Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουλγαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουλγαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Β΄ Βαλκανικός πόλεμος (16 Ιουν-21 Ιουλίου 1913)


Τα Αίτια και οι Αφορμές του Πολέμου

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, διεξήχθηκε από τη Βουλγαρία εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Στην τελευταία φάση του πολέμου επενέβηκαν και η Ρουμανία και Τουρκία. Άρχισε στις 17 Ιουνίου του 1913 και έληξε με ανακωχή στις 17 Ιουλίου 1913 και επίσημα με τη Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου, στις 28 Ιουλίου 1913.



Τα πρώτα νέφη της καταιγίδας του Β’ Βαλκανικού Πολέμου εμφανίστη­καν στον ορίζοντα από τις αρχές ακόμα του πολέμου κατά της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, αμέσως αφού σημειώθηκαν οι πρώτες νίκες κατά του τουρ­κικού Στρατού και το αποτέλεσμα του πολέμου διαγραφόταν ευνοϊκό και γρήγορο, άρχισε να αναπτύσσεται μεταξύ των Συμμάχων το αίσθημα της διχόνοιας και της δυσπιστίας, λόγω της έντονης τάσεως για την κατάληψη περισσότερων εδαφών, κυρίως από την πλευρά της Βουλγαρίας, για την ι­κανοποίηση των εθνικών τους βλέψεων.

Η πρώτη χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της τάσεως σημειώθηκε με­ταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας για το ζήτημα της Θεσσαλονίκης. Ό­πως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο κεφάλαιο, η 7η Βουλγαρική Μεραρ­χία από τη μέση κοιλάδα του Στρυμόνα βρέθηκε στην πεδιάδα των Σερρών και στη συνέχεια, κινήθηκε αστραπιαία, χωρίς καμιά τουρκική αντίδραση, προς τη Θεσσαλονίκη. Την εσπέρα της 26ης Οκτωβρίου έφτασε στην Άσσυρο, ενώ από τις 17.00 της αυτής ημέρας ο Χασάν Ταξίν-πασάς είχε παρα­δοθεί αιχμάλωτος με ολόκληρη τη φρουρά του και ο ελληνικός Στρατός, α­φού κατέλαβε την πόλη με την 7η Ελληνική Μεραρχία, προέλαυνε από τα δυτικά προς τα ανατολικά, βόρεια της Θεσσαλονίκης, για τη σταθεροποίη­ση του νικηφόρου αποτελέσματος.

Παράλληλα, το ελληνικό στρατηγείο, όταν πληροφορήθηκε την προ­σέγγιση των Βουλγάρων, ειδοποίησε εγγράφως το διοικητή της Μεραρχίας τους για την παράδοση των Τούρκων και της πόλεως. Όμως, οι Βούλγαροι, στις 27 Οκτωβρίου, εξακολούθησαν την προώθησή τους και ενώ καθ’όδόν έλαβαν και νέο έγγραφο του Ελληνικού Στρατηγείου, έταξαν το πυροβολι­κό τους και έβαλλαν κατά της Θεσσαλονίκης και των Τούρκων, που είχαν πλέον συνθηκολογήσει.

Σκοπός των Βουλγάρων ήταν να δημιουργήσουν την εντύπωση της από κοινού με τους Έλληνες καταλήψεως της πόλεως, αγνοώντας τις σχε­τικές ειδοποιήσεις και να επιτύχουν συγκυριαρχία. Όμως, η σθεναρή στά­ση της 7η Ελληνικής Μεραρχίας και της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτι­κής ηγεσίας γενικότερα, απέτρεψαν αυτό. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Θεσσαλονίκη αντιπροσώπευε για τους Βουλγάρους την προς τα νότια ο­λοκλήρωση της «Μεγάλης Βουλγαρίας».

Στις 19 Φεβρουάριου 1913 και ενώ διαρκούσε ο πόλεμος με την Τουρ­κία, έλαβε χώρα μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων η συμπλοκή στη Νιγρίτα. Το επεισόδιο διευθετήθηκε, πλην οι συμπλοκές δε σταμάτησαν. Η σπου­δαιότερη συμπλοκή σημειώθηκε από 10-17 Μαΐου στην περιοχή του Παγγαίου, που εξελίχτηκε σε πραγματική μάχη. Όλες αυτές σι συμπλοκές οφείλονταν στην τάση των Βουλγάρων να επεκτείνουν τα κατεχόμενα απ’ αυτούς εδάφη. Κατόπιν της διαλλακτικότητας της Ελληνικής Κυβερνήσεως, συμφωνήθηκε η χάραξη γραμμής διαχωρίσεως μεταξύ των ελληνι­κών και βουλγαρικών στρατευμάτων, η οποία όμως σε αρκετά σημεία δεν εφαρμόστηκε από βουλγαρικής πλευράς. Και εκτός από αυτά, πριν ακόμα υπογράφει η Συνθήκη Ειρήνης με την Τουρκία, οι Βούλγαροι συγκέντρω­ναν στρατεύματα έναντι των Ελλήνων και Σέρβων.

Ανάλογες τάσεις και προστριβές σημειώθηκαν και μεταξύ των Σέρβων και Βουλγάρων. Οι προϋποθέσεις στις οποίες είχε βασιστεί η Σερβοβουλ­γαρική Συνθήκη Φιλίας και Συμμαχίας του 1912, είχαν ριζικά μεταβληθεί. Ειδικότερα, η Σερβία αναγκάστηκε από τις Μ. Δυνάμεις, κατόπιν αξιώσεως της Αυστρίας για ανεξαρτητοποίηση της Αλβανίας, να αποσυρθεί από την Αλβανία και να στερηθεί της διεξόδου της προς την Αδριατική.

Εκτός όμως από αυτό, ενώ η Βουλγαρία είχε την υποχρέωση να συμπράξει με τους Σέρβους στην κοιλάδα του Αξιού κατά των Τούρκων, με δύναμη 100 χιλ. ανδρών, διέθεσε μόνο τη Μεραρχία Θεοδωρώφ και αυτή την ανάστρεψε προς τη Θεσσαλονίκη. Αντίθετα, η Σερβία, χωρίς να έχει υ­ποχρέωση, βοήθησε τη Βουλγαρία με δύναμη 50 χιλ. ανδρών και με τα με­γάλου διαμετρήματος πυροβόλα της για την κατάληψη της Αδριανουπόλεως. Επομένως, οι Σέρβοι αξίωναν τώρα να διατηρήσουν όλα (πλην της Αλβανίας) τα εδάφη που είχαν κατακτήσει, αναθεωρούμενης της Συνθήκης συμμαχίας, πράγμα που οι Βούλγαροι δεν αποδέχονταν.

Τέλος, η τότε βουλγαρική πολιτική, παραγνωρίζοντας το δίκαιο των άλ­λων Συμμάχων και ισχυριζόμενη ότι πρόσφερε τις περισσότερες δυνάμεις και θυσίες στον πόλεμο, αλλά και για λόγους γεωγραφικούς και εθνολογι­κούς, απαιτούσε να περιέλθει σ’ αυτήν ολόκληρη σχεδόν η Μακεδονία. Επρόκειτο για παράλογες αξιώσεις προσαρτήσεως περιοχών, όπως οι περιο­χές Σερρών και Δράμας, με το επιχείρημα της γειτνιάσεως προς τη Βουλ­γαρία. Το ίδιο αξιούσε και για την προσάρτηση του διαμερίσματος της Κα­στοριάς, με το επιχείρημα ότι εθνολογικά ήταν Βουλγαρικό, μολονότι αυ­τό βρίσκεται μακριά της Βουλγαρίας. Για τη Θεσσαλονίκη, λόγω της μεγα­λύτερης συμβολής των Βουλγάρων στον πόλεμο, παραγνώριζε την υπόψη πολιτική τους ακόμα και την αποφασιστική συμβολή του ελληνικού Στόλου στο Αιγαίο, η οποία απέτρεψε μεταφορές των Τούρκων από τη Μ. Ασία προς τη Θράκη – όπου το Βουλγαρικό Θέατρο Επιχειρήσεων.

Συνοψίζοντας, τα αίτια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου ανάγον­ται:

στις διεκδικήσεις των συμμάχων Κρατών του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας, για τη διανομή των απελευθε­ρωμένων από τους Τούρκους εδαφών της Βαλκανικής Χερσονήσου.

στην επεκτατική πολιτική της τότε Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η οποία απέβλεπε στην ενσωμάτωση ολόκληρης σχεδόν της Μακεδονίας, ουσιαστι­κά δηλαδή στην ανασύσταση της «Μεγάλης Βουλγαρίας της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου του 1878», σε βάρος της Ελλάδας και της Σερβίας.

στις επεμβάσεις των Μ. Δυνάμεων, για τη ρύθμιση των σχετικά με τη διανομή διαφορών, ανάλογα με τα απώτερα συμφέροντά τους στο χώρο της Βαλκανικής.

Επίσης, οι αφορμές του Β’ Βαλκανικού Πολέμου αποδίδονται στις προ­κλήσεις, στις προστριβές, στα μεθοριακά επεισόδια και, κυρίως, στις συμ­πλοκές μεταξύ των στρατών των τέως Συμμάχων, οι οποίες άρχισαν, ενώ διαρκούσε ακόμα ο πόλεμος κατά των Τούρκων και συνεχίστηκαν μέχρι την παραμονή του μεταξύ τους πολέμου.

Η Ελληνοσερβική Αμυντική Συμμαχία

Η Ελλάδα και η Σερβία δεν είχαν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ τους. Κοινό πρόβλημά τους ήταν οι παράλογες εδαφικές αξιώσεις της Βουλγα­ρίας σε βάρος τους. Και η αντιμετώπιση του προβλήματος καθιστούσε α­ναγκαίο το συνασπισμό τους εναντίον του ενδεχόμενου κοινού εχθρού. Η αιτία αυτής της συμμαχίας επέβαλε την πρόβλεψη και της τελευταίας λε­πτομέρειας, ώστε τίποτα να μη μείνει ακαθόριστο μεταξύ των νέων Συμμά­χων.

Η αμυντική συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας υπογράφηκε στη Θεσσαλο­νίκη στις 19 Μαΐου 1913. Με τη συνθήκη αυτήν και τη στρατιωτική σύμβα­ση συναπτόταν 1 θετής συμμαχία και καθοριζόταν η συνοριακή γραμμή με­ταξύ των δύο Κρατών, η οποία είναι και η υφιστάμενη σήμερα. Χαρακτηρι­στικό της συμμαχίας ήταν ότι έπρεπε να αποφευχθεί ο πόλεμος προς τη Βουλγαρία. Τα συμβαλλόμενα Κράτη έπρεπε από κοινού να αποκρούσουν κάθε απόπειρα εκ μέρους της Βουλγαρίας. Με βάση τη στρατιωτική σύμβαση, η Ελλάδα έπρεπε να έχει στρατό 90 χιλ. άνδρες μεταξύ Γουμενίτσας – Θεσσαλονίκης – Παγγαίου και το στόλο της έτοιμο στο Αιγαίο για δράση, ενώ η Σερβία στρατό 150 χιλ. άνδρες στις περιοχές Γευγελής – Βελεσσών – Κουμανόβου.

Στρατιωτική Κατάσταση Βουλγάρων

Από τους τρεις αντιπάλους, ο βουλγαρικός Στρατός ήταν ο ι­σχυρότερος. Διέθετε 350 χιλ. πεζούς, 720 πυροβόλα και 5.000 ιππείς. Κάθε μεραρχία του Βουλγαρικού Στρατού διέθετε 3 ταξιαρχίες Πεζικού, κάθε τα­ξιαρχία 2 συντάγματα και κάθε σύνταγμα 4 τάγματα. Συγ­κεντρώθηκε ως εξής:

1η Στρατιά (Στρατηγός Κουντίτσεφ), 2 μεραρχίες, Ταξιαρχία Ιππικού και 120 πυροβόλα, στην περιοχή Βιδινίου – Μπερκοβίτσας, για ενέργεια προς την κοιλάδα Τιμόκ.

2η Στρατιά (Στρατηγός Ιβανώφ), 2 μεραρχίες, 2 συντάγματα Πεζικού, σύντάγμα Ιππικού, 110 πυροβόλα, ιππαστί επί του Στρυμόνα ποτα­μού, από Γευγελή μέχρι την Ελευθερούπολη, για ενέργεια κα­τά του Ελληνικού Στρατού. Η διάταξη της 2ης Στρατιάς είχε ως εξής:

3η Μεραρχία Βαλκανίων: Στρατηγείο στο Κιλκίς, την 3η Ταξιαρχία στα υψώματα Πολυκάστρου (υψ. Καλλινόβου) και τη 2η Ταξιαρχία περί το Κιλκίς (σύνολο 16 τάγματα Πε­ζικού).

Την 1/10 Ταξιαρχία, ύψωμα Γερμανικό (Κλέπε) – Λαχανά (8 τάγματα).

Το 10 Σύνταγμα Ιππικού μεταξύ Γερμανικό – Κιλκίς.

Ταξιαρχία Δράμας, περιοχή Σωχού – Νιγρίτας (8 τάγματα).

Ταξιαρχία Σερρών, βόρεια πλευρά Παγγαίου όρους.

Η 11η Μεραρχία, περιοχή Ελευθερουπόλεως.

Άλλες μονάδες, κατά μήκος ακτών Αιγαίου.

Στρατηγείο 2ης Στρατιάς, στις Σέρρες.

3η Στρατιά (Στρατηγός Δημήτριεφ), 3η,5η μεραρχίες Πεζικού, μεραρχία Ιππικού, 120 πυροβόλα, στην περιοχή Σλίβνιτσας για ενέργεια προς Πιρότ – Νύσσα.

4η Στρατιά (Στρατηγός Κοβάτσεφ), 4 μεραρχίες, σύνταγμα Ιππικού, 230 πυ­ροβόλα, στην περιοχή Κότσανα – Ραδοβίτσα – Στρώμνιτσα.

5η Στρατιά (Στρατηγός Τότσεφ), 3 μεραρχίες, σύνταγμα Ιππικού, 180 πυρο­βόλα, στην περιοχή Κιουστεντήλ.

Από τη συγκέντρωση αυτή φαίνεται ότι οι Βούλγαροι διέθεταν περισ­σότερες από το 1/2 των δυνάμεών τους σε δευτερεύουσες κατευθύνσεις και μακριά από τη Μακεδονία, η οποία ήταν και ο κρίσιμος χώρος των επι­χειρήσεων.

Στρατιωτική Κατάσταση Σέρβων

Ο σέρβικός Στρατός ανερχόταν σε 260 χιλ. πεζούς, 500 πυρο­βόλα και 3.000 ιππείς. Συγκεντρώθηκε ως εξής:

1η Στρατιά (διάδοχος Αλέξανδρος), 4 μεραρχίες, 24 Ίλες, 140 πυροβόλα, στην περιοχή Κουμανόβου.

2η Στρατιά (Στρατηγός Στεπάνοβιτς,), 2 μεραρχίες, 95 πυροβόλα, στην περιοχή Πιρότ.

3η Στρατιά (Στρατηγός Γιάνοβιτς), 3 μεραρχίες, 7 Ίλες, 108 πυροβόλα, στην περιοχή Βελεσσών – Ιστίπ.

Εφεδρεία, μεραρχία Ιππικού και μεραρχία Πεζικού στα Σκόπια, 2 μεραρχίες στα αλβανικά σύνορα.

