Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος βασιλιάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος βασιλιάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Β΄ Βαλκανικός πόλεμος (16 Ιουν-21 Ιουλίου 1913)


Τα Αίτια και οι Αφορμές του Πολέμου

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, διεξήχθηκε από τη Βουλγαρία εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Στην τελευταία φάση του πολέμου επενέβηκαν και η Ρουμανία και Τουρκία. Άρχισε στις 17 Ιουνίου του 1913 και έληξε με ανακωχή στις 17 Ιουλίου 1913 και επίσημα με τη Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου, στις 28 Ιουλίου 1913.



Τα πρώτα νέφη της καταιγίδας του Β’ Βαλκανικού Πολέμου εμφανίστη­καν στον ορίζοντα από τις αρχές ακόμα του πολέμου κατά της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, αμέσως αφού σημειώθηκαν οι πρώτες νίκες κατά του τουρ­κικού Στρατού και το αποτέλεσμα του πολέμου διαγραφόταν ευνοϊκό και γρήγορο, άρχισε να αναπτύσσεται μεταξύ των Συμμάχων το αίσθημα της διχόνοιας και της δυσπιστίας, λόγω της έντονης τάσεως για την κατάληψη περισσότερων εδαφών, κυρίως από την πλευρά της Βουλγαρίας, για την ι­κανοποίηση των εθνικών τους βλέψεων.

Η πρώτη χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της τάσεως σημειώθηκε με­ταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας για το ζήτημα της Θεσσαλονίκης. Ό­πως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο κεφάλαιο, η 7η Βουλγαρική Μεραρ­χία από τη μέση κοιλάδα του Στρυμόνα βρέθηκε στην πεδιάδα των Σερρών και στη συνέχεια, κινήθηκε αστραπιαία, χωρίς καμιά τουρκική αντίδραση, προς τη Θεσσαλονίκη. Την εσπέρα της 26ης Οκτωβρίου έφτασε στην Άσσυρο, ενώ από τις 17.00 της αυτής ημέρας ο Χασάν Ταξίν-πασάς είχε παρα­δοθεί αιχμάλωτος με ολόκληρη τη φρουρά του και ο ελληνικός Στρατός, α­φού κατέλαβε την πόλη με την 7η Ελληνική Μεραρχία, προέλαυνε από τα δυτικά προς τα ανατολικά, βόρεια της Θεσσαλονίκης, για τη σταθεροποίη­ση του νικηφόρου αποτελέσματος.

Παράλληλα, το ελληνικό στρατηγείο, όταν πληροφορήθηκε την προ­σέγγιση των Βουλγάρων, ειδοποίησε εγγράφως το διοικητή της Μεραρχίας τους για την παράδοση των Τούρκων και της πόλεως. Όμως, οι Βούλγαροι, στις 27 Οκτωβρίου, εξακολούθησαν την προώθησή τους και ενώ καθ’όδόν έλαβαν και νέο έγγραφο του Ελληνικού Στρατηγείου, έταξαν το πυροβολι­κό τους και έβαλλαν κατά της Θεσσαλονίκης και των Τούρκων, που είχαν πλέον συνθηκολογήσει.

Σκοπός των Βουλγάρων ήταν να δημιουργήσουν την εντύπωση της από κοινού με τους Έλληνες καταλήψεως της πόλεως, αγνοώντας τις σχε­τικές ειδοποιήσεις και να επιτύχουν συγκυριαρχία. Όμως, η σθεναρή στά­ση της 7η Ελληνικής Μεραρχίας και της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτι­κής ηγεσίας γενικότερα, απέτρεψαν αυτό. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Θεσσαλονίκη αντιπροσώπευε για τους Βουλγάρους την προς τα νότια ο­λοκλήρωση της «Μεγάλης Βουλγαρίας».

Στις 19 Φεβρουάριου 1913 και ενώ διαρκούσε ο πόλεμος με την Τουρ­κία, έλαβε χώρα μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων η συμπλοκή στη Νιγρίτα. Το επεισόδιο διευθετήθηκε, πλην οι συμπλοκές δε σταμάτησαν. Η σπου­δαιότερη συμπλοκή σημειώθηκε από 10-17 Μαΐου στην περιοχή του Παγγαίου, που εξελίχτηκε σε πραγματική μάχη. Όλες αυτές σι συμπλοκές οφείλονταν στην τάση των Βουλγάρων να επεκτείνουν τα κατεχόμενα απ’ αυτούς εδάφη. Κατόπιν της διαλλακτικότητας της Ελληνικής Κυβερνήσεως, συμφωνήθηκε η χάραξη γραμμής διαχωρίσεως μεταξύ των ελληνι­κών και βουλγαρικών στρατευμάτων, η οποία όμως σε αρκετά σημεία δεν εφαρμόστηκε από βουλγαρικής πλευράς. Και εκτός από αυτά, πριν ακόμα υπογράφει η Συνθήκη Ειρήνης με την Τουρκία, οι Βούλγαροι συγκέντρω­ναν στρατεύματα έναντι των Ελλήνων και Σέρβων.

Ανάλογες τάσεις και προστριβές σημειώθηκαν και μεταξύ των Σέρβων και Βουλγάρων. Οι προϋποθέσεις στις οποίες είχε βασιστεί η Σερβοβουλ­γαρική Συνθήκη Φιλίας και Συμμαχίας του 1912, είχαν ριζικά μεταβληθεί. Ειδικότερα, η Σερβία αναγκάστηκε από τις Μ. Δυνάμεις, κατόπιν αξιώσεως της Αυστρίας για ανεξαρτητοποίηση της Αλβανίας, να αποσυρθεί από την Αλβανία και να στερηθεί της διεξόδου της προς την Αδριατική.

Εκτός όμως από αυτό, ενώ η Βουλγαρία είχε την υποχρέωση να συμπράξει με τους Σέρβους στην κοιλάδα του Αξιού κατά των Τούρκων, με δύναμη 100 χιλ. ανδρών, διέθεσε μόνο τη Μεραρχία Θεοδωρώφ και αυτή την ανάστρεψε προς τη Θεσσαλονίκη. Αντίθετα, η Σερβία, χωρίς να έχει υ­ποχρέωση, βοήθησε τη Βουλγαρία με δύναμη 50 χιλ. ανδρών και με τα με­γάλου διαμετρήματος πυροβόλα της για την κατάληψη της Αδριανουπόλεως. Επομένως, οι Σέρβοι αξίωναν τώρα να διατηρήσουν όλα (πλην της Αλβανίας) τα εδάφη που είχαν κατακτήσει, αναθεωρούμενης της Συνθήκης συμμαχίας, πράγμα που οι Βούλγαροι δεν αποδέχονταν.

Τέλος, η τότε βουλγαρική πολιτική, παραγνωρίζοντας το δίκαιο των άλ­λων Συμμάχων και ισχυριζόμενη ότι πρόσφερε τις περισσότερες δυνάμεις και θυσίες στον πόλεμο, αλλά και για λόγους γεωγραφικούς και εθνολογι­κούς, απαιτούσε να περιέλθει σ’ αυτήν ολόκληρη σχεδόν η Μακεδονία. Επρόκειτο για παράλογες αξιώσεις προσαρτήσεως περιοχών, όπως οι περιο­χές Σερρών και Δράμας, με το επιχείρημα της γειτνιάσεως προς τη Βουλ­γαρία. Το ίδιο αξιούσε και για την προσάρτηση του διαμερίσματος της Κα­στοριάς, με το επιχείρημα ότι εθνολογικά ήταν Βουλγαρικό, μολονότι αυ­τό βρίσκεται μακριά της Βουλγαρίας. Για τη Θεσσαλονίκη, λόγω της μεγα­λύτερης συμβολής των Βουλγάρων στον πόλεμο, παραγνώριζε την υπόψη πολιτική τους ακόμα και την αποφασιστική συμβολή του ελληνικού Στόλου στο Αιγαίο, η οποία απέτρεψε μεταφορές των Τούρκων από τη Μ. Ασία προς τη Θράκη – όπου το Βουλγαρικό Θέατρο Επιχειρήσεων.

Συνοψίζοντας, τα αίτια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου ανάγον­ται:

στις διεκδικήσεις των συμμάχων Κρατών του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας, για τη διανομή των απελευθε­ρωμένων από τους Τούρκους εδαφών της Βαλκανικής Χερσονήσου.

στην επεκτατική πολιτική της τότε Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η οποία απέβλεπε στην ενσωμάτωση ολόκληρης σχεδόν της Μακεδονίας, ουσιαστι­κά δηλαδή στην ανασύσταση της «Μεγάλης Βουλγαρίας της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου του 1878», σε βάρος της Ελλάδας και της Σερβίας.

στις επεμβάσεις των Μ. Δυνάμεων, για τη ρύθμιση των σχετικά με τη διανομή διαφορών, ανάλογα με τα απώτερα συμφέροντά τους στο χώρο της Βαλκανικής.

Επίσης, οι αφορμές του Β’ Βαλκανικού Πολέμου αποδίδονται στις προ­κλήσεις, στις προστριβές, στα μεθοριακά επεισόδια και, κυρίως, στις συμ­πλοκές μεταξύ των στρατών των τέως Συμμάχων, οι οποίες άρχισαν, ενώ διαρκούσε ακόμα ο πόλεμος κατά των Τούρκων και συνεχίστηκαν μέχρι την παραμονή του μεταξύ τους πολέμου.

Η Ελληνοσερβική Αμυντική Συμμαχία

Η Ελλάδα και η Σερβία δεν είχαν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ τους. Κοινό πρόβλημά τους ήταν οι παράλογες εδαφικές αξιώσεις της Βουλγα­ρίας σε βάρος τους. Και η αντιμετώπιση του προβλήματος καθιστούσε α­ναγκαίο το συνασπισμό τους εναντίον του ενδεχόμενου κοινού εχθρού. Η αιτία αυτής της συμμαχίας επέβαλε την πρόβλεψη και της τελευταίας λε­πτομέρειας, ώστε τίποτα να μη μείνει ακαθόριστο μεταξύ των νέων Συμμά­χων.

