφερε μαζί και τους κατοίκους, το 985. Η βασιλική αυτή λειτουργεί το 1016, όπως αναφέρεται στον Βίο του αγίου Ιωάννη-Βλαδιμήρου, πρώτου αγίου-μάρτυρα των Σέρβων. Κάτι που δεν είναι γνωστό είναι ότι ο Σαμουήλ είχε υποταχθεί στο Βυζάντιο (σχετικά καταθέτει ο σύγχρονος Ιμπν Γιαχία από την Αντιόχεια) μετά από μάχες μεταξύ 1001-1004. Την πληροφορία αυτή αξιοποιεί ο Βρεταννός ιστορικός Paul Stephenson που προτείνει τη θεωρία της δεκαετούς υποταγής (1004-1014), (Μετά ο Σαμουήλ επαναστάτησε πάλι και έγινε ό,τι έγινε). Η θεωρία αυτή βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στη βασιλική του Αγίου Αχιλλίου: Κτίσθηκε ακριβώς τότε, στα 1004-1014 με τη βοήθεια του Βασιλείου Β΄. Δεν μπορούσε να την κατασκευάσει ο Σαμουήλ. Προηγήθηκε ισοπέδωση του χώρου και έγιναν χαράξεις μείζονος, φρουριακών διαστάσεων, κτηρίου. Εξασφαλίσθηκε έτσι η στατική του, αφού διέθετε και υπερώα (για τις αρχόντισσες όπως στο Βυζάντιο). Είναι δουλειά μεγάλου αρχιτέκτονα, έργο ειδικής τεχνογνωσίας, απαιτεί έξοδα, δύσκολα όλα για πληθυσμούς που ζούσαν τότε σε φάση ανταλλακτικής οικονομίας, χωρίς νόμισμα. Η κατατομή και τεχνοτροπία του συνόλου είναι βυζαντινή. Το σημαντικό είναι ότι στην κόγχη του Βήματος (α΄ στρώμα τοιχογραφιών επί Σαμουήλ), καταγράφηκαν οι 18 επισκοπικοί θρόνοι της νέας Αρχιεπισκοπής στα ελληνικά. Οι ίδιοι θρόνοι καταγράφονται και στα τρία σιγίλλια του Βασιλείου Β΄ υπέρ της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος τώρα (1019/20). Προφανώς αναγνωρίσθηκε η προηγούμενη κατάσταση, αφού ο αρχιεπίσκοπος παρέμεινε ο ίδιος, ο Ιωάννης, και γενικά αποκαταστάθηκε όλη η άρχουσα τάξη του εφήμερου κράτους. Τον τεράστιο ναό, τον μεγαλύτερο βυζαντινό στα Βαλκάνια, πρέπει να έφτιαξε ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, ακριβώς για να είναι αντάξια η αναβίωση μετά από 450 χρόνια της Αρχιεπισκοπής Πρώτης Ιουστινιανής.


-Τι σημαίνει για μας η αναγνώριση της «Αρχιεπισκοπής Αχρίδος»;

Η Εκκλησία της γείτονος χώρας είναι αδελφική, πρέπει να αποκτήσει εκκλησιαστική ταυτότητα, πράγμα που η Ιστορία, η πραγματική εικόνα που έχουμε για το παρελθόν και όχι μια φαντασίωση, πετυχαίνει. Ας ελπίσουμε ότι οι εκκλησιαστικοί θα δείξουν πνεύμα συναδέλφωσης και συνεργασίας, κάτι που δεν δείχνουν μερικοί από τον πολιτικό στίβο στη χώρα τους. Το Πατριαρχείο, πάντως, δίνει το καλό παράδειγμα. Μπορούσε να κάνει διαφορετικά; Είναι η ιστορική Μητέρα Εκκλησία των κατοίκων της περιοχής! Η απόφασή της έπεται των κοσμικών πραγμάτων.


Πηγή Κιβωτός Ορθοδοξίας

Η Ιδέα της Συνέχειας του Ελληνικού Έθνους στην Ιστοριογραφική Αφήγηση των Διανοούμενων της Βουλγαρικής Αναγέννησης. Ελεονώρα Ναξίδου


  Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να προσδώσει μια επιπλέον διάσταση στο ζήτημα της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους από τη γωνία θέασης του εθνικού Άλλου διερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο είχε προσληφθεί το ελληνικό παρελθόν από τη βουλγαρική διανόηση της Αναγέννησης. 




  Στη βουλγαρική ιστοριογραφία ως Αναγέννηση (Vazrazhdane) ορίζεται αφενός μεν η ‘εθνοποιητική’ διαδικασία μέσω της οποίας διαμορφώθηκε το βουλγαρικό έθνος με τη σύγχρονη έννοια του όρου, αφετέρου δε η περίοδος της βουλγαρικής ιστορίας κατά την οποία έλαβε χώρα η εν λόγω διεργασία, δηλαδή ο τελευταίος περίπου αιώνας της οθωμανικής κυριαρχίας στις βουλγαρικές περιοχές και κυρίως το χρονικό διάστημα από τη συνθήκη της Αδριανούπολης το 1829 μέχρι την ίδρυση της βουλγαρικής Ηγεμονίας το 1878.

                                                                   


  Η βουλγαρική Αναγέννηση εκδηλώθηκε αρχικά ως πολιτιστικός εθνικισμός, προωθώντας δραστηριότητες όπως η ίδρυση σχολείων, η διδασκαλία της βουλγαρικής γλώσσας και η χρήση της στο γραπτό λόγο, η έκδοση εφημερίδων και περιοδικών, και η μελέτη της ιστορίας, του λαϊκού πολιτισμού, της εθνογραφίας και της γλωσσολογίας, ενώ κατόπιν ακολούθησε πιο ριζοσπαστική πορεία διεκδικώντας την εκκλησιαστική και πολιτική ανεξαρτησία του βουλγαρικού έθνους. Μια από τις βασικές συνέπειες της ανάδειξης της ξεχωριστής εθνικής υπόστασης των Βουλγάρων ήταν η σταδιακή διαφοροποίησή τους από την ενιαία ορθόδοξη κοινότητα, το Ρουμ μιλλέτ, η συνακόλουθη απομάκρυνσή τους από το ελληνικό γλωσσικό, εκπαιδευτικό και πολιτισμικό περιβάλλον και η ένταξή τους στο αντίστοιχο σλαβικό. Έτσι, ενώ η πρώτη γενιά των πρωτεργατών του βουλγαρικού εθνικού
κινήματος ήταν φορέας της ελληνικής γλώσσας και παιδείας, η νεότερη εθνική ελίτ. 