Από τη συγκέντρωση αυτή φαίνεται ότι οι Σέρβοι διέθεσαν τον όγκο των δυνάμεων τους στο τρίγωνο Εγκρί Παλάγκα – Κρίβολακ – Κουμάνοβο, προς διεκδικούμενες περιοχές και άφησαν τη 2η Στρατιά τους για κάλυψη των παλαιών τους συνόρων.

Στρατιωτική Κατάσταση Ελλήνων

Ο ελληνικός Στρατός ανερχόταν σε 100 χιλ. πεζούς, 1.000 ιπ­πείς και 180 πυροβόλα. Αρχιστράτηγος ήταν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος με επιτελάρχη το Συνταγματάρχη Δούσμανη. Αποτελέστηκε, αρχικά, από 8 με­ραρχίες και την ταξιαρχία Ιππικού, ενώ προς το τέλος του πολέμου συγκροτήθηκε και η 10Η Μεραρχία Πεζικού. Ο Στρατός συγκεντρώθηκε μεταξύ Στρυμόνα και Αξιού, από τα δεξιά προς τα αριστερά, ως εξής:

7η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Σωτήλης), από τις εκβολές του Στρυμόνα μέχρι τη λί­μνη Βόλβης.

1η Μεραρχία (Υποστράτηγος Μανουσογιαννάκης), μεταξύ των λιμνών Βόλβης και Λαγκαδά.

6η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Δελαγραμμάτικας), Λαγυνά – Λιτή – Ασβεστοχώρι.

4η Μεραρχία (Υποστράτηγος Μοσχόπουλος), Μελισοχώρι – Πουρνάρι.

5η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Γεννάδης), Φιλαδέλφια – Μ. Μεσημβρία – Ξηροχώρι.

3η Μεραρχία (Υποστράτηγος Δαμιανός), Αξιοχώρι – Αγιονέρι.

10η Μεραρχία (Συνταγματάρχης Παρασκευόπουλος), Γουμένιτσα – Αξιούπολη.

2η Μεραρχία (Υποστράτηγος Καλλάρης), εφεδρεία – Θεσσαλονίκη.

Ταξιαρχία Ιππικού (Συνταγματάρχης Ζαχαρόπουλος), Σίνδο.

Κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής συγκεντρώσεως ήταν ότι όλες οι παραπάνω μεραρχίες είχαν απέναντι τους τη διασπαρμένη μεταξύ Αξιού και Στρυμόνα και εκείθεν, κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου, 2η βουλγαρι­κή Στρατιά, η οποία κατά την κρίσιμη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά, δε θα προλά­βει να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της.

Κράτη

Τάγματα

Πεζικό

Ιππικό

Πυροβόλα

Ελλάδα

74

100.000

1.000

180

Σερβία

199

260.000

3.000

500

Σύμμαχοι

273

360.000

4.000

680

Βουλγαρία

316

350.000

5.000

720

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Συγκριτικός Πίνακας Δυνάμεων.

Σχέδια Επιχειρήσεων Βουλγάρων

Το βουλγαρικό Γενικό Στρατηγείο δεν είχε εκπονήσει Σχέδιο Επιχειρήσεων. Ο Αρχιστράτηγος Σαβώφ, υπερτιμώντας τις ικανότητες του στρατού του και κατεχόμενος από τη σκέψη ότι ενδεχόμενη επέμβαση των Μ. Δυνάμεων θα σταματούσε τις επιχειρήσεις, θεώρησε σκόπιμη την τα­χεία και αιφνιδιαστική κατάληψη όσο το δυνατό περισσότερων από τα αμ­φισβητούμενα εδάφη, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό την 4η Στρατιά κατά των Σέρβων και τη 2η Στρατιά κατά των Ελλήνων. Η έλλειψη Σχεδίου Επιχειρήσεων, οι αντιφατικότητες του Γενικού Στρατηγείου και οι διαδοχικές του εντολές προς τη 2η Στρατιά, φαίνονται από τα εξής:

Το Γενικό Στρατηγείο, με την υπ’ αριθ. 23/13-6-1913 διαταγή του, καθόριζε τις θέ­σεις των στρατιών του για προέλαση, με την πιθανότητα ενάρξεως του πολέμου κατά Σερβίας και Ελλάδας. Για τη 2η Στρατιά περιλάμβανε τα εξής: «Η 2η Στρατιά μετά των κυρίων δυνάμεων της να παραταχθεί επί της γραμμής Κιλκίς – υψώματα 605 επί της ο­δού Σερρών – Ξυλοπόλεως (Λιγκοβάνης). Ο διοικητής της στρατιάς να φροντίσει για την εξασφάλιση της δεξιάς πτέρυγας προς τον ποταμό Αξιό. Τα μετόπισθεν αυτής θα εξασφαλισθούν υπό της 4ης Στρατιάς».

Στις 15-6-13, το Γενικό Στρατηγείο διέτασσε τη 2η Στρατιά: «πριν περατώσει τη συγκέντρωσή της να επιτεθεί δια του ενεργητικότερου τρόπου κατά του εχθρού στις Ελευθερές και Ηρακλείτσα. Η 4η Στρατιά θα επιτεθεί αύριο τη νύχτα εναντίον του προ αυτής Σερβικού Στρατού». Κατόπιν της διαταγής αυτής, η 2η Στρατιά κατέλαβε τη νύ­χτα 16/17-6-13 ολόκληρη την ανατολικά τον Στρυμόνα έκταση, ενώ είχαν συμπτυχτεί τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως.

Στις 17-6-13, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε νέες οδηγίες, με τις οποίες η 2η Στρα­τιά, μετά την κατάληψη της Ηρακλείτσας, έπρεπε να συγκεντρωθεί ως η διαταγή υπ’ αρ. 23/13-6-13, με ετοιμότητα επιθέσεως κατά της Θεσσαλονίκης.

Τις πρωινές ώρες της 18ης Ιουνίου 1913, το Γενικό Στρατηγείο διατάσσει τη 2η Στρατιά: «προ της κρίσιμης καταστάσεως της 4ης Στρατιάς έναντι των Σέρβων αναστείλατε πάσαν επιθετικήν επιχείρησιν». και στη συνέχεια: «να εγκατασταθή αμυντικώς προς κάλυψιν των κατευθύνσεων Σερρών-Σιδηροκάστρου και εξασφάλισιν συνδέ­σμου ματά της 4ης Στρατιάς στη Δοϊράνη». Κατόπιν αυτών, ο διοικητής της 2ης Στρα­τιάς αποφάσισε την αμυντική εγκατάσταση των δυνάμεών του στη γενική γραμμή υψώ­ματα Μεταμορφώσεως – Κιλκίς – Ξυλόπολη – Σωχός – Νιγρίτα.

Οι σχετικές διαταγές της αρπακτικής αυτής επιχειρήσεως απευθύνθη­καν μόνον προς τις 4η και 2η Στρατιές, ενώ η παράλειψη ενημερώσεως των λοιπών παραμένει ανεξήγητη. Αποδεικτικό γεγονός της παραλείψεως αυ­τής είναι το ότι ο διοικητής της 5ης Στρατιάς, όταν άκουσε τα πυροβόλα της επιτιθέμενης γειτονικής του 4ης Στρατιάς την 17-6-13, τηλεγράφησε στη Σόφια ζητώντας οδηγίες, επειδή φαινόταν σ’ αυτόν «ανεξήγητη η α­δράνεια της στρατιάς του ενώ συνάδελφοι εμάχοντο».

Σχέδια Επιχειρήσεων Σέρβων

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων του Σερβικού Γενικού Στρατηγείου είχε χαρακτήρα αμυντικό και ήταν προσαρμοσμένο στο πνεύμα της ελληνοσερβικής συμμαχίας και της στρατιωτικής συμβάσεως. Κύρια ιδέα ενέρ­γειας του σχεδίου αυτού ήταν η εξασφάλιση των εδαφών που θα κατα­κτούσαν αρχικά, με την απόκρουση των αρπακτικών ενεργειών των Βουλ­γάρων και, στη συνέχεια, με την ανάληψη γενικής αντεπιθέσεως κατ’ αυ­τών, από κοινού με τους Έλληνες.

Σχέδια Επιχειρήσεων Ελλήνων

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου άφηνε την πρωτοβουλία της Επιθέσεως στους Βουλγάρους, μετά την ο­ποία όμως θα αναλαμβανόταν αμέσως γενική αντεπίθεση εναντίον αυτών.

Ειδικότερα, το Γενικό Στρατηγείο κοινοποιεί στις 24 Μαΐου 1913 Δελ­τίο πληροφοριών προς τις μεραρχίες του, για τις έναντι της ελληνικής δια- τάξεως εχθρικές δυνάμεις και με εμπιστευτικές οδηγίες του καθόριζε ότι: «Η καλυτέρα ενέργεια του ελληνικού Στρατού θα ήταν η ταχεία ανάληψη της επιθέσεως και η διεύθυνση του όγκου των δυνάμεων είτε κατά της δε­ξιάς, είτε κατά της αριστερής πτέρυγας του εχθρού. Επειδή όμως για λό­γους πολιτικούς τούτο δεν είναι δυνατόν, εάν οι Βούλγαροι αρχίσουν πρώτοι την επίθεσή τους, αυτή θα αντιμετωπισθεί με αντεπιθέσεις καθ’ ε­νός των πλευρών τούτων». Πράγματι, οι Βούλγαροι θα αρχίσουν τη νύχτα της 16/17 Ιουνίου 1913 πρώτοι την επίθεση. Κατόπιν αυτού, από τις 19 Ιουνίου, ο Ελληνικός Στρατός θα αντιδράσει με το εξής Σχέδιο Επιθετικών Επιχειρήσεων:

Η 7η Μεραρχία, θα προελάσει προς τη Νιγρίτα και εκείθεν, αν κρινόταν υπ’ αυτής α­ναγκαίο, προς τη γέφυρα Στρυμωνικού, του Στρυμόνα ποταμού.

Η 1η Μεραρχία, προς Όσα – Νικόπολη και εκείθεν προς τη γραμμή Λαχανά – Ξυλόπολη.

Η 6η Μεραρχία, από Λιτή προς Άσσυρο – υψ. Γερμανικό.

Η 2η Μεραρχία, από Μελισσοχώρι δια Μονολόφου προς υψώματα ανατολικά της ποταμιάς.

Η 4η Μεραρχία, από Μονολόφου δια Γαλλικού – Κολχίδας προς υψώματα μεταξύ Πο­ταμιά – Κρηστώνη.

Η 5η Μεραρχία, από Ν. Φιλαδέλφεια – ανατολικά Πικρολίμνης – ύψ. 250 προς Κιλκίς.

Η 3η Μεραρχία, από υψ. 205 (βόρεια Βαθυλάκου) δια Γυναικοκάστρου προς Κιλκίς.

Η 10η Μεραρχία από Πολύκαστρο προς ύψ. Μεταμορφώσεως.

Η Ταξιαρχία Ιππικού από Χερσοτόπι προς Άγιο Γεώργιο, συνδέουσα ΙΙΙη και Χη ΜΠ.

Γενικό Στρατηγείο, θέση στο Μελισσοχώρι.

Επομένως αμφότεροι οι Σύμμαχοι, Σέρβοι και Έλληνες, αναγκάζονται λόγω της ακολουθούμενης αμυντικής πολιτικής να παραβλέψουν το στρατιωτι­κό συμφέρον, δηλαδή την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων, την επικαιρότητα των ενεργειών και τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου.

Τα Θέατρα Επιχειρήσεων

Το Θέατρο του Β’ Βαλκανικού πολέμου, περί το τέλος του πολέ­μου, είχε την εξής γεωγραφική περίμετρο: Αξιός-Μοράβας-παραδουνάβιος περιοχή Δουβρουτσάς-Τσατάλτζα-Παγγαίο όρος-περιοχή Θεσσαλονίκης.

Τα Θέατρα Επιχειρήσεων, που είχαν δημιουργηθεί, κάλυπταν τις ακόλουθες περιοχές:

το Ελληνοβουλγαρικό από τον Αξιό μέχρι την κοιλάδα του Νέστου ποταμού.

το Σερβοβουλγαρικό, από τη Γευ­γελή και προς τα βόρεια κατά μήκος της κοιλάδας του Αξιού μέχρι την πα­λαιό σερβοβουλγαρική μεθόριο.

το Ρουμανοβουλγαρικό, εκτεινόμε­νο στην παραδουνάβιο επαρχία της Δουβρουτσάς. Και τέταρτο, το Τουρκοβουλγαρικό, εκτεινόμενο στην Ανατολική Θράκη.

Γενικό χαρακτηριστικό των κύριων Θεάτρων Επιχειρήσεων (Ελληνοβουλγαρικό και Σερβοβουλγαρικό) είναι το ορεινό του εδάφους και η έλ­λειψη επαρκών συγκοινωνιών.

 Έναρξη του Πολέμου

Τη νύχτα της 16/17 Ιουνίου 1913, κατόπιν διαταγών του βουλγαρι­κού Γενικού Στρατηγείου, η 2η και 4η Στρατιές επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά των ελληνικών και σερβικών προκαλυπτικών τμημάτων στις περιοχές του Παγγαίου όρους και του Ιστίπ, χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου. Αυτό αποτέλεσε την τελευταία και κύρια αφορμή του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Τα παραπάνω τμήματα συμπτύχτηκαν χωρίς να προβάλουν αντίσταση ενώ, οι Σύμμαχοι, Έλληνες και Σέρβοι, από την επόμενη ανέλαβαν αντεπί­θεση.

Ελληνοβουλγαρικές Επιχειρήσεις Ιουνίου 1913

(Μάχες Κιλκίς – Λαχανά, Δοϊράνης, Κωστουρίνου, Σιδηροκάστρου, Προώ­θηση Ελληνικού Στρατού μέχρι την κοιλάδα Στρώμνιτσα).

Εκκαθάριση Θεσσαλονίκης. Στις 1500 της 17ης Ιουνίου δυνάμεις της 2η Μεραρχίας κύκλωσαν τις ευρισκόμενες στη Θεσσαλονίκη βουλγαρι­κές δυνάμεις (2 τάγματα) και έταξαν προθεσμία παραδόσεως τους μιας ώ­ρας. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας, άρχισε η διά των όπλων εκκαθάρι­ση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 0800 της 18ης Ιουνίου. Αιχμαλωτίστηκαν 19 αξιωματικοί, 1260 οπλίτες και 80 κομιτατζήδες. Στη συνέχεια η 2η Μεραρχία προωθήθηκε στην περιοχή Λιτή -Μελισσοχώρι.

