Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουρεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουρεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τυχερά τα άλογα, του Λουίτζι Πιραντέλλο

Ο στάβλος είναι εκεί, πίσω από την κλειστή πόρτα, αμέσως μετά την είσοδο της κατηφορικής χωριάτικης αυλής, με το φθαρμένο λιθόστρωτο και τη στέρνα στη μέση.

Η πόρτα έχει αρχίσει να σαπίζει· κάποτε ήταν πράσινη, τώρα έχει σχεδόν χάσει το χρωματισμό της, όπως το σπίτι, που έχει χάσει το κιτρινωπό χρώμα του σουβά και γι’ αυτό φαίνεται το πιο παλιό και το πιο άθλιο της περιοχής.



Σήμερα το πρωί, με την αυγή, η πόρτα έκλεισε απ’ έξω με έναν χοντρό σκουριασμένο σύρτη και το άλογο, που ήταν μες στο στάβλο, το έβγαλαν έξω και το άφησαν εκεί μπροστά, άγνωστο γιατί, χωρίς χαλινάρι, ούτε σέλα, ούτε δισάκι, χωρίς καν καπίστρι.

Στέκεται εκεί υπομονετικό, σχεδόν ακίνητο, αρκετές ώρες. Αισθάνεται, μέσα από την κλειστή πόρτα, τη μυρωδιά του στάβλου του εκεί κοντά, τη μυρωδιά της αυλής και μοιάζει πότε πότε, εισπνέοντάς την με τα ρουθούνια ορθάνοιχτα, ν’ αναστενάζει.

Με περίεργο τρόπο σε κάθε αναστεναγμό απαντά μία νευρική ανατριχίλα του δέρματος στην πλάτη, όπου υπάρχει το σημάδι από μια παλιά πληγή της σέλας.

Καθώς είναι ελεύθερα από κάθε εξάρτημα το κεφάλι και όλο του το σώμα μπορεί να δει κανείς πώς το κατάντησαν τα χρόνια: το κεφάλι, όταν το σηκώνει, έχει ακόμη κάτι το ευγενικό αλλά θλιμμένο· το κορμί του είναι για λύπηση· η ράχη όλο εξογκώματα· τα πλευρά του κοκαλιάρικα· τα λαγόνια του σουβλερά· η χαίτη του όμως πυκνή ακόμη και η ουρά του μακριά που μόλις έχει αρχίσει να μαδά.

Ένα άλογο που δεν μπορεί πια να προσφέρει τίποτα, για να πούμε την αλήθεια.

Τι περιμένει εκεί, μπροστά από την πόρτα;

Όποιος διαβάτης το βλέπει και ξέρει ότι το αφεντικό του έχει φύγει, παίρνοντας μαζί του όλη την οικοσκευή, για να πάει να ζήσει αλλού, σκέφτεται ότι ίσως κάποιος να έρθει, επιφορτισμένος από εκείνον, να το πάρει, παρόλο που, εγκαταλειμμένο μ’ αυτό τον τρόπο και απογυμνωμένο από κάθε τι, μοιάζει περισσότερο με ένα άλογο παρατημένο.

Μερικοί διαβάτες σταματούν για να το κοιτάξουν και κάποιος λέει ότι ήξερε πως το αφεντικό του, πριν φύγει, είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να το ξεφορτωθεί, προσπαθώντας στην αρχή να το πουλήσει, έστω και σε χαμηλή τιμή, έπειτα το πρόσφερε δώρο σε διάφορους, ακόμη και σ’ εκείνον, αλλά κανείς δεν το ήθελε, ούτε σαν δώρο, ούτε και ο ίδιος.

Να μην έτρωγε ένα άλογο..., αλλά τρώει. Και όσο για τις υπηρεσίες που μπορεί ακόμα να προσφέρει, έτσι γέρικο και κακομοιριασμένο που είναι, ας μη γελιόμαστε, νομίζετε ότι αξίζει τα έξοδα για το σανό ή και για λίγο άχυρο που θα του δώσει κανείς να φάει;

Να έχεις ένα άλογο και να μην ξέρεις τι να το κάνεις είναι μεγάλος μπελάς.

Πολλοί, για να το βγάλουν από τη μέση, προσφεύγουν σε δραστικά μέσα: το σκοτώνουν Μια σφαίρα τουφεκιού κοστίζει λίγο. Δεν πάει όμως όλων η καρδιά να το κάνουν.

Μένει να δούμε όμως εάν δεν είναι πιο σκληρό να το εγκαταλείπει κανείς έτσι. Βέβαια, το να το βλέπεις τώρα μπροστά στην κλειστή πόρτα ενός άδειου και

έρημου σπιτιού, το κακόμοιρο, είναι μεγάλος πόνος ψυχής. Έτσι σου ’ρχεται να πας να του πεις στο αυτί να μην κάθεται άδικα εκεί και περιμένει.

Να του είχε αφήσει τουλάχιστον μια τριχιά στο λαιμό για να το απομακρύνει κανείς κατά κάποιον τρόπο, τίποτα όμως. Είναι φανερό πως το χαλινάρι και τα λοιπά εξαρτήματα, εκείνα μάλιστα, βρήκε να τα πουλήσει, είναι χρήσιμα. Μπορεί να έκανε το ίδιο και οποιοσδήποτε το έπαιρνε, για να το αφήσει στη συνέχεια κι εκείνος γυμνό μες στη μέση κάποιου άλλου δρόμου.

Κοιτάτε, εντωμεταξύ, τις μύγες. Ε, εκείνες, δεν μπορείς να πεις, παρόλη την κακοτυχιά του, δεν το εγκαταλείπουν ποτέ. Και το κακόμοιρο το άλογο, εάν κάνει κάποια κίνηση είναι μόνο με την ουρά, για να τις διώξει, όταν αισθάνεται να το τσιμπούν πιο δυνατά, πράγμα που του συμβαίνει συχνά, τώρα που δεν έχει πια τόσο αίμα για να τους δώσει να ρουφήξουν με ευκολία.

Όμως κουράστηκε ήδη να στέκεται όρθιο και με κόπο διπλώνεται στα γόνατα για να αναπαυθεί καταγής, πάντα με το κεφάλι στραμμένο προς την πόρτα.

Δεν μπορεί να φανταστεί ότι είναι ελεύθερο.

Μα βέβαια, ένα άλογο, όταν έχει πραγματικά την ελευθερία του, είναι ικανό να σχηματίσει μιαν ιδέα γι’ αυτήν; Την έχει και την απολαμβάνει, χωρίς να το σκέφτεται. Όταν του την στερούν, στην αρχή από ένστικτο αντιδρά, έπειτα, αφού εξημερωθεί, συμβιβάζεται και προσαρμόζεται.

Ίσως εκείνο, γεννημένο σε κάποιον στάβλο, δεν υπήρξε ποτέ ελεύθερο. Μπορεί όταν ήταν μικρό και το άφηναν στην εξοχή να βόσκει στα λιβάδια. Αυτή όμως ήταν ελευθερία κατ’ όνομα, μέσα σε λιβάδια περιφραγμένα. Και εάν υποθέσουμε ότι έβοσκε εκεί, τι αναμνήσεις μπορεί να έχει;

Μένει εκεί, καταγής, μέχρι που η πείνα το σπρώχνει να ξανασηκωθεί με μεγαλύτερο κόπο και αφού από εκείνη την πόρτα, ύστερα από τόση αναμονή, δεν ελπίζει πια σε καμιά βοήθεια, γυρίζει το κεφάλι για να κοιτάξει πλάι το δρόμο που οδηγεί στο χωριό. Χλιμιντρίζει. Σκάβει το έδαφος με την οπλή. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο. Πρέπει όμως να έχει πεισθεί ότι είναι άδικος κόπος, επειδή ύστερα από λίγο ξεφυσά και κουνά το κεφάλι· έπειτα, αβέβαιο, κάνει κάποια βήματα.