 Η αξίωση για την ίδρυση αυτόνομης βουλγαρικής εκκλησίας προβλήθηκε το 1856 μετά το τέλος του
Κριμαϊκού πολέμου και στηρίχθηκε στην προηγούμενη έντονη δυσαρέσκεια των Βουλγάρων για την εκκλησιαστική τους κατάσταση. Η αρνητική ανταπόκριση της εκκλησιαστικής τους αρχής, δηλαδή του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, οδήγησε σε έντονη εκκλησιαστική αντιπαράθεση κατά τη δεκαετία του 1860. Τελικά η βουλγαρική Εξαρχία ιδρύθηκε το 1870 με σουλτανικό φιρμάνι χωρίς τη συγκατάθεση του Πατριαρχείου, το οποίο την κήρυξε σχισματική εκκλησία το 1872 με απόφαση Μεγάλης Τοπικής Συνόδου. Στη δεκαετία του 1860 ανάγονται και οι πρώτες πρωτοβουλίες για πολιτική απελευθέρωση μέσω της οργάνωσης επαναστατικού κινήματος. 


  Σύμφωνα με τους παραπάνω προσανατολισμούς αρκετοί Βούλγαροι λόγιοι προέβησαν σε αναπάρασταση με εθνικούς όρους όχι μόνο του βουλγαρικού, αλλά και του ελληνικού παρελθόντος στην προσπάθειά τους να συνθέσουν το εθνικό τους αφήγημα, το οποίο αποτελούσε βασικό ‘εργαλείο’ για τη διαμόρφωση και εμπέδωση της εθνικής ταυτότητας των βαλκανικών λαών μετά την επικράτηση του εθνικισμού ως κυρίαρχης ιδεολογίας στην περιοχή. Η ενασχόλησή τους με την ελληνική ιστορία απέρρεε καταρχήν από το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι/Ρωμιοί/Γραικοί/Έλληνες εμπλέκονταν αναπόφευκτα στο βουλγαρικό ιστορικό γίγνεσθαι δεδομένου ότι με τους Βουλγάρους έζησαν επί μακρόν υπό κοινή πολιτική κυριαρχία στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, είχαν συνεχείς επαφές και υπόκειντο σε αλληλεπίδραση. Συγχρόνως όμως συνδέονταν και με άλλους παράγοντες, όπως θα δειχθεί στη συνέχεια. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα παρουσιαστούν και θα σχολιαστούν οι απόψεις σημαντικών εκπροσώπων του βουλγαρικού εθνικού κινήματος σχετικά με το χαρακτήρα και την ‘εθνικότητα’ της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η οποία αποτελούσε συνδετικό κρίκο μεταξύ αρχαίων και νέων Ελλήνων και στοιχειοθετούσε τη συνέχεια στην ελληνική εθνική αφήγηση.  Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι τελευταίοι ήταν Ελληνομαθείς με την έννοια ότι είτε είχαν απλώς διδαχθεί ελληνικά είτε ότι τα έμαθαν από τους γονείς τους.


                                     

 
  Ο εθνικισμός αναπτύχθηκε το 19ο αιώνα στα Βαλκάνια ως προϊόν επίδρασης ανάλογων ιδεολογικών εξελίξεων στη Δυτική και την Κεντρική Ευρώπη. Παρουσίαζε εντούτοις ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα ευρωπαϊκά του πρότυπα λόγω της προσαρμογής του σε διαφορετικά πολιτικο-κοινωνικά και οικονομικά συμφραζόμενα (Kitromilides 1994, Sugar 1994). Μια από αυτές αφορά στα χαρακτηριστικά της εθνικής κοινότητας, δηλαδή στη διάκριση μεταξύ ενός δυτικού-πολιτικού (civic) και ενός ανατολικού-πολιτισμικού (ethnic) ‘μοντέλου’ του έθνους, για την οποία εξέφρασε επιφυλάξεις ο Anthony Smith (Smith 2000, 29), ενώ αρκετοί νεότεροι μελετητές την αμφισβήτησαν ή και την απέρριψαν τελείως. Βλέπε: (Iordachi 2006, Brubaker 2004). Πάντως ο βουλγαρικός εθνικός χαρακτήρας δομήθηκε αρχικά σε πολιτισμικά κυρίως γνωρίσματα, δηλαδή στην κοινή γενεαλογία, τους δεσμούς καταγωγής, τη λαϊκή κινητοποίηση, την κοινή γλώσσα και τα κοινά έθιμα και παραδόσεις, καθώς η αίσθηση του συνανήκειν σε μια κοινωνία πολιτών δεν υφίστατο πριν από την ίδρυση του έθνους-κράτους. (Για την πολιτισμική διάσταση του έθνους βλέπε: Smith 2000, 27-29). Σ’ αυτό το πλαίσιο μια από τις βασικές στρατηγικές που υιοθέτησαν οι Βούλγαροι, όπως άλλωστε και οι άλλοι Βαλκάνιοι διανοούμενοι, με σκοπό την ανάδειξη και την παγίωση διακριτής βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας ήταν η ‘εθνικοποίηση’ της ιστορικής αφήγησης.

 Κύριο μέλημα της ελληνικής ιστοριογραφίας ήταν να τεκμηριώσει την εθνική συνέχεια μεταξύ αρχαίων και νέων Ελλήνων καθώς η αρχαιότητα και η αδιάλειπτη ιστορική παρουσία του έθνους αποτελούσαν βασικές συνιστώσες της ταυτότητάς του σύμφωνα με την ιδεολογία του εθνικισμού. Με τον τρόπο αυτό επιδίωκε συγχρόνως να καταρρίψει ως αβάσιμους τους αντίθετους ισχυρισμούς ορισμένων Ευρωπαίων λογίων, όπως ο Fallmerayer (Fallmerayer 1830). Στην προσπάθεια λοιπόν να καλύψει το μεγάλο χρονικό κενό που μεσολαβούσε από την οριστική υποταγή των αρχαίων προγόνων στην πολιτική εξουσία των Ρωμαίων μέχρι την ίδρυση του νεότερου κράτους οικειοποιήθηκε τη βυζαντινή αυτοκρατορία και την ‘ελληνοποίησε’ παρόλο που η τελευταία είχε συνδεθεί με αρνητικές προσλαμβάνουσες από τους Ευρωπαίους στοχαστές του Διαφωτισμού. Η διαδικασία ‘συμφιλίωσης’ και οριστικής ένταξης του Βυζαντίου στο ελληνικό εθνικό παρελθόν ολοκληρώθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα με το έργο κυρίως δύο ιστορικών του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου και του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου. Βλέπε: (Σκοπετέα 1988, 175-189, Σταματόπουλος 2009, 16-18, Κουμπουρλής 2012)
χρησιμοποιούσαν στο γραπτό και προφορικό λόγο, ενώ είχαν ανώτερη μόρφωση για τα δεδομένα της εποχής τους, αλλά δεν ήταν ιστορικοί με την επιστημονική έννοια του όρου. Επιπλέον το ενδιαφέρον τους για την ιστορία είχε ως κίνητρο την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων πατριωτικών/εθνικών στόχων.