Μάχη Κιλκίς – Λαχανά (19-21 Ιουνίου). Από τις 19 Ιουνίου άρχισαν οι ε­πιθετικές επιχειρήσεις του ελληνικού Στρατού προς τα βόρεια με 5 μεραρ­χίες (10η, 3η, 5η, 4η, 2η) και την Ταξιαρχία Ιππικού προς το Κιλκίς και δυτικότερα, και με 3 μεραρχίες (6η, 1η, 7η) προς Λαχανά – Νιγρίτα. Μετά από ορμητικές ε­πιθέσεις κατορθώθηκε η κατάληψη των ισχυρών τοποθεσιών Κιλκίς και Λα­χανά στις 21 Ιουνίου. Στις 19 Ιουνίου, μετά από σκληρό και αιματηρό αγώνα, οι ελληνικές μεραρχίες κα­τέλαβαν ολόκληρη την τοποθεσία των βουλγαρικών Προφυλακών, 3-6 χιλιόμετρα προ του Κιλκίς – Λαχανά. Στις 20 Ιουνίου, συνεχίζουν και λαμβάνουν στενή επαφή με την κύρια τοποθεσία άμυνας Κιλκίς – Λαχανά, με σοβαρές απώλειες, λόγω του αναπεπτα­μένου του εδάφους μπροστά από την κύρια γραμμή αντιστάσεως. Την ίδια ημέρα η 7η Μεραρχία απελευθερώνει τη Νιγρίτα. Τη νύχτα 20/21 Ιουνίου η 2η Μεραρχία κατά του Κιλκίς καταλαμβάνει την πρώτη σειρά των εχθρικών χαρακωμάτων και μέχρι τις 1000 της 21ης Ιουνίου τη δεύτερη και τρίτη σειρά χαρακωμάτων, διασπώντας την εχθρική ά­μυνα. Οι 1η και 6η Μεραρχίες κατά Λαχανά, μετά από συντονισμένη επίθεση στις 1500 της 21ης Ιουνίου διασπούν την εχθρική άμυνα και προωθούνται προς Ευαγγελίστρια – Κε­φαλοχώρι και υψ. 619, έναντι του Στρυμόνα. Ακολούθησε καταδίωξη των Βουλγάρων προς τα βόρεια, οι οποίοι, με την κάλυψη ισχυρών οπισθοφυλακών, υποχωρούσαν προς Δοϊράνη – Στρώμνιτσα – Πέτσοβο και προς Ρούπελ – Κρέσνα. Την καταδίωξη ανέλαβαν προς Δοϊράνη – Στρώμνιτσα οι 4η, 2η, 5η, 3η και 10 Μεραρχίες και η Ταξιαρχία Ιππικού και προς την κοιλάδα του Στρυμόνα οι 1η, 6η και 7η Μεραρχίες, ως Τμήμα Στρατιάς υπό τον Υποστράτηγο Μανουσογιαννάκη.

Τις επόμενες ημέρες, ο ελληνικός Στρατός διεξήγαγε τις νικηφόρες μάχες της Δοϊράνης (23 Ιουνίου), του Κωστουρίνου (25 Ιουνίου) και του Σι­δηροκάστρου (26 Ιουνίου). Αφού διάνοιξε με αυτές τις μάχες τις διαβάσεις των ορέων Κερκίνης – Αγγίστρου, προωθήθηκε στην κοιλάδα του Στρώμνιτσα ποταμού και δημιούργησε άμεση απειλή κατά των νώτων και των συγ­κοινωνιών της έναντι των Σέρβων 4ης Βουλγαρικής Στρατιάς.

Σερβοβουλγαρικές Επιχειρήσεις Ιουνίου 1913

(Μάχη Μπρεγκάλνιτσα)

Οι Βούλγαροι, αφού επιτέθηκαν κατά των Σέρβων με την 4η Στρα­τιά, κατέλαβαν μέχρι τη μεσημβρία της 17ης Ιουνίου το Ιστίπ και στη συνέ­χεια απειλούσαν αμέσως το Κριβολάκ. Κατόπιν αυτού, οι Σέρβοι αντέδρασαν με αντεπιθέσεις των 1ης και 3ης Στρατιών τους εντός της ίδιας ημέρας. Ενώ όμως η ενέργεια της 1ης Στρα­τιάς σημείωσε επιτυχία, αντίθετα η 3η Στρατιά όχι μόνο δεν ανακατέλαβε το Ιστίπ, αλλά υποχώρησε και από το Κριβολάκ.

Συνεχίζοντας, οι Σέρβοι, στις 23 Ιουνίου, κατέλαβαν τα Κότσανα. Ό­μως, η 3η Στρατιά τους απέτυχε στις επιθέσεις της. Ενισχυθηκε όμως και κατόπιν της απειλής που δημιουργήθηκε για τους Βουλγάρους από την προέλαση του ελληνικού Στρατού στην κοιλάδα του Στρώμνιτσα ποταμού, κατόρθωσε στις 26 Ιουνίου να προελάσει προς τα ανατολικά. Η 4η Βουλγα­ρική Στρατιά εξαναγκάστηκε σε υποχώρηση, και στις 2 Ιουλίου εγκαταστά­θηκε στην ορεινή τοποθεσία Ρούγεν – Τσάρεβο Σέλο. Παράλληλα οι Σέρβοι κατεύθυναν μέρος των δυνάμεών τους προς τα βόρεια, όπου οι Βούλγαροι εκτόξευσαν αντεπιθέσεις αντιπερισπασμού προς Εγκρί – Παλάγκα.

Ελληνοβουλγαρικές Επιχειρήσεις στη Μέση Κοι­λάδα TOU Στρυμόνα (1 – 11 Ιουλίου – Μάχη στενωπού Κρέσνας).

Από τις αρχές Ιουλίου, ο ελληνικός Στρατός συνέχισε την προέλα­σή του προς τα βόρεια δια 3 παράλληλων φαλάγγων, ως εξής: Η αριστερή φάλαγγα (3η και 10η Μεραρχίες υπό τον Υποστράτηγο Δαμιανό) δια της κοιλάδας του Ζελένιτσα ποταμού προς Πέτσοβο – Τσάρεβο Σέλο. Η κεντρική κύρια φάλαγγα (6η, 4η, 2η, 1η, 5η Μεραρχίες) δια της κοιλάδας του Στρυμόνα ποτα­μού προς Κρέσνα – Τζουμαγιά. Η δεξιά φάλαγγα (7η Μεραρχία) δια Κάτω Νευροκόπι προς Άνω Νευροκόπι – Μαχωμία.

Η προέλαση αυτή οδήγησε στη μάχη της Κρέσνας (8-11 Ιουλίου), κα­τά την οποία η φάλαγγα του κέντρου αντιμετώπισε νικηφόρα οπισθοφυλα­κές της 2ης Βουλγαρικής Στρατιάς και κατέλαβε τη βόρεια έξοδο της στε­νωπού.

Ρουμανική και η Τουρκική Επέμβαση στον Πό­λεμο

Η Ρουμανία, διαβλέποντας τη βέβαιη ήττα της Βουλγαρίας, ζήτησε απ’ αυτήν την παραχώρηση της Δουβρουτσάς. Όμως, συνάντησε την άρνη­σή της και η Ρουμανία κήρυξε στις 27 Ιουνίου τον πόλεμο κατά της Βουλ­γαρίας, και εισέβαλε στο έδαφος της με 5 σώματα στρατού και 2 μεραρχίες Ιππικού. Στις 18 Ιουλίου, ημέρα υπογραφής της ανακωχής, ο ρουμανικός Στρατός είχε φτάσει, χωρίς αντίσταση, 30 χιλιόμετρα από τη Σόφια.

Η Τουρκία, επίσης, ενεργώντας και αυτή σύμφωνα με το πνεύμα της Ρουμανίας, επωφελείται της όλης σε βάρος της Βουλγαρίας καταστάσεως στα πεδία των μαχών και καταλαμβάνει, στις 9 Ιουλίου, την Αδριανούπολη.

Τελευταίες Επιχειρήσεις του Πολέμου.

Ο ελληνικός Στρατός μετά την κατάληψη της στενωπού Κρέσνας συνέχισε την προς τα βόρεια προέλασή του . Οι Βούλγαροι έχουν τώρα εγ­κατασταθεί στη γενική τοποθεσία Τσάρεβο Σέλο – Τζουμαγιά – Αρισβάνιτσα με την πρόθεση να αμυνθούν σ’ αυτή με κάθε θυσία ανακόπτοντας την προέλαση του ελληνικού Στρατού.

Μέχρι τις 14 Ιουλίου, ο ελληνικός Στρατός καταλαμβάνει το Πέτσοβο, το Σιμιτλή, το Άνω Νευροκόπι και το Πριντέλ Χάν και βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα βόρεια της στενωπού του Σιδηροκάστρου, εντός του βουλγαρι­κού εδάφους.

Οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι της αδράνειας των Σέρβων, συγκεν­τρώνουν δυνάμεις και στις 15 Ιουλίου εξαπολύουν αντεπίθεση κατά των δύο άκρων της Ελληνικής διατάξεως, προς Πέτσοβο και Μαχωμία, με επι­δίωξη να απειλήσουν τα νώτα και τις συγκοινωνίες της. Μέχρι της 17 Ιου­λίου διεξήχθηκαν σκληρές και πεισματώδεις μάχες. Στο δεξιό, η βουλγαρι­κή αντεπίθεση κατά της 7η Μεραρχίας αντιμετωπίστηκε ευχερώς. Στο αρι­στερό, αρχικά, οι Βούλγαροι υποχρέωσαν την 3Η Μεραρχία σε σύμπτυξη πε­ριορισμένου βάθους, τελικά όμως, αποκρούστηκαν με μεγάλες σε βάρος τους απώλειες.

Στο μεταξύ στις 26 Ιουνίου, άγημα του ελληνικού Στόλου απελευθέρω­σε την Καβάλα. Την 1η Ιουλίου τμήμα της 7η Μεραρχίας απελευθέρωσε τη Δράμα. Στις 6 Ιουλίου, αποβιβάστηκε στην Καβάλα, προερχόμενη από την Ήπειρο, η 8η Μεραρχία. Μονάδες της κινούνται και απελευθερώνουν στις 12 Ιουλίου την Ξάνθη και το Πόρτο Λάγο και στις 14 Ιουλίου την Κομοτηνή. Στον Έβρο φτάνουν μέχρι το Σουφλί, αφού απελευθερώθηκε και η Αλεξαν­δρούπολη από το Στόλο.

Ανακωχή και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου.

Στις 18 Ιουλίου 1913, μετά από αίτημα της Βουλγαρίας, υπογράφηκε ανακωχή μεταξύ των εμπολέμων. Τέλος, στις 28 Ιουλίου, υπογράφηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, θέτοντας και επίσημα τέρμα στο Β’ Βαλκανι­κό Πόλεμο. Από ελληνικής πλευράς παραβρέθηκε ο Πρωθυπουργός Ελευ­θέριος Βενιζέλος.

Με τη συνθήκη αυτήν, αναθεωρήθηκαν οι όροι της Συνθήκης του Λον­δίνου, της 17ης Μαΐου 1913, σε βάρος της ηττημένης Βουλγαρίας. Η τε­λευταία υποχρεώθηκε να εκχωρήσει στη Ρουμανία τη Δουβρουτσά, στην Τουρκία να επιστρέφει την Αδριανούπολη και τις Σαράντα Εκκλησίες και στη Σερβία να αποδεχτεί τις συνοριακές της απαιτήσεις. Τέλος, καθορίστη­κε όπως τα σύνορα Ελλάδας και Βουλγαρίας ακολουθήσουν την κορυφο­γραμμή όρος Κερκίνη – όρος Άγκιστρο – Τσολιάς – ύψ Περίβλεπτο – κάτω ρους Νέστου ποταμού.

Απώλειες και τα Λάφυρα του Ελληνικού Στρα­τού κατά τον Α’ και Β’ Βαλκανικό Πόλεμο.

Οι απώλειες του ελληνικού Στρατού στους δύο Βαλκανικούς Πολέ­μους έφτασαν τις 50.535 άνδρες, κατανεμόμενες ως εξής:

Α’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 139, οπλίτες 1.688. Τραυματίες, αξιωματικοί 261, οπλίτες 9.034, παγόπληκτοι (κυρίως στο μέ­τωπο Ηπείρου) 58Q.

Β’ Βαλκανικός Πόλεμος. Νεκροί αξιωματικοί 196, οπλίτες 2.397. Τραυματίες αξιωματικοί 429, οπλίτες 18.872.

Εξάλλου, από τον Ελληνικό Στρατό κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο πιάστηκαν 69.189 αιχμάλωτοι, από τους οποίους 1.501 αξιωματικοί. Επίσης, τα λάφυρα του έφτασαν τα 325 πυροβόλα, 81 πολυβόλα, 100.000 τυφέκια και παντοειδές υλικό. Κατά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, πιάστηκαν 5.330 αιχμάλωτοι και τα λάφυρα του ήταν 84 πυροβόλα, 9 πολυβόλα, 17.900 τυφέκια και άφθονο πολεμικό υλικό, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΙΣ/ΓΕΣ.

Διαπιστώσεις και Συμπεράσματα

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος προκλήθηκε από τη Βουλγαρία, με σκο­πό να αποσπάσει από τους αντιπάλους της, Έλληνες και Σέρβους, τα πε­ρισσότερα και ζωτικότερα εδαφικά τους κέρδη από τον Α’ Βαλκανικό Πόλε­μο. Επρόκειτο για μια ατυχή πολιτική της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, η ο­ποία παρέβλεπε τα δίκαια συμφέροντα των πρώην Συμμάχων της και υποτιμούσε τη μαχητική ισχύ των στρατών τους.

Οι Βούλγαροι άρχισαν πρώτοι την επίθεση. Όταν όμως βρέθηκαν προ δύο αποφασιστικών αντιπάλων, οι οποίοι ανέλαβαν αμέσως αντεπίθε­ση, τότε το Γενικό Στρατηγείο τους διέταξε αναστολή των επιχειρήσεων. Η κατάσταση που επικρατούσε σ’ αυτό ήταν χαώδης. Αν και είχε την πρωτο­βουλία της επιθέσεως, δεν γνώριζε τι να πράξει[1]. Επομένως, ο πόλεμος αυτός δεν εκτιμήθηκε καλά σ’ όλες τις διαστάσεις του, ούτε προπαρασκευάστηκε με την πρέπουσα σοβαρότητα από βουλγαρικής πλευράς. Τα βασικά αυτά σφάλματα ήταν αδύνατο να θεραπευθούν κατά την εξέλιξη των επιχειρήσεων και, καθώς ήταν επόμενο, οδήγησαν τη Βουλγαρία στην ήττα.

Η αμυντική συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας, της 19ης Μαΐου 1913, για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής απειλής, δε στάθηκε ικανή να απο­τρέψει τον πόλεμο. Όμως, συνέβαλε στην άμεση και στην από κοινού αντι­μετώπιση της βουλγαρικής επιθέσεως. Η έλλειψη εξάλλου διασυμμαχικού ελληνοσερβικού στρατηγείου κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων οδήγησε σε ορισμένες ασυντόνιστες ενέργειες, κυρίως στις περιοχές του Στρώμνιτσα ποταμού και βόρεια απ’ αυτόν, όπου η σχετική αδράνεια των Σέρβων ε­πέτρεψε στους Βουλγάρους να στρέψουν εναντίον του ελληνικού Στρα­τού σημαντικές δυνάμεις και να καταστήσουν το έργο του δυσχερές.

Το ηθικό και το αγωνιστικό πνεύμα του ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 υπήρξε εξαίρετο από κάθε πλευ­ρά. Χάρη σ’ αυτά και στον απαράμιλλο πατριωτισμό του, αλλά και στον πό­θο του για την απελευθέρωση σκλαβωμένων αδελφών[2] αντιμετώπισε, με μεγάλες θυσίες αίματος, πεισματώδεις αντιπάλους και υπερνίκησε στερή­σεις, κακουχίες και αφάνταστες δυσχέρειες. Με αυτό τον πολυζήλευτο στρατό και την άξια πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του, η Ελλάδα μετέφε­ρε τα σύνορά της από τη Θεσσαλία και την Άρτα στο Νέστο, προσαρτώντας τις περιοχές της Μακεδονίας, της Ηπείρου και τα νησιά του Αιγαίου.

