Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το Ιππικό των Μακεδόνων. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

   Πριν το Φίλιππο το Ιππικό εκπροσωπούσε την ντόπια δύναμη των επίλεκτων της Μακεδονίας. Στην αρχή της βασιλείας του Φιλίππου, το σώμα του Ιππικού ήταν ασθενές. Ο Φίλιππος ανέπτυξε το Ιππικό με την ενίσχυση των σχέσεων του με τους Θεσσαλούς (συνεισέφεραν στην εκστρατεία στην Ανατολή με 1500 επίλεκτους ιππείς) και την ίδρυση σπουδαίων ιπποτροφείων, ενώ υποχρέωσε παράλληλα τους μεγιστάνες της Μακεδονίας, όταν τα τέκνα τους αυξάνονταν να στέλνουν στην Αυλή ευπατρίδες που οδηγούσαν τον ίππο, μαζί με έναν ιπποκόμο. Η υπηρεσία αυτών στρεφόταν στο πρόσωπο του Φιλίππου, καθώς τον ακολουθούσαν στο κυνήγι μέχρι να φτάσουν στην αντρική ηλικία.



  Ο Αλέξανδρος χρησιμοποίησε άριστα το ιππικό. Το οδηγούσε ο ίδιος προσωπικά και εκμεταλλευόμενος το στοιχείο του αιφνιδιασμού κατάφερνε να υπερφαλαγγίσει τον εχθρικό στρατό και να τον χτυπά από το πλάι, δημιουργώντας ρήγματα στην παράταξη του. Το ιππικό πλέον επέφερε καίριο πλήγμα, όχι μόνο προστάτευε τα πλευρά αλλά τώρα συνδυάζονταν πολλά όπλα μαζί. Ο αριθμός των ιππέων ήταν μεγάλος αναλογικά με τον υπόλοιπο στρατό, καθώς η αναλογία ήταν υψηλή υπέρ του Ιππικού. Ο ρόλος του επομένως ήταν αυξημένος και ο Αλέξανδρος βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις μάχες στο ιππικό.

  Η σύνθεση του ιππικού βασιζόταν στη μακεδονική τάξη των Ευγενών. Υπήρχε πίνακας κατάρτισης των ιππικών περιοχών, οι οποίες έδιναν ικανό αριθμό ιππέων (Βοττιαία, Αμφίπολη, Ανθεμουσία και Λευγαία Ίλη). Το ιππικό αντλούνταν από περίπου 15 περιοχές. Ίσως η 16η ίλη να ήταν η Βασιλική Ίλη και το Άγημα των Ιππέων. Οι διοικητές-επικεφαλής των μονάδων έμπαιναν μπροστά και χτυπούσαν πρώτοι τον εχθρό, προστατευόμενοι από μεταλλικές και δερμάτινες πλάκες.

  Το ιππικό απάρτιζαν θωρακοφόροι, λογχοφόροι και θωρακοφόροι. Επιτίθονταν όλοι με σάρισα από ξύλο κρανιάς (4-5 μέτρα), η οποία στην απόληξη της είχε λεπίδα. Δεν είχαν ούτε ασπίδα ούτε θώρακα παρά μόνο ένα μικρό σπαθί αντί για το βαρύ ακόντιο. Η δομή του ιππικού που εκστράτευσε στην Ανατολή αποτελούταν από 8 ίλες, 100-150 ιππείς (800-1200 σύνολο Στο σύνολο των 3000 βαρέων ιππέων προστίθενται 1800 και 200 ελαφρύς. Το Εταιρικό Ιππικό αποτελούταν από 1800 Μακεδόνες εκ των οποίων 600 Σαρισσοφόροι και όπως είπαμε ήταν βαριά εξοπλισμένο με δόρυ από κρανιά και όχι ακόντιο. Επικεφαλής του Εταιρικού Ιππικού ήταν ο Φιλώτας ο γιος του Παρμενίωνα. Χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα, ο ρόλος τους ήταν σπουδαίος ειδικά στην καταδίωξη του εχθρού. ).  Από τις 8 ίλες η πρώτη ήταν η πιο και αρχοντική, υπό τις διαταγές του Κλείτου του Μελάνα. Στους 1.800 Μακεδόνες προστέθηκαν 1800 Θεσσαλοί, 600 Θράκες, 300 Παίονες και 600 από το Κοινό των Ελλήνων. Αρχηγός ολόκληρου του ιππικού ήταν ο Παρμενίων.

  Ο ίππος και ο ημίονος ήταν δαπανηρά μέσα για τον αγρότη της εποχής. Στην κεντρική Μακεδονία βρίσκουμε σκελετούς κατοικίδιων αλόγων μαζί με υποράτσα, απόγονο αλόγου Ταρπάν και μιας άλλης από τις στέπες της κεντρικής Ασίας. Παρατηρείται επομένως και ευγονική ζώων, αργότερα διαπιστώνεται και συλλογή σπάνιων ζώων από την Ινδία, καθώς και φύτεμα ευρωπαϊκών φυτών στη Βαβυλώνα.



  Τα κτήνη διαφοροποιούνταν από τα ζώα γιατί χρησιμοποιούνταν για μεταφορές. Ήταν διαφορετικά από αυτά του ιππικού. Τα οικόσιτα προορίζονταν για τη σίτιση ενώ τα γαϊδούρια και οι καμήλες για να μεταφέρονται εφόδια. Υπολογίζεται ότι χρησιμοποιούνταν 20.000 ζώα για μεταφορές πολιορκητικών μηχανών, εργαλείων, πρώτων βοηθειών κλπ. Οι πηγές άντλησης τους ήταν εύφορες περιοχές όπως Μακεδονία, Θεσσαλία, Συμμαχία Κορίνθου, Θράκη, Παίονες και Αγριάνες. Επιπρόσθετα, οι επιδρομές στο Δούναβη είχαν εφοδιάσει τους Μακεδόνες με σημαντικό αριθμό σκυθικών αλόγων. Η διατροφή των αλόγων απαιτούσε δέκα λίβρες άχυρο ή χόρτο, δέκα λίβρες σιτάρι και οχτώ γαλόνια νερό την ημέρα. Τα άλογα του ιππικού, πρέπει να πούμε ότι χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά των ιππέων και του εξοπλισμού τους και όχι για μεταφορά εφοδίων.

  Όσον αφορά τέλος το ελαφρύ ιππικό αποτελείτο από πέντε ίλες λογχοφόρων, εκ των οποίων οι τέσσερις Προδρόμων Μακεδόνων και η μία Παιόνων. Υφίστατο και ένας απροσδιόριστος αριθμός ψιλών ιππέων από Παίονες, Θράκες και Αγριάνες. Οι Αγριάνες μάλιστα επεδείκνυαν μεγάλη δεξιοσύνη. Το ελαφρύ ιππικό ήταν αχώριστο από το βαρύ.

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

Η αρχαία Άργιλος. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

   Η Άργιλος υπήρξε αποικία των Άνδριων στη δυτική όχθη του Στρυμόνα. Ιδρύθηκε το 655 π.Χ. και ήταν η αρχαιότερη αλλά και ανατολικότερη ελληνική αποικία στη θρακική ακτή. Οι υπόλοιπες αποικίες των Άνδριων ήταν η Άκανθος, τα Στάγειρα και η Σάνη στη Χαλκιδική. Η πόλη, με τα στενά της σοκάκια, θυμίζει νησί του Αιγαίου Πελάγους και αποτελείνιδιαιτερότητα στο μακεδονικό τοπίο. Η Άργιλος κατά τη νεώτερη εκδοχή οφείλει το όνομα της στο είδος πηλού που αφθονούσε στην περιοχή (αργιλώδες έδαφος), σύμφωνα όμως με την παράδοση, η ονομασία προέρχεται από τη θρακική λέξη άργιλος που σημαίνει ποντικός, επειδή ένας ποντικός εμφανίστηκε κατά τη θεμελίωση της.

  Η θέση της πόλης στο μυχό του Στρυμονικού Κόλπου ήταν στρατηγική και τη βοήθησε να πρωταγωνιστήσει στην εμπορική δραστηριότητα του βορείου Αιγαίου και της θρακικής ενδοχώρας. Η Άργιλος ως μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας πλήρωσε 10,5 τάλαντα. Αποικίες της Αργίλου ήταν ο Τράγιλος στην ενδοχώρα της Βισαλτίας και το Κερδύλιον δυτικά του Στρυμόνα, λίγα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης.

 


Η γεωγραφική θέση.