Τώρα είναι περισσότεροι οι περίεργοι που το παρατηρούν.

Ακόμα και στην ύπαιθρο, όπου είναι καλλιεργημένη, δεν επιτρέπεται ένα άλογο να πηγαίνει ελεύθερο, σκεφτείτε εάν αυτό μπορεί να γίνει μέσα σε κατοικημένη περιοχή, όπου υπάρχουν γυναίκες και παιδιά.

Ένα άλογο δεν είναι όπως ένα σκυλί που μπορεί να μείνει χωρίς αφεντικό και όταν γυρίζει στους δρόμους κανείς δεν νοιάζεται. Ένα άλογο είναι ένα άλογο· και εάν δεν το ξέρει, το ξέρουν οι άλλοι που το βλέπουν να έχει ένα σώμα πολύ πολύ πιο μεγάλο από έναν σκύλο, ογκώδες, ένα σώμα που δεν μπορεί ποτέ να εμπνεύσει πλήρη εμπιστοσύνη και από το οποίο όλοι φυλάγονται, επειδή ξαφνικά, ποτέ δεν ξέρει κανείς, μπορεί να δώσει καμιά απρόβλεπτη κλοτσιά. Κι έπειτα τα μάτια του μ’ εκείνο το ασπράδι που μερικές φορές φαίνεται αγριωπό και αιμάτινο· μάτια μεγάλα που καθρεφτίζουν τα πάντα, μάτια με τη ζωηράδα αναλαμπής, που κανείς δεν καταλαβαίνει, μιας ζωής πάντα μες στην αγωνία, που μπορεί να τρομάζει με το τίποτα.

Δεν τα αδικούμε, αλλά δεν είναι τα μάτια ενός σκύλου αυτά, ανθρώπινα, που ζητούν συγχώρεση ή λύπηση, που ξέρουν ακόμη και να προσποιούνται, με κάτι βλέμματα στα οποία η δική μας υποκρισία δεν έχει τίποτα να διδάξει.

Μες στα μάτια ενός αλόγου βλέπεις τα πάντα, αλλά δεν μπορείς να διαβάσεις τίποτα.

Είναι αλήθεια ότι το άλογο αυτό, έτσι που έχει καταντήσει, δεν μοιάζει να είναι επικίνδυνο για κανέναν. Γιατί όμως ν’ ανακατευθεί κανείς;

Ας πάει στο καλό. Εάν κάποιος ενοχλείται, θα φροντίσει εκείνος να το μετακινήσει, να το διώξει ή θα φροντίσουν οι χωροφύλακες.

Παιδιά, μην πετάτε πέτρες! Δεν βλέπετε ότι δεν έχει πια τίποτα επάνω του; Έτσι ελεύθερο και λυμένο που είναι, εάν το βάλει στα πόδια, ποιος θα το συγκρατήσει;

Καλύτερα να δούμε με την ησυχία μας πού πάει.

Να, πρώτα σ’ έναν εκεί πέρα που φτιάχνει ζυμαρικά και τ’ απλώνει να στεγνώσουν έξω πάνω σε κάτι τελάρα από δίχτυ ακουμπισμένα επάνω σε τρίποδα που τραμπαλίζουν.

Θεέ μου, εάν τα πλησιάσει θα τα ρίξει όλα χάμου.

Ο παραγωγός ζυμαρικών όμως τρέχει έγκαιρα για να το συγκρατήσει και το διώχνει μακριά. Να παρ’ η οργή, τίνος είναι αυτό το άλογο;

Τα αλητάκια δεν κρατιούνται άλλο, το παίρνουν από πίσω φωνάζοντας και γελώντας.

-Ένα άλογο που το ’σκασε;

-Όχι, εγκαταλειμμένο.

-Πώς εγκαταλειμμένο;

-Έτσι. Το άφησε το αφεντικό του. Ελεύθερο.

-Ώστε έτσι; Ένα άλογο, λοιπόν, που κάνει βόλτα για το κέφι του μες στους δρόμους του χωριού;

Για έναν άνθρωπο θα λέγαμε ότι είναι τρελός. Για ένα άλογο όμως τι να πει κανείς; Ένα άλογο το μόνο που ξέρει είναι ότι πεινάει. Τώρα, πιο κει απλώνει το μουσούδι του σ’ ένα πανέρι με χορταρικά, εκτεθειμένο ανάμεσα σε άλλα μπροστά στο μαγαζί ενός μανάβη.

Το έδιωξαν με τις κλωτσιές και από εκεί.

Είναι συνηθισμένο στα χτυπήματα και θα τα δεχόταν ήρεμα, εάν μετά το άφηναν να φάει. Αλλά δεν θέλουν με κανένα τρόπο να το αφήσουν να φάει. Όσο περισσότερο κάνει υπομονή, για να τους δείξει ότι δεν το πειράζει που το δέρνουν, τόσο περισσότερο αυτοί του στρίβουν το λαιμό για να το κρατήσουν μακριά από εκείνο το ωραίο πανέρι με τα χορταρικά. Και η επιμονή του προκαλεί τα γέλια. Μα χρειάζεται τόσο πολύ μυαλό για να καταλάβει κάποιος ότι εκείνα τα χορταρικά βρίσκονται εκεί, μες στο πανέρι, για να πουληθούν σε όποιον θέλει να τα φάει; Είναι τόσο απλό. Κι επειδή το άλογο δείχνει να μην το καταλαβαίνει, ξεσπούν ξεδιάντροπα γέλια.

Το ζώον! δεν έχει ούτε μια σταλιά άχυρο να φάει και θέλει και χορταρικά.

Κανείς δεν φαντάζεται ότι ένα ζώο, από τη μεριά του, μπορεί να έχει μια διαφορετική θεώρηση του πράγματος, πολύ πιο απλή στην πραγματικότητα. Τι να γίνει όμως;

Και το άλογο φεύγει, με όλα τα αλητάκια να το ακολουθούν, τα οποία, μετά τα δείγματα που έδωσε ότι μπορεί να δέχεται ήσυχα τα χτυπήματα, δεν συγκρατιούνται πλέον. Το τριγυρίζουν κάνοντας μια διαβολεμένη φασαρία, τόσο που το άλογο κάποια στιγμή σταματά ζαλισμένο, σα να ψάχνει τρόπο να δώσει τέλος στην ιστορία. Σπεύδει ένας ηλικιωμένος για να πει στα αλητάκια πως δεν αστειευόμαστε με τα άλογα.

-Να, βλέπετε;

Τα λόγια έχουν κάποια επίδραση για λίγο. Τα αλητάκια αρχίζουν πάλι να ακολουθούν το άλογο από κάποια απόσταση. Πού πάει;

Προχωρά εμπρός. Χωρίς να τολμά πλέον να πλησιάζει άλλα μαγαζιά, περνάει όλο το δρόμο του χωριού ως την κορυφή του λόφου κι εκεί που αυτός αρχίζει να κατεβαίνει, χωρίς σπίτια πια ένα γύρω, σταματά αναποφάσιστο.