Τέλος, κορυφαία μάχη του Ελληνικού Στρατού κατά τους Βαλκανι­κούς Πολέμους 1912-1913 ήταν εκείνη του Κιλκίς – Λαχανά, κατά την ο­ποία σημειώθηκε η αποθέωση της ορμής και της αυτοθυσίας αξιωματικών και οπλιτών του. πηγη θεματα στρατιοτικης ιστοριας


Η θεωρία περί της πλήρους σλαβοποιήσεως της Ελλάδος και την φυλετικής ασυνέχειας των Ελλήνων

 Θεωρία Falmerayer

Εισαγωγή

Ὅταν ἡ Ἑλλάς, μετά ἀπό ἑβδομήντα δύο αἱματοβαμμένες ἐπαναστάσεις, ἐν τέλει ἀπετίναξε τόν τουρκικόν ζυγόν καί κατέφερε νά ἀπελευθερώση ἕνα μέρος τῆς ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, ἱδρύοντας τό νεοσύστατο ἑλληνικό κράτος, οἱ ξένοι «ἑταῖροι» μας, πού ἐθεώρουν, ὅτι αὐτοί εἶναι οἱ νόμιμοι κληρονόμοι τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, δυσηρεστήθησαν σφόδρα καί ἔπεσαν λυσσαλέα νά μᾶς ποδηγετήσουν, ὄχι μόνο οἰκονομικῶς μέ δυσβάσταχτα δάνεια ἀλλά ἀκόμα καί πνευματικῶς.




Ἡ αἰχμή τοῦ δόρατος αὐτῆς τῆς πολιτικῆς, τῆς μαύρης αὐτῆς προπαγάνδας, ἦτο ὁ εὐφάνταστος Γερμανός ἱστορικός Falmerayer, ὅπου τό 1836 ἀνερυθρίαστα διεκήρυξε, ὅτι δέν ὑπάρχουν Ἕλληνες, ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλά σύμπασα ἡ Ἑλλάς κατοικεῖται ἀπό μία φυλή συγγενική τῶν Σλάβων, διότι ἀφοῦ κατέλαβον τήν χώραν οἱ Σλάβοι ἡ Ἑλλάς ἐρημοποιήθη καί μετέπειτα ὁ λοιμός ἐξωλόθρευσε πλήρως τούς ἐναπομείναντας Ἕλληνας. Ἔτσι ἐξήγαγε τό αὐθαίρετο συμπέρασμα ὅτι τήν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 τήν ἔκαμαν οἱ Ἀλβανοί, πού κατέβηκαν τελευταῖοι καί ἔδιωξαν τούς Σλάβους,[1] καί ὄχι οἱ Ἕλληνες πού εἶχον ἐξαφανισθῆ πρό πολλοῦ.


Συγκεκριμένα ἔγραφε: «Τό τῶν Ἑλλήνων γένος ἐκ ῥίζης ἐξέλιπεν ἐν Εὐρώπῃ. Οὐδέ σταγών γνησίου καί ἀκράτου ἑλληνικοῦ αἵματος ῥέει εἰς τάς φλέβας τῶν χριστιανῶν κατοίκων τῆς καθ΄ ἡμᾶς Ἑλλάδος. Οἱ σημερινοί Ἕλληνες εἶναι Σκυθικοί Σλάβοι, Ἰλλυρικοί Ἀρναοῦται, ὁμόφυλοι τῶν Σέρβων, τῶν Βουλγάρων, τῶν Δαλματῶν και τῶν Μοσχοβιτῶν οὕς σήμερον καλοῦμεν Ἕλληνας καί μετά θάμβους τῶν ἰδίων αυτῶν ἐπανάγομεν εἰς τό γενεαλογικόν δένδρον τοῦ Περικλέους καί Φιλοποίμενος[2]». Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι ἐκείνη τήν ἐποχή, πού ὅλη ἡ Εὐρώπη ἔτρεφε αἰσθήματα ἄκρως φιλελληνικά καί ἰδίως ὁ γερμανικός λαός πού εἶχε ἀνεβάσει στόν ἑλληνικό θρόνο, γερμανό ἠγενόνα, ἡ θεωρία τοῦ Falmerayer, ἄλλαζε τό κλίμα μεταστρέφοντας τόν φιλελληνικό ἐνθουσιασμό σέ τεχνητό καί ἐπίπλαστο.


Ὡσαύτως, οἱ Γερμανοί θά ἐδικαιοῦντο ἀφ΄ ἑνός νά καυχῶνται ὅτι εἶναι οἱ συνεχιστές τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀφοῦ πλέον οἱ Ἕλληνες, οἱ νόμιμοι κληρονόμοι τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὡς ἐκ θαύματος, ἐξηφανίσθησαν, ἀφ΄ ἑτέρου οἱ Ρῶσσοι, ὡς Σκύθες (κατά Falmerayer συγγενική φυλή τῶν Σλάβων), θά ἐδικαιοῦντο καί αὐτοί ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἐπέμβουν εἰς τήν νότιον Βαλκανικήν νά ὑποστηρίξουν τούς ἀδελφούς των Σλαβοβουλγάρους καί τούς λοιπούς πτωχούς συγγενεῖς των, Σλαβοαλβανούς. Δηλαδή ἐν ὀλίγοις, ἀνεγνώριζε στούς Ρώσσους γεωπολιτικά ἐρείσματα εἰς τήν αὐτήν περιοχήν. Ἔτσι, ὁ Falmerayer πετύχαινε μέ ἕνα σμπάρο δύο τριγώνια.


Ἡ θεωρία τοῦ Falmerayer ἦτο ἡ αἰχμή τοῦ δόρατος τῆς ναζιστικῆς προπαγάνδας, καί ἐνεφύσησε εἰς τούς Γερμανούς τήν ἰδέα τῆς Ἀρίας φυλῆς καί τῆς κληρονομήσεως τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι οἰκειοποιήθησαν ἀρχαιοελληνικά σύμβολα καί συνήθειες, ὅπως τήν σβάστικα (ἡ ἱερά σπεῖρα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων), τίς λαμπαδηδρομίες (ἕνα ἀπό τά ἀγωνίσματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων) καί τήν ἑλληνικήν φιλοσοφίαν πού ἐμβολίασε τήν ναζιστική προπαγάνδα.


Ἡ θεωρία του ἔγινε πολύ ἀγαπητή, ὅπως ἀνεμένετο, ἀπό τούς Ρώσσους ἱστορικούς, διότι ἐξυπηρετοῦσε τά μεγαλεπήβολα σχέδιά των, γιά πανσλαβοποίησιν τῆς νοτίου Βαλκανικῆς καί ἀμέσου ἐπεμβάσεως, ἀφοῦ, ὅπως εἴπαμε, βάσει τῆς θεωρίας ἀνεγνωρίζοντο εἰς αὐτούς γεωπολιτικά ἐρείσματα εἰς τό Αἰγαῖο.

Γιά να δοῦμε ὅμως, τί πραγματικά συνέβη στά ὄψιμα χρόνια τοῦ Βυζαντίου, ἀναδιφῶντας εἰς τά ἱστορικά γεγονότα ἐκείνης τῆς ταραγμένης περιόδου.


Περί τῶν ἐν Ἑλλάδι Σλάβων


Ἀπό τάς ἀρχάς τοῦ 6ου μ.χ.χ. αἰῶνος, ἐνδυναμωμένοι πλέον οἱ πέραν τοῦ Δουνάβεως Σλάβοι μετά τήν κατάρρευσιν τοῦ κράτους τῶν Οὕνων, ἀρχίζουν τάς ἐπιδρομάς εἰς τά ἐδάφη τοῦ βυζαντινοῦ κράτους φθάνοντας ἐπί αὐτοκράτορος Ἰουστίνου (517-527) ἕως τίς Θερμοπύλες.


Ἡ ἀδιαφορία τῶν Βυζαντινῶν γιά τήν κάθοδον τῶν βαρβάρων πρός τήν μητροπολιτικήν Ἑλλάδα ὠφείλετο κατά πρῶτον εἰς τάς συρράξεις μέ τούς Πέρσας καί τούς Ἄραβας καί κατά δεύτερον εἰς τάς πολιτικοθρησκευτικάς διενέξεις μεταξύ τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν Ἑλλήνων καί τῶν Ἕλλήνων τῆς μητροπολιτικῆς Ἑλλάδος, οἵτινες μετά νομοθετικῆς διατάξεως ἦσαν ἄοπλοι. Αὐτή ἡ κατάστασις εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ἁλωνίζουν εἰς τήν ἑλληνικήν ἐπικράτειαν Σλάβοι, Ἄβαροι καί λοιποί ἐκ τοῦ βορρᾶ.


Ἄν καί τό 688μ.Χ. οἱ ἐν τῆ βορείω Ἑλλάδι Σλάβοι ὑπετάχθησαν εἰς τήν αὐτοκρατορίαν ὑπό τοῦ Ἰουστινιανοῦ τοῦ Β΄, εἶχον ἐν τούτοις ἱδρύσει εἰς μερικάς περιοχάς τῆς Ἑλλάδος μικράς ἀποικίας, τάς λεγομένας Σλαβηνίας. Αἱ ἀποικίαι ὅμως αὕται, κατά τόν λόγιον τοῦ 18ου αἰῶνος Διονύσιον Σουρμελῆ[3] καί τόν πλέον κορυφαῖον εἰς τήν μεσαιωνικήν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, Κάρολο Χόπφ[4], ἀλλά καί τόν Θεοφύλακτον Σιμοκάττην, (ἱστορικόν Αἰγυπτιακῆς καταγωγῆς ὅστις ἔζησε ἐπί αὐτοκράτορος Ἡρακλείου (610-640)) ἦσαν ἀριθμητικῶς ἀσήμαντες ὥστε νά ἀδυνατοῦν νά ἀλλοιώσουν ἐθνολογικῶς τήν ἑλληνικήν φυλήν.


Ἐπίσης, καταπέλτης γιά τόν Falmerayer εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Σλάβος ἱστορικός καθηγητής Stjepan Antoljiak[5], ὅστις ἐπισημαίνει πώς τά Σλαβικά φῦλα ἦσαν ἀδύνατον νά σχηματίσουν συμπαγεῖς ὁμάδες ὥστε νά ἐπικρατήσουν ἐν Ἑλλάδι, ἐφ΄ὅσον ἐπρόκειτο γιά ἐξαθλιωμένους ἀνθρώπους, πεινασμένους χωρίς ἀλληλεγγύη καί κοινωνική δομή. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Προκοπίου (Βυζαντινοῦ ἱστορικοῦ τοῦ 6ου αἰῶνος μ.χ.χ. καί συμβούλου τοῦ στρατηγοῦ Βελισσαρίου), ὅστις περιγράφει τούς Σλάβους, ἐπί λέξει, ὡς «ἀνάρχους καί μισαλλήλους».


Ἄρα λοιπόν, ἐκ τῶν ἀνωτέρω, συμπεραίνουμε ὅτι οἱ Σλάβοι ὄχι μόνο δέν ἀλλοίωσαν ἐθνολογικῶς τούς Ἕλληνας, ἀλλά δέν ἦσαν κἄν εἰς θέσιν νά τούς ἐπηρεάσουν κατά τό ἐλάχιστον. Ἀντιθέτως, ὁ Ἑλληνισμός συνέβαλε εἰς τήν ἀπόκτησιν κοινωνικῆς καί θρησκευτικῆς δομῆς τῶν Σλάβων.


Ἔτσι, τό 862 μ.χ.χ., κατόπιν αἰτήσεως τῶν Σλάβων πρός τήν αὐτοκρατορίαν, ἐστάλησαν ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαήλ τοῦ Γ΄, οἱ Θεσσαλονικεῖς ἀδελφοί Κύριλλος καί Μεθόδιος, οἵτινες ἐδημιούργησαν τό λεγόμενον Κυριλλικόν ἀλφάβητον καί τήν Σλαβονικήν γραφήν εἰς τήν ὁποίαν μετέφρασαν μέρος τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καί ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν κειμένων. Ἦτο κάτι ἀντίστοιχο μέ τόν ἐκπολιτισμόν τῶν Βουλγάρων λίγα χρόνια πρίν, τό 846 μ.χ.χ. ἀπό τήν Ἑλληνίδα αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, ὅταν παραδίδοντάς τους σχέδιον γραφῆς καί εἰδικούς κανόνες ἐμπορίου τούς ἐνέταξε εἰς τόν πολιτισμένον κόσμον.


Περί τῆς ἐρημοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος


Κατά Falmerayer ὁ 8ος αἰών ὑπῆρξε ὁ αἰών τῆς ἐρημοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος καί τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν Ἑλλήνων κατοίκων ἀπό Σλάβους. Ἡ ἱστορική πραγματικότης ὅμως εἶναι ἀμείλικτη πρός τήν ψευδοθεωρίαν τοῦ εὐφαντάστου Γερμανοῦ ἱστορικοῦ.

Συγκεκριμένα, τό 727 μ.χ.χ. ὁ Λέων ὁ Γ΄ ὁ Ἴσαυρος ἠθέλησε νά ἐπιβάλη τό εἰκονοκλαστικό του πρόγραμμα εἰς τούς Ἕλληνας τῆς μητροπολιτικῆς Ἑλλάδος προκαλῶντας τήν ὀργήν τῶν Ἑλλήνων. Ὁ ἀθηνάρχης Ἀγαλλιανός ἑνωθείς μέ τόν διοικητήν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου Στέφανον στέφουν ἰδικόν των αὐτοκράτορα ὀνόματι Κοσμᾶ καί συγκροτοῦν στόλον (!) πολιορκῶντας τήν Κωνσταντινούπολιν (!)[6]. Λίγο ἀργότερα ὁ Κωνσταντῖνος, υἱός τοῦ Λέοντος, στέλνει ἀντιπροσωπεία εἰς τά Τρίκαλα ζητῶντας ἀπό τούς Ἕλληνες νά ὑπογράψουν τό μεταρρυθμιστικό του σχέδιο. Οἱ Ἕλληνες ὄχι μόνον ἀρνοῦνται νά ὑπογράψουν ἀλλά, σκοτώνουν καί τούς ἀπεσταλμένους τοῦ αὐτοκράτορος (!)[7]. Ἔκτοτε τά μέρη αὐτά ὠνομάσθησαν Ἄγραφα.