                                    


 

Οι Βούλγαροι Διανοούμενοι και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία

  Η πρώτη ιστοριογραφική συνάντηση των Βουλγάρων με τους Έλληνες συντελέστηκε το 1762 στη Σλαβοβουλγαρική Ιστορία (Istoriia Slavianobolgaskaia) του Παΐσιου Χιλανδαρινού, η οποία αποτελεί το πρώτο ιστορικό κείμενο στη νεότερη βουλγαρική γλώσσα με χαρακτηριστικά μιας πρόδρομης μορφής εθνικής αφήγησης. Το μοναδικό αυτό σύγγραμμα του Αθωνίτη μοναχού συνδυάζει την παραδοσιακή με τη νεωτερική σκέψη, καθώς οι παγιωμένες χριστιανικές αντιλήψεις διαπλέκονται με νεωτερικές ιδέες που αναδύθηκαν από το κίνημα του Διαφωτισμού και κατ’ αυτόν τον τρόπο κινείται όχι μόνο χρονικά, αλλά και ιδεολογικά στο μεταίχμιο μεταξύ παραδοσιακού κόσμου και νεωτερικότητας. 

 Η Σλαβοβουλγαρική Ιστορία απευθυνόταν στο βουλγαρικό λαό με την πρόθεση να του εμφυσήσει πατριωτικά/πρωτο-εθνικά αισθήματα και είχε διττό σκοπό: αφενός μεν επιδίωκε να παρουσιάσει τους Βουλγάρους ως διακριτή εθνοτική ομάδα, η οποία είχε κοινούς προγόνους και ιστορικό παρελθόν, κοινές παραδόσεις και κοινή γλώσσα και κατοικούσε σε οριοθετημένο γεωγραφικό χώρο, αφετέρου δε επιχειρούσε να δείξει ότι οι Βούλγαροι ήταν ένας αξιόλογος λαός, ο οποίος δεν υπολειπόταν σε αξία ούτε των Σέρβων και κυρίως ούτε των Ελλήνων, καθώς υπερτερούσε από αυτούς σε συγκεκριμένους τομείς και ιδιότητες. 

Υπό αυτό το πρίσμα οι δύο τελευταίοι κατέχουν σημαντική θέση στην εξιστόρηση του Παΐσιου, η
οποία επικεντρώνεται στην περίοδο από το 378 μ.Χ., οπότε, σύμφωνα με την εκδοχή του, οι
Βούλγαροι εποίκισαν τα εδάφη νοτίως του Δούναβη,13 μέχρι την οθωμανική κατάκτηση,
έχοντας ως θεματικούς της άξονες την ίδρυση του μεσαιωνικού κράτους, τον εκχριστιανισμό,
τη δράση και τα κατορθώματα των πιο ένδοξων τσάρων και αγίων.

Κύριο μέλημα του Παΐσιου λοιπόν ήταν να αντικρούσει την αντίληψη της ελληνικής
ανωτερότητας, την οποία είχαν αποδεχθεί πολλοί από τους συμπατριώτες του, αναζητώντας αποδείξεις της βουλγαρικής υπεροχής έναντι των Ελλήνων μεταξύ άλλων και στο ιστορικό παρελθόν. Η σύγκριση γινόταν με βάση την παραδοχή ότι οι βυζαντινοί ταυτίζονταν με τους Έλληνες και ότι η βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ελληνική. Έτσι ο Παΐσιος χρησιμοποιεί ελάχιστες φορές εναλλακτικά τα ουσιαστικά Έλληνες και Έλληνες και Ρωμαίοι, καθώς και την έκφραση ρωμαϊκή αυτοκρατορία αφηγούμενος τα γεγονότα μετά την εγκατάσταση των Βουλγάρων στη Βαλκανική, την εποχή του αυτοκράτορα Ουάλη, όπως υποστηρίζει.

Κατόπιν οι όροι Ρωμαίοι και ρωμαϊκή παύουν να συναντώνται και γίνεται πλέον λόγος αποκλειστικά για Έλληνες, ελληνικό στρατό, Έλληνες αυτοκράτορες, ελληνικές πόλεις, ελληνική αυτοκρατορία, ελληνική γη, Έλληνες άρχοντες, Έλληνες στρατηγούς, ελληνική εξουσία και ελληνική σκλαβιά κατά την εξιστόρηση των μακροχρόνιων επαφών των Βουλγάρων με το Βυζάντιο.  Συγχρόνως και οι πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης αναφέρονται ως Έλληνες που διορίζουν Έλληνες επισκόπους στις βουλγαρικές περιοχές.

Θεωρώντας λοιπόν ως δεδομένο ότι οι Βυζαντινοί ήταν Έλληνες, ο Παΐσιος περιγράφει τις Ελληνοβουλγαρικές σχέσεις ως μια διαρκή αντιπαράθεση απόρροια έντονου ανταγωνισμού, κατά την οποία οι Βούλγαροι πολλές φορές έχουν το προβάδισμα, ενώ οι Έλληνες επωμίζονται κατά κανόνα το ρόλο του αντιπάλου. Καταλήγει έτσι στη διαπίστωση ότι οι Βούλγαροι μπορούν επάξια να συγκριθούν με τους Ελλήνες, καθώς έχουν να αντιπαραθέσουν στην ελληνική σοφία και τον πολιτισμό την  πολεμική τους αρετή.