Είναι φανερό πως δεν ξέρει πλέον πού να πάει.

Σ’ εκείνο το σημείο του δρόμου φυσά λιγάκι και το άλογο σηκώνει το κεφάλι, σαν να θέλει να ρουφήξει τον αέρα και μισοκλείνει τα μάτια, ίσως γιατί μυρίζει τη χλόη που βρίσκεται μακριά, στους αγρούς.

Μένει εκεί ακίνητο πολλή ώρα, έτσι με τα μάτια μισόκλειστα και με το τσουλούφι του να το κινεί ελαφρά ο αέρας επάνω στο δυνατό μέτωπό του.

Ας μη συγκινηθούμε όμως. Μην ξεχνάμε την τύχη που έχει εκείνο το άλογο, όπως οποιοδήποτε άλλο: την τύχη να είναι άλογο.

Εάν τα πρώτα αλητάκια κουράστηκαν τελικά να στέκονται να το κοιτάζουν και έφυγαν, άλλα, πολύ περισσότερα, αποτελούν τώρα τη χαρούμενη ακολουθία του, ενώ βραδιάζει και έρχεται, ποιος ξέρει από πού, σαν να είναι η πρώτη φορά, παράξενα διεγερμένο από μία μεθυστική ανυπομονησία εξαιτίας της πείνας που νιώθει και με το κεφάλι ψηλά πηγαίνει στη μέση του κεντρικού δρόμου του χωριού και στέκεται εκεί χτυπώντας με την οπλή του το σκληρό λιθόστρωτο σαν να θέλει να πει: σας διατάζω να μου φέρετε αμέσως κάτι να φάω εδώ, εδώ εδώ.

Σφυρίγματα, χειροκροτήματα, γέλια, φωνές κάθε είδους σηκώνονται από το πλήθος εξαιτίας αυτής της επιτακτικής χειρονομίας. Ο κόσμος έρχεται τρέχοντας, αφήνοντας τα τραπεζάκια του καφέ και τα μαγαζιά. Όλοι θέλουν να γνωρίσουν εκείνο το άλογο – που το έσκασε – που δεν το έσκασε – εγκαταλειμμένο - ώσπου δύο χωροφύλακες προχωρούν ανάμεσα στο πλήθος. Ο ένας αρπάζει από τη χαίτη το άλογο και το σέρνει πέρα, ενώ ο άλλος εμποδίζει τα αλητάκια να ακολουθήσουν, σπρώχνοντάς τα προς τα πίσω.

Αφού το οδήγησαν έξω από την κατοικημένη περιοχή, μετά τα τελευταία σπίτια και τα εργαστήρια, αφού πέρασε τη γέφυρα, το άλογο, που δεν κατάλαβε τίποτα, ένα πράγμα μόνο αντιλαμβάνεται: τη μυρωδιά της χλόης, αυτή τη φορά πολύ κοντινής, εκεί στην άκρη του δρόμου, μετά τη γέφυρα, που οδηγεί στην εξοχή.

Επειδή, ανάμεσα στις πολλές συμφορές που μπορούν να το βρουν κάτω από την εξουσία του ανθρώπου, ένα άλογο έχει τουλάχιστον πάντα αυτή την τύχη: να μη σκέφτεται τίποτα. Ούτε το ότι είναι ελεύθερο. Ούτε το πότε και πώς θα καταλήξει. Τίποτε. Θα το διώξουν από παντού; Θα το πετάξουν να τσακιστεί σ’ έναν γκρεμό;

Τώρα, προς το παρόν, τρώει το χόρτο στην άκρη του δρόμου. Το βραδάκι είναι γλυκό. Ο ουρανός γεμάτος άστρα. Αύριο βλέπουμε.

Δεν το σκέφτεται.

[1935]

Σουρεαλιστικό πάρτι, του Δημητρίου Ψαθά. Ραδιοφωνικό θέατρο

 Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

Αγαπητοί φίλοι απόψε θα κλείσουμε την φετινή καλοκαιρινή μας αναφορά στο έργο του σπουδαίου Πόντιου λογοτέχνη και θεατρικού συγγραφέα Δημητρίου Ψαθά, κάνοντας μια μικρή αναφορά στο Σουρεαλιστικό Πάρτι


Το εν λόγω έργο είναι ελάχιστα γνωστό σε σχέση με άλλα του Ψαθά, πλην όμως εξακολουθεί να παραμένει εμβληματικό.



Το Σουρεαλιστικό πάρτι θίγει με σπαρταριστό τρόπο τις δήθεν καλλιτεχνικές αναζητήσεις της "καλής κοινωνία;".

Πρόκειται για ένα δύσκολο έργο καθώς πρέπει να γίνει διαχείριση ενός κειμένου σουρεαλιστικού και ακατάληπτου ενδελεχώς μελετημένου, με εντυπωσιακές αλλαγές από το φιλικό στο σουρεαλιστικό αλλά και στο σχιζοφρενικό. 

Ο Ψαθάς μας έδωσε ένα ξεκαρδιστικό και πολυπρόσωπο πάρτι, το οποίο προκειμένου να διαβαστεί χρειάζεται δέκα ηθοποιούς. Πρέπει επίσης, από την εκάστοτε θεατρική ομάδα, να επιτευχθεί και μια ευτράπελη κορύφωση η οποία απογειώνει την παράσταση και το έργο.


Τι είναι όμως σουρεαλισμός;
Σουρεαλισμός είναι ένας τρόπος έκφρασης στον καλλιτεχνικό τομέα. Ο καλλιτέχνης είτε αντιδρά, είτε βρίσκεται αντιμέτωπος με μη πραγματικές καταστάσεις που χαρακτηρίζονται ως παράλογες ή υπερβολικές.

Ο σουρεαλισμός ως έννοια προέρχεται από τη γαλλική λέξη sur που σημαίνει πάνω από και τη λέξη realisme που σημαίνει ρεαλισμός.


Δηλαδή το νόημα είναι ότι η κατάσταση είναι πάνω από την πραγματικότητα (εκτός πραγματικότητας). Ο σουρεαλισμός ονομάζεται και υπερρεαλισμός.

Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η έννοια του σουρεαλισμού μπορούμε να αναφερθούμε σε μία ελληνική ταινία με τον αγαπημένο ηθοποιό Θανάση Βέγγο.

Ο πρωταγωνιστής εκπαιδεύεται ως πράκτορας και πυροβολεί έναν στόχο. Επειδή όμως αστοχεί ξαφνικά βγαίνει στον στόχο η φιγούρα του καραγκιόζη να χορεύει.

Όταν ο πρωταγωνιστής αναρωτιέται τι συμβαίνει η απάντηση είναι ότι αφού βαράς στο γάμο του καραγκιόζη (μια έκφραση που σημαίνει ότι αστόχησες).

Αυτό είναι μια σουρεαλιστική σκηνή καθώς δεν μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα.

Με γνώμονα τους κανόνες του σουρεαλισμού ο Ψαθάς συνέθεσε αυτό το πρωτότυπο και ενδιαφέρον έργο.