  Η πόλη χτίστηκε 4 χλμ δυτικά των εκβολών του Στρυμόνα και 6 χλμ από την αρχαία Αμφίπολη. Βρισκόταν στα νότια της αρχαίας Βισαλτίας, στην περιοχή του Κερδύλλιου όρους που εκτεινόταν από τον κάτω ρου του Στρυμόνα και το βουνό Βερτίσκος μέχρι τον Αγγίτη και την Ηδωνία. Ουσιαστικά χτίστηκε στη νοτιοανατολική απόληξη του Κερδύλλιου όρους ακριβώς δίπλα από τη θάλασσα. Η περιοχή έχει υγρασία όλο το χρόνο, δριμύ ψύχος το χειμώνα, ξερό κλίμα και υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι. 


 

Η συνύπαρξη με τους Θράκες.

 Οι άποικοι ερχόμενοι από την Άνδρο θα έπρεπε να συνυπάρξουν με το ντόπιο πληθυσμό μίλια μακριά από το νησί τους, καθώς εκεί προϋπήρχε θρακικός οικισμός. Η περιοχή κατοικούνταν από ντόπια φύλα, δηλαδή Θράκες και Βισάλτες. Οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν και συνυπήρξαν αρμονικά με τους ντόπιους. Η συνύπαρξη τους υπήρξε αρμονική για 70 χρόνια. Αναπτύχθηκε η θρακομακεδονική κεραμική, καθώς επίσης και εμπορικές σχέσεις με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.


 

Η ακμή και η παρακμή.

  Η πόλη πριν την ιδρυση της Αμφίπολης ήταν οικονομικά εύρωστη, μέχρι δηλαδή τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Η Άργιλος είχε επεκταθεί ανατολικά υιοθετώντας το Ιπποδάμειο σύστημα. Σκοπός των Άνδριων υπήρξε ο έλεγχος της κοιλάδας του Στρυμόνα και της πλούσιας σε αγροτικά προϊόντα, ξυλεία και μεταλλεύματα ενδοχώρας.

  Η Άργιλος έγινε κανονική πόλη-κράτος αποκτώντας δικό της νομισματοκοπείο και οικονομική ευρωστία. Είχε μονοπώλιο στις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων και μεταλλευμάτων ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής. Πολλές ήταν και οι συναναστροφές των Ελλήνων με τα θρακικά φύλλα όπως Βισάλτες, Μύγδονες και Ηδωνούς. Δημιουργήθηκαν φαινόμενα υπερπληθυσμού και έτσι οι Αργίλιοι ίδρυσαν τον Τράγιλο και το Κερδύλλιον. Αργότερα οι Θάσιοι ίδρυσαν δίπλα της την Ηιώνα, η οποία πήρε κάτι από τη λάμψη της.

Οι Αποικίες των Άνδριων στο Στρυμονικό Κόλπο.


  Μετά την κατάκτηση της περιοχής Αμφίπολης από τους Μακεδόνες, εκείνοι μοίρασαν τη γη στους εταίρους του βασιλιά. Μετά την κατάκτηση της από το Φίλιππο η Άργιλος υποβαθμίστηκε. Καταστράφηκε και κατόρθωσε να ανασυστάσει μόνο την ακρόπολη. Ο έτερος που πήρε τη γη έχτισε το ενδιαίτημα στην κορυφή του λόφου. Ένα πύργο-κατοικία με ελαιοτριβείο στον κάτω όροφο. Ο λίγος πληθυσμός που έμεινε περιορίστηκε στην ακρόπολη και το Κερδύλλιον που αποτέλεσε οχυρό στρατηγικής σημασίας για το Φίλιππο. Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη μέχρι την ίδρυση της Αμφίπολης και την κατάληψη της από το Φίλιππο εγκαταλείφθηκε και η πόλη δεν μπόρεσε να ανανήψει και να κόψει ξανά νομίσματα. Η κατάληψη και η καταστροφή άλλαξε την όψη και έφερε ουσιαστική ερήμωση. Ο ίδιος ο Φίλιππος συνηγόρησε στην παρακμή της και έτσι η πόλη δε συνήλθε και δεν ανοικοδομήθηκε εκτός από την ακρόπολη που επανακατοικήθηκε.

 


Η πόλη.

  Ο Νότιος τομέας της Αργίλου ήταν μια συνοικία με κατοικίες πιθανόν δημόσιου χαρακτήρα, Εκατέρωθεν ενός πλακόστρωτου δρόμου πλάτους πέντε μέτρων, ενός από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης που οδηγούσε ανηφορίζοντας (κινούταν από ανατολικά προς δυτικά, δηλαδή όδευε προς την ακρόπολη) από το λιμάνι στην ακρόπολη, λιθόχτιστοι τοίχοι ύψους 4 μέτρων, διώροφες οικοδομές χτισμένες βαθμιδωτά στην πλαγιά με ακανόνιστο πολεοδομικό συγκρότημα που καταστράφηκαν από το πέρασμα των Περσών αλλά ξαναχτίστηκαν αμέσως και επεκτάθηκαν. Στις αρχές του 5ου αιώνα συντελέστηκε αναδιοργάνωση. Πραγματοποιήθηκε συστηματική διανομή οικοπέδων σε κατοίκους της πόλης και έτσι η πόλη διέπεται από ένα κοινό μέτρο και οικοδόμηση οικιών με συγκεκριμένο τύπο, σύμφωνα με τη βασική αρχή των ελληνικών αποικιών.

Τοπογραφικό σχέδιο του νοτιοανατολικού τομέα με το λιθόστρωτο δρόμο.


  Το λιμάνι βρέθηκε κοντά στη θάλασσα και νότια της πόλης. Πλακόστρωτοι δρόμοι με ομαλή κλίση και σκαλοπάτια συνέδεαν την ακρόπολή με το λιμάνι.

  Νότια των οικιών του νοτιοανατολικού τομέα υπάρχει ο τομέας Κουτλούμη (κτήμα στην περιοχή). Παρατηρούνται κτίσματα και οικίες με εστίες στο κέντρο του δωματίου τους. Στο νότιο τμήμα υπάρχει επίσης μια σειρά δωματίων που παραπέμπουν σε καταστήματα σε καταστήματα μιας εμπορικής στοάς τα οποία ανοίγονται σε πλακόστρωτο στεγασμένο δρόμο στα νότια. Τα καταστήματα ήταν ελαιοπωλείο, φαρμακείο (καλλυντικά και φάρμακα), κάτι σαν αρχαίο εμπορικό κέντρο.  Η ακρόπολη της Αργίλου βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του λόφου και είχε τριγωνικό σχήμα. Ήταν κτισμένη στο λόφο και συγκεκριμένα στην κορυφή του λόφου. Ο λόφος είχε απόκρημνες πλαγιές με ξερά άνυδρα ρεύματα και εξαιτίας αυτού βόρεια, ανατολικά, και δυτικά αποτελούσε φυσικά οχυρή θέση. Η νότια πλευρά ήταν πιο ομαλή και κατέληγε στο λιμάνι (νοτιοανατολικά). Στα ανατολικά του λόφου σήμερα υπάρχει ένας ανηφορικός ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Ο δρόμος κινείται βόρεια και οδηγεί τελικά στη νοτιοανατολική υπώρεια του λόφου. Από εκεί φαίνεται ξεκάθαρα ο τομέας των οικιών και στο τέλος του δρόμου αγναντεύουμε την υπέροχη θέα της θάλασσας βλέποντας τον τομέα του λιμανιού. Ένα αμυντικό τείχος περιέκλειε την ακρόπολη.

Η ακρόπολη.


  Το πρώτο πράγμα που πέφτει στο μάτι κάποιου πάνω στην ακρόπολη είναι η αποκαλούμενη ελληνιστική κατοικία. Κατέχει κεντρική θέση στο υψηλότερο σημείο του λόφου. Ένοικος της ήταν κάποιος έτερος στον οποίον ο Φίλιππος παραχώρησε τη γη της Αργίλου μετά την καταστροφή της. Η ορατότητα από την ελληνιστική κατοικία φτάνει μέχρι τη Θάσο και το Άγιο Όρος. Δυτικά, νότια και βόρεια της υπάρχει ένα σχεδόν πανομοιότυπο σύνολο κατοικιών, αρκετά μικρού μεγέθους με εξωτερικές αυλές και ένα πηγάδι στο μέσο τους.

Το κτίριο της ακρόπολης.