Ο Άγιος Παΐσιος ο Χιλανδαρινός



Αρκετές δεκαετίες αργότερα, το 1841, ο Βασίλ Απρίλοφ (1879-1847), ένας από τους σημαντικούς συντελεστές της κύριας φάσης της Αναγέννησης κυρίως στον τομέα της εκπαίδευσης, υποστήριξε ότι το Βυζάντιο δεν ήταν ελληνική αυτοκρατορία στη μελέτη του Βουλγαρικά Γράμματα ή σε ποια σλαβική φυλή ουσιαστικά ανήκει το κυριλλικό αλφάβητο;’ (Balgarskite Knizhnici ili Na Koe Slovensko Pleme Sobstvenno Prinadlezhi Kirillovskata Azbuka;), στην οποία υπερασπιζόταν τη βουλγαρικότητα των αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου, καθώς και των σλαβικών γραμμάτων που αυτοί επινόησαν. Στόχος του ήταν να αποδείξει ότι οι Βούλγαροι εκχριστιανίστηκαν και απέκτησαν σύστημα γραφής προγενέστερα από όλους τους σλαβικούς λαούς και κυρίως από τους Σέρβους και τους Ρώσους και ότι ήταν αυτοί που μύησαν τους υπόλοιπους όχι μόνο στην ορθή πίστη, αλλά και στη λογιοσύνη. 

 Τόσο ο Παΐσιος όσο και οι υπόλοιποι λόγιοι των οποίων οι απόψεις παρουσιάζονται σ’ αυτή τη μελέτη χρησιμοποιούν τον όρο Grak (Γραικός) και gracki (γραικικός) αναφερόμενοι στους Έλληνες.


Τις ίδιες απόψεις εξέθετε ο Απρίλοφ και στη μελέτη του ‘Dennica novo-bolgarskago obrazovaniia’
(Αυγερινός της νέας βουλγαρικής παιδείας), η οποία εκδόθηκε επίσης στην Οδησσό το 1841 και επανεκδόθηκε από τον Μιχαήλ Αρναούντοφ το 1940 (Aprilov 1940, 33 κ.ε.).

Στην προσπάθειά του λοιπόν να απορρίψει την αντίληψη ότι οι Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν ελληνικής καταγωγής ο Απρίλοφ ακολουθούσε τον παρακάτω συλλογισμό: η βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ρωμαϊκή και όχι ελληνική, όπως από λάθος είχε επικρατήσει να αποκαλείται. Γι’ αυτό όλοι οι λαοί που υποτάχθηκαν στο ρωμαϊκό κράτος, μεταξύ των οποίων και οι Έλληνες, έφεραν την προσωνυμία Ρωμαίοι, την οποία εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν οι Έλληνες της Τουρκίας. Μετά από την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου όμως ο χαρακτηρισμός Ρωμαίοι εγκαταλήφθηκε από τους κατοίκους του τελευταίου, οι οποίοι πλέον καλούνταν Έλληνες. Επειδή λοιπόν όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και οι Βούλγαροι υπήκοοι του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης είχαν τον τίτλο του Ρωμαίου θεωρήθηκε λανθασμένα ότι οι Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν Έλληνες. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον Απρίλοφ η καθιέρωση της ελληνικής ως επίσημης γλώσσας της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ενδεχομένως ο λόγος για τον οποίο η τελευταία χαρακτηρίζονταν συνήθως ως ελληνική.




Επόμενως ο Απρίλοφ αρνείται την ελληνικότητα της ρωμαϊκής/βυζαντινής αυτοκρατορίας στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του για την προέλευση των Κυρίλλου και Μεθοδίου, για να εξυπηρετήσει δηλαδή συγκεκριμένη σκοπιμότητα. Συγχρόνως όμως σημειώνει ότι οι Βούλγαροι και άλλοι λαοί ονόμαζαν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ελληνική και ως εκ τούτου προς αποφυγή τυχόν παρεξήγησης όποτε χρησιμοποιεί στο κείμενό του τους όρους Ρωμαίοι και ρωμαϊκός/ή, βυζαντινός/ή γράφει μέσα σε παρένθεση Έλληνας και ελληνικός/ή αντίστοιχα.

Στη δεκαετία του 1860, όταν το βουλγαρικό εθνικό κίνημα είχε πλέον περάσει στη φάση των εκκλησιαστικών και πολιτικών διεκδικήσεων αρκετοί εθνικοί ηγέτες και διανοούμενοι αναφέρθηκαν στο ελληνικό παρελθόν. Μεταξύ αυτών ο Ιβάν Σελιμίνσκι (1799-1867), ο οποίος ανήκει στην ομάδα των ελληνόφωνων λογίων της βουλγαρικής Αναγέννησης. Οι τελευταίοι βίωσαν μια σοβαρή κρίση συνείδησης τουλάχιστον στην αρχή της σταδιοδρομίας τους: καλούμενοι να συμβιβάσουν δύο αντιφατικά πλέον, σύμφωνα με τις νέες ιδεολογικές επιταγές, δεδομένα, δηλαδή τη βουλγαρική τους καταγωγή με την ελληνική τους κουλτούρα, αμφιταλαντεύτηκαν αρχικά μπροστά στο κρίσιμο δίλημμα της επιλογής εθνικής ταυτότητας, πριν τα πατριωτικά τους αισθήματα υπερισχύσουν τελικώς και μετεξελιχθούν σε εθνικά.


Ο Σελιμίνσκι συγκαταλέγεται επίσης μεταξύ των λογίων που αμφισβήτησαν τη σπουδαιότητα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και προσπάθησαν να την υποβαθμίσουν. Σύμφωνα λοιπόν με τη δική του αναπαράσταση των γεγονότων λίκνο του πολιτισμού υπήρξε η Ασία. Από την Κίνα, την Ινδία, την Περσία, τη Φοινίκη και την Ιουδαία η θρησκεία, η μυθολογία, η ποίηση, το δίκαιο, η πολιτική οργάνωση, οι τέχνες και οι επιστήμες μεταλαμπαδεύτηκαν στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας. Επομένως, οι Έλληνες δεν ήταν οι διαφωτιστές των Ευρωπαίων, αλλά αποτέλεσαν απλώς τη γέφυρα για τη μετάδοση των φώτων της Ανατολής στη Δύση. Μ’ αυτό το σκεπτικό ο Σελιμίνσκι κατηγορούσε τους Έλληνες ότι από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες του είχαν την τάση να οικειοποιούνται σημαντικές φυσιογνωμίες και επιτεύγματα άλλων λαών. Έτσι για παράδειγμα είχαν
ελληνοποιήσει τον Όμηρο που καταγόταν από τη Μικρά Ασία, τον Αριστοτέλη που ήταν Μακεδόνας, τους αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο, το Μάρκο Μπότσαρη και τον Κολοκοτρώνη κοκ.