Ἐκ τῶν ἀνωτέρω, τά ὁποῖα προσφυῶς ἀποσιωπᾶ ὁ Falmerayer, τεκμαίρεται ὅτι, ποτέ δέν ὑπῆρξε ἐρημοποίησις τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες ἦσαν τόσο πολυπληθεῖς πού ἀψηφοῦσαν αὐτοκρατορικά διατάγματα καί εἶχαν τήν δυνατότητα ὄχι μόνον νά συγκροτοῦν στόλο ἀλλά καί νά ἀπειλοῦν τήν Κωνσταντινούπολιν τήν πρωτεύουσαν τῆς Αὐτοκρατορίας.Ἐπίσης, τήν τεταμένην ἐκείνην περίοδον, τήν ἐπονομαζομένη εἰκονοκλαστική, οἱ ταραχές καί οἱ αἱματοβαμμένες ἐπαναστάσεις διήρκεσαν περίπου ἐπί ἕνα αἰῶνα ὅπου τά δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα ἦσαν ἀπό τήν μία, οἱ ἐξ Ἀνατολῶν εἰκονομάχοι Αὐτοκράτορες μέ ὑποστηρικτάς τόν πολυεθνικό μισθοφορικό στρατό ὡς ἐπί τό πλεῖστον Γότθους, Ἀρμενίους, Σλάβους καί ἀπό τήν ἄλλη τούς εἰκονολάτρες Ἕλληνες τῆς μητροπολιτικῆς Ἑλλάδος καί τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Οἱ ἐξ Ἀνατολῶν Αὐτοκράτορες, ἐπηρεασμένοι ἀπό τούς γείτονας λαούς Ἰουδαίους καί Μουσουλμάνους, οἵτινες ἀμφότεροι διά νόμου ἀπηγόρευαν τήν λατρεία τῶν εἰκόνων, ἐπέβαλαν εἰς τούς Ἕλληνας τήν ἀπαγόρευσιν τῆς λατρείας τῶν εἰκόνων, ὡς εἰδωλολατρικόν ἔθιμον ἀποκαλῶντας μάλιστα εἰδωλολάτρας ἀκόμη καί τούς μοναχούς (Κωνσταντῖνος Ε΄) καί μέ τήν Σύνοδο τοῦ 754 ἀναγόρευσαν τόν Αὐτοκράτορα ὡς καταστροφέα τῆς εἰδωλολατρείας.


Ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος Καισαρείας, ἤδη ἀπό τόν 4ον αἰῶνα, εἶχε ἐπισημάνει τήν λατρεία τῶν εἰκόνων ὡς εἰδωλολατρική συνήθεια, διότι οἱ Βυζαντινοί Ἕλληνες ἐσυνέχισαν νά διατηροῦν ἀθέλητα κρυμμένα στίς ψυχές των τόν πανάρχαιο ἑλληνικό τρόπο τοῦ θρησκεύεσθαι, ἀντικαθιστῶντας τά ἀγάλματα μέ τάς εἰκόνας.Ἐν κατακλεῖδι, ὅταν ἀνέβηκε στόν θρόνο ἡ Ἑλληνίδα εἰκονολάτρις ἐξ Ἀθηνῶν Αὐτοκράτειρα Εἰρήνη, οἱ Ἕλληνες ἐθριάμβευσαν καί μέ τήν ἐν Βιθυνίᾳ Σύνοδο τῆς Νικαίας τό 787 ἀποκατέστησαν τήν εἰκονολατρεία, ἀφορίζοντας τούς Χριστιανούς πού κατέφευγον εἰς τάς εἰκόνας ὡσάν νά ἦσαν θεοί ἤ εἴδωλα. Ἀβίαστα λοιπόν συμπεραίνουμε ὅτι ὄχι μόνον οἱ Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν ἡ συντριπτική πλειοψηφία τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου, πού κατέφεραν ἐπί ἕνα αἰῶνα νά πολεμοῦν τούς εἰκονομάχους Αὐτοκράτορες, ἀλλά διετήρουν τόν ἀρχαῖο ἑλληνικό τρόπο τοῦ θρησκεύεσθαι καί κατ’ οὐσίαν ἀνεβίωσαν χρόνια τῆς πρωΐμου βυζαντινῆς περιόδου τότε πού λυσσαλέα κατεδιώχθη ἡ ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία ὡς εἰδωλολατρική.


Ἄρα, ὁ Γερμανός ἱστορικός Falmerayer δολίως ἀποσιωπᾶ ὅλη τήν εἰκονοκλαστική περίοδο, πού ἀφ’ ἑνός κατακερματίζει τόν μῦθο περί ἐρημοποιήσεως, πολλῷ δέ μᾶλλον περί σλαβοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἑτέρου ἀναδεικνύει μέ τόν πιό περίτρανο τρόπο τόν θρίαμβο τοῦ Ἑλληνισμοῦ.


Ἐκκαθαρίσεις τῶν ἐν Ἑλλάδι Σλάβων


Ἡ ἐκκαθάρισις τῶν Σλάβων ἤρχισε ἐπί αὐτοκράτορος Κώνσταντος τοῦ Β’ (641–668), ὅπου ἠναγκάσθη, λόγῳ τῶν πολυαρίθμων ἐπιδρομῶν τῶν Σλάβων, νά ξεκινήση ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς λεγομένης «Σκλαβωνίας»[8]. Ἀπό τήν ἐποχή αὐτή ἀρχίζει ἡ μετανάστευσις μεγάλων μαζῶν Σλάβων πρός Μ. Ἀσίαν καί Συρίαν.Τίς ἐκκαθαρίσεις τῶν Σλάβων ἐσυνέχισε ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανός ὁ Β’ (685-697), ὅστις μετέφερεν εἰς τό ἐν Βιθυνίᾳ Ὀψίκιον, πέραν τῶν 80.000 Σλάβων[9] μέ σκοπό τήν ἐνίσχυσιν τοῦ ἐν Βιθυνίᾳ βυζαντινοῦ στρατεύματος μέ 30.000 Σλάβους στρατιώτας. Οἱ Σλάβοι ὅμως ἐγκατέλειψαν τόν Βυζαντινόν στρατόν καί κατετάχθησαν παρά τό πλευρόν τῶν Ἀράβων προκαλῶντας τήν ὀργή τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ, ὅστις γιά ἐκδίκησιν κατέσφαξε τούς ἐναπομείναντες 50.000 Σλάβους πού δέν ἐστρατεύθησαν μέ τούς Ἄραβας. Ὡσαύτως, ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἐκ τοῦ Βορρᾶ κατελθόντων Σλάβων, ἐχάθη εἰς τά βάθη τῆς Μ. Ἀσίας, ἄλλοι ἀπό τήν ἀνηλεῆ σφαγή καί ἄλλοι πολεμῶντας μέ τούς Ἄραβας. Τήν συνέχισιν τῆς πολιτικῆς τῶν ἐκκαθαρίσεων τῶν ἐν Ἑλλάδι Σλάβων ἀνέλαβε ὁ αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος ὁ Ε΄ τό 758 μ.χ.χ., ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν Μακεδονία.


Ἀργότερα ἡ αὐτοκράτειρα Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία (797-802) θά συνεχίση τίς ἐκκαθαρίσεις μέσῳ τοῦ στρατηγοῦ της Σταυρακίου, ὅστις ὑπέταξε ὅλους τούς Σλάβους τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θεσσαλίας μεταφέροντάς τους ὡς δούλους διά τήν κατασκευήν ἔργων εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν. Ἦσαν δέ τόσο ἀπάνθρωπες οἱ συνθῆκες δουλείας γιά τούς Σλάβους, ὥστε ἔλαβον ἔκτοτε τήν ὀνομασίαν σκλάβοι = ἀνελεύθεροι.


Τέλος, ὁ αὐτοκράτωρ Νικηφόρος ὁ Α΄ (803-811), διάδοχος της Εἰρήνης τῆς Ἀθηναίας, θά δώση τό τελειωτικό χτύπημα στά ψήγματα Σλάβων πού ἀπέμειναν, συγκεντρώνοντας Ἕλληνας ἀπό διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος καί ἐγκαθιστῶντας τους εἰς τάς παρηκμασμένας σλαβικάς ἀποικίας. Ἐν προκειμένῳ, τό 810 οἱ Σλάβοι τῆς Πελοποννήσου μέ συμμάχους τούς Σαρακηνούς καί λοιπούς Ἀφρικανούς ἐπαναστάτησαν καί ἐπολιόρκησαν τάς Πάτρας. Οἱ Πατρινοί μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέα κατενίκησον τούς Σλάβους καί τούς κατέστησαν δούλους στά κτήματα τῆς μητροπόλεως τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Τότε τελειώνει καί ἡ παρουσία τῶν Σλάβων ἐν Πελοποννήσῳ. Ὁ Falmeraeyer χρησιμοποιεῖ μέ ἀποσπασματικό τρόπο τό χρονικόν τῆς Μονεμβασιᾶς, διότι τήν κάθοδο τῶν Ἀβάρων τήν ἀντιγράφει λεπτομερῶς στήν ἐργασία του, ἀλλά ἐπίτηδες ἀποσιωπᾶ, τήν ἐκρίζωσιν τῶν Ἀβάρων ἀπό τήν Πελοπόννησο, ὅπως ἐπί λέξει τό χρονικόν τῆς Μονεμβασιᾶς πρός τό τέλος ἀναφέρει: «τῷ Σθλαβιανῶν ἔθνει πολεμικῶς εἷλε τε καί ἠφάνισεν εἰς τέλος, καί τοῖς ἀρχῆθεν οἰκήτορσι ἀποκαταστῆναι τά οἰκεία παρέσχεν[10]».

Τό ὑπέρ πλεονάζον ἑλληνικό αἷμα ἀφομοίωσε καί ἐξηφάνισε πλήρως τούς ἐναπομείναντες Σλάβους. Ἀπό τό 837 μ.χ.χ. πλέον δέν ἀναφέρεται καμμία ἀποικία Σλάβων ἐν Ἑλλάδι.


Περί τῆς καταλήξεως -οβα


Ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα τῶν ὀπαδῶν τοῦ Falmerayer εἶναι ὅτι ἡ κατάληξις –οβα σέ πόλεις καί χωριά εἶναι σλαβική !! Πλανῶνται πλάνην οἰκτράν διότι, σύμφωνα μέ τό χρονικό τῆς Μονεμβασιᾶς γιά νά ξεφύγουν οἱ Ἀργεῖοι ἀπό τήν Ἀβαροσλαβική κατοχή κατέφυγαν εἰς τήν ἀρχαίαν πόλιν τῆς Πελοποννήσου ὀνόματι Ὄροβα. Ἄρα, ἀφοῦ προυπῆρχε τῆς καθόδου τῶν Σλάβων πόλις μέ τοιαύτην κατάληξιν, ἡ κατάληξις εἶναι ἑλληνική καί μάλιστα ἀρχαία ἑλληνική, εἰς τήν ὁποίαν μάλιστα συνηγορεῖ καί ὁ Ἡσύχιος (ὠβαί = τόποι μεγαλομερεῖς), ὁπότε ἐπί παραδείγματι, ἡ λέξις Κλείσοβα σημαίνει κλείς = στενωπός καί ὠβά = τόπος δηλ. ὁ στενός τόπος. Τέλος ὁ Βασίλειος Μισύρης, ὁ πλέον εἰδικός εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ Βυζαντίου[11], στό περιοδικό ΙΧΩΡ (Ἄρ. Τεύχους 25), ἐπισημαίνει ὅτι ἡ κατάληξις προέρχεται ἀπό τήν ἀρχαίαν ἑλληνικήν λέξιν ὠβά = χωριό.


Σύν τοῖς ἄλλοις, εἶναι ἀδύνατον νά εἶναι σλαβική, διότι οἱ Σλάβοι πού κατῆλθον ἀπό τόν Βορρᾶν, θά εἶχον ἱδρύσει πόλεις μέ τοιαύτην κατάληξιν καί στήν Φθιώτιδα, τήν Ἀττικοβοιωτία καί ἀλλοῦ πρίν φθάσουν στήν Πελοπόννησο, ἀλλά χωριά μέ τοιαύτην κατάληξιν δέν ὑπάρχουν παρά μόνον εἰς τήν Μάνην.


Μάξιμος Μάζαρης


Ο Falmerayer βασίσθηκε εἰς τόν Μάξιμον Μάζαρην (βυζαντινό σατιρογράφο τοῦ 14ου – 15ου αἰῶνος), ὅπου στό ἔργο του «ἐπιδημία ἐν Ἅδῃ» ἔγραφε πώς εἰς τήν Πελοπόννησον διέμενον ἑπτά (7) ἔθνη ἀναμεμιγμένα, Λακεδαιμόνιοι, Ἰταλοί, Πελοποννήσιοι, Σλαβῖνοι, Ἰλλυριοί, Αἰγύπτιοι, καί Ἰουδαῖοι. Εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀναξιοπιστία τοῦ συγγραφέως πού μόνο γέλια προκαλεῖ διότι ἔθνος Πελοποννησίων καί Λακεδαιμονίων ἀποτελεῖ παγκόσμια εὑρεσιτεχνία!!


Ὁ Μάζαρης ὅμως ὡς παρατρεχάμενος τοῦ αὐτοκράτορος Μανουήλ τοῦ Β΄ εἶχε λόγους νά συκοφαντῆ τούς Πελοποννησίους, διότι αὐτοί δέν ἀνεγνώριζαν τήν ἐπικυριαρχίαν τοῦ αὐτοκράτορος, καί μάλιστα εἰς τοιοῦτον βαθμόν ὥστε ὅταν ἦλθε τό 1414 μ.χ.χ. ὁ αὐτοκράτωρ εἰς τήν Πελοπόννησον νά ἐπιβλέψη τά ὀχυρωματικά ἔργα τοῦ Ἰσθμοῦ καί νά ἐγκαταστήση τόν υἱόν του Θεόδωρον ὡς πρίγκηπα τοῦ Μοριᾶ, οἱ Πελοποννήσιοι ὑπεκίνησαν ἐπανάστασιν ἀρνούμενοι νά τόν δεχθοῦν.


Περί τῆς τῶν Ἑλλήνων αὐτοχθονίας


Τήν αὐτοχθονία τῶν Πελοποννησίων ἐπιβεβαιώνουν οἱ ἀναφορές τῶν Προβλεπτῶν, ὅπως ὠνομάζοντο οἱ ἄρχοντες ἐπί Βενετοκρατίας, πού συχνά ἐπανελάμβανον ὅτι οἱ Μανιᾶτες, οἱ κάτοικοι τοῦ Μυστρᾶ καί οἱ κάτοικοι τῆς Τριπόλεως ἐκαυχῶντο ὅτι κατήγοντο ἐκ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἐπίσης, εἰς ἐπίρρωσιν τούτου, ἔχομε τό ὑπόμνημα τοῦ μεγίστου φιλοσόφου τῆς ἐποχῆς, τοῦ Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστοῦ πρός τόν αὐτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο, πού ὑπερηφανεύεται γιά τήν ἀρχαιοελληνικήν καταγωγήν τῶν Ἑλλήνων καί ζητεῖ ἀπό τόν Μανουήλ νά ἡγηθῆ τῶν Ἑλλήνων τῆς Πελοποννήσου πού κατακλύζουν τήν χώρα. Ἄρα τό ἐπιχείρημα τοῦ Falmerayer περί ἐρημοποιήσεως τῆς χώρας καί ἐκσλαβισμοῦ ἀποτελεῖ ὄνειρο θερινῆς νυχτός. Σᾶς παραθέτουμε αὐτούσιο τό ὑπόμημα τοῦ μεγάλου πλατωνιστοῦ τῆς ὑστέρας βυζαντινῆς περιόδου πού εἶναι καταπέλτης τόσο γιά τόν ἴδιο τόν Falmerayer, ὅσο καί γιά τούς θιασώτας τῆς αὐτῆς ἰδεοληψίας.