  Το ενδιαίτημα ήταν ένα εντυπωσιακό κτίσμα με δύο ορόφους με υπαίθρια αυλή στο κέντρο, όπου γύρω-γύρω της ανοίγονταν τα δωμάτια. Το κτίριο ήταν τετράγωνο με πλευρά 14 μ., χοντρούς τοίχους, οργανωμένο κατά τα πρότυπα της ελληνιστικής κατοικίας. Το προαύλιο της ήταν ένας επίσης τετράγωνος στεγασμένος χώρος με πλευρά 2,75 μ. με πλακόστρωτο πάτωμα. Η εξωτερικοί τοίχοι της κατοικίας είχαν λευκό επίχρισμα χωρίς διακόσμηση. Η σκάλα ήταν εξ ολοκλήρου λίθινη και οδηγούσε στον πάνω όροφο εκεί όπου κατοικούσε ο ιδιοκτήτης της με την οικογένεια του. Το ισόγειο ήταν χωρισμένο σε δωμάτια με εσωτερικούς λίθινους τοίχους. Υπήρχαν χώροι οικιακής χρήσης.

Η λίθινη σκάλα.


  Δεξιά του ισογείου λειτουργούσε μια ακέραιη βιοτεχνική εγκατάσταση ελαιοτριβείου. Σώθηκε το τρόπειο με το οποίο αλεθόταν οι καρποί και ένας τεράστιος λίθοςπου χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος των ελιών, ενώ στην αυλή βρέθηκαν δύο μυλόπετρες. Το τρόπειο ήταν το παλαιότερο το οποίο ανακάλυψε αρχαιολογική σκαπάνη στην Ελλάδα. Εκεί λάμβανε χώρα μια συστηματική παραγωγή λαδιού σε μια περιοχή κατάσπαρτη από ελιές.

Κάτοψη της ελληνιστικής κατοικίας.


  Το κτίριο, τέλος, ήταν οργανωμένο στα πρότυπα της ελληνιστικής κατοικίας. Υπαίθρια αυλή στο κέντρο και γύρω δωμάτια. Η είσοδος σ’ αυτή ήταν στενή για λόγους προστασίας και ασφάλειας των πολύτιμων αγαθών και κυρίως του λαδιού. Μια μαρμάρινη στήλη με την επιγραφή ¨ΔΙΟΣ ΚΑΤΑΙΒΑΤΟΥ¨ βρισκόταν στην είσοδο της οικίας και αφορούσε μια ιδιότητα του Δία που έχει σχέση με τις βροχές και τις αστραπές.

Η κατοικία-κτίρια.



-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

Ένα ταξίδι στην αρχαία Αμφίπολη. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

 Το άρθρο αποτελεί μια περιγραφή της Αμφίπολης της κλασσικής εποχής με αρκετές αναφορές στη μακεδονική κατάκτηση. Δεν υπάρχουν αναφορές στον τάφο του Καστά με τον οποίο θα ασχοληθώ εν ευθέτω χρόνο ενδελεχώς. Καλό ταξίδι…

 


Ίδρυση.

  Η Αμφίπολη ιδρύθηκε το 437 π.Χ. στα χρόνια της παντοδυναμίας του Περικλή από τον Αθηναίο στρατηγό Άγνωνα, το γιο του Νικία. Ο Άγνων, ύστερα από εντολή του Περικλή, έφτασε στην Ηιόνα, απώθησε τους Ηδωνούς, και στη θέση Εννέα Οδοί έχτισε την Αμφίπολη. Η Ηιόνα ήταν επίνειο της Αμφίπολης και κατά καιρούς έγινε βάση των Αθηναίων και των Σπαρτιατών που ενδιαφέρονταν για την εκμετάλλευση των ορυχείων χρυσού και αργυρού που υπήρχαν στο Παγγαίο. Το μέρος ανήκε πριν στους Εδωνίτες της Θράκης. Γενικότερα στην περιοχή υπήρχαν Θράκες, όμως κυριαρχούσαν μεταξύ αυτών οι Ηδωνοί. Βόρεια της Αμφίπολης άλλωστε υπήρχε η σημαντική πόλη των Ηδωνών, η Μύρκηνος.

  Ο στρατηγός Άγνων μερίμνησε να αποικήσει την Αμφίπολη, όχι μόνο με αμιγές αθηναϊκό στοιχείο αλλά και με  Χαλκιδαίους, Αργίλιους και νησιώτες. Επιπρόσθετα, ο στρατηγός φρόντισε για την ανέγερση δημοσίων κτιρίων και ιερών που ονομάστηκαν ¨αγνώνεια¨ οικοδομήματα.



  Είχε προηγηθεί το ενδιαφέρον των Αθηναίων, το οποίο χρονολογείται λίγο μετά τη μάχη του Μαραθώνα οπότε και οι Αθηναίοι άρχισαν να καλοκοιτάζουν την Αμφίπολη. Το 466 π.Χ. πραγματοποίησαν μια πρώτη αποτυχημένη εκστρατεία προς κατάκτηση της περιοχής. Η Ήδωνες προέβαλλαν σθεναρή αντίσταση και κατέσφαξαν 10.00 αποίκους. Η περιοχή τελικά καταλήφθηκε 29 χρόνια μετά από τον Άγνωνα. Η Αμφίπολη ανεξαρτητοποιήθηκε την πρώτη δεκαετία του πελοποννησιακού πολέμου με την άφιξη του Σπαρτιάτη στρατηγού Βρασίδα.

 

Οι ¨Εννέα Οδοί¨.

  Σε αυτό το τοπικό πόλισμα πρώτο-εγκαταστάθηκαν οι Αθηναίοι για σύντομο χρονικό διάστημα πριν τη ίδρυση της αποικίας στης Αμφίπολης. Τα γύρω χωράφια ήταν γεμάτα δέντρα και λουλούδια. Επρόκειτο για την «κάλλιστη και ευφυέστατη πόλη», όπως την χαρακτήρισε ο Θουκυδίδης.

  Η θέση πήρε αυτήν την ονομασία επειδή όταν ο Ξέρξης βαδίζοντας εναντίων της Ελλάδας, έφθασε σ’ αυτήν, σύμφωνα με το περσικό έθιμο έθαψε ζωντανούς εννέα παρθένες και εννέα νέους για να έχει αίσιο τέλος η εκστρατεία! Ένας θρακικός οικισμός, ο Άνδραιμος, προϋπήρχε εκεί ακριβώς. Επρόκειτο για εμπορικό σταθμό πάνω σε ένα σταυροδρόμι εννέα δρόμων που ένωναν την περιοχή με τη Μακεδονία δυτικά και τη Θράκη ανατολικά.

 

Η μορφολογία.

  Η Αμφίπολη ήταν χωροθετημένη σε ένα λόφο 120 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Η θέση της ήταν αμφιθεατρική.

  Χτισμένη η πόλη στα δυτικά του Παγγαίου (σημερινή ανατολική Μακεδονία) έχοντας στη θάλασσα στα νότια και την ενδοχώρα στα βόρεια απείχε μόλις 4,5 χλμ από τις εκβολές του Στρυμόνα, στη θέση Εννέα Οδοί. Δηλαδή στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα, όπου ο λόφος στη δυτική και νότια πλευρά του περιβαλλόταν από τον ποταμό, ο οποίος παρακάμπτονταν από το σχηματισμένο τόξο. Εκεί, στην ανατολική όχθη του Στρυμόνα εξέβαλε και η λίμνη του Αχινού, η οποία τώρα έχει αποξηρανθεί. Για τον ποταμό Στρυμόνα θα πούμε ότι επέτρεπε την πρόσβαση σε εύφορες εκτάσεις για την καλλιέργεια σιτηρών, όπως επίσης και σε απέραντους βοσκότοπους που ευνοούσαν την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας.

Το Παγγαίο 


  Μία τεράστια έκταση περιελάμβανε την αρχαία πόλη. Προστατευόταν από ένα τοίχος 7,5 χλμ με ύψος 7 μέτρων γεμάτο με πύργους και πύλες. Μία στροφή του Στρυμόνα προστάτευε τα δυτικά τείχη της πόλης.  Τα όρια της επικράτειας της Αμφίπολης εκτείνονταν προς βορά μέχρι το χωριό Μύρκηνο (Δοξόπομπος), 10 χλμ βόρεια της Αμφίπολης στη συμβολή Αγγίτη και Στρυμόνα και ταυτίζεται με την ομώνυμη ηδωνική πόλη. Ανατολικά μέχρι την αρχαία Δραβήσκο (Σδραβήκι), βορειοανατολικά μέχρι το σημερινό χωριό Μικρό Σούλι και νότια μέχρι την Παλαιοκώμη.