Η αμυντική συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας υπογράφηκε στη Θεσσαλο­νίκη στις 19 Μαΐου 1913. Με τη συνθήκη αυτήν και τη στρατιωτική σύμβα­ση συναπτόταν 1 θετής συμμαχία και καθοριζόταν η συνοριακή γραμμή με­ταξύ των δύο Κρατών, η οποία είναι και η υφιστάμενη σήμερα. Χαρακτηρι­στικό της συμμαχίας ήταν ότι έπρεπε να αποφευχθεί ο πόλεμος προς τη Βουλγαρία. Τα συμβαλλόμενα Κράτη έπρεπε από κοινού να αποκρούσουν κάθε απόπειρα εκ μέρους της Βουλγαρίας. Με βάση τη στρατιωτική σύμβαση, η Ελλάδα έπρεπε να έχει στρατό 90 χιλ. άνδρες μεταξύ Γουμενίτσας – Θεσσαλονίκης – Παγγαίου και το στόλο της έτοιμο στο Αιγαίο για δράση, ενώ η Σερβία στρατό 150 χιλ. άνδρες στις περιοχές Γευγελής – Βελεσσών – Κουμανόβου.

Στρατιωτική Κατάσταση Βουλγάρων

Από τους τρεις αντιπάλους, ο βουλγαρικός Στρατός ήταν ο ι­σχυρότερος. Διέθετε 350 χιλ. πεζούς, 720 πυροβόλα και 5.000 ιππείς. Κάθε μεραρχία του Βουλγαρικού Στρατού διέθετε 3 ταξιαρχίες Πεζικού, κάθε τα­ξιαρχία 2 συντάγματα και κάθε σύνταγμα 4 τάγματα. Συγ­κεντρώθηκε ως εξής:

1η Στρατιά (Στρατηγός Κουντίτσεφ), 2 μεραρχίες, Ταξιαρχία Ιππικού και 120 πυροβόλα, στην περιοχή Βιδινίου – Μπερκοβίτσας, για ενέργεια προς την κοιλάδα Τιμόκ.

2η Στρατιά (Στρατηγός Ιβανώφ), 2 μεραρχίες, 2 συντάγματα Πεζικού, σύντάγμα Ιππικού, 110 πυροβόλα, ιππαστί επί του Στρυμόνα ποτα­μού, από Γευγελή μέχρι την Ελευθερούπολη, για ενέργεια κα­τά του Ελληνικού Στρατού. Η διάταξη της 2ης Στρατιάς είχε ως εξής:

3η Μεραρχία Βαλκανίων: Στρατηγείο στο Κιλκίς, την 3η Ταξιαρχία στα υψώματα Πολυκάστρου (υψ. Καλλινόβου) και τη 2η Ταξιαρχία περί το Κιλκίς (σύνολο 16 τάγματα Πε­ζικού).

Την 1/10 Ταξιαρχία, ύψωμα Γερμανικό (Κλέπε) – Λαχανά (8 τάγματα).

Το 10 Σύνταγμα Ιππικού μεταξύ Γερμανικό – Κιλκίς.

Ταξιαρχία Δράμας, περιοχή Σωχού – Νιγρίτας (8 τάγματα).

Ταξιαρχία Σερρών, βόρεια πλευρά Παγγαίου όρους.

Η 11η Μεραρχία, περιοχή Ελευθερουπόλεως.

Άλλες μονάδες, κατά μήκος ακτών Αιγαίου.

Στρατηγείο 2ης Στρατιάς, στις Σέρρες.

3η Στρατιά (Στρατηγός Δημήτριεφ), 3η,5η μεραρχίες Πεζικού, μεραρχία Ιππικού, 120 πυροβόλα, στην περιοχή Σλίβνιτσας για ενέργεια προς Πιρότ – Νύσσα.

4η Στρατιά (Στρατηγός Κοβάτσεφ), 4 μεραρχίες, σύνταγμα Ιππικού, 230 πυ­ροβόλα, στην περιοχή Κότσανα – Ραδοβίτσα – Στρώμνιτσα.

5η Στρατιά (Στρατηγός Τότσεφ), 3 μεραρχίες, σύνταγμα Ιππικού, 180 πυρο­βόλα, στην περιοχή Κιουστεντήλ.

Από τη συγκέντρωση αυτή φαίνεται ότι οι Βούλγαροι διέθεταν περισ­σότερες από το 1/2 των δυνάμεών τους σε δευτερεύουσες κατευθύνσεις και μακριά από τη Μακεδονία, η οποία ήταν και ο κρίσιμος χώρος των επι­χειρήσεων.

Στρατιωτική Κατάσταση Σέρβων

Ο σέρβικός Στρατός ανερχόταν σε 260 χιλ. πεζούς, 500 πυρο­βόλα και 3.000 ιππείς. Συγκεντρώθηκε ως εξής:

1η Στρατιά (διάδοχος Αλέξανδρος), 4 μεραρχίες, 24 Ίλες, 140 πυροβόλα, στην περιοχή Κουμανόβου.

2η Στρατιά (Στρατηγός Στεπάνοβιτς,), 2 μεραρχίες, 95 πυροβόλα, στην περιοχή Πιρότ.

3η Στρατιά (Στρατηγός Γιάνοβιτς), 3 μεραρχίες, 7 Ίλες, 108 πυροβόλα, στην περιοχή Βελεσσών – Ιστίπ.

Εφεδρεία, μεραρχία Ιππικού και μεραρχία Πεζικού στα Σκόπια, 2 μεραρχίες στα αλβανικά σύνορα.

Από τη συγκέντρωση αυτή φαίνεται ότι οι Σέρβοι διέθεσαν τον όγκο των δυνάμεων τους στο τρίγωνο Εγκρί Παλάγκα – Κρίβολακ – Κουμάνοβο, προς διεκδικούμενες περιοχές και άφησαν τη 2η Στρατιά τους για κάλυψη των παλαιών τους συνόρων.

Στρατιωτική Κατάσταση Ελλήνων

Ο ελληνικός Στρατός ανερχόταν σε 100 χιλ. πεζούς, 1.000 ιπ­πείς και 180 πυροβόλα. Αρχιστράτηγος ήταν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος με επιτελάρχη το Συνταγματάρχη Δούσμανη. Αποτελέστηκε, αρχικά, από 8 με­ραρχίες και την ταξιαρχία Ιππικού, ενώ προς το τέλος του πολέμου συγκροτήθηκε και η 10Η Μεραρχία Πεζικού. Ο Στρατός συγκεντρώθηκε μεταξύ Στρυμόνα και Αξιού, από τα δεξιά προς τα αριστερά, ως εξής:

7η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Σωτήλης), από τις εκβολές του Στρυμόνα μέχρι τη λί­μνη Βόλβης.

1η Μεραρχία (Υποστράτηγος Μανουσογιαννάκης), μεταξύ των λιμνών Βόλβης και Λαγκαδά.

6η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Δελαγραμμάτικας), Λαγυνά – Λιτή – Ασβεστοχώρι.

4η Μεραρχία (Υποστράτηγος Μοσχόπουλος), Μελισοχώρι – Πουρνάρι.

5η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Γεννάδης), Φιλαδέλφια – Μ. Μεσημβρία – Ξηροχώρι.

3η Μεραρχία (Υποστράτηγος Δαμιανός), Αξιοχώρι – Αγιονέρι.

10η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Παρασκευόπουλος), Γουμένιτσα – Αξιούπολη.

2η Μεραρχία (Υποστράτηγος Καλλάρης), εφεδρεία – Θεσσαλονίκη.

Ταξιαρχία Ιππικού (Συνταγματάρχης Ζαχαρόπουλος), Σίνδο.

Κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής συγκεντρώσεως ήταν ότι όλες οι παραπάνω μεραρχίες είχαν απέναντι τους τη διασπαρμένη μεταξύ Αξιού και Στρυμόνα και εκείθεν, κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου, 2η βουλγαρι­κή Στρατιά, η οποία κατά την κρίσιμη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά, δε θα προλά­βει να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της.

Κράτη

Τάγματα

Πεζικό

Ιππικό

Πυροβόλα

Ελλάδα

74

100.000

1.000

180

Σερβία

199

260.000

3.000

500

Σύμμαχοι

273

360.000

4.000

680

Βουλγαρία

316

350.000

5.000

720

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Συγκριτικός Πίνακας Δυνάμεων.

Σχέδια Επιχειρήσεων Βουλγάρων

Το βουλγαρικό Γενικό Στρατηγείο δεν είχε εκπονήσει Σχέδιο Επιχειρήσεων. Ο Αρχιστράτηγος Σαβώφ, υπερτιμώντας τις ικανότητες του στρατού του και κατεχόμενος από τη σκέψη ότι ενδεχόμενη επέμβαση των Μ. Δυνάμεων θα σταματούσε τις επιχειρήσεις, θεώρησε σκόπιμη την τα­χεία και αιφνιδιαστική κατάληψη όσο το δυνατό περισσότερων από τα αμ­φισβητούμενα εδάφη, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό την 4η Στρατιά κατά των Σέρβων και τη 2η Στρατιά κατά των Ελλήνων. Η έλλειψη Σχεδίου Επιχειρήσεων, οι αντιφατικότητες του Γενικού Στρατηγείου και οι διαδοχικές του εντολές προς τη 2η Στρατιά, φαίνονται από τα εξής:

Το Γενικό Στρατηγείο, με την υπ’ αριθ. 23/13-6-1913 διαταγή του, καθόριζε τις θέ­σεις των στρατιών του για προέλαση, με την πιθανότητα ενάρξεως του πολέμου κατά Σερβίας και Ελλάδας. Για τη 2η Στρατιά περιλάμβανε τα εξής: «Η 2η Στρατιά μετά των κυρίων δυνάμεων της να παραταχθεί επί της γραμμής Κιλκίς – υψώματα 605 επί της ο­δού Σερρών – Ξυλοπόλεως (Λιγκοβάνης). Ο διοικητής της στρατιάς να φροντίσει για την εξασφάλιση της δεξιάς πτέρυγας προς τον ποταμό Αξιό. Τα μετόπισθεν αυτής θα εξασφαλισθούν υπό της 4ης Στρατιάς».

Στις 15-6-13, το Γενικό Στρατηγείο διέτασσε τη 2η Στρατιά: «πριν περατώσει τη συγκέντρωσή της να επιτεθεί δια του ενεργητικότερου τρόπου κατά του εχθρού στις Ελευθερές και Ηρακλείτσα. Η 4η Στρατιά θα επιτεθεί αύριο τη νύχτα εναντίον του προ αυτής Σερβικού Στρατού». Κατόπιν της διαταγής αυτής, η 2η Στρατιά κατέλαβε τη νύ­χτα 16/17-6-13 ολόκληρη την ανατολικά τον Στρυμόνα έκταση, ενώ είχαν συμπτυχτεί τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως.