Το έργο μπορείτε να το ακούσετε εδώ:

http://isobitis.com/theatro1/?p=536


Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

Η Σιωπή, του Ίγκμαρ Μπέργκμαν. Ραδιοφωνικό Θέατρο

Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

  Φίλες και φίλοι, απόψε, θα σας παρουσιάσω το έργο του Ίγκμαρ Μπέργκμαν Η Σιωπή (Tystnaden). Πρόκειται για ένα από τα πιο αινιγματικά έργα του Σουηδού σκηνοθέτη.


                             



  Η Σιωπή γυρίστηκε το 1962 και ανέβηκε στη Μεγάλη Οθόνη το 1963. Η ταινία έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία της κινηματογραφικής εταιρίας Svensk Filmindustrie μέχρι τότε. Το ρεκόρ της κατέρριψε το 1973 μια άλλη ταινία του Μπέργκμαν, η Σκηνές από έναν γάμο. Κατά τη διάρκεια προβολής της ταινίας στη Σουηδία, το Νοέμβριο 1963, η θρυλική ιταλική ποδοσφαιρική ομάδα AC Milan ήρθε στη Στοκχόλμη να παίξει φιλικό αγώνα με τη IFK Norrköping. Έχουν ακουστεί τόσο πολλά για τη Σιωπή ώστε όλη η ομάδα έσπευσε στο κινηματογράφο να δει την περιβόητη ταινία. Ο Σουηδός προπονητής τους Νίσσε Λιεντχόλμ (Nisse Liedholm) τους έκανε διερμηνεία. 

  Στην Αργεντινή ο διανομέας της ταινίας Juan Antonio Muruzeta καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκισης με αναστολή γιατί οι δικαστές θεώρησαν ότι η ταινία περιέχει τουλάχιστον τρεις σκηνές "προσβλητικές ακόμα και για το πιο ανοιχτόμυαλο κοινό". Ο εφευρετικός επιχειρηματίας όμως δεν πτοήθηκε και οργάνωσε την προβολή της Σιωπής στην πόλη Κολόνια του Ουρουγουάη, μόλις 30 χλμ μακριά από το Μπουένος Άιρες. Εκεί η ταινία εγκρίθηκε για προβολή σε πλήρης έκδοση. Στους Αργεντινούς θεατές, λοιπόν, προτάθηκε μία ειδική προσφορά που περιλάμβανε ταξίδι με φέριμποτ μέχρι την Κολόνια και εισιτήριο για την προβολή της ταινίας.


                              


  Το έργο δε συνίσταται, γενικά, για νέους και παιδιά κάτω των 16 ετών. Η Σιωπή ήταν από τις πιο πρωτοποριακές δουλειές του Ίγκμαρ Μπέργκαν. Το ψυχολογικό αυτό δράμα, έχει κάποιες σκηνές που θεωρήθηκαν τολμηρές για την εποχή τους. Σίγουρα επρόκειτο για έργο-σκάνδαλο το οποίο προκάλεσε δέος. Μελωδίες του Μπαχ, ωμή σεξουαλικότητα και ρεαλιστικός θόρυβος συνθέτουν μια όπερα εσωτερικού τρόμου.

  Το τραγικό της ανθρώπινης ύπαρξης, έρχεται στο φως, μέσα από αυτό το μεγάλο σε συναισθηματικό πλούτο έργο. Έργο κομβικής σημασίας στη δημιουργία του καλλιτέχνη κορυφώνει μια ανεπίσημη τριλογία για την απουσία του θεού. Από την αρχή, διαφορετικοί χαρακτήρες συγκρούονται με ολέθρια ένταση.
  
 Η ταινία «Σιωπή» διακρίθηκε το 1964 και απέσπασε τρία βραβεία Guldbagge: καλύτερης ερμηνείας (Ίνγκριντ Τούλιν), καλύτερης σκηνοθεσίας (Ίνγκμαρ Μπέργκμαν) και καλύτερης ταινίας.




                           



Ίνγκμαρ Μπέργκμαν / Ingmar Bergman (14 Ιουλίου 1918 - 30 Ιουλίου 2007)

  Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και πιο διακεκριμένους καλλιτέχνες στον κόσμο. Κάθε ταινία του ήταν γεγονός αναμενόμενο και όλοι μεταχειρίζονταν τον χαρακτηρισμό αριστούργημα για κάθε νέα του ταινία. Παράλληλα, ήταν κι ένας απίστευτα παραγωγικός σκηνοθέτης. Το σύνολο του έργου του εμφανίζεται ως μια συνεχής ερώτηση, που συχνά δεν έχει απάντηση, σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την παρουσία ή απουσία του Θεού. Η αγωνία της έλλειψης επικοινωνίας, η ασάφεια και η διπροσωπία της ανθρώπινης φύσης, η μοναξιά χωρίς πιθανότητες υπερβάσεως σε ένα κόσμο γεμάτο προσποίηση, η σιωπή και η ντροπή, είναι σταθερά στοιχεία, σχεδόν σε κάθε του ταινία.

  Κληρονόμος της σκανδιναβικής κινηματογραφικής παράδοσης (Στίλλερ, Σγιόστρομ, Ντράγιερ) και βαθιά επηρεασμένος από την σκέψη του Κίρκεγκωρ, Μπερντιάεφ, τον υπαρξισμό και τις ψυχαναλυτικές θεωρίες (Φρόυντ, Γιούνγκ), ο Μπέργκμαν δίνει βάρος όχι τόσο στην κοινωνία ή στην ιστορία, όσο στο ίδιο το άτομο. Ίσως γι' αυτό τα πιο χαρακτηριστικά έργα του είναι σκληρά, αλλά πάντα ρεαλιστικά.

  Ευγενή δοκίμια για το ρόλο της ανθρωπότητας σ' έναν αλλοτριωμένο κόσμο. Με το έργο του, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αναδιατύπωσε τα μεγάλα ερωτήματα γύρω από την ανθρώπινη συνθήκη, αλλάζοντας για πάντα τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το Σινεμά.

  «Υπάρχει πάντα μια διαρκής πάλη μέσα μου, ανάμεσα στην ανάγκη μου να καταστρέψω και στη θέλησή μου να ζήσω. Κι αυτό δημιουργεί μία εσωτερική ένταση που κυριαρχεί και στον τρόπο που δημιουργώ και στην υλική μου ύπαρξη. Κάθε πρωί ξυπνώ με μια καινούρια οργή, μια καινούρια καχυποψία, μια καινούρια λαχτάρα για τη ζωή» - Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (14 Ιουλίου 1918 - 30 Ιουλίου 2007).


Στην Ελλάδα.

  Στην Ελλάδα, το έργο διασκευάστηκε σε έκδοση ραδιοφωνικού θεάτρου, σε μετάφραση Ροζίτας Σώκου, με πρωταγωνίστριες τις Όλγα Τουρνάκη και Ρεγγίνα Καπετανάκη. Το σύντομο Φεστιβάλ Bergman που πραγματοποίησε η εκπομπή «Από τη Μεγάλη Οθόνη στο Μικρόφωνο», έκλεινε με τη μετάδοση της ραδιοφωνικής μεταφοράς του σεναρίου της ταινίας Η Σιωπή. Μια από τις πιο αινιγματικές ταινίες του κορυφαίου Σκανδιναβού σκηνοθέτη γυρισμένη το 1962, χρονιά κατά την οποία η ταινία «Μέσα από το σπασμένο Καθρέφτη» απέσπασε το βραβείο Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Η Σιωπή προβλήθηκε το 1963 προκαλώντας κοινό και κριτικούς ενώ παράλληλα τιμήθηκε με σημαντικά ευρωπαϊκά βραβεία.