  Όσον αφορά τις Εννέα Οδούς, οι τρεις του δεξιού μέρους του Στρυμόνα οδηγούσαν στην Ευπορία, την Άργιλο και τη βισαλτική Ηιόνα (Αηδονοχώρι). Αριστερά του Στρυμόνα οι δρόμοι οδηγούσαν στην παραστρυμόνια Ηιόνα (από αυτό το λιμάνι απέπλευσε ο στόλος του Αλέξανδρου), Απολλωνία, Γαληνός, Φάγρητα, Γάζωρο και Μύρκηνο. Η σημαίνουσα βάση Αθηναίων και Σπαρτιατών είχε εκτεταμένη και εύφορη ενδοχώρα: περιφέρεια του Παγγαίου, Σερρών μέχρι Ηράκλεια, Βισαλτία, Οδομαντική, Σιντική, Φυλλίδα και Ηδωνίδα.

 

Η ευμάρεια της Αμφίπολης.

  Η Αμφίπολη από το 357 π.Χ. και έπειτα αποτέλεσε αναπόσπαστο τμήμα του μακεδονικού βασιλείου. Ο πληθυσμός της αυξήθηκε με την εγκατάσταση Μακεδόνων οι οποίοι μαζί με τους Αμφιπολίτες δημιούργησαν το νέο σώμα πολιτών. Για πρώτη φορά μια ανεξάρτητη ελληνική πόλη είχε ενσωματωθεί στο μακεδονικό βασίλειο, γεγονός το οποίο αποτέλεσε πρότυπο για τις νέες πόλεις που ιδρύθηκαν αργότερα από τον Αλέξανδρο και τους διαδόχους.

  Επρόκειτο για ένα από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα που αποτέλεσε πόλο έλξης για Πέρσες, Αθηναίους και Σπαρτιάτες. Ο κάθε βασιλιάς την ήθελε για λογαριασμό του. Οι δρόμοι της οδηγούσαν στο Βορρά και ένωναν Ανατολή και Δύση (η τεράστια περιοχή που εκτεινόταν από τους Φιλίππους μέχρι την Αμφίπολη ένωνε ουσιαστικά Ανατολή με Δύση). Όλοι οι δρόμοι από την Αμφίπολη οδηγούσαν σε εύφορες κοιλάδες. Ειδικότερα οι Αθηναίοι στόχευαν στην προσπάθεια ελέγχου, μέσω αυτής της θρακικής ενδοχώρας. Η θέση της υπήρξε στρατηγική όσον αφορά τον έλεγχο της είσπραξης φόρων, την παραγωγή ξύλου κατάλληλου για ναυπήγηση και την εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυσού στο Παγγαίο. Η εξαγωγή ξυλείας και μετάλλων του Παγγαίου γινόταν από τους υδάτινους δρόμους. Δίκαια λοιπόν ο Δημοσθένης τόνιζε την αξία της Αμφίπολης για το ασφαλές λιμάνι, την ξυλεία από τα Κερδύλια όρη, καθώς και την εύφορη ενδοχώρα.

Η ακρόπολη της Αμφίπολης


  Τα ναυπηγεία στις εκβολές του Στρυμόνα, της Αμφίπολης ήταν γνωστά από την εποχή του Πεισίστρατου (605-527 π.Χ.) και ήταν τα σπουδαιότερα της εποχής. Τα ναυπηγεία προμηθεύονταν με ξύλα από τα γύρω δάση. Από την Αμφίπολη έβγαινε και το ωραιότερο κρασί της χώρας. Οι αμπελώνες και οι απέναντι σιτοβολώνες (το έδαφος ήταν εύφορο για σιτάρι) δείχνουν γιατί ο φρενήρης προστάτης του οίνου, ο Διόνυσος, με τα στάχια του και με τις μαινάδες δεν είχε στήσει τυχαία εδώ το προπύργιο του. Επιπρόσθετα, οι φλέβες χρυσού του Παγγαίου (στην πόλη υπήρχαν πολυάριθμα εργαστήρια κοσμηματοτεχνικής) κοσμούσαν σαν περίτεχνες τοιχογραφίες τους καταπράσινους λόφους του Παγγαίου, όπου έδωσαν περίοπτες μάχες Αθηναίοι και Σπαρτιάτες διεκδικώντας το φυσικό πλούτο της Αμφίπολης.

  Το υψηλό επίπεδο ζωής της Αμφίπολης έφτασε σε ζηλευτό επίπεδο, ενώ ο ψυχικός κόσμος των κατοίκων της υπήρξε εκλεπτυσμένος. Στο αρχαιολογικό μουσείο της Αμφίπολης μπορεί κανείς να θαυμάσει τρία αγάλματα με πλούσια χρώματα: της Δήμητρας, της Αφροδίτης και της Κόρης. Τα αγάλματα έχουν το δεξί χέρι στο στήθος, μια συμβολική χειρονομία ευγονικής, ενώ με το αριστερό χέρι κρατούν το άκρο της καλύπτρας. Η κλίση των κεφαλών τους είναι προς τα κάτω και η όψη τους στο πρόσωπο μελαγχολική.

 

Η γέφυρα.

  Γιατί στην αρχαιότητα οι Έλληνες δεν επένδυαν σε με μεγάλες και στιβαρές γέφυρες για τη ζεύξη ποταμών κλπ; Κατά μία άποψη οι περιορισμένες οικονομικές των πόλεων κρατών ήταν μικρές και φτωχές. Υπήρχαν όμως και μεγάλες πόλεις κράτη που διέθεταν πλούσιους πόρους και είχαν ανεπτυγμένη οικονομία. Οι πόροι των πλούσιων κρατών όπως η Μακεδονία και η Αθηναϊκή Ηγεμονία καταναλώνονταν κυρίως σε οικοδομικά προγράμματα (Ακρόπολη) και στο ναυτικό.

  Ας δούμε τι συνέβαινε. Λόγοι στρατηγικοί επέβαλλαν στους Έλληνες να μην κατασκευάζουν λίθινες τοξωτές «διηνεκείς» γέφυρες. Οι Έλληνες επιθυμούσαν να έχουν μη διηνεκείς γέφυρες, τάχιστα αφαιρούμενου ξύλινου καταστρώματος (ζεύγματος), το οποίο θα μπορούσαν να ξεμοντάρουν εν ακάρει, να το σπάσουν με τη βαριά, να πυρπολήσουν και να εκμηδενίσουν, όταν μαύριζε ο ουρανός και η εχθρική επιδρομή επήρχετο ολοταχώς! Με την απενεργοποίηση της γέφυρας στόχευαν να ανακόψουν την εχθρική προέλαση, να κάνουν τον εχθρό να χρονοτριβήσει επισκευάζοντας τη γέφυρα, έστω για λίγες μόνο μέρες, μέχρις ότου αυτοί οργανώσουν την άμυνα τους καλύτερα. Έτσι λοιπόν το ζεύγμα της γέφυρας έπρεπε να είναι καταστρεφόμενο ή αφαιρούμενο.

  Η γέφυρα της Αμφίπολης αναμφίβολα κατασκευάστηκε από πεπειραμένους μαστόρους και ξυλουργούς, οι οποίοι έκαναν χρήση ξύλου για λόγους οικονομίας και ευκολίας. Μέσω αυτής εξασφαλιζόταν η πρόσβαση στην πόλη και στο λιμάνι της Αμφίπολης. Από τη γέφυρα αυτή έγινε και η διέλευση του Στρυμόνα στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου προς την Ασία. Διαδραμάτισε τέλος σπουδαίο ρόλο στην οικονομική και εμπορική ανάπτυξη της περιοχής.

Το λιοντάρι της Αμφίπολης

  Το μήκος της γέφυρας ήταν 275 μέτρα και το πλάτος της 5,5-6 μέτρα.  Η υποδομή της ήταν πασσαλόπηκτη, φτιαγμένη από εκατοντάδες ξύλινους πασσάλους με πελεκημένη άκρη ώστε να καταλήγουν σε αιχμή τοποθετημένη ενίοτε σε σιδερένια κεφαλή, επίσης αιχμηρή. Πάνω σε αυτούς υφίστατο σύστημα διαδοκίας (με σταυρωτά δοκάρια) όπου στερεωνόταν το ξύλινο κατάστρωμα. Προκειμένου να προστατευτεί από τις πλημύρες του χειμώνα, η γέφυρα ενισχυόταν με ξύλινους πασσάλους σφηνωμένους στο αμμώδες έδαφος.

  Η γέφυρα κατασκευάστηκε το 424-422 π.Χ., μαζί με την επέκταση του τείχους ώστε να ενισχυθεί η άμυνα του περάσματος. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι το τείχος επεκτάθηκε μέχρι τη γέφυρα και τελικά τη περιέλαβε μέσα). Ήταν συνδεδεμένη οργανικά με την πύλη Γ΄ της πόλης, δίπλα από το τείχος ενώνοντας τις δύο όχθες του ποταμού.