Στις 17-6-13, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε νέες οδηγίες, με τις οποίες η 2η Στρα­τιά, μετά την κατάληψη της Ηρακλείτσας, έπρεπε να συγκεντρωθεί ως η διαταγή υπ’ αρ. 23/13-6-13, με ετοιμότητα επιθέσεως κατά της Θεσσαλονίκης.

Τις πρωινές ώρες της 18ης Ιουνίου 1913, το Γενικό Στρατηγείο διατάσσει τη 2η Στρατιά: «προ της κρίσιμης καταστάσεως της 4ης Στρατιάς έναντι των Σέρβων αναστείλατε πάσαν επιθετικήν επιχείρησιν». και στη συνέχεια: «να εγκατασταθή αμυντικώς προς κάλυψιν των κατευθύνσεων Σερρών-Σιδηροκάστρου και εξασφάλισιν συνδέ­σμου ματά της 4ης Στρατιάς στη Δοϊράνη». Κατόπιν αυτών, ο διοικητής της 2ης Στρα­τιάς αποφάσισε την αμυντική εγκατάσταση των δυνάμεών του στη γενική γραμμή υψώ­ματα Μεταμορφώσεως – Κιλκίς – Ξυλόπολη – Σωχός – Νιγρίτα.

Οι σχετικές διαταγές της αρπακτικής αυτής επιχειρήσεως απευθύνθη­καν μόνον προς τις 4η και 2η Στρατιές, ενώ η παράλειψη ενημερώσεως των λοιπών παραμένει ανεξήγητη. Αποδεικτικό γεγονός της παραλείψεως αυ­τής είναι το ότι ο διοικητής της 5ης Στρατιάς, όταν άκουσε τα πυροβόλα της επιτιθέμενης γειτονικής του 4ης Στρατιάς την 17-6-13, τηλεγράφησε στη Σόφια ζητώντας οδηγίες, επειδή φαινόταν σ’ αυτόν «ανεξήγητη η α­δράνεια της στρατιάς του ενώ συνάδελφοι εμάχοντο».

Σχέδια Επιχειρήσεων Σέρβων

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων του Σερβικού Γενικού Στρατηγείου είχε χαρακτήρα αμυντικό και ήταν προσαρμοσμένο στο πνεύμα της ελληνοσερβικής συμμαχίας και της στρατιωτικής συμβάσεως. Κύρια ιδέα ενέρ­γειας του σχεδίου αυτού ήταν η εξασφάλιση των εδαφών που θα κατα­κτούσαν αρχικά, με την απόκρουση των αρπακτικών ενεργειών των Βουλ­γάρων και, στη συνέχεια, με την ανάληψη γενικής αντεπιθέσεως κατ’ αυ­τών, από κοινού με τους Έλληνες.

Σχέδια Επιχειρήσεων Ελλήνων

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου άφηνε την πρωτοβουλία της Επιθέσεως στους Βουλγάρους, μετά την ο­ποία όμως θα αναλαμβανόταν αμέσως γενική αντεπίθεση εναντίον αυτών.

Ειδικότερα, το Γενικό Στρατηγείο κοινοποιεί στις 24 Μαΐου 1913 Δελ­τίο πληροφοριών προς τις μεραρχίες του, για τις έναντι της ελληνικής δια- τάξεως εχθρικές δυνάμεις και με εμπιστευτικές οδηγίες του καθόριζε ότι: «Η καλυτέρα ενέργεια του ελληνικού Στρατού θα ήταν η ταχεία ανάληψη της επιθέσεως και η διεύθυνση του όγκου των δυνάμεων είτε κατά της δε­ξιάς, είτε κατά της αριστερής πτέρυγας του εχθρού. Επειδή όμως για λό­γους πολιτικούς τούτο δεν είναι δυνατόν, εάν οι Βούλγαροι αρχίσουν πρώτοι την επίθεσή τους, αυτή θα αντιμετωπισθεί με αντεπιθέσεις καθ’ ε­νός των πλευρών τούτων». Πράγματι, οι Βούλγαροι θα αρχίσουν τη νύχτα της 16/17 Ιουνίου 1913 πρώτοι την επίθεση. Κατόπιν αυτού, από τις 19 Ιουνίου, ο Ελληνικός Στρατός θα αντιδράσει με το εξής Σχέδιο Επιθετικών Επιχειρήσεων:

Η 7η Μεραρχία, θα προελάσει προς τη Νιγρίτα και εκείθεν, αν κρινόταν υπ’ αυτής α­ναγκαίο, προς τη γέφυρα Στρυμωνικού, του Στρυμόνα ποταμού.

Η 1η Μεραρχία, προς Όσα – Νικόπολη και εκείθεν προς τη γραμμή Λαχανά – Ξυλόπολη.

Η 6η Μεραρχία, από Λιτή προς Άσσυρο – υψ. Γερμανικό.

Η 2η Μεραρχία, από Μελισσοχώρι δια Μονολόφου προς υψώματα ανατολικά της ποταμιάς.

Η 4η Μεραρχία, από Μονολόφου δια Γαλλικού – Κολχίδας προς υψώματα μεταξύ Πο­ταμιά – Κρηστώνη.

Η 5η Μεραρχία, από Ν. Φιλαδέλφεια – ανατολικά Πικρολίμνης – ύψ. 250 προς Κιλκίς.

Η 3η Μεραρχία, από υψ. 205 (βόρεια Βαθυλάκου) δια Γυναικοκάστρου προς Κιλκίς.

Η 10η Μεραρχία από Πολύκαστρο προς ύψ. Μεταμορφώσεως.

Η Ταξιαρχία Ιππικού από Χερσοτόπι προς Άγιο Γεώργιο, συνδέουσα ΙΙΙη και Χη ΜΠ.

Γενικό Στρατηγείο, θέση στο Μελισσοχώρι.

Επομένως αμφότεροι οι Σύμμαχοι, Σέρβοι και Έλληνες, αναγκάζονται λόγω της ακολουθούμενης αμυντικής πολιτικής να παραβλέψουν το στρατιωτι­κό συμφέρον, δηλαδή την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων, την επικαιρότητα των ενεργειών και τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου.

Τα Θέατρα Επιχειρήσεων

Το Θέατρο του Β’ Βαλκανικού πολέμου, περί το τέλος του πολέ­μου, είχε την εξής γεωγραφική περίμετρο: Αξιός-Μοράβας-παραδουνάβιος περιοχή Δουβρουτσάς-Τσατάλτζα-Παγγαίο όρος-περιοχή Θεσσαλονίκης.

Τα Θέατρα Επιχειρήσεων, που είχαν δημιουργηθεί, κάλυπταν τις ακόλουθες περιοχές:

το Ελληνοβουλγαρικό από τον Αξιό μέχρι την κοιλάδα του Νέστου ποταμού.

το Σερβοβουλγαρικό, από τη Γευ­γελή και προς τα βόρεια κατά μήκος της κοιλάδας του Αξιού μέχρι την πα­λαιό σερβοβουλγαρική μεθόριο.

το Ρουμανοβουλγαρικό, εκτεινόμε­νο στην παραδουνάβιο επαρχία της Δουβρουτσάς. Και τέταρτο, το Τουρκοβουλγαρικό, εκτεινόμενο στην Ανατολική Θράκη.

Γενικό χαρακτηριστικό των κύριων Θεάτρων Επιχειρήσεων (Ελληνοβουλγαρικό και Σερβοβουλγαρικό) είναι το ορεινό του εδάφους και η έλ­λειψη επαρκών συγκοινωνιών.

 Έναρξη του Πολέμου

Τη νύχτα της 16/17 Ιουνίου 1913, κατόπιν διαταγών του βουλγαρι­κού Γενικού Στρατηγείου, η 2η και 4η Στρατιές επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά των ελληνικών και σερβικών προκαλυπτικών τμημάτων στις περιοχές του Παγγαίου όρους και του Ιστίπ, χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου. Αυτό αποτέλεσε την τελευταία και κύρια αφορμή του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Τα παραπάνω τμήματα συμπτύχτηκαν χωρίς να προβάλουν αντίσταση ενώ, οι Σύμμαχοι, Έλληνες και Σέρβοι, από την επόμενη ανέλαβαν αντεπί­θεση.

Ελληνοβουλγαρικές Επιχειρήσεις Ιουνίου 1913

(Μάχες Κιλκίς – Λαχανά, Δοϊράνης, Κωστουρίνου, Σιδηροκάστρου, Προώ­θηση Ελληνικού Στρατού μέχρι την κοιλάδα Στρώμνιτσα).

Εκκαθάριση Θεσσαλονίκης. Στις 1500 της 17ης Ιουνίου δυνάμεις της 2η Μεραρχίας κύκλωσαν τις ευρισκόμενες στη Θεσσαλονίκη βουλγαρι­κές δυνάμεις (2 τάγματα) και έταξαν προθεσμία παραδόσεως τους μιας ώ­ρας. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας, άρχισε η διά των όπλων εκκαθάρι­ση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 0800 της 18ης Ιουνίου. Αιχμαλωτίστηκαν 19 αξιωματικοί, 1260 οπλίτες και 80 κομιτατζήδες. Στη συνέχεια η 2η Μεραρχία προωθήθηκε στην περιοχή Λιτή -Μελισσοχώρι.