«Ἐσμέν μέν γάρ οὖν ὧν ἡγεῖσθε τέ καί βασιλεύετε, Ἕλληνες τό γένος, ὡς ἡ τε φωνή καί ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ, Ἔλλησι δέ οὐκ ἔστιν εὐρεῖν εἰ τίς ἄλλη οἰκειοτέρα χώρα, οὐδέ μᾶλλον προσήκουσα ἡ Πελοπόννησος τί καί ὅση δή ταύτη τῆς Εὐρώπης προσεχής τῶν τε αὖ νήσων αἱ ἐπικείμεναι. Ταύτην δέ γάρ δή φαίνονται τήν χώραν Ἕλληνες ἀεί οἰκοῦντες οἱ αὐτοί ἐξ ὅτου πέρ ἄνθρωποι διαμνημονεύουσιν, οὐδένων ἄλλων προενωκηκότων οὐδέ ἐπήλυδες κατασχόντες, ὥσπερ ἄλλοι συχνοί, ἐξ ἑτέρας μέν ὠρμημένοι, ἑτέραν δ’ οἰκοῦσι κατασχόντες, ἄλλους τε ἐκβαλόντες καί αὐτοί ὑφ’ ἑτέρων τό αὐτό ἔστιν ὅτε πεπονθότες, ἄλλ’ Ἕλληνες τήνδε τήν χώραν τουναντίον αὐτοί τε ἀεί φαίνονται κατέχοντες καί ἀπό ταύτης ὁρμώμενοι περιουσία οἰκητόρων ἑτέρας τε οὐκ ὀλίγας κατασχόντες, οὔτε ταύτην ἐκλιπόντες. Συμπάσης δέ ταύτης τῆς χώρας αὐτή Πελοπόννησος ὁμολογεῖται τά πρῶτα τε καί γνωριμώτατα ἐνοικοῦσα τῶν Ἑλλήνων γένη, καί ἀπό ταύτης ὁρμώμενοι τά μέγιστα τε καί ἐνδοξότατα Ἕλληνες ἔργα ἀπεδείξαντο».


Περί τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἀλβανῶν


Ἐπειδή μερικοί Ἕλληνες κυρίως στήν Ἤπειρο, γιά νά κερδίσουν τήν ἐπιείκειαν τῶν Τουρκαλβανῶν δυναστῶν πού ἦσαν σύμμαχοι τῶν Ὀθωμανῶν κατακτητῶν, ὡμίλουν δημοσίως τήν ἀλβανικήν ἤ ἀρβανίτικην γλῶσσαν, ὁ Falmerayer ἔδραξε τήν εὐκαιρίαν διά νά στηρίξη τήν θεωρία του, ὅτι δῆθεν οἱ Ἕλληνες ἐξηφανίσθησαν καί ἀντικατεστάθησαν ἀπό Ἀλβανούς ἐποίκους. Στήν Ἠπειρο τό γλωσσικό πρόβλημα ἦτο ἀρκετά ἔντονο, καί βλέποντας ὁ πατήρ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός τό μεγάλο κακό πού προδιεγράφετο γιά τό γένος, ἔδωσε μεγάλο ἀγῶνα εἰς τά χωριά τῆς Ἠπείρου, γιά τήν διάσωσιν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀνοίγοντας σχολεῖα, ἀλλά καί κηρύττοντας μέ τά φλογερά του λόγια:


« ὅποιος χριστιανός, ἄντρας ἤ γυναῖκα, ὑπόσχεται ὅτι μέσα στό σπίτι του νά μήν κουβεντιάζη ἀρβανίτικα ἤ βλάχικα, ἄς σηκωθῆ ἀπάνω νά μοῦ τό πῆ καί ἐγώ νά πάρω ὅλα τά ἁμαρτήματα εἰς τόν λαιμόν μου, ἀπό τόν καιρό πού ἐγεννήθη, ἕως τώρα καί θά βάλω ὅλους τούς χριστιανούς, νά τόν συγχωρήσουν καί νά λάβη μία συγχώρεσιν, πού ἄν ἔδινε χιλιάδες πουγγιά δέν θά τήν εὕρισκε ».


Ὁ Πατροκοσμᾶς ἔσωσε τόν Ἑλληνισμόν τῆς Ἠπείρου, ἀλλά ὁ ἴδιος δέν ἐσώθη ἀπό τούς διῶκτες του. Ὁ πύρινος λόγος του ἐνωχλοῦσε καί οἱ Ἑβραῖοι ἐπλήρωσαν καλά γιά νά τόν θανατώσουν. Ἦτο ὁ μόνος τρόπος γιά νά σωπάση. Ὁ πονηρός Falmerayer, ἔδραξε τήν εὐκαιρίαν καί ἐστήριξε τήν θεωρία του, περί ἐξαφανίσεως τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἐπειδή κάποιοι Ἕλληνες προετίμων νά ὡμίλουν τήν ἀλβανικήν ἀντί τῆς ἑλληνικῆς γιά νά ἔχουν τήν ἐπιείκειαν τῶν Τουρκαλβανῶν.


Συνοψίζοντας λοιπόν ὁ δυστυχής Falmerayer καί στά δύο του ἐπιχειρήματα, δηλαδή περί τῆς ἐρημοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος, καί περί τῆς κατοικήσεως τῆς χώρας μας, ἀπό Ἀλβανούς Σλάβους ἤ Σκύθες Σλάβους ἐφάνη ἱστορικά, ἄν μή τι ἄλλο ἀνεπαρκής. Ἐάν ἀναλογιστοῦμε, ὅτι οἱ Πελασγοί Ἰλλυριοί καί οἱ Πελασγοί Νότιοι Ἀλβανοί οὐδεμίαν συγγένειαν ἔχουν μέ τούς Σκύθας καί τούς Σλαβοβουλγάρους, τότε ὁ Falmerayer ἐκτός ἀπό γραφικός καθίσταται καί πολύ ἐπικίνδυνος παραχαράκτης.


Πλαστογραφία Falmerayer – Κατάρευσις Θεωρίας


Ἡ προπαγάνδα ὅμως τοῦ Falmerayer δέν ἄργησε νά ἀποκαλυφθῆ. Ὁ ἔφορος τῶν ἀθηναϊκῶν ἀρχαιοτήτων, Κυριάκος Πιττάκης τό 1838 δημοσιεύοντας ἐν τῇ «Ἀρχαιολογικῇ Ἐφημερίδι» ὑπό τήν ἐπιγραφήν «Ὕλη ἵνα χρησιμεύση πρός ἀπόδειξιν, ὅτι οἱ νῦν κατοικοῦντες τήν Ἑλλάδα εἰσίν ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων», κατήγγειλε στήν Ἑλληνικήν Ἀρχαιολογικήν Ἑταιρείαν, ὅτι ὁ πολυγραφώτατος Falmerayer εἶχε πλαστογραφήσει ἀθηναϊκά χειρόγραφα, τά λεγόμενα «Ἀναργύρεια ἀποσπάσματα». Ἐν προκειμένῳ ὁ Γερμανός ἱστορικός, διά νά πετύχη τήν ἐρημοποίησιν τῆς Ἀττικῆς, δέν ἐδίστασε νά παραχαράξη, πρῶτον τά ἔτη ἐρημοποιήσεως τῶν Ἀθηνῶν ἀπό τρία (3) σέ τετρακόσια (400), δεύτερον τήν καθομιλουμένη γλῶσσα ἀπό βυζαντινή σέ βαρβαρική καί τρίτον τήν ἑπτακοσαετή εἰρηνική περίοδο σέ φρικώδεις θηριωδίες Σλάβων καί λοιπῶν κλεφτῶν[12]. Τήν πλαστογραφία ἐπεβεβαίωσαν οἱ συμπατριῶτες του, Albert Thump, Sconwalder, C.Hopf, F. Gregorovius, καθώς ἐπίσης καί ὁ Σπύρος Λάμπρος εἷς ἐκ τῶν σημαντικωτέρων ἱστορικῶν μας, τοῦ 19ου αἰώνος.Τό 1879, ὁ καθηγητής, φιλόλογος Κουπιτώρης, ἀπεκάλυψε στό ἔργο τοῦ Falmerayer, τήν παραχάραξιν ἑνός χωρίου τοῦ Χαλκοκονδύλη, πού καθιστοῦσε πλέον τόν Falmerayer ἐντελῶς ἀναξιόπιστο. Ἡ σκευωρία κατέρρευσε !!


Οἱ λόγοι, πού ὡδήγησαν τόν πλαστογράφο Falmerayer νά συγγράψη τόν λίβελλον κατά τῆς Ἑλλάδος, δέν ἔμειναν γιά πολύ ἀκόμα ἄγνωστοι. Ὅταν, μετά τόν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμο, ἔγινε ἄρσις τῆς μυστικότητος τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων, τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Βιέννης, ἀπεκαλύφθη ὅτι ὁ Ρῶσσος στρατηγός Ὄστερμαν Τολστόϊ, ἐπιτετραμένος τῆς ρωσσικῆς κυβερνήσεως, συνώδευσε τόν Falmerayer σ΄ἕνα ἀπό τά ἐν Ἑλλάδι ταξεῖδια του[13].


Ὁ Falmerayer λοιπόν ὑπηρετοῦσε τούς σκοπούς τοῦ ρωσσικοῦ ἐπεκτατισμοῦ εἰς τό Αἰγαῖο διά πανσλαβοποίησιν τῆς Βαλκανικῆς καί ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τῶν Ρώσσων, ὡς Σλάβοι πού εἶναι, ἀμέσου ἐπεμβάσεως στά Βαλκάνια. Ὕστερα, ὁ Στάλιν σέ συνεργασία μέ τόν γενικόν γραμματέα τοῦ Κομμουνιστικοῦ κόμματος τῆς Γιουγκοσλαβίας, Τίτο ἐπενόησαν τό γνωστό κόλπο, μετονομάζοντας τήν περιοχήν ἀπό Βαρντάρσκα εἰς Μακεδονίαν, ὑποστηρίζοντας συνάμα ὅτι δέν εἶναι Ἕλληνες οἱ Μακεδόνες, ἀλλά Σλάβοι. Τοὔλάχιστον, ἀφοῦ δέν ἐπέτυχον τήν σλαβοποίησιν ὅλης τῆς Ἑλλάδος, νά πετύχουν μόνο τῆς Μακεδονίας πού τούς ἐπιτρέπει τήν πολυπόθητον ἔξοδον εἰς τό Αἰγαῖον.


Τό γαϊτανάκι τώρα, μετά την Γερμανία καί τήν Ρωσσία, σέρνει ἡ Ἀμερική, διότι δέν εἶναι μόνο τό σύμπλεγμα τῶν Δυτικῶν, ἔναντι τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί ἡ γεωπολιτική μας θέσις, πού ἀποτελεῖ κλειδί διά τήν παγκοσμιοποίησιν, ἀφοῦ τόσο ἡ Ἑλλάς εὑρίσκεται εἰς τό κέντρο τοῦ κόσμου ἑνώνοντας τρεῖς Ἠπείρους ὅσο καί οἱ Ἕλληνες πού μέ τό ἀνατρεπτικό καί ριζοσπαστικό τους πνεῦμα άποτελοῦν, κατά Κίσιγκερ, βόμβα εἰς τά θεμέλια τῆς παγκοσμιοποιήσεως.


Σύγχρονοι Ἐπιστημονικαί Ἔρευναι


Αἱ σύγχρονοι ἐπιστημονικαί ἔρευναι, περί τῆς γενετικῆς συστάσεως τῶν Ἑλλήνων καί ἄλλων Εὐρωπαίων ἔρχονται σήμερον νά ἐπιβεβαιώσουν τήν φυλετικήν συνέχειαν τῶν Ἑλλήνων. Συγκεκριμένα, ἑπτά (7) διαφορετικές μεγάλες ἐπιστημονικές ἔρευνες Ἀμερικανῶν καί Εὐρωπαίων ἐρευνητῶν, σέ ἐρευνητικά κέντρα τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Στάντφορτ τῶν Η.Π.Α., τῆς Παβίας τῆς Ἰταλίας, ἀλλά καί σέ ἄλλα πέντε (5) ἐρευνητικά ἐργαστήρια ἀπό τήν Μόσχα ἕως τήν Βαγδάτη, ἀπέδειξαν ὅτι τό DNA τῶν Ἑλλήνων δέν ἔχει ἐπηρεασθῆ ἀπό τούς Σλάβους οὔτε ἀπό τούς Τούρκους ἀλλά ἀντιθέτως μετεδώσαμε τόν γενετικό μας κώδικα καί εἰς τήν ὑπόλοιπον Εὐρώπην. Τά ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης ἐδημοσιεύθησαν εἰς τό ἀμερικανικό περιοδικό «Γενετική τοῦ ἀνθρώπου[14]», ὅπου χαρακτηριστικά ἀναφέρεται ὅτι το 67% τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων ἔχουν παλαιολιθικήν προέλευσιν (50.000 -10.000 χρόνια), τό 10,7% έχουν νεολιθικήν προέλευσιν (10.000 – 3.000 χρόνια) καί το 19,5% διεμορφώθη τα 3.000 πρόσφατα χρόνια. Ἡ θεωρία τοῦ Falmerayer, πού τόσο κακό ἔκανε εἰς τήν Ἑλλάδα, ἐνεταφιάσθη πλήρως μέ μελανά γράμματα εἰς τήν λήθην τῆς ἱστορίας. Δυστυχῶς ὅμως, μερικοί ἐπιτήδειοι, ἀκόμη καί σήμερον, γιά ἰδιοτελεῖς σκοπούς, παραβλέπουν τήν σύγχρονη ἐπιστημονική κοινότητα καί διακηρύσσουν ἀνερυθρίαστα ὅτι, ἐμεῖς οἱ Νεοέλληνες οὐδεμίαν σχέσιν ἔχομε μέ τούς ἀρχαίους Ἕλληνας, δηλώνοντας ἀμετανόητοι ὀπαδοί τοῦ Falmerayer καί ἐξυπηρετῶντας ἀλλότρια συμφέροντα.


Γεώργιος Μέτσος, Στέφανος Γκίκας


Η παρούσα εργασία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ


[1] Α.Α.VASILIEF «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ 324-1453», ἐκδόσεις Πελεκάνος, σελ.222 -224

[2] «Geschichte der Halbinsel Morea Wahrend des Mittelalter» Ι, iii – 11.0iv, ἡ μετάφρασις εἶναι ἀπό τήν ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ «ΗΛΙΟΥ».

[3] Διονύσιος Σουρμελῆς, – «Συνοπτική κατάστασις τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἀπό τῆς ὑποδουλώσεώς της εἰς τούς Ρωμαίους μέχρι τῆς Τουρκοκρατίας» (1852) καί «Ἀττικά ἤ περί δήμων Ἀττικῆς»(1854)

[4] C. Hopf – Οἱ Σλάβοι ἐν Ἑλλάδι

[5] Stjepan Antoljiak – Ἡ ἄφιξις τῶν Σλάβων στήν Βαλκανική χερσόνησο

[6] Νικηφόρος Κωνσταντινουπολίτης, 6.64,65 – Κεδρηνός 796

[7] Ψελλός ὁ Ἄνδριος, Ἀθῆναι 1838 – τυπογραφεῖον Κορομηλᾶ

[8] Theophanes, «Chronographie», ἔκδοσις de Boor, σελ.347, Α.Α.VASILIEF «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ 324-1453», ἐκδόσεις Πελεκάνος, σελ.271.

[9] V.L.Lamansky, «Σλαῦοι στήν Μ. Ἀσία, τήν Ἀφρική καί τήν Ἱσπανία», σελ.3, Ρωσσικά, Α.Α.VASILIEF «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ 324-1453», ἐκδόσεις Πελεκάνος, σελ.271

[10] Κάρολος Χόπφ «Οἱ Σλάβοι ἐν Ἑλλάδι», ἐν Βενετίᾳ 1872, ἀνατυπωθέν ἀπό Ἐκδ. Καραβίας

[11] Περιοδικό ΙΧΩΡ, τ.25, ἄρθρο Βασιλείου Μυσίρη «Οἱ Σλάβοι στήν Ἑλλάδα.»