  Σύμφωνα με τα στοιχεία του Αρχείου Θεάτρου η ηχογράφηση του 1976 χαρακτηρίστηκε ακατάλληλη, αποσύρθηκε και δεν μεταδόθηκε ούτε στο πλαίσιο του φεστιβάλ, ούτε σε μετέπειτα εκπομπές, όπως προκύπτει και από το πρόγραμμα των ραδιοφωνικών εκπομπών στο τεύχος της Ραδιοτηλεόρασης, επομένως αυτή είναι η πρώτη μετάδοση της “τολμηρής” Σιωπής του Bergman με την οποία ολοκληρώνεται η αναμετάδοση του μίνι φεστιβάλ.




                            
                                      Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν








Η υπόθεση:

  Σε ένα τρένο που πάει σε άγνωστη κατεύθυνση ταξιδεύουν δύο αδερφές – η Έστερ και η Άννα και ο μικρός γιος της Άννας, Γιόχαν. Στο κουπέ επικρατεί σχεδόν απόλυτη σιωπή που διασπάται σπανίως από το διάλογο της Άννας με το γιό της. Το αγόρι βαριέται, όπως βαριέται και η μητέρα του. Η Έστερ είναι άρρωστη και όλη η εικόνα της εκπέμπει κούραση, φόβο θανάτου και ζήλια που νιώθει για την αδερφή της. Λόγω αρρώστιας της Έστερ οι ταξιδιώτες κατεβαίνουν σε ένα απροσδιόριστο Ευρωπαϊκό κράτος, σε μια πόλη που λέγεται Τιμόκα (εσθονική λέξη που σημαίνει "αυτός που ανήκει στο δήμιο").

  Καταλύουν σ' ένα ξενοδοχείο. Στους φαινομενικά άδειους διαδρόμους του ξενοδοχείου περιπλανιέται ο Γιόχαν μέχρι που βρίσκεται στο δωμάτιο των νάνων ηθοποιών, που τον ντύνουν κορίτσι και προσελκύουν σε ένα παράξενο παιχνίδι. Οι νάνοι και οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου μιλούν μια ακατανόητη για τους πρωταγωνιστές γλώσσα.





                                          


  Η Άννα περιπλανιέται στην άγνωστη πόλη, μέσα στην ασφυκτική καλοκαιρινή ατμόσφαιρα κάτω από τα βλέμματα των γύρω αντρών. Παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση όπου συμμετέχουν οι νάνοι από το ξενοδοχείο. Εκεί στο θέατρο συναντάει ένα ζευγάρι που κάνει έρωτα στα πίσω καθίσματα. Ύστερα γνωρίζει ένα σερβιτόρα στην καφετέρια. Έρχονται μαζί στο ξενοδοχείο και κάνουν έρωτα. Κρυφά το βλέπει και ο γιος της. Η Έστερ προσπαθεί να μάθει λεπτομέρειες της ερωτικής της περιπέτειας και τελικά καταλήγουν σε καβγά.



  Όταν η αδερφή της λείπει η Έστερ καπνίζει, πίνει, προσπαθεί να δουλέψει, κοιμάται. Μισεί όλο το κόσμο, την αδερφή και τον εαυτό της. Παρακολουθεί τη ζωή στην πόλη μέσα από το παράθυρο. Προσπαθεί να κερδίσει εμπιστοσύνη του ανιψιού της, αλλά μάταια. Ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο μπορεί να επικοινωνήσει κανονικά είναι ο υπάλληλος του ξενοδοχείου, στα χέρια του οποίου και παραμένει στο τέλος της ταινίας. Πιθανόν, ο σκηνοθέτης εννοεί το θάνατό της.

  Η Άννα και ο Γιόχαν συνεχίζουν το ταξίδι τους…




                         



Περαιτέρω στοιχεία για το έργο:

  Έχουμε να κάνουμε με ένα έργο γοητευτικό, μοντέρνο και προκλητικό, έργο που λειτουργεί σαν καθρέφτης στα βάθη του οποίου ο καθένας μπορεί να βρει τις δικές στου απαντήσεις.



Η αινιγματικότητα του έργου.

  Ο Σουηδός δημιουργός είχε προτείνει για το έργο τον τίτλο Η σιωπή του θεού. Αρνητικό αποτύπωμα. Δε θα γνωρίσουμε ποτέ γιατί οι δύο αδερφές φεύγουν, και που πηγαίνουν. Δε θα γνωρίσουμε ποτέ γιατί διαμένουν σε άγνωστη πόλη, όπου δε μιλιέται ούτε η αγγλική ούτε η σουηδική ούτε η γερμανική, και οι περαστικοί δεν ανταλλάσσουν κουβέντα μεταξύ τους. Δε θα μάθουμε ποτέ για ποια χώρα πρόκειται και γιατί υπάρχει πόλεμος.



Ο σουρεαλισμός.

  Αυτό το ατμοσφαιρικό και πεισιθάνατο ατμοσφαιρικό δράμα αγγίζει το σουρεαλιστικό θρίλερ. Το καταφέρνει η ψυχρή απειλητική ατμόσφαιρα του, που δομείται προοδευτικά και η ψυχολογική γύμνια των πρωταγωνιστών. Ο Μπέργκμαν μέσω των πρωταγωνιστών του ομολογεί τη σιωπή του θεού.

  Η Σιωπή είναι δομημένη στη δημιουργική ελευθεριότητα ενός ονείρου και τις απειλητικές προκλήσεις ενός εφιάλτη. Συνθέτει την την υπαρξιακή απόγνωση αριστοτεχνικά και με τόλμη.



Η ανθρώπινη ύπαρξη.

  Ο Ποιητής με την κάμερα, όπως χαρακτηρίστηκε ο Μπέργκμαν προσπάθησε να αναδείξει το μυστήριο, την έκταση και την ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, μέσα από μικρογραφίες της καθημερινότητας. Εστίαζε με εμονική σκέψη στις ανθρώπινες σχέσεις.

Η αδυναμία συνεννόησης και επικοινωνίας, η απομόνωση, η έλλειψη συναισθηματικής επαφής δεσπόζουν στη Σιωπή. Ο Θεός όχι μόνο παραμένει σιωπηλός, αλλά οποιαδήποτε αναφορά σε αυτόν είναι ολοκληρωτικά απούσα. Οι διάλογοι είναι λιγοστοί και η δραματουργική ουσία και κλιμάκωση έχει αραιώσει τόσο πολύ, που φτάνει σχεδόν στο σημείο εκμηδένισης. Ο αριθμός των πρωταγωνιστών παραμένει εξαιρετικά περιορισμένος, ενώ τα γεγονότα που παρακολουθούμε λαμβάνουν χώρα στο χρονικό διάστημα ενός εικοσιτετραώρου.


                               




  Θεματικά η ταινία δεν ξεφεύγει πολύ από τα κεντρικά μοτίβα που συναντήσαμε στις δύο προηγούμενες ταινίες: η μοναξιά, η αδυναμία επικοινωνίας, η αγωνία και ο φόβος του θανάτου είναι παρόντα και εδώ.

  Κύρια θέματα των ταινιών του Μπέργκμαν είναι: Η αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, η αντιπαράθεση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με το θεό, η αμφισβήτηση του τελευταίου, η ανάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων και κυρίως των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων και η αναζήτηση του νοήματος της ζωής.