 

Και άλλα στοιχεία για την Αμφίπολη.

  Η ακρόπολη βρισκόταν στο πιο ψηλό σημείο της πόλης και προφυλασσόταν από μακρόν τείχος το οποίο σιγά σιγά επεκτάθηκε μέχρι τη γέφυρα του Στρυμόνα. Η θέα από την ακρόπολη εκτεινόταν προς το Αιγαίο πέλαγος και το δέλτα του Στρυμόνα, ενώ φαινόταν και η χερσόνησος του Άθως. Τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης ήταν γεμάτα ψηφιδωτά δάπεδα και τοιχογραφίες.

  Στο Γυμνάσιο της πόλης φοιτούσαν έφηβοι από 18 μέχρι 20 ετών, οι οποίοι γυμνάζονταν αθλητικά και πνευματικά. Στο χώρο βρέθηκαν αιχμές βέλων από ασκήσεις τοξοβολίας. Βρέθηκε επίσης μια λίθινη στήλη με τον Εφηβικό Νόμο, ένα κείμενο που καθόριζε τον κανονισμό του Γυμνασίου. Μια κλίμακα (σκάλες) οδηγούσε στην είσοδο του Γυμνασίου, ενώ υπήρχε και μία στοά με κυονοστοιχίες, καθώς επίσης και έξι ερμαϊκές στήλες εκ των οποίων η μία με κεφαλή στου Ερμή και μία ενός νέου αθλητή με διάδημα στο κεφάλι. Ένας ακάλυπτος ορθογώνιος χώρος χρησίμευε για να γίνονται οι ασκήσεις των αθλητών.

  Γενικότερα η Αμφίπολη, όπως πιστεύονταν ήταν μέρος που λάτρευαν οι θεοί. Τα ιερά της Αμφίπολης ήταν συνδεδεμένα με θεούς και δαίμονες της τοπικής μυθολογίας του χώρου (ποταμός Στρυμόνας, νύμφη Κλειώ, Άρτεμης Ταυρόπολις). Υπήρχαν δηλαδή ιερά αφιερωμένα στις τοπικές θεότητες, ακόμη και στον ποταμό Στρυμόνα που συνιστούσε πηγή πλούτου και οικονομίας. Λατρεύονταν, όπως ήταν φυσικό, και πανελλήνιοι θεοί και ήρωες όπως ο Διόνυσος, ο Ασκληπιός και ο Ηρακλής. Εισχώρησαν επίσης και ανατολικές θεότητες όπως η Κυβέλη και η Άτης (μικρασιατική θεότητα). Ο Δίας, σύμφωνα με την παράδοση, μετατράπηκε σε χρυσή βροχή και γονιμοποίησε τη Δανάη και γέμισε παντού τους πρόποδες του Παγγαίου με χρυσό. Η Αμφίπολη τέλος επιλέχθηκε μαζί με άλλες έξι πόλεις (Δήλος, Δελφοί, Δωδώνη Δίον και Κύρρος) ανάμεσα σ’ αυτές που ο Αλέξανδρος σκόπευε να χρηματοδοτήσει σε κάθε μία να χρηματοδοτήσει την κατασκευή ενός μεγάλου ναού υπό την εποπτεία του Κρατερού.

Ο Φίλιππος Β'

  Σημαντική θέση κατείχε η λατρεία του ομηρικού ήρωα Ρήσου, γιου του βασιλιά της Θράκης. Όταν σκοτώθηκε ο Ρήσος στον τρωικό πόλεμο ο Έκτορας τον έθαψε κάτω από τα τείχη της Τροίας. Κατά την ίδρυση της Αμφίπολης ο Άγνωνας εκπληρώνοντας το χρησμό που του δόθηκε μετέφερε τα οστά του Ρήσου τυλιγμένα σε πορφυρή χλαμύδα και τα έθαψε μέσα στην πόλη, υψώνοντας ταυτόχρονα ένα μνημείο κοντά στο ιερό της μητέρας του Ρήσου της Μούσας Κλειούς. Ο Ρήσος ήταν θεός κυνηγός, και τα αγρίμια, οι δορκάδες και οι αγριόπαπιες, σύμφωνα με την παράδοση έρχονταν μόνα τους να θυσιαστούν. Ήταν επίσης θεός-θεραπευτής και προφήτης του Διόνυσου.

  Όσον αφορά το θεό Διόνυσο, το ιερό του οποίου ήταν χτισμένο σε κάποια από τις κορυφές του Παγγαίου σε περιοχή ελεγχόμενη από Θράκες, ενδιαφέρον έχουν οι παραδόσεις που αφορούν το βασιλιά των Ηδωνών Λυκούργο και τον Ορφέα. Ο Λυκούργος καταδίωκε τους μύστες του Διόνυσου. Ο θεός οργίστηκε μαζί του και τον τρέλανε, με συνέπεια να κομματιάσει το γιό του νομίζοντας ότι ξεριζώνει και καταστρέφει αμπέλια! Ο Ορφέας συγκρίνοντας τον Ορφέα και τον Απόλλωνα πήρε το μέρος του θεού του φωτός και της μουσικής. Η τιμωρία του για την ύβρη ήταν φοβερή, καθώς τον κατασπάραξαν οι μαινάδες τις οποίες έστειλε ο Διόνυσος. Έπειτα οι Μούσες μάζεψαν τα κομμάτια του και τα μετέφεραν και τα έθαψαν στην πόλη Λειβήθρα στον Όλυμπο που ήταν και η γενέτειρα του Ορφέα. Λατρεύονταν επίσης και ο οικιστής ο Άγνων και ο Βρασίδας.

  Η νεκρόπολις της Αμφίπολης βρισκόταν εντός των τειχών της πόλης. Σε ανασκαφές που κάναν σε μεγάλη έκταση στο λόφο βρέθηκαν 70 τάφοι. Το νεκροταφείο ήταν εκτεταμένο ανατολικά και βόρεια της πόλης. Κυριάρχησε η πρακτική του απλού ενταφιασμού χωρίς να λείπουν και οι καύσεις νεκρών. Η καύση ήταν δαπανηρή και προτιμούταν από πλούσιες οικογένειες. Κυριαρχεί όμως η πρακτική του απλού ενταφιασμού χωρίς βέβαια να λείπουν οι καύσεις.

  Όλες οι ταφές που βρέθηκαν στην Αμφίπολη ήταν μεμονωμένες, εκτός από μία που περιελάμβανε έναν ανδρικό και ένα γυναικείο σκελετό. Δεν είναι απίθανο να πρόκειται για ενταφιασμό δύο συζύγων. Επιπλέον, δεν υπήρχε ενιαίος προσανατολισμός των ταφών. Οι τάφοι ήταν λακκοειδείς, κεραμοσκεπείς, κιβωτιώσχημοι, με πώρινη θήκη (τετράγωνη εξωτερικά, κυκλική στο κέντρο), ενώ ελεύθερες ταφές κάλυπταν μικρές πέτρες στην επίχωση ενός εκ των οποίων βρέθηκαν τμήματα χυτροειδούς αγγείου με έντονα ίχνη κάυσης.

  Οι Αμφιπολίτες κατασκεύαζαν τάφους εν είδει δωματίου σύμφωνα με ιδιοτροπίες των κατοίκων τους, κοσμώντας το εσωτερικό τους με χρυσά και αργυρά κτερίσματα. Στους τύμβους αυτούς απαντά κανείς πολυτελή επίπλωση με χρυσά κρεβάτια και ποικίλα αγαπημένα αντικείμενα του πεθαμένου. Στους τάφους βρίσκουμε χρυσά περιδέραια, βραχιόλια, σκουλαρίκια, διαδήματα, στεφάνια, πολούσιες συλλογές με τερακότες, αγγεία και επιτύμβιες στήλες. Ο επιμελημένος τρόπος κατασκευής αρκετών ταφών σε συνδυασμό με την ποιότητα και τον αριθμό ορισμένων κτερισμάτων υποδηλώνει μια ρκετά εύπορη μεσαία τάξη με πίστη στη μεταθανάτια ζωή. Αυτοί οι τάφοι συνυπάρχουν με απλούς γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός των νεκροταφείων ανάλογα με την κοινωνική θέση των νεκρών.