[12] Κάρολος Χόπφ «Οἱ Σλάβοι ἐν Ἑλλάδι», ἐν Βενετίᾳ 1872, ἀνατυπωθέν ἀπό Ἐκδ. Καραβίας

[13] Κ.Μπίρης «Ἀρβανίτες οἱ Δωριεῖς τοῦ νεωτέρου ἑλληνισμοῦ» ἐκδ. ΜΕΛΙΣΣΑ

[14] Κυριακάτικη Ἀπογευματινή 6ης Νοεμβρίου 2005, περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ τῆς 2 Ἀπριλίου 2005 τεῦχος 266


ΓΡΑΔΕΜΠΟΡΙ (ΠΕΝΤΑΛΟΦΟΣ) ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1904 Η ΒΑΡΒΑΡΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΚΡΙΤΟΥ ΤΡΑΙΚΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΓΙΩΝ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΙΤΑΤΖΗ ΠΕΤΚΩΦ, Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΠΟΥ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΚΑΘΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΤΟ ΣΤΥΓΕΡΟ ΕΓΚΛΗΜΑ. (στη φωτό τα πτώματα του προκρίτου και του ενός από τους δολοφονηθέντες γιους)

Η διαμάχη Ελλήνων και Βουλγάρων για τη Μακεδονία ήταν φοβερή...



Αρχικά, οι Βούλγαροι εκμεταλλευόμενοι τη αδράνεια του ελληνικού κράτους (μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897) είχαν πάρει κεφάλι στη Μακεδονία, όμως και η Ελλάδα πιεζόμενη από τους Έλληνες της Μακεδονίας (σημαντικότατο το ιστορικό συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης τον Φεβρουάριο του 1904), οι οποίοι υπέφεραν τα πάνδεινα από τους κομιτατζήδες, είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται.


Ένα από τα χωριά όπου υπήρχε εντονότατη σύγκρουση μεταξύ Ελληνόφρονων (πατριαρχικών) και Βουλγαρόφρονων (εξαρχικών) ήταν το τότε Γραδεμπόρι (ο σημερινός Πεντάλοφος). Στο Γραδεμπόρι είχαμε πολύ αιματηρά συμβάντα τα οποία προσέλκυσαν τεράστιο ενδιαφέρον από την κοινή γνώμη ακόμα και τον διεθνή τύπο της εποχής. Ένα από αυτά συνέβη το καλοκαίρι (Ιούνιο) του 1903 όταν οι Τούρκοι εξολόθρευσαν τη συμμορία του Γραδεμπορινού κομιτατζή Τσιόπκα. Σε αντεκδίκηση ο αρχικομιτατζής Πετκώφ τον δεκαπενταύγουστο του 1904 με την πολυμελή συμμορία του ήρθε στο χωριό και με τη βοήθεια ντόπιων κατοίκων δολοφόνησε με φρικιαστικά βασανιστήρια τον πρόκριτο του χωριού Τράικο Στεργίου (Τσιφούτη) και τους 2 γιους του ενώ τραυμάτισαν βαρύτατα και τη γυναίκα του. 


Η βάρβαρη αυτή δολοφονία προκάλεσε την άμεση κινητοποίηση του τότε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αλέξανδρου (Ρηγόπουλου) ο οποίος ήρθε άμεσα στο χωριό, ενημερώθηκε επί τόπου για το φοβερό έγκλημα, συμπαραστάθηκε και εμψύχωσε τους Ορθοδόξους (πατριαρχικούς) κατοίκους και επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη όπου έκανε διάβημα στον Τούρκο Νομάρχη και στη συνέχεια έστειλε μια δραματικότατη επιστολή στον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ'. Σε αυτήν περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το βάρβαρο έγκλημα. 


Σας την παραθέτω στη συνέχεια, όπως υπάρχει στο "Κατάλογος υπό των οργάνων του Βουλγαρικού κομιτάτου δολοφονηθέντων Ορθοδόξων εν Μακεδονία και Θράκη κατά τα τελευταία 5 έτη" που εκδόθηκε από το Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη το 1904.


ΕΠΙΣΤΟΛΗ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


Περί του εν τω χωρίω Γραδομπορίου θηριώδους φόνου του ορθοδόξου προκρίτου Τράικου Στεργίου και των δύο υιών αυτού.


Παναγιώτατε δέσποτα,


Υπό το κράτος των οδυνηροτέρων εντυπώσεων και ψυχικής συγκινήσεως απεριγράπτου περί δείλην της χθες  επανελθών εκ του χωρίου Γραδομπορίου, δίωρον απέχοντος της Θεσσαλονίκης, έσπευσα να διαβιβάσω τη Υμετέρα Θειοτάτη Παναγιότητι το εξής τηλεγράφημα: «Επανέρχομαι από χωρίον Γραδομπόρι, όπου χθες, ώραν τρίτην νυκτός, βούλγαροι λησταντάρται εισελθόντες επυρπόλησαν οικίαν ορθοδόξου προκρίτου Τράικου Στεργίου, κατακρεουργήσαντες αυτόν, δύο υιούς και πληγώσαντες επικινδύνως σύζυγον. Γενική εντύπωσις  οδυνηροτάτη, λεπτομερείας ταχυδρομικώς». Μήπω συνελθών εκ των εντυπώσεων εκείνων και της συγκινήσεως, επείγομαι να μεταδώσω τη Μητρί Εκκλησία τα καθέκαστα του στυγερού κακουργήματος, του εις τα πρόθυρα, ούτως ειπείν, της Θεσσαλονίκης υπό των ανθρωπόμορφων τεράτων του απαίσιου βουλγαρικού κομιτάτου διαπραχθέντος.


Την νύκτα της προχθές  κυριακής προς την δευτέραν, περί ώραν 3ην τουρκιστί βούλγαροι λησταντάρται υπέρ τους πεντήκοντα, αφού προηγουμένως παρωχέτευσαν το ύδωρ, δι’ ου το χωρίον υδρεύεται, και αφού μετ’ επιμελείας κατέλαβον άπαντα τα πέριξ αυτού σημεία, όπως μηδείς των κατοίκων δυνηθή να εξέλθει, επρονόησαν εν πρώτοις να αποκλείσωσι και περικλείσωσιν εντός του φυλακείου των τους φρουρούντας το χωρίον τρεις και μόνον χωροφύλακας στρατιώτας, τοποθετήσαντες κατέναντι αυτών ένοπλον κουστωδίαν, μεθ΄ο ομάς κακούργων διηυθύνθη εις την οικίαν του εκ των προκρίτων του χωρίου και θερμού πρωτοστάτου των ορθοδόξων αυτού Τράικου Γιόφκου, ενώ ταυτοχρόνως ετέρα ομάς κατευθύνεται εις την οικίαν του στερρώς επίσης της πατρώας θρησκείας και εκκλησίας εχομένου προκρίτου Τράικου Στεργίου (Τσιφούτη επωνυμουμένου). Και εκείνη μεν απέτυχεν ευτυχώς του μελετωμένου κακούργου σκοπού, χάρις εις τους αγρίους κύνας και εις την γενναιότητα του οικοδεσπότου και των δύο αυτού υιών, ότε εν τη αποτυχία των οι κακούργοι διενοήθησαν και επεχείρησαν να πυρπολήσωσι τον παρακείμενον τη οικία αχυρώνα, όπως ούτω μεταδιδομένου του πυρός και εις αυτήν κατακαύσωσι τους εν αυτή ζώντας αλλά και εν τούτω απέτυχον, δια του θάρρους και της ευψυχίας μεθ΄ης η θεία πρόνοια ώπλισε τον έτερο των υιών, όστις αψηφών τας βολάς των δολοφόνων ανήλθεν επί της στέγης του καιομένου αχυρώνος και κατώρθωσε να εμποδίση την μετάδοσιν του πυρός εις την οικίαν.


Αλλά δυστυχώς δια τον συνώνυμον αυτώ και συναγωνιστήν υπέρ της Ορθοδοξίας Τράικον Στεργίου η ειμαρμένη εδείχθη ανηλεής και αδυσώπητος.


Οι απαίσιοι δολοφόνοι συνωδεύοντο υπό γνωστού τη ειρημένη οικογενεία γείτονος Δημητρίου καλουμένου, όστις κρούσας την έσω θύραν της οικίας εζήτησε ν’ ανοίξωσιν αυτήν, προφασιζόμενος ότι έχει απόλυτον ανάγκη να ομιλήση προς τον οικοδεσπότην. Η σύζυγος του νεωτέρου των υιών του εννοήσασα την φωνήν του γείτονος ηρνήθη κατ΄αρχάς να ανοίξη την θύραν, διατεινομένη ότι πάντες κοιμούνται, ενδούσα όμως επί τέλους εις τας επανειλημμένας και επιμόνους αυτού αιτήσεις ήνοιξεν αυτήν, μη υποπτευομένη ποσώς η τάλαινα μηδέ φανταζομένη ότι ήγοιγε συγχρόνως τον τάφον όλης της οικογενείας. Πάραυτα τέσσαρες των αιμοχαρών δολοφόνων εισήλθον εντός της οικίας και συλλαβόντες κατά πρώτον τον υπέρ τα εξήκοντα έτη φέροντα πατέρα έδεσαν αυτού σφιγκτά τα χείρας όπισθεν. Είτα δε επιτεθέντες κατά του δευτεροτόκου υιού του Αναστασίου, νέου το 24 μόλις άγοντος το έτος της ηλικίας, υπέβαλλον αυτόν υπό τα όμματα του γέροντος πατρός εις βασανιστήρια πρωτάκουστα εν τη παγκοσμίω ιστορία των εγκληματικών πράξεων βασανιστήρια, άτινα και αυτά ίσως τα αιμοβόρα θηρία αποτροπιάζονται. Εξέδειραν τον περί τον τράχηλον δέρμα, απέκοψαν τα χείλη, την ρίνα, τα ώτα και τα αιδοία αυτού και αφού εξώρυξαν τους οφθαλμούς τοσαύτα επί του σώματος αυτού κατήνεγκον δι’ εγχειριδίων τραύματα, ώστε κατέστη τούτο εξ αυτών διάτρητον και παντελώς παραμεμορφωμένον. Ούτε αι γοεραί φωναί και οι σπαραγμοί του δυστυχούς νεανίου αλλ’ ούτε αι ικεσίαι και οι ολολυγμοί συζύγου και μητρός ίσχυσαν να μαλάξωσι την θηριώδη καρδίαν των κακούργων και αποτρέψωσι την χείρα αυτών αυτών των τοιούτων φρικτών βασανιστηρίων. Τουναντίον οι δολοφόνοι επέτεινον ταύτα, όπως τραγικώτερον καταστήσωσι μετ’ ολίγον τον θάνατον του πατρός επί τη θέα αυτών, καθ’ ου ημιθανούς σχεδόν εκ της φρίκης όντος βάλλουσιν ήδη την μιαιφόνον χείρα αποκόψαντες την ρίνα, τα ώτα και τα αιδοία αυτού και δι’ απείρων θανατηφόρων τραυμάτων τον προητοιμασμένον αυτώ φρικτόν θάνατον επενεγκόντες.


Τούτων εν τω κατωτέρω ορόφω της οικίας διαπραττομένων, ο εν τω δευτέρω κοιμώμενος πρεσβύτερος υιός Στέργιος, εικοσιεπταετετής την ηλικίαν, τας οιμωγάς και γόοους των κατακρεουργημένων ακούσας, ηγέρθη παραχρήμα και ηθέλησε να κατέλθει την κλίμακα ωσεί φρενήρης γενόμενος αλλά η καταλαβούσα αυτόν σύγχυσις και παραζάλη, το επικρατούν πυκνόν σκότος ώστε μη διακρίνειν την θύραν και αι προτροπαί και παρακλήσεις της συζύγου του, εννοησάσης τον επαπειλούντα αυτόν όλεθρον, συνεκράτησαν αυτόν εν τω δωματίω αναμένοντα μαθείν αργότερον τα συμβάντα. Πλην ηγνόει ο δυστυχής ότι το αυτό και τούτω η ειμαρμένη επεφύλασσε μοιραίον τέλος διότι οι κακούργοι αντιληφθέντες του ύπερθεν αυτών προξενηθέντος θορύβου και των φωνών και κατανοήσαντες ότι το τρίτον θύμα αυτών εκρύπτετο εκεί, ανήλθον μετά σπουδής την κλίμακα και εκβιάσαντες την θύραν συνέλαβον αυτόν και κατεβίβασαν εις τον κάτω όροφον, ένθα κατακρεουργημένα έκειντο τα πτώματα του πατρός και αδελφού, ρίψαντες αυτόν επί του κοιμωμένου βρέφους αυτού. Η εξηκοντούτις μήτηρ εν τη απογνώσει και απελπισία αυτής εξαφθείσα ώρμησεν εν τω μέσω των δολοφόνων, αλλά τα κατενεχθέντα κατ’ αυτής τραύματα έρριψαν αυτήν χαμαί ημιθανή, μεθ’ ο οι θεοστυγείς δολοφόνοι ήρξαντο του απαισίου αυτών έργου, εφαρμόσαντες και κατά τούτου οία και κατά του αδελφού του φρικώδη βασανιστήρια, υφ’ α τον μαρτυρικόν και ούτος υπέστη θάνατον.


Ούτω δε περάναντες το προμεμελετημένον στυγερόν κακούργημα εις μεν τας νεαράς συζύγους επιτάσσουσι ν’ απέλθωσι παρά τοις γονεύσιν αυτών προς αναζήτησιν νέας τύχης, προσειπόντες αυτές ότι εις τούτους τοιαύτη ήρμοζε τιμωρία, εις δε την οικίαν προς συμπλήρωσιν της καταστροφής θέτουσι πυρ και απέρχονται αυτής προς τους αναμένοντας αυτούς ομοτίμους συντρόφους.


Το πυρ μετεδόθη εντός ολίγου εις όλην την οικίαν και αι φλόγες ήδη εξέρχονται της στέγης αυτής αλλ’ ουδείς τολμά να εξέλθη της οικίας αυτού, καθόσον από της εισόδου των ληστανταρτών εν τω χωρίω πυκνοί και συνεχείς πυροβολισμοί ενέσπειραν τον πανικόν εις τους χωρικούς και κρατούσιν αυτούς εντός των οικιών. Τολμηρότερος και γενναιότερος πάντων αναδείκνυται γέρων τις, όστις με προφανή κίνδυνον της ζωής του εισέρχεται εντός της καιομένης οικίας και κατορθώνει να σύρει εις την αυλήν την ημιθανή γραία και τα πτώματα μόνον του πατρός και του πρεσβυτέρου υιού, του πτώματος του νεωτέρου εναπολειφθέντος εντός των φλογών.


Περί την ογδόην ώραν τουρκιστί, αποχωρησάντων των ληστανταρτών, οι τολμηρότεροι των κατοίκων ορθοδόξων εξέρχονται και κατορθούσι να περιορίσωσι το πυρ. Μετ’ ου πολύ δε μεταδίδεται η είδησις της εν τω χωρίω επελεύσεως των ληστανταρτών και του διαπραχθέντος κακουργήματος τω Νομάρχη, διαταγή του οποίου απέρχεται εσπευσμένως επί τόπου μεθ’ ικανού αριθμού χωροφυλάκων ο αρχηγός της χωροφυλακής προς καταδίωξιν των κακούργων, μετ’ αυτόν δε και ο μερκέζ – καιμακάμης προς εξακρίβωσιν των συμβάντων και ενέργειαν των προσηκουσών συλλήψεων και ανακρίσεων.