Μάχη Κιλκίς – Λαχανά (19-21 Ιουνίου). Από τις 19 Ιουνίου άρχισαν οι ε­πιθετικές επιχειρήσεις του ελληνικού Στρατού προς τα βόρεια με 5 μεραρ­χίες (10η, 3η, 5η, 4η, 2η) και την Ταξιαρχία Ιππικού προς το Κιλκίς και δυτικότερα, και με 3 μεραρχίες (6η, 1η, 7η) προς Λαχανά – Νιγρίτα. Μετά από ορμητικές ε­πιθέσεις κατορθώθηκε η κατάληψη των ισχυρών τοποθεσιών Κιλκίς και Λα­χανά στις 21 Ιουνίου. Στις 19 Ιουνίου, μετά από σκληρό και αιματηρό αγώνα, οι ελληνικές μεραρχίες κα­τέλαβαν ολόκληρη την τοποθεσία των βουλγαρικών Προφυλακών, 3-6 χιλιόμετρα προ του Κιλκίς – Λαχανά. Στις 20 Ιουνίου, συνεχίζουν και λαμβάνουν στενή επαφή με την κύρια τοποθεσία άμυνας Κιλκίς – Λαχανά, με σοβαρές απώλειες, λόγω του αναπεπτα­μένου του εδάφους μπροστά από την κύρια γραμμή αντιστάσεως. Την ίδια ημέρα η 7η Μεραρχία απελευθερώνει τη Νιγρίτα. Τη νύχτα 20/21 Ιουνίου η 2η Μεραρχία κατά του Κιλκίς καταλαμβάνει την πρώτη σειρά των εχθρικών χαρακωμάτων και μέχρι τις 1000 της 21ης Ιουνίου τη δεύτερη και τρίτη σειρά χαρακωμάτων, διασπώντας την εχθρική ά­μυνα. Οι 1η και 6η Μεραρχίες κατά Λαχανά, μετά από συντονισμένη επίθεση στις 1500 της 21ης Ιουνίου διασπούν την εχθρική άμυνα και προωθούνται προς Ευαγγελίστρια – Κε­φαλοχώρι και υψ. 619, έναντι του Στρυμόνα. Ακολούθησε καταδίωξη των Βουλγάρων προς τα βόρεια, οι οποίοι, με την κάλυψη ισχυρών οπισθοφυλακών, υποχωρούσαν προς Δοϊράνη – Στρώμνιτσα – Πέτσοβο και προς Ρούπελ – Κρέσνα. Την καταδίωξη ανέλαβαν προς Δοϊράνη – Στρώμνιτσα οι 4η, 2η, 5η, 3η και 10 Μεραρχίες και η Ταξιαρχία Ιππικού και προς την κοιλάδα του Στρυμόνα οι 1η, 6η και 7η Μεραρχίες, ως Τμήμα Στρατιάς υπό τον Υποστράτηγο Μανουσογιαννάκη.

Τις επόμενες ημέρες, ο ελληνικός Στρατός διεξήγαγε τις νικηφόρες μάχες της Δοϊράνης (23 Ιουνίου), του Κωστουρίνου (25 Ιουνίου) και του Σι­δηροκάστρου (26 Ιουνίου). Αφού διάνοιξε με αυτές τις μάχες τις διαβάσεις των ορέων Κερκίνης – Αγγίστρου, προωθήθηκε στην κοιλάδα του Στρώμνιτσα ποταμού και δημιούργησε άμεση απειλή κατά των νώτων και των συγ­κοινωνιών της έναντι των Σέρβων 4ης Βουλγαρικής Στρατιάς.

Σερβοβουλγαρικές Επιχειρήσεις Ιουνίου 1913

(Μάχη Μπρεγκάλνιτσα)

Οι Βούλγαροι, αφού επιτέθηκαν κατά των Σέρβων με την 4η Στρα­τιά, κατέλαβαν μέχρι τη μεσημβρία της 17ης Ιουνίου το Ιστίπ και στη συνέ­χεια απειλούσαν αμέσως το Κριβολάκ. Κατόπιν αυτού, οι Σέρβοι αντέδρασαν με αντεπιθέσεις των 1ης και 3ης Στρατιών τους εντός της ίδιας ημέρας. Ενώ όμως η ενέργεια της 1ης Στρα­τιάς σημείωσε επιτυχία, αντίθετα η 3η Στρατιά όχι μόνο δεν ανακατέλαβε το Ιστίπ, αλλά υποχώρησε και από το Κριβολάκ.

Συνεχίζοντας, οι Σέρβοι, στις 23 Ιουνίου, κατέλαβαν τα Κότσανα. Ό­μως, η 3η Στρατιά τους απέτυχε στις επιθέσεις της. Ενισχυθηκε όμως και κατόπιν της απειλής που δημιουργήθηκε για τους Βουλγάρους από την προέλαση του ελληνικού Στρατού στην κοιλάδα του Στρώμνιτσα ποταμού, κατόρθωσε στις 26 Ιουνίου να προελάσει προς τα ανατολικά. Η 4η Βουλγα­ρική Στρατιά εξαναγκάστηκε σε υποχώρηση, και στις 2 Ιουλίου εγκαταστά­θηκε στην ορεινή τοποθεσία Ρούγεν – Τσάρεβο Σέλο. Παράλληλα οι Σέρβοι κατεύθυναν μέρος των δυνάμεών τους προς τα βόρεια, όπου οι Βούλγαροι εκτόξευσαν αντεπιθέσεις αντιπερισπασμού προς Εγκρί – Παλάγκα.

Ελληνοβουλγαρικές Επιχειρήσεις στη Μέση Κοι­λάδα TOU Στρυμόνα (1 – 11 Ιουλίου – Μάχη στενωπού Κρέσνας).

Από τις αρχές Ιουλίου, ο ελληνικός Στρατός συνέχισε την προέλα­σή του προς τα βόρεια δια 3 παράλληλων φαλάγγων, ως εξής: Η αριστερή φάλαγγα (3η και 10η Μεραρχίες υπό τον Υποστράτηγο Δαμιανό) δια της κοιλάδας του Ζελένιτσα ποταμού προς Πέτσοβο – Τσάρεβο Σέλο. Η κεντρική κύρια φάλαγγα (6η, 4η, 2η, 1η, 5η Μεραρχίες) δια της κοιλάδας του Στρυμόνα ποτα­μού προς Κρέσνα – Τζουμαγιά. Η δεξιά φάλαγγα (7η Μεραρχία) δια Κάτω Νευροκόπι προς Άνω Νευροκόπι – Μαχωμία.

Η προέλαση αυτή οδήγησε στη μάχη της Κρέσνας (8-11 Ιουλίου), κα­τά την οποία η φάλαγγα του κέντρου αντιμετώπισε νικηφόρα οπισθοφυλα­κές της 2ης Βουλγαρικής Στρατιάς και κατέλαβε τη βόρεια έξοδο της στε­νωπού.

Ρουμανική και η Τουρκική Επέμβαση στον Πό­λεμο

Η Ρουμανία, διαβλέποντας τη βέβαιη ήττα της Βουλγαρίας, ζήτησε απ’ αυτήν την παραχώρηση της Δουβρουτσάς. Όμως, συνάντησε την άρνη­σή της και η Ρουμανία κήρυξε στις 27 Ιουνίου τον πόλεμο κατά της Βουλ­γαρίας, και εισέβαλε στο έδαφος της με 5 σώματα στρατού και 2 μεραρχίες Ιππικού. Στις 18 Ιουλίου, ημέρα υπογραφής της ανακωχής, ο ρουμανικός Στρατός είχε φτάσει, χωρίς αντίσταση, 30 χιλιόμετρα από τη Σόφια.

Η Τουρκία, επίσης, ενεργώντας και αυτή σύμφωνα με το πνεύμα της Ρουμανίας, επωφελείται της όλης σε βάρος της Βουλγαρίας καταστάσεως στα πεδία των μαχών και καταλαμβάνει, στις 9 Ιουλίου, την Αδριανούπολη.

Τελευταίες Επιχειρήσεις του Πολέμου.

Ο ελληνικός Στρατός μετά την κατάληψη της στενωπού Κρέσνας συνέχισε την προς τα βόρεια προέλασή του . Οι Βούλγαροι έχουν τώρα εγ­κατασταθεί στη γενική τοποθεσία Τσάρεβο Σέλο – Τζουμαγιά – Αρισβάνιτσα με την πρόθεση να αμυνθούν σ’ αυτή με κάθε θυσία ανακόπτοντας την προέλαση του ελληνικού Στρατού.

Μέχρι τις 14 Ιουλίου, ο ελληνικός Στρατός καταλαμβάνει το Πέτσοβο, το Σιμιτλή, το Άνω Νευροκόπι και το Πριντέλ Χάν και βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα βόρεια της στενωπού του Σιδηροκάστρου, εντός του βουλγαρι­κού εδάφους.

Οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι της αδράνειας των Σέρβων, συγκεν­τρώνουν δυνάμεις και στις 15 Ιουλίου εξαπολύουν αντεπίθεση κατά των δύο άκρων της Ελληνικής διατάξεως, προς Πέτσοβο και Μαχωμία, με επι­δίωξη να απειλήσουν τα νώτα και τις συγκοινωνίες της. Μέχρι της 17 Ιου­λίου διεξήχθηκαν σκληρές και πεισματώδεις μάχες. Στο δεξιό, η βουλγαρι­κή αντεπίθεση κατά της 7η Μεραρχίας αντιμετωπίστηκε ευχερώς. Στο αρι­στερό, αρχικά, οι Βούλγαροι υποχρέωσαν την 3Η Μεραρχία σε σύμπτυξη πε­ριορισμένου βάθους, τελικά όμως, αποκρούστηκαν με μεγάλες σε βάρος τους απώλειες.

Στο μεταξύ στις 26 Ιουνίου, άγημα του ελληνικού Στόλου απελευθέρω­σε την Καβάλα. Την 1η Ιουλίου τμήμα της 7η Μεραρχίας απελευθέρωσε τη Δράμα. Στις 6 Ιουλίου, αποβιβάστηκε στην Καβάλα, προερχόμενη από την Ήπειρο, η 8η Μεραρχία. Μονάδες της κινούνται και απελευθερώνουν στις 12 Ιουλίου την Ξάνθη και το Πόρτο Λάγο και στις 14 Ιουλίου την Κομοτηνή. Στον Έβρο φτάνουν μέχρι το Σουφλί, αφού απελευθερώθηκε και η Αλεξαν­δρούπολη από το Στόλο.

Ανακωχή και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου.

Στις 18 Ιουλίου 1913, μετά από αίτημα της Βουλγαρίας, υπογράφηκε ανακωχή μεταξύ των εμπολέμων. Τέλος, στις 28 Ιουλίου, υπογράφηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, θέτοντας και επίσημα τέρμα στο Β’ Βαλκανι­κό Πόλεμο. Από ελληνικής πλευράς παραβρέθηκε ο Πρωθυπουργός Ελευ­θέριος Βενιζέλος.