 

Ο τάφος του Καστά

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


Η αξία του παραδοσιακού μας παραμυθιού. Γράφει ο συγγραφέας Θωμάς Μοσχόπουλος

Η αξία του παραδοσιακού, ή λαϊκού παραμυθιού είναι ανεκτίμητη διότι αποτελεί γνήσιο πολιτισμικό έργο και ταυτόχρονα φορέα της συλλογικής ψυχής του έθνους με ισχυρό εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Για να το πω με άλλα λόγια, το περιφρονημένο και ξεχασμένο «παραμύθι του παππού», είναι ουσιώδες πολιτισμικό αποτύπωμα που γεννήθηκε μέσα από την ιστορική εμπειρία των Ελλήνων, τη γλώσσα, τις αγωνίες, τις διαχρονικές αξίες τους και συνδέεται άρρηκτα με τη δημώδη παράδοση λειτουργώντας ως άγραφος κώδικας μετάδοσης των της ελληνικής γραμμής αισθητικών, ηθικών αλλά και μεταφυσικών αντιλήψεων. Λειτουργία υψίστης σημασίας για τη διαμόρφωση ανθρώπου Έλληνος, υψηλών προδιαγραφών.



Θαρρώ ότι από αβλεψία θεσμικά  δεν του έχουμε δώσει τη σημασία που του αρμόζει και τη θέση που του ανήκει, ιδίως στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, κάνοντας το λάθος να το αντιμετωπίζουμε ως άνευ αξίας ψυχαγωγικό αφήγημα για παιδιά, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο.

 Η επιστημονική λαογραφία και η φιλολογία καταδεικνύουν ότι τα παραδοσιακά παραμύθια προέρχονται από ανώνυμους δημιουργούς. Ωστόσο, ένα αφήγημα δεν διατηρείται στον χρόνο μόνο και μόνο επειδή δημιουργήθηκε κάποια στιγμή από κάποιον άγνωστο, έστω και ταλαντούχο παραμυθά. Επιβιώνει όταν ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση του λαού. Ο ίδιος ο λαός το διυλίζει, το επεξεργάζεται και λειτουργεί ως ενισχυτής και φορέας του, επιλέγοντας συνειδητά ή ασυνείδητα ποια στοιχεία αξίζει να μεταβιβαστούν στις επόμενες γενεές και ποια όχι.  

Κατά αυτόν τον τρόπο αν και αρχικά δημιουργήθηκε από συγκεκριμένο άνθρωπο, αυτός χάνεται ενώ το έργο παραμένει. Το παραμύθι επιβιώνει επειδή η κοινότητα το αγκάλιασε, το αποδέχτηκε, το βρήκε σωστό, αισθητικά αποδεκτό και θέλησε να το κρατήσει ζωντανό. Στην παραδοσιακή προ-αστική κοινωνία, μέσα στον χρόνο η διήγηση προσαρμόστηκε στις ανάγκες κάθε εποχής χωρίς να αλλοιωθεί ο πυρήνας της και χρησιμοποιήθηκε τόσο ως μέσο διασκέδασης όσο και ως άτυπο παιδαγωγικό εργαλείο.

Γι’ αυτό είναι απόλυτα σωστό να πούμε ότι τα παραδοσιακά παραμύθια δεν εκφράζουν την ατομική σκέψη αυτού που τα σκαρφίστηκε, αλλά τη σοφία της κοινότητας. Μέσα από σύμβολα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα και αρχετυπικές μορφές αποτυπώνουν την κοσμοαντίληψη του ελληνικού πολιτισμού όπως αυτή διαμορφώθηκε διαχρονικά από την αρχαιότητα έως το Βυζάντιο και τη νεότερη ιστορία κι επιπλέον διαπαιδαγωγούν με ανάλαφρο και ευχάριστο τρόπο τους μικρούς ιδίως ακροατές.

Σε επίπεδο αισθητικής το ελληνικό παραμύθι χαρακτηρίζεται από λιτότητα, καθαρότητα εικόνων και έντονη συμβολικότητα. Τα φυσικά στοιχεία, τα ζώα, οι δοκιμασίες και οι υπερφυσικές μορφές δεν λειτουργούν τυχαία, αλλά πάντοτε ως αρχέτυπα και φορείς νοήματος. Η φύση παρουσιάζεται συχνά ως ζωντανή δύναμη, σύμμαχος ή αντίπαλος του ανθρώπου, στοιχείο που αντανακλά τη βαθιά σχέση του λαϊκού πολιτισμού με το φυσικό περιβάλλον, την αρχέγονη ανιμιστική οπτική και βεβαίως το –όχι και τόσο- υπόγειο πολυθεϊστικό του υπόβαθρο.

Η ηθική διάσταση του παραμυθιού κατέχει κεντρική θέση. Οι ήρωες δεν κρίνονται με βάση την κοινωνική τους καταγωγή ή τη θέση τους στην ιεραρχία, αλλά από τον χαρακτήρα και τις πράξεις τους. Αρετές όπως η εργατικότητα, η φιλοτιμία, η ανδρεία, η ευφυΐα, η δικαιοσύνη και η αντοχή στις δοκιμασίες αποτελούν τα βασικά στοιχεία τους που καθορίζουν την τελική τους δικαίωση. Η ηθική των ηρώων δεν πηγάζει από τη θρησκεία ή από τους νόμους αλλά από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο τρόπος που συμπεριφέρονται βασίζεται στο τρόπο με τον οποίο αυτοί ως προσωπικότητες αντιλαμβάνονται και βλέπουν τον κόσμο, θυμίζοντάς μας έντονα τους ήρωες της ελληνικής μυθολογίας.

Στο πλαίσιο αυτό παρατηρείται μια διαχρονική συνέχεια αρχαίων ηρωικών προτύπων τα οποία επανεμφανίζονται με διαφορετικές μορφές. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας, ο ισχυρός Ηρακλής, ο Περσέας με το φτερωτό άλογο, ο Θησέας ή ο Ιάσονας μετασχηματίζονται στον λαϊκό ήρωα που μπορεί να είναι ένας τολμηρός τυχοδιώκτης, ένας περιπλανώμενος ιππότης, ένας πολεμιστής ή ακόμη και ένας άσημος χωρικός, όπως το βοσκόπουλο της Ίδης, που αναζητά τη δικιά του Ελένη.

Στα λαϊκά παραμύθια η αρετή του ήρωα δεν μοιάζει με την ασκητική αρετή του αγίου, αλλά την ενεργητική αρετή του αρχαίου ήρωα. Ο ήρωας δεν αποσύρεται από τον κόσμο, τον αντιμετωπίζει και τον μεταμορφώνει μέσα από τον αγώνα, τη θυσία και την κοινωνική του προσφορά. Ο ήρωας δεν είναι κάποιος αναχωρητής, σοφός άνθρωπος που ασχολείται με την αυτοβελτίωση του μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο. Αποτελεί ένα άτομο μέσα στην κοινωνία που αλληλοεπιδρά και αγωνίζεται έχοντας σαφείς στόχους και αναζητώντας προορισμό. Γι’ αυτό και στο τέλος ανταμείβεται με δόξα, πλούτο, κοινωνική άνοδο, τον θρόνο ενός βασιλείου ή διά του γάμου με την εκλεκτή γυναίκα  ως επισφράγιση της ηθικής του δικαίωσης.



 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταφυσική διάσταση του λαϊκού παραμυθιού, καθώς ο κόσμος του μόνο στο υλικό επίπεδο δεν περιορίζεται. Πρόκειται για ένα σύμπαν όπου το ορατό επικοινωνεί διαρκώς με το αόρατο, η ζωή με τον θάνατο και το ανθρώπινο με το υπερφυσικό. Όπως ακριβώς και στην μυθολογία μας έτσι και στο παραμύθι εμφανίζονται τέρατα, δράκοι και φίδια, νεράιδες, πνεύματα, στοιχειά, ζώα που μιλούν και διάφορες μορφές μαγείας. Τα στοιχεία αυτά δεν λειτουργούν απλώς ως αφηγηματικά στολίδια, αλλά εκφράζουν τη βαθιά ριζωμένη ελληνική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο κόσμος είναι έμψυχος, εμποτισμένος με νόημα και με σκοπό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συναντούμε θεϊκές ή υπερφυσικές δυνάμεις με προσωπικότητα και βούληση που παρεμβαίνουν στην ανθρώπινη πορεία, όχι για να την ακυρώσουν, αλλά για να τη δοκιμάσουν, να την κατευθύνουν ή να τη δικαιώσουν. Η πλοκή τους θυμίζει τους αρχαίους θεούς, όπου η Αθηνά στέκεται στο πλευρό του Οδυσσέα, η Άρτεμις σώζει την Ιφιγένεια, η Δήμητρα χαρίζει στον Τριπτόλεμο τη γνώση της γεωργίας, ο Ερμής βοηθά τον Περσέα σε κρίσιμες στιγμές, ενώ ο Δίας και ο Ποσειδώνας επεμβαίνουν για να σώσουν ήρωες όπως τον Ηρακλή και τον Αινεία. Κοινό χαρακτηριστικό των αφηγήσεων είναι ότι η θεϊκή παρέμβαση δεν αντικαθιστά τον ανθρώπινο αγώνα αλλά τον ενισχύει, επιβεβαιώνοντας μια διαχρονική ελληνική μεταφυσική αντίληψη σύμφωνα την οποία ο άνθρωπος δρα μέσα σε έναν ζωντανό κόσμο αντιφάσεων, σχέσεων, δοκιμασιών και νοήματος έχοντας ως βοηθό ένα αόρατο φύλακα άγγελο.