Ο ρυθμός.

  Το έργο εξελίσσεται με αργό ρυθμό χωρίς εντάσεις και κορυφώσεις. Ανταμείβει το θεατή με την αισθητική της ποιότητας. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης είπε για την ταινία του: «Η αρχική μου ιδέα ήταν να κάνω μια ταινία που να υπακούει περισσότερο στους νόμους της μουσικής, παρά της δραματουργίας. Μια ταινία που να ενεργεί ρυθμικά. Τοποθετώντας όλα τα κομμάτια στη σωστή σειρά, σκέφτηκα περισσότερο από ποτέ με μουσικούς όρους.»



Θεολογική προσέγγιση.

Οι ανθρώπινες συγκρούσεις καλύπτουν το κενό ενός προτεσταντικού θεού που έχει σωπάσει οριστικά. Οι πρωταγωνιστές βασανίζονται από αυτό.

Οι ήρωες του Μπέργκμαν βασανίστηκαν από τη σιωπή του θεού στο πρώτο μέρος της τριλογίας (Μέσα από το σπασμένο καθρέπτη). Ύστερα ένοιωσαν την αγωνία και τα όρια που θέτει στην επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων η έλλειψη πίστης και ο εγωισμός (στους Κοινωνιστές). Στη Σιωπή βλέπουν να ξεθωριάζει ακόμη και η δυνατότητα της γλώσσας και να δημιουργεί κοινούς τόπους επικοινωνίας μεταξύ τους, τα πρόσωπα αναμετρούνται μόνο με τα δικά τους όρια, το σκοτάδι και τη σιωπή.

  Η θεϊκή σιωπή θα πέσει τελικά βαριά πάνω στις ατελείς και απελπισμένες ανθρώπινες υπάρξεις του έργου, με αποτέλεσμα να χαθεί η επικοινωνία και να κυριαρχούν μέσα τους το μίσος και η ζήλια.

  Συναισθηματική ερήμωση, έλλειψη πίστης, απουσία επικοινωνίας και εγωισμός σε ακραίο βαθμό χαρακτηρίζουν τον προτεσταντικό άνθρωπο. Ο Προτεστάντης απέχει έτη φωτός από τον Ορθόδοξο. Περιχαρακωμένος στον εαυτό του αισθάνεται μια θεϊκή σιωπή να τον καταβάλλει. Τα πρόσωπα αναμετριούνται με τα δικά τους όρια, με το σκοτάδι και τη σιωπή. Όλα αυτά δεσπόζουν στη θεματολογία του έργου.


                             






Πηγές:










Τρίτο Πρόγραμμα

Παυλίδης Γιώργος, H λογική της κινηματογραφικής φούγκας: Ingmar Bergman «H Τριλογία της Σιωπής»

Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη- Χειμερινό Φως – Η Σιωπή, Α.Π.Θ. Φιλοσοφική Σχολή, Θεσσαλονίκη 2012.

Μετάφραση: Ροζίτα Σώκου
Ραδιοσκηνοθεσία: Γιώργος Χριστοδουλάκης
Μουσική επιμέλεια: Αρίστη Γεωργοπούλου
Επιμέλεια ήχων: Γίτσα Βαλμά
Ρύθμιση ήχου: Γρηγόρης Γίγας

Παίζουν οι ηθοποιοί:
Χρήστος Πολίτης- αφηγητής,

Όλγα Τουρνάκη-Έστερ,

Ρεγγίνα Καπετανάκη-Άννα,

Σταμάτης Φασουλής-Γίοχαν,

Δημήτρης Πουλικάκος- καμαριέρης





                            
                            Ο Χρήστος Πολίτης στο ρόλο του αφηγητή.



                            
                            Η Όλγα Τουρνάκη στο ρόλο της Άννας.









Η μεταφορά έγινε από το κανάλι Ισοβιτης:

                          

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

Άγριες φράουλες, του Ίγκμαρ Μπέργκμαν. Ραδιοφωνικό Θέατρο

 Αγαπητοί φίλοι απόψε θα σας παρουσιάσω σε ραδιοφωνική διασκευή το αριστούργημα του σουηδού συγγραφέα Ίγκμαρ Μπέργκαν: Άγριες φράουλες. Πρόκειται για ένα έργο που άφησε το αποτύπωμα του ως μεγάλο αριστούργημα ειδικά στη μεγάλη οθόνη της ¨Έβδομης¨ τέχνης.



Ο πρωτότυπος σουηδικός τίτλος είναι Smultronstaaldet και παραπέμπει στην τοποθεσία όπου φυτρώνουν οι άγριες φράουλες στη Σουηδία. Το καλοκαίρι η σουηδική γη είναι γεμάτη αγριοφράουλες, για τους Σουηδούς η λέξη Αγριοφράουλα έχει μεταφορική σημασία, σημαίνει καλοκαίρι. Ο Μπέργκμαν σημειωτέων γεννήθηκε και πέθανε κατακαλόκαιρο.

Ο Μπέργκμαν συνέγραψε το έργο σε ηλικία σαράντα περίπου ετών, έχοντας βιώσει ο ίδιος πια τις πρώτες του καλλιτεχνικές επιτυχίες. Ο συγγραφέας κοιτάζει με εντυπωσιακή διαύγεια το μεγάλο ταξίδι της ζωής, χαρτογραφεί και εικονογραφεί το μυαλό ενός ηλικιωμένου με εντυπωσιακή ωριμότητα. Οι Άγριες φράουλες μοιάζουν με ¨κύκνειο¨ άσμα συγγραφέα κι όμως έγιναν από την όρεξη και τον οίστρο ενός δημιουργού στο μέσο της καριέρας του.

Έργο λυτρωτικό, επιτάφιο μιας ζωής που αποτυπώνει μεγάλα ερωτήματα γύρω από την ανθρώπινη συνθήκη.

 

Η κινηματογραφική εκδοχή.

Οι Άγριες φράουλες υπήρξαν μία από τις σημαντικότερες ταινίες του κορυφαίου δημιουργού. Ήταν αναμφίβολα μία εμβληματική και σημαντική ταινία. Υποψήφια για Όσκαρ καλύτερου σεναρίου, τιμήθηκε με τη Χρυσή Άρκτο του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, και τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Πρωταγωνιστής ήταν ο πατέρας του σύγχρονου Σουηδικού Κινηματογράφου Βίκτορ Σέστρομ, που υποδύθηκε το ρόλο του καθηγητή, συμπρωταγωνίστρια του η Ίνκριντ Τάνλιν. Η ταινία σηματοδότησε τη διακοπή της καθωσπρέπει αφήγηση γεννώντας όλη αυτή την επίθεση σουρεαλισμού της δεκαετίας του 1960.



 


Η υπόθεση:

Ο ηλικιωμένος γιατρός Άιζακ Μποργκ , ταξιδεύει με το αυτοκίνητό του για την πόλη Λουντ, όπου θα τιμηθεί από το παλιό του πανεπιστήμιο για την 50χρονη καριέρα του και προσφορά. Στο ταξίδι τον συνοδεύει η έγκυος νύφη του Μαριάν , η οποία δεν τρέφει και τα ευγενέστερα των συναισθημάτων για τον εγωπαθή πεθερό της.