Με τη συνθήκη αυτήν, αναθεωρήθηκαν οι όροι της Συνθήκης του Λον­δίνου, της 17ης Μαΐου 1913, σε βάρος της ηττημένης Βουλγαρίας. Η τε­λευταία υποχρεώθηκε να εκχωρήσει στη Ρουμανία τη Δουβρουτσά, στην Τουρκία να επιστρέφει την Αδριανούπολη και τις Σαράντα Εκκλησίες και στη Σερβία να αποδεχτεί τις συνοριακές της απαιτήσεις. Τέλος, καθορίστη­κε όπως τα σύνορα Ελλάδας και Βουλγαρίας ακολουθήσουν την κορυφο­γραμμή όρος Κερκίνη – όρος Άγκιστρο – Τσολιάς – ύψ Περίβλεπτο – κάτω ρους Νέστου ποταμού.

Απώλειες και τα Λάφυρα του Ελληνικού Στρα­τού κατά τον Α’ και Β’ Βαλκανικό Πόλεμο.

Οι απώλειες του ελληνικού Στρατού στους δύο Βαλκανικούς Πολέ­μους έφτασαν τις 50.535 άνδρες, κατανεμόμενες ως εξής:

Α’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 139, οπλίτες 1.688. Τραυματίες, αξιωματικοί 261, οπλίτες 9.034, παγόπληκτοι (κυρίως στο μέ­τωπο Ηπείρου) 58Q.

Β’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 196, οπλίτες 2.397. Τραυματίες αξιωματικοί 429, οπλίτες 18.872.

Εξάλλου, από τον Ελληνικό Στρατό κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο πιάστηκαν 69.189 αιχμάλωτοι, από τους οποίους 1.501 αξιωματικοί. Επίσης, τα λάφυρα του έφτασαν τα 325 πυροβόλα, 81 πολυβόλα, 100.000 τυφέκια και παντοειδές υλικό. Κατά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, πιάστηκαν 5.330 αιχμάλωτοι και τα λάφυρα του ήταν 84 πυροβόλα, 9 πολυβόλα, 17.900 τυφέκια και άφθονο πολεμικό υλικό, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΙΣ/ΓΕΣ.

Διαπιστώσεις και Συμπεράσματα

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος προκλήθηκε από τη Βουλγαρία, με σκο­πό να αποσπάσει από τους αντιπάλους της, Έλληνες και Σέρβους, τα πε­ρισσότερα και ζωτικότερα εδαφικά τους κέρδη από τον Α’ Βαλκανικό Πόλε­μο. Επρόκειτο για μια ατυχή πολιτική της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η ο­ποία παρέβλεπε τα δίκαια συμφέροντα των πρώην Συμμάχων της και υποτιμούσε τη μαχητική ισχύ των στρατών τους.

Οι Βούλγαροι άρχισαν πρώτοι την επίθεση. Όταν όμως βρέθηκαν προ δύο αποφασιστικών αντιπάλων, οι οποίοι ανέλαβαν αμέσως αντεπίθε­ση, τότε το Γενικό Στρατηγείο τους διέταξε αναστολή των επιχειρήσεων. Η κατάσταση που επικρατούσε σ’ αυτό ήταν χαώδης. Αν και είχε την πρωτο­βουλία της επιθέσεως, δεν γνώριζε τι να πράξει[1]. Επομένως, ο πόλεμος αυτός δεν εκτιμήθηκε καλά σ’ όλες τις διαστάσεις του, ούτε προπαρασκευάστηκε με την πρέπουσα σοβαρότητα από βουλγαρικής πλευράς. Τα βασικά αυτά σφάλματα ήταν αδύνατο να θεραπευθούν κατά την εξέλιξη των επιχειρήσεων και, καθώς ήταν επόμενο, οδήγησαν τη Βουλγαρία στην ήττα.

Η αμυντική συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας, της 19ης Μαΐου 1913, για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής απειλής, δε στάθηκε ικανή να απο­τρέψει τον πόλεμο. Όμως, συνέβαλε στην άμεση και στην από κοινού αντι­μετώπιση της βουλγαρικής επιθέσεως. Η έλλειψη εξάλλου διασυμμαχικού ελληνοσερβικού στρατηγείου κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων οδήγησε σε ορισμένες ασυντόνιστες ενέργειες, κυρίως στις περιοχές του Στρώμνιτσα ποταμού και βόρεια απ’ αυτόν, όπου η σχετική αδράνεια των Σέρβων ε­πέτρεψε στους Βουλγάρους να στρέψουν εναντίον του ελληνικού Στρα­τού σημαντικές δυνάμεις και να καταστήσουν το έργο του δυσχερές.

Το ηθικό και το αγωνιστικό πνεύμα του ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 υπήρξε εξαίρετο από κάθε πλευ­ρά. Χάρη σ’ αυτά και στον απαράμιλλο πατριωτισμό του, αλλά και στον πό­θο του για την απελευθέρωση σκλαβωμένων αδελφών[2] αντιμετώπισε, με μεγάλες θυσίες αίματος, πεισματώδεις αντιπάλους και υπερνίκησε στερή­σεις, κακουχίες και αφάνταστες δυσχέρειες. Με αυτό τον πολυζήλευτο στρατό και την άξια πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του, η Ελλάδα μετέφε­ρε τα σύνορά της από τη Θεσσαλία και την Άρτα στο Νέστο, προσαρτώντας τις περιοχές της Μακεδονίας, της Ηπείρου και τα νησιά του Αιγαίου.

Τέλος, κορυφαία μάχη του Ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανι­κούς Πολέμους 1912-1913 ήταν εκείνη του Κιλκίς – Λαχανά, κατά την ο­ποία σημειώθηκε η αποθέωση της ορμής και της αυτοθυσίας αξιωματικών και οπλιτών του. πηγη θεματα στρατιοτικης ιστοριας


Σαν σήμερα το βασιλικό αντιπραξικοπημα

 13 Δεκεμβρίου 1967 και η αποτυχημένη προσπάθεια ανατροπής της Χούντας κλείνει άδοξα με το διάγγελμα του Βασιλέως Κωνσταντίνου να μεταδίδεται από μικρό ραδιοσταθμό της Λάρισας με μικρή εμβέλεια και ελάχιστους αποδέκτες , ενώ το ραδιόφωνο των Συνταγματαρχών μετέδιδε στην Αθήνα ότι:

 "Οι συνωμόται και ο Κωνσταντίνος προσπαθούν να διαφύγουν κρυπτόμενοι από τον Στρατόν από χωρίου εις χωρίον " 



Το διάγγελμα του Βασιλέως είχε ως εξής:


"Κρίσιμοι στιγμαί μου επιβάλλουν να απευθυνθώ προς τον ελληνικόν λαόν και να ζητήσω την αμέριστον συμπαράστασίν του προς αντιμετώπισιν εθνικής κρίσεως.


Έλληνες,

Επέστη η στιγμή να ακούσετε την φωνήν του Βασιλέως σας. Μέχρι σήμερον υπήρξεν αδύνατον να επικοινωνήσω μαζί σας, διά να σας καταστήσω γνωστά τα γεγονότα, τας σκέψεις και τας ανησυχίας μου, καθώς και τας ελπίδας μου διά το μέλλον. Ζητώ από τον ελληνικόν λαόν να πύκνωση τας τάξεις του προς ενίσχυσίν μου.

Το εθνικόν συμφέρον απαιτεί την εκ μέρους μου εκδήλωσιν πρωτοβουλίας, διά να αποτρέψω τας καταστρεπτικάς συνεπείας εκ της παρατάσεως της παρούσης ανωμάλου καταστάσεως. Το αυτό εθνικόν συμφέρον μου επιβάλλει να επιτρέψω την κατάλληλον προετοιμασίαν, ίνα η χώρα επανέλθη εις την δημοκρατικήν ομαλότητα. Διά τους λόγους αυτούς εζήτησα τον ανασχηματισμόν της κυβερνήσεως, απηλλαγμένης όμως των ακραίων στοιχείων τα όποια δεν εγγυώνται ομαλήν εξέλιξιν.

Την κατάστασιν της 21ης Απριλίου, η όποια επλαστογράφησεν ακόμη και το όνομα μου, ηναγκάσθην να δεχθώ ως τετελεσμένον γεγονός, διά να αποφύγω άσκοπον αιματοχυσίαν. Επίσης έτρεφον την ελπίδα ότι δι' ήπιων μέσων θα επετύγχανον την επαναφοράν της ώρας εις την νομιμότητα.

Δεν είμαι πλέον διατεθειμένος να διακινδυνεύσω μίαν μονιμοποίησιν της παρούσης καταστάσεως υπό το κράτος δευτέρας απειλής όπλων, στρεφομένων εναντίον του λαού μου και εμού. Αι σημεριναί εν Βορείω Ελλάδι προϋποθέσεις μου επιτρέπουν την εκ Μακεδονίας ελευθέραν άσκησιν της πρωτοβουλίας μου όπως δώσω νέαν κυβέρνησιν εις την χώραν.

Εις την λήψιν της αποφάσεως μου εβάρυνον τα έξης γεγονότα:

Παρά την φαινομενικήν εν τη χώρα τάξιν και ασφάλειαν, υπεκρύπτετο μία συνεχής προσπάθεια σταθεροποιήσεως εις την εξουσίαν των στασιαστών, δημιουργούσα τον κίνδυνον εγκαθιδρύσεως ολοκληρωτικού καθεστώτος. Διά το νέον Σύνταγμα υπάρχει πλήρης αβεβαιότης και σύγχυσις ως προς τας προθεσμίας εφαρμογής του. 'Εν τούτοις ή ανάγκη αναθεωρήσεως του Συντάγματος αποτελεί πραγματικότητα και κοινήν συνείδησιν των ορθοφρονούντων πολιτών. Αι σχετικαί εργασίαι πρέπει να επισπευσθούν με μοναδικόν στόχον το συμφέρον της χώρας. Ελπίζω ότι ή εφαρμογή του νέου Συντάγματος θα σημείωση και την απαρχήν ενός νέου υγιούς ξεκινήματος δια την κοινοβουλευτικήν μας ζωήν.

Επιθυμώ να αποκαταστήσω την πειθαρχίαν εις το στράτευμα, διότι έχει σοβαρώς διασαλευθή. Ή ηγεσία του στρατεύματος δέον να παραμείνη απερίσπαστος, στιβαρά και άξια. Την ηγεσίαν του στρατεύματος ανευρίσκω μόνον εις την ιεραρχίαν και την δεδοκιμασμένην κορυφήν. Ταύτην δεν δύναται να υποκαταστήση αυτοσχέδιος ηγεσία, όσον δυναμική και αν εμφανίζεται, διότι καταλύει την πειθαρχίαν και διανοίγει τον επικίνδυνον δρόμον των προσωπικών φιλοδοξιών και των ατομικών συμφερόντων.