Το μοτίβο της σημασίας του πεπρωμένου και της μοίρας, μαζί με το διαχρονικό ερώτημα για τα όρια της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης όπως αναπτύχθηκε στον αρχαίο στοχασμό, επαναλαμβάνεται ατόφιο και στα παραδοσιακά μας παραμύθια. Η πίστη στο πεπρωμένο και στη μοίρα παραμένει κεντρική. Όπως στη μυθολογία, έτσι και στα λαϊκά παραμύθια συναντάμε την αντίληψη ότι «το πεπρωμένο φυγήν αδύνατο», δίνοντας στον κόσμο του ήρωα την ίδια τραγική διάσταση που βλέπουμε στις αρχαίες τραγωδίες. Ωστόσο, η μοίρα θέτει το πλαίσιο, αλλά δεν αναιρεί την ανθρώπινη δράση. ο άνθρωπος καλείται να αγωνιστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο όχι τόσο για να αλλάξει τη μοίρα του, όσο για να μετασχηματίσει τον εαυτό του, να ωριμάσει και να αποδείξει την αρετή και την αντοχή του.



Το παραδοσιακό παραμύθι δεν διδάσκει άμεσα τι είναι καλό ή κακό. Διηγείται τις πράξεις και τη συμπεριφορά των ηρώων του με τρόπο που θυμίζει τον Όμηρο και τους αρχαίους ποιητές, αναδεικνύοντας τους χαρακτήρες, τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων τους,  παραπέμποντας στο κλασικό αρχαίο σχήμα: ύβρις, τίσις, νέμεσις. Μέσα από την αφήγηση αποκαλύπτεται η καθαρά πλατωνική θέαση του κόσμου, όπου οι Ιδέες του Δικαίου, του Αγαθού και του Ωραίου κινούν τους ήρωες, χωρίς την παραμικρή υπόνοια της κατήχησης ή της ανατολίζουσης σχολαστικής, υποκριτικής και σαφώς αντίθετης με την ανθρώπινη φύση ηθικολογίας.

Ακριβώς, αυτή η μορφή αφήγησης είναι που ενισχύει την ανάπτυξη της ελεύθερης σκέψης του παιδιού. Αντί για ηθικά δογματικά κηρύγματα, το παιδί παρακολουθεί τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων, ατενίζοντας τις υψηλές ιδέες μέσα από παραδείγματα και δράσεις χωρίς κουραστικές και ανούσιες αναλύσεις. Με αυτόν τον τρόπο κατανοεί τις αξίες με τρόπο άμεσο, ενορατικό, φυσικό και βαθιά ανθρώπινο, μαθαίνοντας να σκέφτεται ελεύθερα και να διαμορφώνει τη δική του κρίση. Μαθαίνει ασυνείδητα να κάνει αυτή την παρεξηγημένη ενδοσκόπηση, για την οποία έχουν μιλήσει οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι της ύστερης αρχαιότητας, οδηγώντας την ψυχή του στη μέθεξη με τον ιδεώδη κόσμο.

Αντίθετα με τον ακαδημαϊκό λόγο, που απευθύνεται πρωτίστως στη λογική, το παραδοσιακό παραμύθι απευθύνεται στην ψυχή. Δεν εξηγεί με ξύλινη γλώσσα, βιώνεται. Δεν αναλύει, αποκαλύπτει, προσφέροντας ταυτόχρονα απόλαυση και στοχασμό. Το λαϊκό παραμύθι μεταδίδεται αιώνες από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά, κουβαλώντας με αριστοτεχνικό τρόπο το κλειδί της επαφής με τα σπουδαία, κάτι που κανένα πανεπιστήμιο, κανένας λόγιος, δάσκαλος ή θεολόγος, όσο σημαντικός κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει.

  Στον σύγχρονο κόσμο, όπου κυριαρχούν η ταχύτητα, τα terabytes της πληροφορίας και η μηχανικότητα, η ενασχόλησή μας με το παραδοσιακό παραμύθι δεν είναι στείρα νοσταλγία, αλλά ένα δώρο ουσίας προς εμάς και τα παιδιά μας, ένας δρόμος σύνδεσης με τις ρίζες μας, την αυτογνωσία και την ψυχική μας εξέλιξη.


Η Τέχνη της Αρχαϊκής Εποχής. Γράφει η Ειρήνη Παπαδοπούλου.

 Τον 7ο και τον 6ο αιώνα π.Χ. ο ελληνικός κόσμος γνώρισε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη. Οι πόλεις στολίστηκαν με λαμπρά κτίρια. Τη μεγαλύτερη εντύπωση έκαναν οι ναοί, με τους οποίους οι άνθρωποι θέλησαν να τιμήσουν τους Θεούς.



Οι ρυθμοί (τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παρουσιάζει ένα έργο, όπως π.Χ. ένας ναός) με τους οποίους χτίστηκαν οι ναοί ήταν δύο, ο Ιωνικός και ο Δωρικός. Η διαφορά ανάμεσα τους ήταν κυρίως στους κίονες (κολώνες).

Τεχνίτες με ξεχωριστές ικανότητες σκάλιζαν το μάρμαρο κι έφτιαχναν αγάλματα που παριστάνουν Κούρους (γιους) και Κόρες. Οι Κούροι αρχικά καθόταν σε στάση απόλυτης προσοχής και εικονίζουν γυμνούς (όχι ντυμένους) νέους άντρες με τα χέρια κολλημένα στα πλάγια του σώματος. Σταδιακά, το ένα πόδι είναι πιο μπροστά από το άλλο, έτσι που νομίζει κανείς ότι το άγαλμα είναι έτοιμο να περπατήσει. Οι κόρες είναι νεαρές, ντυμένες με ελαφριά ρούχα και καλοχτενισμένες.

Την αρχαϊκή εποχή αναπτύχθηκε το εμπόριο. Έμποροι απ’ όλα τα μέρη της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου μεταφέρουν και πουλάνε προϊόντα. Η ανάγκη για αποθήκευση και μεταφορά του κρασιού και του λαδιού έφερε και την ανάπτυξη της αγγειοπλαστικής. Πολλοί καλλιτέχνες έγιναν γνωστοί από την αγγειοπλαστική.



Το ανωτέρω κείμενο αποτελεί άσκηση στο πλαίσιο του μαθήματος της ιστορίας.

Η Ειρήνη Παπαδοπούλου είναι μαθήτρια της Δ' Τάξης του Δημοτικού Σχολείου Νέου Πετριτσίου Σερρών

Ο γάμος στον κόσμο της τραγωδίας του Αισχύλου. Γράφει ο διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Ωραιοκάστρου Παύλος Παπαδόπουλος.

   Ο Αισχύλος πραγματεύεται εκτεταμένα το θέμα του γάμου στο έργο του Ικέτιδες. Στο έργο διαπιστώνουμε αρκετές από τις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων για την ιερότητα του γάμου, τον ενδεχόμενο καταναγκασμό σε γάμο κλπ. Επίσης ο ποιητής εκθέτει τους θεούς που σχετίζονταν με το γάμο.



 Στις Ικέτιδες κεντρική ιδέα αποτελεί η ιερότητα του γάμου. Ο Αισχύλος, μέσα από αυτό το έργο, κρίνει θετικά τη σκέψη των Δαναΐδων να μην παντρευτούν με το ζόρι. Η ιερότητα του γάμου, σύμφωνα με τις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων, θα ορίζεται από τους θεούς, και θα αποτελεί ιερή υπόθεση. Ο Χορός θα επιβεβαιώσει την ιερότητα του γάμου: «Τα άλλα ας μας έρθουν βολικά με τη βοήθεια των Ολύμπιων θεών· για των ανθό της νιότης μου πατέρα έχε εμπιστοσύνη. Διότι αν οι θεοί κάποια άλλη απόφαση δεν έχουν πάρει τα παλιά χνάρια της σκέψης μου ποτέ δε θα τ’ αλλάξω».  Επομένως, η θέληση των θεών συνάδει με τη μη συναίνεση τους στον καταναγκαστικό γάμο.