Ο Σελιμίνσκι υποστήριζε επίσης ότι η βυζαντινή αυτοκρατορία δεν ήταν ελληνική. Περιλάμβανε εντός της επικράτειάς της πολλούς διαφορετικούς λαούς και ήταν η ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως προκύπτει από την επίσημη γλώσσα της, τα λατινικά. Πρόσθετε ακόμη ότι παρόλο που ο Ιησούς και 12 οι Απόστολοι ήταν Εβραίοι, τα ελληνικά επικράτησαν στις ανατολικές χριστιανικές εκκλησίες, επειδή ήταν της μόδας, όπως τα γαλλικά στη δική του εποχή, με αποτέλεσμα οι Ευρωπαίοι να αποκαλούν την ορθόδοξη εκκλησία ελληνική λόγω της γλώσσας και όχι λόγω της εθνικότητας.  Ο Σελιμίνσκι εξηγούσε επίσης ότι ο όρος Γραικός/γραικικός και κατ’ επέκταση Έλληνας/ελληνικός, ενώ αρχικά προσδιόριζε το λαό που κατοικούσε στο χώρο της σύγχρονής του Ελλάδας, δόθηκε κατόπιν στην ανατολική εκκλησία, αλλά και στη βυζαντινή αυτοκρατορία λόγω του θρησκεύματος.

Η πιο χαρακτηριστική όμως και ακραία απαξίωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού συνδέεται με έναν άλλον σημαντικό λόγιο, δημοσιογράφο και επαναστάτη της βουλγαρικής Αναγέννησης, τον Γκεόργκι Ρακόβσκι (1821-1867) και την προσπάθειά του να αναδείξει την αξία και την αρχαιότητα του βουλγαρικού έθνους. Ο Ρακόβσκι υποστήριξε ότι η περιοχή της Μεσοποταμίας και της Ινδίας ήταν η κοιτίδα της ανθρώπινης σοφίας από την οποία εμπνεύστηκαν στη συνέχεια οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς. Επινοώντας μάλιστα μια δική του ετυμολογία επιχείρησε να αποδείξει ότι η βουλγαρική γλώσσα ήταν η άμεση συνέχεια της σανσκριτικής και επομένως από αυτήν προήλθαν τόσο η ελληνική όσο και οι άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Με βάση αυτό το σκεπτικό ισχυρίστηκε ότι οι Βούλγαροι ήταν οι απευθείας απόγονοι των λαών της κεντρικής Ασίας και οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Ευρώπης.




Όσο αφορά τώρα τους βυζαντινούς και τη βυζαντινή αυτοκρατορία, ο Ρακόβσκι διευκρίνιζε ότι η τελευταία αποτελούνταν όχι μόνο από Έλληνες της Πελοποννήσου και των νησιών, αλλά και από πολλούς άλλους λαούς, -Ρωμαίους, Αρμένιους, εκχριστιανισμένους Εβραίους, καθώς και Βουλγάρους της Μακεδονίας και της Θράκης-, οι οποίοι συνενώθηκαν σε ένα κράτος από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο υπό την ονομασία Ρωμαίοι.32 Το ελληνικό στοιχείο όμως, κατά τη διάσπαση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προσπάθησε με κάθε τρόπο και κυρίως μέσω της θρησκείας να δημιουργήσει εχθρικές σχέσεις μεταξύ των δύο τμημάτων της και να επιβάλει τη γλώσσα του, ώστε να προωθήσει τη μεγάλη ιδέα του ‘πανελληνισμού’ από την οποία διαπνεόταν ήδη από την αρχαιότητα χωρίς όμως να έχει κατορθώσει να την πραγματοποιήσει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το Βυζάντιο, η Νέα Ρώμη όπως ονομάστηκε, οδηγήθηκε εξαιτίας των Ελλήνων σε εκκλησιαστική αντιπαράθεση με την Παλαιά Ρώμη, η οποία κατέληξε σε σχίσμα. Τελικά από το 10ο αιώνα οι Έλληνες κατάφεραν σταδιακά να
επικρατήσουν τα ελληνικά στη βυζαντινή αυτοκρατορία και να διαδώσουν έτσι ευκολότερα τον ‘πανελληνισμό’ με την επωνυμία Ρωμαίοι όμως,  με αποτέλεσμα να ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή στη διοίκηση του κράτους.

Ο Ρακόβσκι θεωρούσε λοιπόν ότι το Βυζάντιο είχε εξελληνιστεί και γι’ αυτό στις ιστορικές του μελέτες όταν αναφέρεται στους βυζαντινούς χρησιμοποιεί εναλλακτικά και τους όρους Έλληνες, Έλληνες και Ρωμαίοι, ελληνική βυζαντινή πλευρά, βυζαντινοί Έλληνες κτλ. Έτσι ανήγε τις πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Βυζαντίου και μεσαιωνικού βουλγαρικού κράτους σε Ελληνο-βουλγαρική διαμάχη από την οποία συμπέραινε ότι πήγαζε το μίσος και η αντιπάθεια μεταξύ των δύο λαών, αισθήματα τα οποία εξακολουθούσαν να τους διαπνέουν μέχρι την εποχή του, σύμφωνα με την εκτίμησή του.

Την άποψη για την ελληνικότητα του Βυζαντίου ενστερνίστηκε ένας ακόμη εξέχων διανοούμενος και πρωτεργάτης του βουλγαρικού εθνικού κινήματος, ο Λιούμπεν Καραβέλοφ (1834-1879), συνεπής υποστηρικτής του φεντεραλισμού, της αντικατάστασης δηλαδή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, έπειτα από μια από κοινού επιτυχημένη εξέγερση, από μια φιλελεύθερη ομοσπονδία των χριστιανικών λαών της Βαλκανικής, στην οποία κάθε μέλος κράτος -συμπεριλαμβανομένων αρχικά και των Ελλήνων- θα απολάμβανε εσωτερική αυτονομία. Ο Καραβέλοφ, εκτός από ένα αρκετά εκτενές κείμενο για την ιστορία των αρχαίων Ελλήνων, στο οποίο, σε αντίθεση με τους προηγούμενους δε διακρίνεται διάθεση
 υποτίμησής τους, δεν έγραψε ιστορικές μελέτες. Υπάρχουν όμως διάσπαρτες σύντομες αναφορές στο Βυζάντιο και στο μεσαιωνικό βουλγαρικό κράτος στα άρθρα του στις εφημερίδες Ελευθερία (Svoboda) και Ανεξαρτησία (Nezavisimost) τις οποίες εξέδιδε στο Βουκουρέστι την περίοδο 1869-1874. 