Ας διαφύλαξη ο στρατός τας δάφνας του πάντοτε νωπάς, διότι είναι μεγάλη ή εθνική αποστολή ή όποια τον βαρύνει. Ό στρατός, το ναυτικόν, ή αεροπορία και τα σώματα ασφαλείας ευρίσκονται παρά το πλευρόν μου. Έλληνες αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται, έχετε την απεριόριστον εμπιστοσύνην μου. Σύσσωμον το έθνος προσβλέπει εις σας.

Επίσης επισήμανα ότι ή εσωτερική κατάστασις της χώρας ήλθεν εις τελείαν αντίθεσιν με την επιβεβλημένην εξωτερικήν θέσιν της Ελλάδος. Έχομεν ανάγκην συμμαχιών εντός του Δυτικού κόσμου. Έχομεν ακόμη ανάγκην συμπαραστάσεως οικονομικής και στρατιωτικής, διά να συνεχισθή ή ανοδική πορεία του έθνους. Ταύτα πάντα διακυβεύθησαν σοβαρώς, παρ' ολίγον δε να εμπλακώμεν εις ρήξιν μετά τής γείτονος Τουρκίας. Και η αντίθεσις αύτη του εξωτερικού, αντί να χαλαρωθή με την πάροδον του χρόνου, τουναντίον επετάθη, εις τρόπον ώστε να εμφανίζωνται εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις διά την χωράν μας.

Διά τής επερχόμενης σήμερον μεταβολής Δεν πρόκειται να κυριάρχηση πνεύμα εκδικήσεως ή μνησικακίας έναντι των υποπεσόντων εις σφάλματα. Επιθυμώ όμως να είναι εις πάντας σαφές ότι Δεν θα ανεχθώ πλέον ουδεμίαν ανυπακοήν ή παρεκτροπήν, οι οποίαι θα παταχθούν αμειλίκτως.

Επίσης δηλώ απεριφράστως ότι ουδεμία συννενόησις θα υπάρξη με τους απεργαζομένους τον εθνικόν όλεθρον κομμουνιστάς. Καθ' όλην την διάρκειαν τής τελευταίας εικοσιπενταετίας ή κομμουνιστική μειοψηφία δεν απέβλεπε παρά εις την ανατροπήν του κοινωνικού και πολιτικού καθεστώτος μας διά μέσων βίαιων και ύπουλων. Έπεσώρευσε καταστροφάς και ερείπια, μολύνει την νεολαίαν και θέτει εις κίνδυνον την υπόστασιν τής φυλής μας.

Σήμερον θέτω τέρμα εις την ανωμαλίαν και την βίαν. Ζητώ από το σύνολον του ελληνικού λαού να με βοηθήση διά να επαναφέρω εις τον τόπον μας τας ηθικάς εκείνας αξίας, αι οποίαι εγεννήθησαν εις την χώραν αυτήν και από τας όποιας όλοι οι πολιτισμένοι λαοί αντλούν την ηθικήν και πνευματικήν των δύναμιν. Ελευθερία και δημοκρατία είναι λέξεις τας όποιας ημείς επροικίσαμεν με αιώνιον νόημα. Με την λαμπράν αυτήν κληρονομίαν ας προχωρήσωμεν εις την δημιουργίαν εθνικής ζωής αντάξιας ενός συγχρόνου λαού, αγωνιζομένου με το σύνθημα τής αναγεννήσεως διά την κοινωνικήν, την οικονομικήν και την πνευματικήν του ανέλιξιν.

Πιστεύω εις την αναγέννησιν και θα υποστηρίξω κάθε προσπάθειαν τείνουσαν εις αυτήν, διότι γνωρίζω ότι τούτο σήμερον αποτελεί αίτημα πανελλήνιον. Ή φρόνησις ας ενδυναμώνη την θέλησιν όλων μας δι' ένα ευτυχές, παραγωγικόν και αντάξιον της φυλής μας μέλλον.

Έλληνες,

Ακολουθήστε με εις τον δρόμον τής εθνικής αναγεννήσεως.

Με αγάπην, πίστιν και σύνεσιν ας προχωρήσωμεν ηνωμένοι.

Ζήτω η Ελλάς!


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β."

O Σταμάτης Μερκούρης

 Σταμάτης Μερκούρης ( 1895-1967). Ο στρατιωτικός και πολιτικός Σταμάτης Μερκούρης ( πατέρας της Μελίνας) , είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση ως προς την ιδεολογική σταθερότητα του. Νεαρός Κωνσταντινικός στον Εθνικό διχασμό (προερχόταν άλλωστε, από την γνωστή αντιβενιζελική οικογένεια των Μερκούρηδων ) , ασχολήθηκε νωρίς με τη πολιτική, από τις τάξεις του Λαικού Κόμματος. 



Το 1929 προσχώρησε στο Κόμμα του Κονδύλη και έγινε γρήγορα ένας από τους στενότερους συνεργάτες του, ενώ αν και αντιμετώπισε εκτόπισεις επί Μεταξά, ήταν από τους αξιωματικούς που ανακλήθηκαν στον στρατό, με την κήρυξη του Πολέμου. Με την απελευθέρωση πέρασε στην απέναντι πλευρά και συνεργάστηκε με τον Τσουδερό στο " Δημοκρατικόν Προοδευτικόν Κόμμα " και στην συνέχεια προσχώρησαν και οι δυο, στην ΕΠΕΚ του Πλαστήρα. Ο άλλοτε φανατικός αντιβενιζελικός και αντιπλαστηρικός Μερκούρης εξελέγη βουλευτής του "Μαύρου Καβαλάρη" , για να τον εγκαταλείψει και αυτον λίγο αργότερα , για τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Παπάγου.

 Η μεγάλη έκληξη όμως ήρθε το 1956, όταν ξεκίνησε η συνεργασία του με την ΕΔΑ. Ο κάποτε αντικομμουνιστής πολιτικός, εξελέγη τρεις φορές συνεργαζόμενος με το κόμμα της Αριστεράς ( 1958, 1963, 1964). Σίγουρα, κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει, για έλλειψη προσαρμοστικότητας.


Έλληνες βασιλείς σε διεθνή περιοδικά...

 ΑΡΙΣΤΕΡΑ το διεθνές περιοδικό ‘’LIFE’’ που εκδόθηκε την 19-11-1953, με αφορμή την επίσκεψη των τότε ελλήνων βασιλέων, Παύλου και Φρειδερίκης στην Αμερική, που αφιερώνει το εξώφυλλο στην τότε βασίλισσα Φρειδερίκη, ενώ εσωτερικά υπάρχει φωτορεπορτάζ από την υποδοχή των ελλήνων μεταναστών στο βασιλικό ζευγάρι.

ΔΕΞΙΑ το διεθνές περιοδικό ‘’ΤΙΜΕ’’ που εκδόθηκε στις 28-4-1967 (επτά μέρες μετά το ‘’κίνημα’’ του στρατού στις 21-4-1967), και αφιερώνει το εξώφυλλο του στον τότε Έλληνα Βασιλέα Κωνσταντίνο, και εσωτερικά αναφέρει με κείμενα και φωτογραφίες όλο το παρασκήνιο και τα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στο ‘’κίνημα’’ της 21ης Απριλίου 1967 ,καθώς και τον ρόλο του Βασιλέα (δωρεά κ.Φουντουκίδη Παρασκευά).


Πηγή: Ιστορικός συλλέκτης Βέροιας

Ο Κωνσταντίνος και οι στρατιώτες.

 Ο Στρατηλάτης Κωνσταντίνος ήταν εξαιρετικά προσηνής προς τους στρατιώτες, αλλά σκληρός προς τους αξιωματικούς που έκαναν κατάχρηση του αξιώματός τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση μιας σχεδόν 10ωρης πορείας στρατιωτικών μας μονάδων, που τις συνόδευε ο Στρατηλάτης και που είχαν «κορακιάσει» από την δίψα, χωρίς να συναντήσουν έστω και μια πηγή για να ξεδιψάσουν. Τα μεσάνυχτα βρέθηκε μια βρυσούλα στην πλαγιά του βουνού, που ωστόσο έσταζε ελάχιστα, με συνέπεια να δημιουργηθεί τεράστια ουρά. Ο Κωνσταντίνος σήκωσε τον γιακά του μανδύα του και πλησίασε στο σκοτάδι την πηγή, για να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν ομαλά. Και έγινε έξω φρενών, όταν άκουσε έναν επιλοχία φορτωμένο παγούρια να φωνάζει άγρια στους στρατιώτες:

«Τραβηχτείτε από εκεί, ρε γαϊδούρια!».



Ολοι παραμέρισαν αλλά ένας πανύψηλος εύζωνας ρώτησε:

«Γιατί, κυρ-επιλοχία; Ιδώ έχουμι σειρά, δεν το βλέπ΄ς;».«Ισα ρε, κάνε στην μπάντα. Τα παγούρια είναι του λοχαγού. Ποιος σας λογαριάζει εσάς;».«Εγώ!» ακούστηκε σαν κεραυνός μια βροντερή και οργισμένη φωνή. Ηταν ο Στρατηλάτης που πλησίασε, άδραξε τον επιλοχία από τους ώμους και τον ταρακούνησε!

«Όπως άκουσες επιλοχία! Μπορεί άλλοι να μην λογαριάζουν τους στρατιώτες μου, αλλά τους λογαριάζω εγώ! Ποιος είναι ο λοχαγός σου; Τσακίσου να του πεις να έρθει γρήγορα εδώ!».

Ο επιλοχίας χαιρέτισε και έφυγε τρέχοντας, ενώ οι στρατιώτες κοίταζαν τον Κωνσταντίνο με ανοικτό το στόμα! Ο Στρατηλάτης τους χαμογέλασε:

«Γεμίστε τα παγούρια σας με την σειρά. Δεν θα σας ενοχλήσει κανένας άλλος».

Μερικές στιγμές αργότερα έστεκε κλαρίνο μπροστά του ο λοχαγός.

«Θα ήθελα να μάθω, αν εσύ έστειλες τον επιλοχία για νερό», ρώτησε αυστηρά ο Στρατηλάτης.

«Μάλιστα, Μεγαλειότατε». Αλλά δεν ήξερα ότι…».

«Και πόσα παγούρια έχεις, κύριε λοχαγέ;».