  Στο έργο υμνείται επίσης η δύναμη της Ήρας, της θεάς του γάμου. Η νύφη κατά την τέλεση του γάμου δώριζε το πέπλο της (που της χρησίμευε ώστε να κρύβει τα δάκρυα) στην Ήρα, όταν η νεαρή σύζυγος (οι Δαναΐδες ήταν σε ηλικία γάμου) έβγαζε το πέπλο της και παρουσιαζόταν στους καλεσμένους του γάμου, που είχαν έρθει με τα γαμήλια δώρα. Γίνεται επίκληση, επίσης, στην Αφροδίτη από τις Δαναΐδες ώστε να μην επιβάλλει το γάμο: «Κι ας δει η αγνή η Άρτεμη με λύπη την ομάδα μας και μ’ εξαναγκασμό ποτέ ας μην έρθει ο γάμος απ’ την Κυθέρεια· μισητό το βάρος αυτό ας είναι.» Με τη θεράπαινα να συμπληρώνει: «Ωστόσο ο πρόθυμος ύμνος μας την Κύπρη δεν την αμελεί. Γιατί στο Δία πλάι δύναμη, όπως κι Ήρα έχει. Τιμιέται η πολύγνωμη θεά για τα σεβαστά έργα της.». Οι Δαναΐδες πραγματοποιούν παράκληση στην αγνή Άρτεμη, τονίζοντας την αγνότητα της, ιδιότητα την οποία έχουν και αυτές, ώστε να ταυτιστεί η θεά μαζί τους.



  Οι Δαναΐδες ικετεύουν το Δία να τις προστατεύσει από τον παράνομο δεσμό: «Ο Δίας ο μεγάλος ας με γλιτώσει από το γάμο με την Αιγύπτια φύτρα» Ο κλήρος για τις γυναίκες είναι ο γάμος, τελικά όμως θα συμβεί αυτό που θα ορίσει ο Δίας. Αυτό θα το πει η Θεραπαινίδα: «Γιατί θέλω του Δία τη σκέψη στο βάθος να δω, που είναι μια άβυσσος». Θέτουν ως παράδειγμα επίσης την περίπτωση της Ιούς: «Ο άρχοντας Δίας ας με φυλάγει από γάμο μ’ άντρα κακό εχθρό μου, αυτός που και την Ιώ από συμφορά γλίτωσε με χέρι θεϊκό».

  Η απόδοση της άρνησης τέλεσης γάμου των Δαναΐδων με τους εξαδέλφους τους Αιγύπτιους, στη συγγένεια τους με αυτούς, εκφράζει ένα προβληματισμό. Οι Δαναΐδες χαρακτηρίζουν το γάμο με τους Αιγύπτιους εξαδέλφους τους «ασεβή». Η υπόθεση ότι η ασέβεια μπορεί να σχετίζεται με τη συγγένεια τους με τους Αιγύπτιους, αντικρούεται από το γεγονός,  ότι στην Αθήνα η συγγένεια μετά ξαδέρφια, δεν απέτρεπε ηθικά το γάμο, μάλιστα υπαγόρευε το θεσμό της ενδογαμίας, ο οποίος στηρίζεται στα κληρονομικά δικαιώματα των συγγενών και ερμηνεύτηκε ως το ανεπιθύμητο στοιχείο που εκφράζουν οι Δαναΐδες. Οι Δαναΐδες θα πουν: «προτού κάποτε στις κλίνες μας, κάτι που ο θεϊκός νόμος εμποδίζει, παίρνοντας για δικό τους ότι σ’ ανιψιές του πατέρα τους ανήκει, ανέβουν χωρίς να το θέλουμε εμείς».



   Πιο πιθανή είναι η θεώρηση, να προκρίνεται η μη συναίνεση τους στο γάμο, στην αγνότητα τους: «Πως πουλί αν φάει άλλο πουλί, αγνό μπορεί να είναι; Πως αρπάζοντας κάποια απ’ τον πατέρα της άθελα της αγνός μπορεί να είναι;». Προτάσσουν δηλαδή περισσότερο την αγνότητα τους και την αποστροφή για τους Αιγύπτιους. Η αμοιβαία ερωτική επιθυμία και η γονιμότητα ήταν αλληλένδετες στη σκέψη του Αισχύλου. Η ενδογαμία ίσως μπορεί να θεωρηθεί ως επιχείρημα υπέρ των Αιγυπτίων. Ο κήρυκας των Αιγυπτίων θα πει στο βασιλιά, θεωρώντας δίκαιο το αίτημα τους: «Και σε τι απ’ αυτά χωρίς να έχω δίκαιο ξαστόχησα;». Οι Αιγύπτιοι μέσω του κήρυκα θα τονίσουν ότι με την απαίτηση τους σέβονται και τους θεούς τους: «Σέβομαι τους θεούς που κατοικούν στο Νείλο.».

  Για τις Δαναΐδες ο γάμος είναι ενάντια στη θέληση των θεών. Θεωρούν ξεκάθαρα ότι οι θεοί είναι με το μέρος τους: «Τ’ άλλα ας μας έρθουν βολικά με τη βοήθεια των ολύμπιων θεών· για τον ανθό της νιότης μου πατέρα έχε εμπιστοσύνη.». Οι Αιγύπτιοι άρα στρέφονται κατά της θέλησης των θεών και διαπράττουν ΄Υβρη. Ο προβληματισμός σχετικά με την απόρριψη του γάμου, λειτουργεί μόνο με την προϋπόθεση ότι οι Δαναΐδες αποκρούουν αυτόβουλα αυτό που, σύμφωνα με τα λόγια των θεραπαινίδων τους αποτελεί μολαταύτα μοίρα.

  Από μία οπτική ο Robertson διαβλέπει σ’ αυτήν την επιλογή του Αισχύλου τη διάσωση της αξιοπρέπειας των γυναικών και την απαρχή της γιορτής των Θεσμοφορίων. Τα Θεσμοφόρια ως τελετουργία ήταν επιβεβαιώνει τους κοινωνικούς ρόλους της γυναίκας και γι αυτό τελούνταν μόνο από γυναίκες. Οι Δαναΐδες ένοιωθαν μία παθιασμένη αποστροφή μπροστά στην προοπτική του αρραβώνα τους με τα ξαδέρφια τους.



  Οι Δαναΐδες επιτιμούνται όταν αναφέρονται εναντίον του ανδρικού φύλλου και της σαρκικής ένωσης. Θα ευχηθούν να αποφύγουν την συζυγική κλίνη: «Σπέρμα της σεβαστής μεγάλης μητέρας κρεβάτι αντρών ας ξεφύγω ανύπαντρη και αδάμαστη». Στην περίπτωση αυτή εκείνες είναι οι οποίες, υπερβαίνουν το μέτρο και είναι ενάντιες στο νόμο της φύσης που συμφωνεί με τους θεούς. Ο Αισχύλος θα αποδώσει τη βαρύτητα του ανόσιου γάμου με την απειλή της μεταθανάτιας τιμωρίας: «Ούτε και στον Άδη σαν πεθάνει θα ξεφύγει την τιμωρία αν τέτοια πράξη κάνει».

                                           

  Σε γενικές γραμμές η ιερότητα του γάμου ήταν αναμφισβήτητη. Στις Ικέτιδες αποσαφηνίζεται η έννοια της ιερότητας του γάμου στην αρχαιότητα. Κεντρική ιδέα του έργου, αποτέλεσε η αποστροφή της τέλεσης καταναγκαστικού γάμου από της Δαναΐδες. Πρόθεση τέλος του Αισχύλου ήταν η παρουσίαση της προάσπισης της αξιοπρέπειας των γυναικών.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1)      Αισχύλος, Ικέτιδες, μετάφρ. Γ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2007.

2)      Λεοντοπούλου Π., Η διαλεκτική της θείας και ανθρώπινης βούλησης στον Αισχύλο, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα 2007.

3)      Deubner L., Attische feste, Heinrich Keller, Berlin 1932,

4)      Lesky A., Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων τ.1, από τη γέννηση του είδους μέχρι το Σοφοκλή, μετάφρ. Ν. Χουρμουζιάδη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1987.

 

 

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

Το Ιππικό των Μακεδόνων. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

    Πριν το Φίλιππο το Ιππικό εκπροσωπούσε την ντόπια δύναμη των επίλεκτων της Μακεδονίας. Στην αρχή της βασιλείας του Φιλίππου, το σώμα του...