Παρότι λοιπόν ο Καραβέλοφ δεν ασχολήθηκε συγκεκριμένα με το θέμα της ταυτότητας της βυζαντινής αυτοκρατορίας, από τον τρόπο που αναφέρεται σ’ αυτήν προκύπτει ότι δεν αμφισβητεί τον ελληνικό της χαρακτήρα. Έτσι κάνει λόγο συνήθως για Έλληνες και μερικές φορές για Ρωμαιο-Έλληνες εννοώντας τους βυζαντινούς, ενώ συγχρόνως δίνει την εντύπωση ότι αποδέχεται την αντίληψη της
ελληνικής ιστοριογραφίας, η οποία στο μεταξύ είχε παγιωθεί, ότι το Βυζάντιο ήταν ελληνική αυτοκρατορία ή τουλάχιστον ότι το ελληνικό στοιχείο ήταν αυτό που κυριαρχούσε. Ταυτόχρονα όμως απέρριπτε ως εντελώς ανυπόστατη και γελοία την ελληνική επιχειρηματολογία ότι τα ιστορικά δίκαια των Ελλήνων όφειλαν να ληφθούν ως βάση για τις σύγχρονες εδαφικές τους διεκδικήσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Εν κατακλείδι Από τη διερεύνηση του θέματος προκύπτουν ορισμένες σημαντικές επισημάνσεις. Καταρχάς δεν παρατηρείται ταύτιση απόψεων ως προς τη θεώρηση του Βυζαντίου μεταξύ των Βουλγάρων διανοούμενων της Αναγέννησης, των οποίων οι ιστορικοί προβληματισμοί
εκτέθηκαν παραπάνω. Πάντως οι περισσότεροι συμφωνούν με τη διαπίστωση ότι επρόκειτο
 για ελληνική ή εξελληνισμένη αυτοκρατορία, ενώ ακόμη και όσοι την αμφισβητούν, θα
 μπορούσε να εκληφθεί ότι την αποδέχονται εν μέρει ή εμμέσως, καθώς δεν αρνούνται την
 επικράτηση της ελληνικής γλώσσας είτε στη διοίκηση (Απρίλοφ) είτε στην εκκλησία
(Σελιμίνσκι).


Το γεγονός ότι η ιδέα περί ελληνικότητας του Βυζαντίου είχε ήδη υιοθετηθεί από τον Παΐσιο Χιλανδαρινό πριν ακόμη αποκρυσταλλωθεί στην ελληνική ιστοριογραφία μας. Τις απόψεις του σχετικά με τη δημιουργία βαλκανικής ομοσπονδίας ο Καραβέλοφ τις διατύπωσε σε πολλά του άρθρα. Ενδεικτικά βλέπε: (Karavelov, Svoboda No 11, 13 Μαρτίου 1871). παραπέμπει στο ουσιαστικό ερώτημα που αφορά στους λόγους που οδήγησαν τους Βούλγαρους λόγιους στη διατύπωση της συγκεκριμένης ιστορικής εκδοχής. 

Ασφαλώς οι σπουδές τους σε ελληνικά σχολεία, έστω και σύντομες, η γενικότερη επαφή τους με την ελληνική παιδεία, καθώς και η επίδραση από την άμεση ή έμμεση γνώση του ελληνικού εθνικού αφηγήματος, ειδικά μετά το 1850, δεν πρέπει να παραγνωριστούν. Η εξήγηση αυτή όμως από μόνη της δεν είναι ικανοποιητική με δεδομένο μάλιστα ότι τα ιστοριογραφικά τους πονήματα υπηρετούσαν έναν εθνικό σκοπό, δηλαδή την ανάδειξη της ιδιαίτερης βουλγαρικής εθνικής φυσιογνωμίας. 

Συνεπώς τα κίνητρα της εν λόγω στάσης πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στο εθνικό πεδίο. Καταρχάς οι Βούλγαροι διανοούμενοι, εφόσον διαμορφώνουν τη δική τους εθνική αφήγηση με όρους συνέχειας, είναι λογικό να αντιλαμβάνονται και να αναπαριστούν με τον ίδιο τρόπο και το ιστορικό παρελθόν των άλλων λαών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον ήθελαν να αποδείξουν ότι οι Βούλγαροι αποτελούσαν ξεχωριστή εθνότητα με δική της κρατική υπόσταση στη μεσαιωνική περίοδο, έπρεπε να τους να διαχωρίσουν εθνικά και πολιτικά από τους γείτονές τους και κυρίως από το Βυζάντιο με το
οποίο βρίσκονταν σε διαρκή αντιπαλότητα. Επομένως αν το Βυζάντιο ήταν ο Άλλος δεν μπορούσε παρά να έχει ελληνική ταυτότητα λαμβανομένης υπόψη της γλώσσας και της κουλτούρας του, στοιχεία που θεωρούνταν ως βάση της εθνικής ταυτότητας. 

Έτσι η ανάγνωση αυτή ανήγε τον εθνικό, πολιτικό και εκκλησιαστικό διαχωρισμό των Βουλγάρων από τους Έλληνες στο Μεσαίωνα και ως εκ τούτου τον καθιστούσε μια αυτονόητη ιστορική πραγματικότητα και όχι μια επινόηση του 19ου αιώνα. Επιπλέον τροφοδοτούσε την επιχειρηματολογία του αγώνα για εκκλησιαστική ανεξαρτησία. Συγκεκριμένα οι Βούλγαροι αφενός μεν επικαλούνταν τα εκκλησιαστικά δίκαια του έθνους τους, δηλαδή την αυτοτέλεια των μεσαιωνικών τους εκκλησιών -των Πατριαρχείων Τιρνόβου και Αχρίδας-, οι οποίες κατά την εκτίμησή τους είχαν καταργηθεί αυθαίρετα από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, αφετέρου δε πρόβαλλαν το ακόλουθο σκεπτικό: το Πατριαρχείο, το οποίο είχε ελληνικό εθνικό χαρακτήρα, διόριζε ανώτερους κληρικούς ελληνικής καταγωγής στις βουλγαρικές περιοχές κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, δια μέσου των οποίων εκμεταλλευόταν και καταπίεζε με ποικίλους τρόπους τους Βουλγάρους, ενώ ταυτόχρονα ασκούσε πιέσεις για να τους εξελληνίσει και να αποτρέψει την εθνική τους ανάπτυξη.

Επομένως οι Βούλγαροι ως ξεχωριστό έθνος δικαιούνταν να απαιτήσουν την αποδέσμευσή τους από μια εκκλησιαστική αρχή, η οποία όχι μόνο ήταν ξένη προς αυτούς, αλλά και δεν ανταποκρινόταν στα χριστιανικά της καθήκοντα, και να ιδρύσουν εκκλησία σε εθνική βάση.