Ο άλλος κόμπιασε, ξεροκατάπιες, αλλά όφειλε να απαντήσει:

«Εντεκα, Μεγαλειότατε».

Ο Κωνσταντίνος κόντεψε να εκραγεί!

«Εντεκα παγούρια και έχεις το θράσος να το λες; Ξέρεις πόσα έχουν οι στρατιώτες;».

«Ενα…»

«Και εγώ που είμαι Βασιλιάς πόσα έχω, ξέρεις;».

Ο άλλος έσκυψε το κεφάλι χωρίς να απαντήσει.

«Με την δική σου λογική, αφού εσύ ο λοχαγός έχεις έντεκα, εγώ θα πρέπει να έχω εκατόν έντεκα, έτσι; Ε, λοιπόν, δεν έχω ούτε ένα και δεν έχω βάλει ούτε μια γουλιά νερό στο στόμα μου!».

Ο λοχαγός είχε γίνει κουρέλι στην κυριολεξία!

«Λοιπόν», βρυχήθηκε ο Κωνσταντίνος, «σε τιμωρώ με 10 ημέρες φυλάκιση, για να μάθεις πως στον πόλεμο που το νερό είναι λιγοστό, πρώτα πίνουν οι στρατιώτες, μετά οι υπαξιωματικοί, ύστερα οι αξιωματικοί και τελευταίος ο Βασιλιάς. Και στο μέλλον θα έχεις μόνο ένα παγούρι!».

Ωστόσο, την επόμενη ημέρα ο Κωνσταντίνος του χάρισε την ποινή και ο αξιωματικός πήρε το μάθημά του για όλη του την ζωή!

28 Ιουνίου 1913 Απελευθέρωση των Σερρών

Οι Βούλγαροι, μετά την συντριβή τους στη μάχη του Κιλκίς – Λαχανά, είχαν εγκαταλείψει από τις 21 Ιουνίου τις Σέρρες, ενώ η 7η Μεραρχία, υπό τον Υπτγο Ναπολέοντα Σωτήλη, προήλαυνε ήδη για την απελευθέρωση της πόλης. Η απελευθέρωση καθυστέρησε λόγω καταστροφής των γεφυρών του Στρυμόνα που η επισκευή τους κράτησε μέχρι το πρωί της 28ης Ιουνίου. Τότε, η 7η ΜΠ μεραρχία προέλασε ξανά και εισήλθε στις Σέρρες. Η εικόνα ήταν τρομερή. Οι Βούλγαροι, πριν την αναχώρησή τους είχαν κάψει το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Κυρίως τη μεγάλη Ελληνική συνοικία και την Ελληνική αγορά.



Ο Μέραρχος εξέδωσε αμέσως προκήρυξη, εξαγγέλοντας ότι «απελευθερώνει και καταλαμβάνει τας Σέρρας και προσκαλεί τους κατοίκους ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσης και θρησκεύματος, να επανέλθουν εις τας ειρηνικάς των ασχολίας» και έστειλε τηλεγράφημα στο ΓΣ, ζητώντας επειγόντως βοήθεια:

«Η πόλις των Σερρών εκάη ολόκληρος εξαιρέσει τουρκικής και εβραϊκής συνοικίας. Αγορά εκάη επίσης. Πλήθος γυναικοπαίδων ευρέθησαν φονευμένα ή απηνθρακωμένα εντός οικιών. Πόλις στερείται εντελώς άρτου. Απόλυτος ανάγκη ληθώσι μέτρα συντόμως προς διατροφήν πληθυσμού.

Αστεγοι υπερβαίνουσι 20 χιλιάδας. Λεπτομερείας τηλεγραφήσω προσεχώς.»


Στην εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» της 29/6/1913 διαβάζουμε την είδηση:

«Σώμα προσκόπων υπό τον Ταγματάρχην κ. Μαζαράκην κατέλαβε τας Σέρρας κηρύξαν τον στρατιωτικόν νόμον. Ο Βουλγαρικός Στρατός αποχωρήσας εκ Σερρών εν πανικώ εγκατέλιπε τα πάντα μη προφθάσας να φονεύση άπαντας τους προκρίτους. Εκ των 70 προκηρυχθέντων ο Διευθυντής της Τραπέζης Ανατολής Σταμούλης, ο ιατρός Χρυσάφης και 20 άλλοι εσφάγησαν κατόπιν φρικωδών βασανιστηρίων. Ο Επίσκοπος Πολυανής και 30 πρόκριτοι Δοϊράνης, ους είχε παραλάβει ο Βουλγαρικός Στρατός ως ομήρους, δεν έφθασαν εις Σέρρας. Φαίνεται ότι εξηφανίσθησαν καθ΄ οδόν.»


Οι απειλές των Βουλγάρων, ότι θα έκαιγαν την πόλη αν αναγκάζονταν να φύγουν, είχαν πραγματοποιηθεί. Μετά την αποχώρησή τους στις 12 Ιουνίου, στις 25, ένα Βουλγαρικό απόσπασμα προσπάθησε να μπει ξανά στην πόλη, αλλά αποκρούστηκε από σώμα πολιτοφυλάκων. Η αντίσταση κράτησε ως τις 27 Ιουνίου. Τότε, έφτασαν ισχυρές Βουλγαρικές δυνάμεις με 4 πυροβόλα, που κατέλαβαν το ύψωμα δίπλα στην πόλη και το επόμενο πρωί, Παρασκευή 28 Ιουνίου, άρχισαν να την βομβαρδίζουν. Ταυτόχρονα, Κομιτατζήδες με επί κεφαλής Αξιωματικούς του Στρατού, μαζί με τον αρχι-Κομιτατζή Γιάγκωφ και τον Γραμματέα της Νομαρχίας Βούλκωφ, γύριζαν μέσα στην πόλη και έβαζαν φωτιά στα σπίτια με πετρέλαιο, βρίζοντας και φωνάζοντας «ούρα ούρα», ενώ άλλοι λεηλατούσαν σπίτια και μαγαζιά. Από την λεηλασία δεν γλύτωσε ούτε η κατοικία του Αυστριακού Προξένου Ζλάτκου και όσοι είχαν καταφύγει για να προσττευθούν σ’ αυτήν. Ενώ και ο ίδιος ο Ζλάτκος συνελήφθη όμηρος και για να ελευθερωθεί πλήρωσε 40 λίρες. Τα ίδια συνέβησαν και στην κατοικία του Ιταλού Προξένου.


Οι πρώτες οβίδες πέσανε στα κτίρια της Αμερικανικής Εταιρείας Καπνών, παρ’ όλο που είχε υψωθεί Αμερικανική σημαία. Τα αποθηκευμένα καπνά έπιασαν φωτιά και η ζημιά υπολογίστηκε σε πάνω από 1.000.000 δολλάρια. Ωστόσο, αν και οι Βούλγαροι κατέστρεψαν και το Ελληνικό Νοσοκομέιο, την Εβραϊκή Συναγωγή, το Μέγαρο της Μητρόπολης και τόσα άλλα καταστήματα και κτίρια παραδόξως δεν πείραξαν το Διοικητήριο, το Τηλεγραφείο και τους Στρατώνες.


Ιδού πώς περιγράφει ο Αυστριακός Πρόξενος την αποχώρηση των Βουλγάρων, σε τηλεγράφημα που έστειλε στον Πρόξενο της Αυστρίας στη Θεσσαλονίκη:

«Ένα Βουλγαρικό απόσπασμα με τμήματα Ιππικού και Πεζικού κανονιοβόλησε την πόλη των Σερρών το πρωί της Παρασκευής (28 Ιουνίου). Αφού έπεσαν βόμβες σε διάφορα σημεία το Πεζικό μπήκε στην πόλη. Έσφαξαν πολλούς κατοίκους και πυρπόλησαν όλα τα σπίτια και τα καταστήματα της πόλης, η οποία καταστράφηκε εντελώς. Τα θύματα της σφαγής και της πυρκαΐάς είναι πολυάριθμα. 2.000 περίπου ψυχές μένουν χωρίς στέγη, τροφή, ρουχισμό και καταλύματα. Όλα τα αποθέματα καταστράφηκαν. Η πόλη στερείται εντελώς ζωοτροφών. Για τη φοβερή αυτή κατάσταση σας παρακαλώ να λάβετε μέρος στην αποστολή βοήθειας.

Το μεσημέρι της περασμένης Παρασκευής οι Στρατιώτες του τακτικού στρατού χτύπησαν την οικία μου και μας έβγαλαν με τη βία στο δρόμο, εμένα και την οικογένειά μου. Τότε ένας μεγάλος αριθμός προσώπων που προσπαθούσαν να αποφύγουν τη σφαγή και τη φωτιά ήρθαν προς εμένα. Όλα τα παιδιά και οι γυναίκες που με συνόδευαν απειλήθηκαν με θάνατο και μόνον με αντίτιμο μεγάλου ποσού λύτρων απελευθερώθηκαν. Είμαι υγιής, το σπίτι μου ήταν στο έλεος της φωτιάς. Είμαι με την οικογένειά μου άστεγος και άνευ ρουχισμού.»


Τηλεγράφημα που στάλθηκε προς τον πρόεδρο της Βουλής στις 1/7/1913, αναφέρει μεταξύ άλλων:

«Πριν βάλουν φωτιά οι Βούλγαροι λεηλάτησαν τα σπίτια και τα καταστήματα, σπάζοντας τις πόρτες με τσεκούρια. Δεν υπολόγισαν ούτε ξένους υπηκόους που έλπιζαν ότι θα σωθούν υψώνοντας τις εθνικές σημαίες τους. Έτσι παραβιάστηκαν οι οικίες του Θεμιστοκλέους Μιγάτσκου, Διευθυντού της Τραπέζης Αθηνών και Αυστριακού υπηκόου, που κατοικούσε στο σπίτι του επίσης Αυστριακού Δούρου, τα σπίτια των Αμερικανών καπνεμπόρων Χαίκτων και Μουρ, αν και είχαν ανυψώσει την αμερικάνικη σημαία, η οικία του αντιπροσώπου του αγγλικού καπνεμπορικού καταστήματος “Κομέρσιαλ”, το κατάστημα Τίριγγ που ανήκε σε Aυστριακό, οι καπναποθήκες “Αμέρικαν Ταμπάκο” και “Έρζοκ”, η Μακεδονική Εταιρεία Καπνών, η Αγγλική του Μονοπωλίου Καπνών των αδελφών Εσκενάζη Αμερικανών, η οικία του Ιταλού Κιαζημμεμίν και του Ισπανού Χασίζ Σαούρτα. Επίσης κάηκε η Τράπεζα Αθηνών και Ανατολής και το σπίτι του Γερμανού υπηκόου Κ. Μαρούλη.»