Στη διαδρομή, έπειτα και από έναν εφιάλτη που θα τον προβληματίσει, ο γιατρός θα συναντήσει διάφορα πρόσωπα που, συνειρμικά, θα τον φέρουν αντιμέτωπο με τα όνειρα του παρελθόντος και τις μνήμες μιας ζωής που έχει μείνει πίσω.

Πλέον το ταξίδι του θα μετατραπεί σε μια πνευματική πορεία συμφιλίωσης με το παρελθόν και τους οικείους του, με το υποσυνείδητο να συναντά τους φόβους, τις αυταπάτες και τις διαψεύσεις μιας ζωής, πετυχημένης κοινωνικά, αλλά ακυρωμένης ερωτικά και συναισθηματικά.

 

 


 

 

Περεταίρω στοιχεία για το έργο:

 

Προσφιλή θέματα του μεγάλου δημιουργού είναι οι σχέσεις του ζευγαριού, η ζωή η ευτυχία, οι αναμνήσεις, ο θάνατος, η παρουσία του θεού. Οι Άγριες Φράουλες είναι γεμάτες θαυμάσιες σκηνές δοσμένες με φαντασία και πρωτοτυπία. Σύνθετο έργο, με πλούσια φιλοσοφικά και ηθικά θέματα.

Το ταξίδι του καθηγητή μετατρέπεται σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης με το παρελθόν και τους οικείους του. Διαδρομή γεμάτη λάθη και επίπονες αντιφάσεις, η πορεία απογειώνεται από τη θεατρικότητα των διαλόγων του Μπέργκμαν, από τη συγκρατημένη δραματουργία που αποκαλύπτει μόνο όσα είναι απαραίτητα να ειπωθούν, και την εξαιρετική χρήση των εικόνων της σουηδικής ενδοχώρας. Το έργο είναι σίγουρα ανθρωποκεντρικό και όχι άμεσα κοινωνικό.

Το έργο ξεκινά με την παραδοχή μιας ανθρώπινης αποτυχίας, το φόβο του τέλους και το βάρος της μνήμης, για να ανθίσουν όλα αυτά σε έναν ύμνο της ζωής. Ο Μπέργκμαν δεν τρέφει ψευδαισθήσεις, η απόλυτη ευτυχία είναι ανέφικτη, η μοίρα του ανθρώπου προδιαγεγραμμένη, ο θάνατος αναπόφευκτος. Το μόνο που μένει είναι να συναντήσει κανείς το νόημα της εφήμερης ύπαρξης, να βρίσκεσαι, δηλαδή, σ’ αυτόν τον κόσμο για να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, να προφέρεις και να πάρεις χαρά. Εδώ έχουμε μια αναζήτηση των αέναων, και νομοτελειακά υπαρξιακών προβλημάτων που βασανίζουν τον άνθρωπο.

Ξεδιπλώνει με πειστικότητα τη μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου μπροστά στη θεϊκή εξουσία και την ορατή προοπτική του θανάτου. Μιλά για το θάνατο και μάλιστα «ζωή εν τάφο», την ίδια ώρα είναι αισιόδοξος. Τονίζει το «ποτέ δεν είναι αργά»,. Κρίνει ταυτόχρονα τη νοοτροπία των συμπατριωτών του και το τέλμα που αυτή μπορεί να οδηγήσει. Βλέπει στα νιάτα της εποχής του τραγούδια, χαρά, πάθος για ελευθερία και έρωτα, αντίθετα με τις νεκροφόρες και τον άκρατο προτεσταντισμό του παρελθόντος.

Το καλοκαίρι εμφανίζεται ως διάστημα στο οποίο οι αισθήσεις αφήνονται να εξαγνίσουν το πνεύμα από τις αγωνίες του, ένα αντίδοτο της φύσης στο προτεσταντικό δηλητήριο της ενοχής. Ο Μπέργμαν, με πνεύμα ίσως ορθόδοξου, αντιμάχεται στον «αστυνομικό» πολιτισμό της θρησκείας του Προτεσταντισμού, η ηθική ως ενσταλαγμένη, ιδρυτική της προσωπικότητας έκφραση της θεϊκής βούλησης. Η ενοχή στίγμα της βάναυσης προτεσταντικής θεϊκής παρουσίας, στέκει εμπόδιο συχνά αξεπέραστο στην έφεση του ανθρώπου να διηθήσει το ¨εγώ¨ στο ¨εμείς¨ με φυσικό επακόλουθο τη μόνωση, την αποκοπή από τις σχέσεις, την αυτοαναίρεση. Επιχειρείται μια ειλικρινής καταγραφή αντίρροπων δυνάμεων που μπορούν να διαλύσουν ή να συσφίξουν κάθε μορφής σχέση. Το έργο ταιριάζει σε θερινή προβολή, μια νότα δροσιάς υπό το ζεστό φως των αστεριών…





Οι τεταμένες σχέσεις γονιών και παιδιών και οι χαμένες δυνατότητες της νιότης παραμένουν στο επίκεντρο του έργου και το ανάγουν σε κάτι πολύ πιο πανανθρώπινο και οικουμενικό, ξεπερνώντας έτσι τα όρια της προσωπικής αφήγησης. Ο Μπέργκμαν παραδέχθηκε ότι αρχικά ο χαρακτήρας του Μποργκ αποτέλεσε μια προσπάθεια του να δικαιολογήσει τη στάση του απέναντι στους γονείς του. Το έργο αποκτά μια απρόσμενη δύναμη, είναι αυτή η αισιόδοξη στάση σε λάθη και επίπονες αποφάσεις του Μπέργμαν σε όλες τις σχέσεις σε κρίση. Η Μάριαν όταν μιλά ειλικρινά στον πεθερό της, η συνειδητοποίηση μοιάζει ικανή να τον μετατρέψει σε ένα διαφορετικό καινούριο άνθρωπο. Όταν τα σκληρά λόγια μοιάζουν ικανά να διαλύσουν για πάντα μια εύθραυστη σχέση, οι σωστές λέξεις έχουν τη δύναμη να γιατρέψουν τις πληγές και να βάλουν στη σωστή πορεία, έστω και καθυστερημένα,  μια σειρά από ευτυχείς συγκυρίες.

Κυρίαρχο το θέμα της μοναξιάς στο έργο, και εκφράζεται μέσα από τον κεντρικό ήρωα, ένα πρόσωπο διφορούμενο και αντιφατικό. Η μοναξιά είναι στενά συνδεδεμένη με το θέμα του θανάτου. Ο Μποργκ είναι άλλοτε είναι πρόσωπο άλλοτε συμπαθητικό και άλλοτε αντιπαθητικό, συχνά εγωιστικό, σύμφωνα με τον τρόπο που τον αντιμετωπίζουν ή και που αντιμετωπίζει ο ίδιος τα άλλα πρόσωπα γύρω του.