 


Από τα παραπάνω ιδεολογικά συμφραζόμενα απορρέουν και οι λόγοι της ενασχόλησης με το ελληνικό παρελθόν, πέραν του γεγονότος της μακρόχρονης συνύπαρξης Ελλήνων και Βουλγάρων, όπως υπογραμμίστηκε ήδη στην εισαγωγή της μελέτης. Αυτή συνδέεται επιπλέον με τους εξής παράγοντες ξεχωριστά ή και σε συνδυασμό μεταξύ τους: είτε με την επιθυμία σύγκρισης με το βουλγαρικό παρελθόν έτσι ώστε να προβληθεί το τελευταίο και να αναδειχθεί η ανωτερότητά του ή τουλάχιστον να εντοπιστούν οι τομείς και οι εκδηλώσεις στα οποία υπερείχε είτε με την πρόθεση να σκιαγραφηθεί η εικόνα του Έλληνα ως προαιώνιου αντίπαλου/εχθρού.




Βιβλιογραφία

Aprilov, Vasil: ‘Balgarskite Knizhnici ili Na Koe Slovensko Pleme Sobstvenno Prinadlezhi

Kirillovskata Azbuka;’(Βουλγαρικά Γράμματα ή σε ποια σλαβική φυλή ουσιαστικά

ανήκει το κυριλλικό αλφάβητο;). Στο: Mihail Arnaudov (Επιμ.), Sabrani Sachineniia

(Συλλογή Έργων). Sofia: Pridvorna Pecatnica 1940, 15-32.

Aprilov, Vasil: ‘Dennica novo-bolgarskago obrazovaniia’ (Αυγερινός της νέας βουλγαρικής

παιδείας). Στο: Mihail Arnaudov (Επιμ.), Sabrani Sachineniia (Συλλογή Έργων). Sofia:

Pridvorna Pecatnica 1940, 33-144.

Boneva, Vera: Balgarskoto Carkovnonacionalno Dvizhenie 1856-1870 (Η Βουλγαρική Εθνική

Εκκλησιαστική Κίνηση 1856-1870). Sofia: Za Bukvite 2010.

Boneva, Vera: Bazrazhdane: Balgariia i Balgarite v Prehod kam Novoto Vreme (Η

Αναγέννηση: Η Βουλγαρία και οι Βούλγαροι κατά τη Διάρκεια της Μετάβασης στη Νέα

Εποχή). Shumen: Universitetsko Izdatelstvo Episkop Konstantin Preslavski 2005.

Borshukov, Georgi: Istoriia na Balgarskata Zhurnalistika 1844-1877, 1878-1885 (Ιστορία της

βουλγαρικής δημοσιογραφίας 1844-1877, 1878-1885). Sofia: Izdatelstvo Paradoks &

Universitetsko Izdatelstvo “Sv. Kliment Ohridski” 2003.

Braude, Benjamin and Lewis, Bernard (Επιμ.): Christians and Jews in the Ottoman Empire.

Τόμος 1. New York: Holmes and Meier Publishers 1982.

Brubaker, Rogers: ‘The Manichean Myth: Rethinking the Distinction between ‘Civic’ and

‘Ethnic’ Nationalism’. Στο: Hanspeter Kriesi, Klaus Armingeon, Hannes Siegrist and

Andreas Wimmer (Επιμ.), Nation and National Identity. The European Experience in

Perspective. Purdue University Press 2004, 55-71.

Daskalov, Roumen: The Making of a Nation in the Balkans. Historiography of the Bulgarian

Revival. CEU Press 2004.

Fallmerayer, Jakob: Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters. Teil 1:

Untergang der peloponnesischen Hellenen und Wiederbevölkerung des leeren Bodens

durch slavische Volksstämme. Stuttgart 1830

Genchev, Nikolai: Balgarsko Vazrazhdane (Η Βουλγαρική Αναγέννηση). Sofia: Iztok Zapad,

1991.

Hobsbawm, Eric: Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα. Πρόγραμμα, Μύθος,

Πραγματικότητα. Αθήνα: Καρδαμίτσας 1994.

Iordachi, Constantin: ‘The Ottoman Empire. Syncretic Nationalism and Citizenship in the

Balkans’. Στο: Timothy Baycroft and Mark Hewitson (Επιμ.), What is a Nation?

Europe 1789-1914. Oxford University Press 2006, 120-151.

Karavelov, Liuben: ‘Za starite Garci’ (Για τους αρχαίους Έλληνες). Στο: Sabrani Sachineniia

(Συλλογή Έργων). Τόμος 12. (Επιμ.) Petko Toshev. Sofia 1992, 281-333.

Karavelov, Liuben: εφημερίδα Svoboda No 11, 13 Μαρτίου 1871.

Karavelov, Liuben: εφημερίδα Svoboda No 7, 17 Δεκεμβρίου 1869.

Karavelov, Liuben: εφημερίδα Svoboda Νο 47, 21 Οκτωβρίου 1870.

Karavelov, Liuben: εφημερίδα Svoboda Νο 8, 20 Φεβρουαρίου 1871.

Kitromilides, Paschalis: ‘The Enlightenment East and West: a Comparative Perspective on

the Ideological Origins of the Balkan Political Traditions’. Στο: Enlightenment,

Nationalism, Orthodoxy. Ashgate Variorum 1994, 51-70.

Konortas, Paraskevas: ‘From Ta’ife to Millet: Ottoman Terms for the Ottoman Greek

Orthodox Community’. Στο: Dimitri Gondicas and Charles Issawi (Επιμ.), Ottoman

Greeks in the Age of Nationalism: Politics, Economy, and Society in the Nineteenth

Century. The Darwin Press 1999, 169-179.

Konstantinova, Yura: ‘Myths and Pragmatism in the Political Ideology of Dr Ivan

Seliminski’. Στο: P. M. Kitromilides and Anna Tabaki (Επιμ.), Greek-Bulgarian

Relations in the Age of National Identity Formation. Athens: Institute for Neohellenic

Research 2010, 163-179.

Κουμπουρλής, Γιάννης: Οι Ιστοριογραφικές Οφειλές του Σπ. Ζαμπέλιου και του Κ.

Παπαρρηγόπουλου. Η Συμβολή Ελλήνων και Ξένων Λογίων στη Διαμόρφωση του

Τρίσημου Σχήματος του Ελληνικού Ιστορισμού. Αθήνα: ΕΙΕ 2012.