Ο εμπρησμός και η λεηλασία κράτησαν μέχρι το απόγευμα της Παρασκευής, οπότε έφθασε το σώμα Προσκόπων του Μαζαράκη που έτρεψε σε φυγή τους Βουλγάρους. Από τους προσκόπους σκοτώθηκαν 7 και τραυματίστηκαν 10. Η εκδικητική μανία των Βουλγάρων δεν άφησε τίποτε όρθιο. Ευτυχώς γλύτωσαν τα γυναικόπαιδα.


Για τις Βουλγαρικές θηριωδείες ο Βασιλιάς τηλεγράφησε στην κυβέρνηση:

«Διαμαρτυρηθήτε κατ΄ εντολήν Μου εις τους αντιπροσώπους των πολιτισμένων Δυνάμεων εναντίον των ανθρωπομόρφων τούτων τεράτων, καθώς και εις τον πεπολιτισμένον κόσμον ολόκληρον και δηλώσατε ότι θα αναγκασθώ μετά λύπης Μου να προβώ εις αντίποινα, όπως εμπνεύσω φόβον και σκέψιν τινά προ της τελέσεως τοιούτων εγκλημάτων. Οι Βούλγαροι επισκιάζουν όλας τας φρικαλεοτήτας των βαρβαρικών επιδρομών του παρελθόντος και αποδεικνύουν ότι δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να συγκαταλέγωνται μεταξύ των πεπολιτισμένων λαών.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β.»


20 μέρες μετά τα τραγικά γεγονότα η εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» δημοσίευσε στο φύλλο της 19ης Ιουλίου μια σειρά ανταπoκρίσεων απεσταλμένου της από τις Σέρρες, που τις χαρακτηρίζει νεκρόπολη!

«Δεν είναι υπερβολή. Οι Σέρρες δεν υπάρχουν πια. Εκεί που πριν λίγο ακόμη στεκόταν υπερήφανη η πιο ωραία, πατριωτική και αρχοντική πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, απλώνονται ερείπια και κυριαρχεί η σκιά δυστυχίας και θανάτου. Και κάτω από την σκιά αυτή, δίπλα στα ερείπια, 15 χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, φύλου και τάξης γελούν και κλαίνε, έχοντας στερηθεί τα πάντα. Γελούν για την απελευθέρωσή τους από τον Βουλγαρικό ζυγό και την εθνική τους αποκατάσταση. Κλαίνε για την ατομικήν τους καταστροφή. 15 περίπου ημέρες έρασαν από την αποφράδα και ευτυχή ημέρα κατά την οποία από τη μία άκρη έβγαιναν οι Βουλγαρικές ορδές αφήνοντας πίσω φλόγες και από την άλλη έμπαινε ο Ελληνικός Στρατός. Και όμως, στα πρόσωπα των Σερραίων διακρίνω ακόμη τις γραμμές του τρόμου και της ημιπαραφροσύνης μαζί με τις γραμμές της χαράς και της ανακούφισης. Οι δυστυχείς έζησαν ώρες μακρές, από εκείνες που συγκλονίζουν βαθιά την ψυχή και αφήνουν βαθύτατα ίχνη.»


Ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο δημοσίευσε η εφημερίδα «Εμπρός» της 5ης Ιουλίου. Αφορά την εκδήλωση που έγινε στο τζαμί Εσκή, που είχε μετατραπεί από τους Βουλγάρους σε εκκλησία. Με την απελευθέρωση της πόλης το τζαμί δόθηκε πάλι στους Μουσουλμάνους από τις Ελληνικές Αρχές.


Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν οι Πρόξενοι της Αυστρίας και της Ιταλίας, οι ξένοι ανταποκριτές Μαγκρίνι και Φέρμαν, ο Δήμαρχος Σερρών Αδήλ Βέης, Έλληνες πρόκριτοι και πολλοί άλλοι.


Ο Φρούραρχος των Σερρών Μαζαράκης, κήρυξε την απελευθέρωση της πόλης με τα παρακάτω λόγια:

«Εν ονόματι της Α.Μ. του Βασιλέως Κωνσταντίνου και του νικηφόρου Στρατού κηρύσσω την απελευθέρωσιν της αγαπητής πόλεως των Σερρών, τόσον σκληρώς δοκιμασθείσης υπό βαρβάρου εχθρού. Η Ελληνική Κυβέρνησις θα απονείμει τοις πάσι δικαιοσύνην, ουδεμίαν διάκρισιν ποιούσα μεταξύ φυλής, θρησκεύματος, εθνικότητος.»


Στις 6 Ιουλίου, με εντολή του Φρουράρχου άρχισε η εκκαθάριση των ερειπίων στο κέντρο της πόλης. Στη διάρκειά της βρέθηκαν πολλά καμμένα πτώματα κατοίκων, που είχαν δολοφονηθεί με ξιφολόγχη. Στη συνοικία Κατινίκια είχαν σφαγεί 28, μεταξύ αυτών και ο Αυστριακός μηχανικός Αλβέρτος Πιρώ.


Φωτογραφία του 1965.

 Φωτογραφίες του 1965, όπου η μεν ΑΡΙΣΤΕΡΗ φωτογραφία εμφανίζει τον Βασιλέα Κων\νο και την Βασίλισσα Άννα-Μαρία πριν εισέλθουν εντός του Μητροπολιτικού ναού των Ιωαννίνων να ασπάζονται το ευαγγέλιο, το οποίο κρατά ο τότε Μητροπολίτης Ιωαννίνων, στην δε ΔΕΞΙΑ φωτογραφία, διακρίνεται εντός  του Μητροπολιτικού ναού των Ιωαννίνων όρθιος ο Βασιλέας Κων\νος, και πίσω του καθισμένες και φορώντας παραδοσιακές στολές η βασίλισσα Άννα-Μαρία και η πριγκίπισσα Ειρήνη (δωρεά από το προσωπικό αρχείο του Αντγου ε.α. Ιωάννη Σταματόπουλου).



Πηγή Ιστορικός Συλλέκτης Βέροιας 

Δύο πορτραίτα του βασιλιά Κωνσταντίνου του 12ου.

Τα πορτρέτα απεικονίζουν το βασιλιά Κωνσταντίνο τον 12ο.


 Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας...


Η Αντιβενιζελική εφημερίδα ΣΚΡΙΠ χαιρετίζει την επικείμενη άφιξη του Βασιλιά Κωνσταντίνου σε πρωτοσέλιδο της την ημέρα του δημοψηφίσματος της 22-11-1920.

Την 22 Νοεμβρίου του 1920 διεξήχθει με πρωτοβουλία της νεοεκλεγείσας Αντιβενιζελικής κυβερνητικής παράταξης της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης το δημοψήφισμα σχετικά με την επιστροφή του εξόριστου από τη βενιζελική κυβέρνηση βασιλιά Κωνσταντίνου.
Η εφημερίδα ΣΚΡΙΠ προεξοφλώντας ουσιαστικά την επιτυχή για το βασιλιά έκβαση του δημοψηφίσματος συνέτασσε άρθρα με πανηγυρικό χαρακτήρα...



Όπως μας πληροφορεί ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου:
Στις 22 Νοεμβρίου 1920, ημέρα του δημοψηφίσματος για την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου, η κορυφαία αντιβενιζελική εφημερίδα «Σκριπ» δημοσίευε στο πρωτοσέλιδό της φωτογραφία του και ολοσέλιδο άρθρο,χαρακτηριστικό της δύναμης των συναισθημάτων που προκαλούσε το μεγάλο αντιβενιζελικό σύμβολο.

«Η Μεγαλειότης ενός ελευθέρου λαού προσκαλεί τον βασιλέα Κωνσταντίνον εις τον Θρόνον», δήλωνε ο τίτλος.Το όνομα του βασιλιά, γραμμένο στο άρθρο πέντε φορές με κεφαλαία πλάγια γράμματα, πλαισίωνε τη φωτογραφία: «Τα βουνά της Ηπείρου, αι Μακεδονικαί πεδιάδες αντήχησαν από τον παιάνα της Νίκης και ο παιάν αυτός ήτο εν όνομα: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ». 
Η εικόνα του στρατηλάτη που έμπαινε έφιππος στη Θεσσαλονίκη και στα Ιωάννινα μπορούσε να κάνει τον μέσο άνθρωπο του 1920 να αναλυθεί σε δάκρυα.
Κατόπιν ερχόταν η μνήμη των περιπετειών του βασιλιά μετά την αγγλογαλλική παρέμβαση εναντίον του το 1916-17:
«Και μίαν ημέραν κατά την οποίαν ετέλει την μνήμην της θυσίας ενός άλλου ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ [ηαποχώρηση έγινε στις 30 Μαΐου 1917], ο Βασιλεύς, υποχωρών χάριν της σωτηρίας του λαού Του εις την βίαν την ξένην, άφινεν ορφανήν την Ελλάδα, καμφθείσαν υπό μίαν μακράν τυραννίαν. […] Και μόλις [ο λαός] απέσεισε τα δεσμά του και το φίμωτρον, μία και μόνη φωνή ανεπήδησεν ως ευχαριστία προς τον Μέγαν θεόν της Δικαιοσύνης: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ». Και υψωνόταν τώρα, τόνιζε το «Σκριπ», «κυριαρχική και παντοκράτειρα της Ελλάδος η φωνή. Φωνή απευθυνομένη προς τους ισχυρούς της γης. Προς τους λαούς, οι οποίοι εγνώρισαν πώς οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι. Προς την ηθικήν της Ανθρωπότητος. Προς την Δικαιοσύνην.Προς την Ιστορίαν. Προς τους παρελθόντας Ελληνικούς αιώνας και προς το αγέννητον Μέλλον. Και η φωνή αυτή – φωνή λαού – Κυρίου φωνή – δονείται από εν όνομα».

Τα σχέδια Άτσεσον για την επίλυση του Κυπριακού (Αύγουστος 1964)

Μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την Κύπρο ή «πρόβα διχοτόμησης»;- Οι διαπραγματεύσεις, τα παρασκήνια και η τελική απόρριψη του σχεδίου Άτσεσο...