Το έργο κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό ή το φαντασιακό, συνδυάζοντας τους διαλόγους με την αφήγηση «off» χωρίς να δημιουργούνται χάσματα. Ο Μπέργκμαν αντιμετωπίζει με δεξιοτεχνία τις σκηνές του. Πολλές σκηνές μας έμειναν αξέχαστες, όπως η σκηνή του ονείρου του Μποργκ που θυμάται «φλας μπακ» τη νεανική του ζωή. Τα όνειρα έχουν απίστευτα συμβολική χρήση, μέσα από αυτή ο Μπέργκμαν θέλει να δείξει ότι ο ήρωας αναρωτιέται αν έχει ζήσει σωστά τη ζωή του, αν έπραξε σωστά το επάγγελμα του, αν είχε την κατάλληλη συμπεριφορά απέναντι στη γυναίκα του και το γιο του, αν φέρθηκε εν τέλει καλά στον ίδιο του τον εαυτό. Συναντά με το υποσυνείδητο φόβους, διαψεύσεις και αυταπάτες μιας ζωής επιτυχημένης κοινωνικά αλλά ακυρωμένης ερωτικά και συναισθηματικά.  Οι επιρροές της σκηνής άμαξας-φάντασμα στις ονειρικές ή μάλλον εφιαλτικές σκηνές που μαρτυρούν τι βασανίζει τον ηλικιωμένο γιατρό Άιζακ Μποργκ. Μόνιμη επίσης η θεματική του γάμου, ο ήρωας αναλογίζεται τη χαμένη αγάπη του παρελθόντος, για να αντιμετωπίσει άλλη μια φορά τη μνήμη του αποτυχημένου του γάμου.

Η φύση αναλαμβάνει το ρόλο του συμπρωταγωνιστή, δημιουργεί μια σειρά από ιμπρεσιονιστικούς πίνακες και εξπρεσιονιστικούς εφιάλτες, εικόνες του παρελθόντος και των ονείρων αντίστοιχα. Παρελθόν και παρόν συνυπάρχουν στο ίδιο πλάνο μαζί με τον ήρωα, τις μικρές χαρές και βαθιά ανθρώπινες στιγμές του παρελθόντος.

Η τελική νότα είναι αισιόδοξη και διαχέεται την πικρή μελαγχολία του έσχατου απολογισμού. Ένα ασθενές αλλά σαφές χαμόγελο διακρίνεται, αλλά χωρίς δισταγμό…

Η προσαρμογή της ταινίας στην ραδιοφωνική της εκδοχή έγινε από την Ροζίτα Σώκου.

Τη ραδιοσκηνοθεσία επιμελήθηκε ο Λαμπρος Κωστοπουλος, ενώ τους ρόλους ερμηνεύουν οι: Λυκουργος Καλλεργης (Ισαακ Μποργκ), Χλοη Λιασκου, Μαρια Φωκα ,Τρυφων Καρατζας, Στρατος Χαδουλης, Ριτα Μουσουρη, Ματινα Καρρα, Στεφανος Μεσσηνης, ΛευτερηςΕλευθεριαδης, Ντινα Γιαννακου, Λοισκα Αβαγιανου, Ριτα Μπενσουσαν, Μαρια Ραζη, Δωρα Λιτινακη, Δημητρης Πουλικακος, Νικητας Τσακιρογλου, Ορφεας Ζαχος, Σουλα Διαβατη, ΑβαΣφακιανακη, Σπυροα Καλογηρου, Μαρια Αλκαιου, Μακης Ρευματας, ΓιαννηςΜορτζος, Δημητρης Κοντογιαννης.

 

Στο ρόλο του καθηγητή Μπόρκμαν ένας σπουδαίος ηθοποιός, ο Λυκούργος Καλλέργης. Η ερμηνεία του πάνω στο ρόλο εκτιμώ ότι ξεπερνά κατά πολύ την ερμηνεία του Βίκτωρ Σέστρομ. Θα αποτολμήσω να πω ότι ήταν ένας ρόλος βγαλμένος για το μεγάλο ηθοποιό.


Ο Λυκούργος Καλλέργης


 Η μεταφορά έγινε από το Κανάλι Ισοβιτης

http://isobitis.com/theatro1/?p=1531

Πηγές:

https://tvxs.gr/news/sinema/agries-fraoyles-ena-oneiriko-taksidi-endoskopisis-apo-ton-ingkmar-mpergkman

https://camerastyloonline.wordpress.com/2019/06/20/agries-fraoules-kritikes-pou-graftikan-gia-tin-tainia/

radio-theatre.blogspot.com/2013/02/blog-post_21.html

https://www.lifo.gr/guide/cinema/agries-fraoyles

https://www.athinorama.gr/cinema/article/agries_fraoules-2536174.html

https://camerastyloonline.wordpress.com/2013/03/08/wild-strawberries-1957-directed-by-ingmar-bergman/

https://www.tovima.gr/2008/07/30/archive/agries-fraoyles-gia-panta/

https://frapress.gr/2016/05/agries-fraoules-ke-logotechnia/

https://www.protagon.gr/epikairotita/parenoxlouse-gynaikes-ithopoious-o-skinothetis-ingkmar-bergkman-44341561670

Όνειρα: Μαρκ Σαγκάλ (1887-1985), The Flying Carriage, 1913

 Αυτός ο περίτεχνος πίνακας που απεικονίζει έναν άνδρα με ένα άλογο να απογειώνονται από το έδαφος δίπλα σε ένα μικρό σπίτι, όπως και πολλά από τα έργα του, έχει μια ονειρική ποιότητα τόσο στις αέρινες πινελιές του όσο και στο αντικείμενο που παρουσιάζει. Ο πίνακας Ο Βιολιστής του Σαγκάλ, ομοίως, που απεικονίζει το Βιολιστή στη Στέγη που ενσαρκώνει το ομώνυμο μιούζικαλ, αναδεικνύει επίσης μια εξέχουσα αλληλουχία ονείρων. Ο Σαγκάλ, αποτυπώνοντας στον καμβά εικόνες από τη νιότη του, μας περνάει μέσα από τις πρώτες αναμνήσεις του, οι οποίες μπορεί να συνέθεσαν και πολλά από τα όνειρά του.


Πηγή https://www.psychologynow.gr/psyxologia-texni/eikastika/4593-15-spoudaia-erga-texnis-pou-syndeontai-me-tin-psyxologia.html


Ο Εαυτός (η εικόνα του Εαυτού): Ρενέ Μαγκρίτ (1898-1967), The False Mirror, 1928

 Πρόκειται για μια ισχυρή εικόνα ενός ματιού που κοιτάζει τον θεατή, με σύννεφα να διέρχονται από την ίριδα του ματιού. Θεωρούμε τα μάτια ως τα παράθυρα της ψυχής ή ότι μας παρέχουν πληροφορίες για την προσωπικότητα κάποιου. Η σουρεαλιστική εικόνα της εμφάνισης των σύννεφων αντί της ίριδας, μπορεί να σημαίνει ότι κοιτάζουμε τον εαυτό μας ή κοιτάζοντας προς τα έξω διερευνώντας το μάτι και το μυαλό κάποιου άλλου. Εναλλακτικά, αυτός ο πίνακας θα μπορούσε να είναι ένα ωραίο, εναλλακτικό ξεκίνημα σε μια διάλεξη ψυχολογίας σχετικά με την εικόνα του εαυτού. Και στις δύο περιπτώσεις, η εικόνα είναι μια συναρπαστική εικόνα που παίζει με την επιθυμία μας να κατανοήσουμε τους άλλους, αν όχι τους εαυτούς μας, κοιτάζοντας τα μάτια τους.



1988: Άγγιξε το όνειρο στη Γάνδη

 Ο Αυτοκράτορας στις 5 Απριλίου 1988 στη Γάνδη συγκρούστηκε με την πρωταθλήτρια Ευρώπης Τρέισερ με στόχο την πρόκριση στο τελικό του Κυπέλλο...