Μαραγκός, Βασίλειος: Παΐσιος Χιλανδαρινός και Σωφρόνιος Βράτσης. Από την Ορθόδοξη

ιδεολογία στη διάπλαση της βουλγαρικής ταυτότητας. Αθήνα: ΙΝΕ 2009.

Ματάλας, Παρασκευάς: Έθνος και Ορθοδοξία. Οι Περιπέτειες μιας Σχέσης. Από το

‘Ελλαδικό’ στο Βουλγαρικό Σχίσμα. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

2003.

Minkova, Liliana: Balgarski Vazrozhdenci v Rusiia (Βούλγαροι Εθνεγέρτες στη Ρωσία). Sofia:

Izdatelstvo ‘Karina-Mariana Todorova’ 2005.

Ναξίδου, Ελεονώρα: «Μια «βαλκανική» εκδοχή του Φιλελληνισμού: η περίπτωση του Ιβάν

Σελιμίνσκι». Πρακτικά του Διεθνούς Ιστορικού Συνεδρίου «Το ενδιαφέρον για την

Ελλάδα και τους Έλληνες», Θεσσαλονίκη: Ηρόδοτος 2014, 273-294.

Naxidou, Eleonora: ‘The Routes to the Bulgarian National Movement: Simultaneously

Homogenous and Polymorphous’. ADAM Akademi Sosyal Bilimler Dergisi 2 1(2012):

25-42.

Nikolov, Alexandar: ‘Patriotic and ‘Proto-National’ Motives in Late Medieval and Early

Modern Bulgarian Literature: The Contexts of Paisij Hilendarski’. Στο: Balazs

Trencsenyi and Marton Zaszkaliczky (Επιμ.), Whose Love of Which Country?

Composite States, National Histories and Patriotic Discourses in Early Modern East

Central Europe. Brill 2010, 611-628.

Nikov, Petar: Vazrazhdane na Balgarskiia Narod. Carkovno-Nacionalni Borbi i Postizheniia

(Η Αναγέννηση του Βουλγαρικού Έθνους. Εκκλησιαστικοί-Εθνικοί Αγώνες και

Επιτεύγματα) (τρίτη έκδοση). Sofia: Akademichno Izdatelstvo ‘Prof. Marin Drinov’

2008.

Paisii Hilendarski: ‘Istoria Slavianobolgarskaia’. Στο: Hristo Slavov (Επιμ.), Literatura na

Balgarskoto Vazrazhdane XVIII-XIX Vek. Tom Vtori. I Chast. Sofia: Izdatelstvo Misal

& Akademichno Izdatelstvo ‘Prof. Marin Drinov’ 2002, 11-84.

Παΐσιος Χιλανδαρινός: Σλαβοβουλγαρική Ιστορία. Μετάφραση και σχόλια Βαΐτσα Χάνη-

Μωϋσίδου. Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης 2003.

Rakovski, Georgi Stoikov: Sachineniia (Έργα). Τόμος III. (Επιμ.) Veselin Traikov. Sofia:

Balgarski Pisatel 1984.

Rakovski, Georgi Stoikov: Sachineniia (Έργα). Τόμος IV. (Eπιμ.) Svetla Giurova. Sofia:

Balgarski Pisatel 1988.

Sampimon, Janette: Becoming Bulgarian. Amsterdam: Pegasus 2006.

Seliminski, Ivan: ‘Balgarskiiat Carkoven Vapros’ (Το βουλγαρικό εκκλησιαστικό ζήτημα).

Στο: Elisabeta Pazheva (Επιμ.), Biblioteka Dr. Iv. Seliminski (Η Βιβλιοθήκη του

δόκτορα Ιβάν Σελιμίνσκι). Τόμος X. Sofia: Darzhavna Pechatnica 1929.

Seliminski, Ivan: ‘Drevnata Civilizaciia i Garcite’ (Ο Αρχαίος Πολιτισμός και οι Έλληνες).

Στο: Elisabeta Pazheva (Επιμ.), Biblioteka Dr. Iv. Seliminski (Η Βιβλιοθήκη του

δόκτορα Ιβάν Σελιμίνσκι). Τόμος XII. Sofia, Ministerstvo na Narodnoto Prosveshtenie

(χωρίς χρονολ.), 69-81.

Σφέτας, Σπυρίδων: «Η Εικόνα των Ελλήνων στο Έργο του Βούλγαρου Επαναστάτη και

διανοούμενου Georgi Rakovski». Πρακτικά ΚΒʹ′ __________Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου.

Θεσσαλονίκη 2002, 351-372.

Σκοπετέα, Έλλη: Το ‘Πρότυπο Βασίλειο’ και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του Εθνικού Προβλήματος

στην Ελλάδα (1830-1880). Αθήνα: Πολύτυπο 1988.

Smith, Anthony: The Ethnic Origins of Nations. Blackwell 2008.

Smith, Anthony: Εθνική Ταυτότητα. Αθήνα: Οδυσσέας 2000.

Σταματόπουλος, Δημήτρης «Από τα Μιλλέτ στις Μειονότητες στην Οθωμανική

Αυτοκρατορία του 19ου αιώνα: Ένας Αμφιλεγόμενος Εκσυγχρονισμός». Στο: Steven G.

Ellis, Gudmundur Halfdanarson, Ann Katherine Isaacs (Επιμ.), Πολίτες στην Ευρώπη.

Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο 2010, 441-472.

Σταματόπουλος, Δημήτριος: Το Βυζάντιο μετά το Έθνος. Το Πρόβλημα της Συνέχειας στις

Βαλκανικές Ιστοριογραφίες. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2009.

Sugar, Peter: ‘External and Domestic Roots of Eastern European Nationalism’. Στο: Peter

Sugar and Ivo John Lederer (Επιμ.), Nationalism in Eastern Europe. University of

Washington Press 1994, 3-54.__

Ελεονώρα Ναξίδου, επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Email: enaxidou@he.duth.gr

Πραγματοποίησε τις σπουδές της στα νεοσύστατα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια
βουλγαρικά σχολεία και κατόπιν σε ανώτερο επίπεδο κυρίως στη Ρωσία, αλλά και στη
Δυτική Ευρώπη.

Τα σχέδια Άτσεσον για την επίλυση του Κυπριακού (Αύγουστος 1964)

Μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την Κύπρο ή «πρόβα διχοτόμησης»;- Οι διαπραγματεύσεις, τα παρασκήνια και η τελική απόρριψη του σχεδίου Άτσεσο...