Την δε πρωίαν πληροφορηθείς περί των διαδραματισθέντων, ουχί βεβαίως ως ταύτα συνέβησαν, αναχωρώ αυθωρεί δια το ειρημένον χωρίον, συμπαραλαβών δύο των ανθρώπων μου και ένα ιερέα, τούτο μεν προς εξακρίβωσιν των κακουργημάτων εξ ιδίας αντιλήψεως, τούτο δε προς παρηγορίαν των παθόντων και ενθάρρυνσιν των λοιπών ορθοδόξων.


Η εν τω χωρίω απροσδόκητος παρουσία μου συνεκίνησεν επί μάλλον τους ορθοδόξους κατοίκους, οίτινες με οφθαλμούς πεπληρωμένους δακρύων, με καρδίαν υπό αρρήτου οδύνης συνεχομένην, ησπάζοντο την χείραν μου, διεκτραγωδούντες την απέλπιδα θέση αυτών και εξαιτούμενοι έλεος και προστασίαν.


Εννοείται ότι δεν έλειψα τους προσήκοντας επί τη δεινή ταύτη περιστάσει παρηγόρους και ενθαρρυντικούς λόγους να προσείπω αυτοίς, όπως εγκαρτερήσωσι και μη μικροψυχήσωσι προ του φοβερού και σπαραξικαρδίου δυστυχήματος. Αλλά τους αυτούς λόγους δεν ηδυνήθην να επαναλάβω ότε μετ’ ολίγον μετέβην ίνα ίδω τα θύματα των απαισίων δολοφόνων. Η αποκαλύψις αυτών εν υπαίθρω κατακειμένων, απεκάλυψε προ των ομμάτων μου φρικαλέον, αποτρόπαιον θέαμα. Η δια γραφίδος επί του χάρτου πιστή αναπαράστασις αυτού καθίσταται πάντη αδύνατος. Επί τη θέα των πτωμάτων η γλώσσα μου δεσμεύεται, η διάνοιά μου σκοτίζεται, ακουσίως οπισθοδρομώ, ρίγος διατρέχει όλα τα μέλη του σώματός μου, τα γόνατά μου αισθάνομαι τρέμοντα και καμπτόμενα, την δε καρδίαν μου δεινώς πάλλουσαν και έξω του στήθους εκθρώσκουσαν. Είναι αδύνατον να φαντασθή τις ότι ανθρωπίνη καρδία δύναται να αποτολμήση τοιαύτην εγκληματικήν πράξιν.


Και όμως εις τα στέρνα των μιαιφόνων οπαδών του βουλγαρικού κομιτάτου εγκλείεται καρδία και της των θηρίων θηριωδεστέρα.


Υπό συγκινήσεως απεριγράπτου, αλλά και αγανακτήσεως εν ταυτώ κατεχόμενος, αποστρέφω τα βλέμματά μου από των θυμάτων προς την εγγύς κατακειμένην αναίσθητον σχεδόν εκ των τραυμάτων γραίαν, περί ης η δέουσα λαμβάνεται μέριμνα, όπως μετενεχθή εις Θεσσαλονίκην και ης η θέσις παρίσταται απελπιστική. Υπολείπεται ήδη η ανεύρεσις του πτώματος του τρίτου θύματος, όπερ τέλος κατόπιν πολλών κόπων ανακαλύπτεται υπό τα φλέγοντα εισέτι ερείπια και μεταφέρεται απηνθρακωμένον πλησίον των άλλων. Η θέα αυτού έτι φρικαλεωτέραν εμποιεί αίσθησιν και ακατάσχετα φέρει τα δάκρυα υπό των οφθαλμών πάντων.


Γάλλος δημοσιογράφος ελθών προς θέαν των θυμάτων εδάκρυε διαρκώς και έλεγεν ότι το προκείμενον κακούργημα είναι πρωτάκουστον εις τα χρονικά των ποινικών δικαστηρίων όλου του κόσμου. Παραμείνας επί δύο εισέτι ώρας εν τω χωρίω και διατάξας τους ιερείς ίνα προβώσιν εις την κηδείαν των θυμάτων μεθ’ όλης της απαιτούμενης εκκλησιαστικής τάξεως επανέκαμψα περί την δείλην εις Θεσσαλονίκην. Αφικόμενος δε εις την μητρόπολιν διηυθύνθην αμέσως εις το διοικητήριον παρά τω Νομάρχη προς ον δια των ζοφερωτέρων χρωμάτων εκθέσας τα διαδραματισθέντα εντόνους εποιησάμην παραστάσεις και παρεκάλεσα την εξοχότητά του, όπως προνοήσει δραστηρίως περί της συλλήψεως και παραδειγματικής τιμωρίας των ενόχων και των συνεργών αυτών, ων πιθανότατα πολλοί εισίν εκ του ιδίου χωρίου, και ως και περί της εξασφαλίσεως των χριστιανών από νέας εν τω μέλλοντι επιδρομής των κακούργων δια της παραμονής εν τω χωρίω ικανής στρατιωτικής φρουράς μη παραλείψας επί τη αφορμή ταύτη ίνα την αυτήν ποιήσωμαι αυτώ σύστασιν και περί άλλων χωρίων, ένθα προς τοις ορθοδόξοις υπάρχουσι και σχισματικοί.


Η εξοχότης του πάνυ ευμενώς τας παρακλήσεις και συστάσεις μου αποδεξάμενος, και την εγκάρδιον αυτού λύπην επί τοις διαδραματισθείσιν εκδηλώσας υπεσχέθη και διεβιβαιώσατό μοι ότι περί όλων τούτων καθηκόντως θέλει προνοήση, τας προσηκούσας δίδων τοις αρμοδίοις διαταγάς.


Κατά την επάνοδόν μου εκ του χωρίου συνήντησα καθ’ οδόν μεταβαίνοντας εκείσε τους υποπροξένους της Ρωσσίας, Αυστρίας και Γερμανίας μετά των διερμηνέων των οικείων προξενείων, τον ανταποκριτήν του «Χρόνου» του Λονδίνου κ. Δόνασον μετά του διερμηνέως του αγγλικού προξενείου και άλλους ξένους ανταποκριτάς εφημερίδων και δημοσιογράφους.


Ο δε της Ελλάδος πρόξενος κ. Λ. Κορομηλάς από πρωίας είχε μεταβή επί τόπου και παρέμεινεν εν τω χωρίω μέχρι της αναχωρήσεώς μου εκείθεν.


Αι εκ του στυγερού τούτου κακουργήματος εντυπώσεις υπήρξαν παρά πάσιν ανεξαιρέτως οδυνηρόταται και δυσμενέσταται δια τους βουλγάρους, ιδία δε παρά τοις ξένοις, οίτινες είτε εξ εσφαλμένης αντιλήψεως και κρίσεως είτε εξ άλλων λόγων και ελατηρίων κινούμενοι αλλοίαν περί των κακουργιών του βουλγαρικού κομιτάτου είχον γνώμην και αλλοία συνεπώς έγραφον και εδημοσίευον, αποδίδοντες εκάστοτε εις ταύτας τον χαρακτήρα των κοινών εγκλημάτων.


Ταύτα εν ατελεί περιγραφή μεταδίδων τη Μητρί Εκκλησία και τας ευχάς και ευλογίας της Υμετέρας θειοτάτης Παναγιότητος επικαλούμενος, διατελώ


Εν Θεσσαλονίκη τη 17 Αυγούστου 1904.


Της Υμετέρας Θειοτάτης και προσκυνητής μοι Παναγιότητος ταπεινότατος θεράπων


Ο Θεσσαλονίκης ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ Ο ΗΡΩΑΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΟΥ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ

«Τέτοιοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων!» (Βασιλιάς Κωνσταντίνος ΙΒ')



Ο Ιωάννης Βελισσαρίου (Πλοέστι Ρουμανίας, 26 Νοεμβρίου 1861 - Κρέσνα, 12 Ιουλίου 1913) ήταν αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων.


Διακρίθηκε ιδιαίτερα στη Μάχη του Μπιζανίου, όπου η ελληνική νίκη οφείλεται στην αποφασιστικότητά του, η οποία εξανάγκασε τον Οθωμανικό Στρατό να παραδοθεί άνευ όρων. Ο Βελισσαρίου αναδείχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της στρατιωτικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας. Σκοτώθηκε στη Μάχη της Κρέσνας τις τελευταίες ημέρες του Β' Βαλκανικού Πολέμου. 


Bρισκόμαστε στην εξιστόρηση των τελευταίων φάσεων του αγώνα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, 19-21 Φεβρουαρίου 1913. Σύμφωνα με το σχέδιο των επιχειρήσεων, η κύρια ενέργεια θα εκδηλωνόταν από τα δυτικά, με σκοπό την υπερκέραση του Μπιζανίου, ενώ ταυτόχρονα από το κέντρο και τα ανατολικά θα εκδηλωνόταν παραπλανητική επίθεση. Το σχέδιο εκτελέστηκε άψογα και στις 20 Φεβρουαρίου το Μπιζάνι είχε περικυκλωθεί. Ο αντικειμενικός σκοπός των επιχειρήσεων στα δυτικά ήταν η κατάληψη της περιοχής μέχρι τη Ραψίστα (Πεδινή) και η παύση του πυρός το μεσημέρι της 20ής Φεβρουαρίου. Η διαταγή που στάλθηκε προς τον Βελισσαρίου να εγκαταστήσει προφυλακές μέχρι εκεί (Ραψίστα) ευτυχώς δεν έφθασε ποτέ, γιατί η Διοίκηση της Φάλαγγας δεν μπορούσε να φανταστεί την ταχύτητα προέλασης του Βελισσαρίου. Τις απογευματινές ώρες ο Βελισαρίου, διαπιστώνοντας ότι οι τουρκικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να αντισταθούν, και ευρισκόμενος σε απόσταση αναπνοής από τα Γιάννενα, αποφάσισε να αψηφήσει τις διαταγές και να προελάσει, έτσι ώστε να αποκόψει την επικοινωνία Ιωαννίνων-Μπιζανίου. Με αφάνταστο ηρωισμό και άκρατο ενθουσιασμό, παρά το αντίξοο των συνθηκών, καθώς οι συνεχείς βροχοπτώσεις είχαν μετατρέψει το έδαφος σε βούρκο, οι άντρες του Βελισσαρίου, συνεπικουρούμενοι από το τάγμα Ιατρίδη, πέρασαν ανάμεσα από τρία τουρκικά οχυρά και κατέλαβαν το χωριό Άγιος Ιωάννης (Ανατολή). Τα δύο τάγματα εγκατέστησαν αμέσως προφυλακές και έκοψαν τα τηλεφωνικά και τηλεγραφικά καλώδια, διακόπτοντας την επικοινωνία των Ιωαννίνων με το Μπιζάνι. Την υπόλοιπη νύχτα οι άνδρες των δύο ταγμάτων αιχμαλώτισαν 37 αξιωματικούς και 935 (!) οπλίτες του τουρκικού στρατού που υποχωρούσαν, χωρίς να γνωρίζουν τη διείσδυση των Ευζώνων του Βελισσαρίου και του Ιατρίδη. Η είδηση της εισόδου των ελληνικών στρατευμάτων στον κάμπο των Ιωαννίνων έφθασε γρήγορα στο τουρκικό στρατηγείο. Η παράτολμη ενέργεια των Βελισσαρίου και Ιατρίδη έκανε τους Τούρκους να πιστέψουν πως έξω από τα Ιωάννινα είχε συγκεντρωθεί μεγάλη ελληνική δύναμη και άρα κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. «Ο κύβος για την πτώση των Ιωαννίνων είχε πλέον ριφθεί…»


Στις 11 το βράδυ, αντιπροσωπεία από τον επίσκοπο Δωδώνης και τους Τούρκους υπολοχαγό Ρεούφ και ανθυπολοχαγό Ταλαάτ, πήγε στο στρατόπεδο του 9ου Τάγματος Ευζώνων, μεταφέροντας επιστολή των ευρωπαίων προξένων και του διοικητή των Ιωαννίνων Εσάτ πασά, για παράδοση της πόλης.

Ο ίδιος ο Βελισσαρίου είχε τη χαρά και την τιμή να οδηγήσει την αντιπροσωπεία στο χάνι Εμίν Αγά, όπου ήταν η έδρα του ελληνικού στρατηγείου και στον διάδοχο Κωνσταντίνο. Ο διάδοχος, βλέποντας την επιτροπή των Τούρκων και το ύφος τους, κατάλαβε τι είχε συμβεί. Τα Γιάννενα είχαν πέσει από την ηρωική και παράτολμη ενέργεια του Βελισσαρίου. «Βελισσαρίου, είσαι άξιος ραπίσματος, που παρήκουσες τις εντολές της Διοίκησης, αλλά και φιλήματος. Εγώ αρκούμαι εις το φίλημα», του είπε και τον ασπάστηκε συγκινημένος. Η τύχη, ως γνωστόν, βοηθά τους τολμηρούς και στην προκειμένη περίπτωση δόξασε τον Βελισσαρίου και τον έκανε πρωταθλητή της απελευθέρωσης  των Ιωαννίνων!


Μερικούς μήνες αργότερα, λίγο πριν από τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, ο Βελισσαρίου θα συναντήσει τον αιχμάλωτο τούρκο φρούραρχο των Ιωαννίνων Βεχήπ μπέη σε μία έπαυλη στην Κηφισιά. «Μου έκαμε μεγάλη εντύπωση η γενναιότητά σας», είπε ο τούρκος στρατηγός σε άψογα ελληνικά. «Θα μπορούσατε όμως να είχατε φονευθεί ή και αιχμαλωτιστεί με το παράτολμο εκείνο εγχείρημά σας, να εισχωρήσετε πίσω από τις γραμμές του τουρκικού στρατού». Και η απάντηση του Βελισαρίου: «Να φονευθώ ναι, αλλά να αιχμαλωτισθώ όχι, αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ».


Η μοίρα βέβαια, που φαίνεται ότι οδηγούσε τα βήματα του Βελισσαρίου, «συναίνεσε» ώστε και το τέλος του να είναι αντάξιο όλων των πράξεων της ζωής του: να πεθάνει δηλαδή όρθιος στο πεδίο της μάχης. Μετά το Μπιζάνι, ακολουθώντας τα ιδανικά και τις αξίες που τον γαλούχησαν, βρέθηκε στο μέτωπο της Μακεδονίας, εναντίον αυτή τη φορά των βουλγαρικών στρατευμάτων. Οι νίκες στα υψώματα Κιλκίς-Λαχανά, στο Μπέλες, στη Τζουμαγιά, εγγράφονται στις ηρωικές προσπάθειες του πάντοτε «στρατιώτη» και στην υπηρεσία της πατρίδας Βελισσαρίου. Έτσι λοιπόν, στη νέα αυτή φάση των αγώνων του έθνους, μαχόμενος αδιάκοπα από τις 19 Ιουνίου μέχρι τις 12 Ιουλίου, βρίσκεται πριν από τα στενά της Κρέσνας. Κατά τη διάρκεια της μάχης για την κατάληψη του υψώματος 1378, στο οποίο είχαν εγκατασταθεί αμυντικά οι βουλγαρικές δυνάμεις, ο Βελισσαρίου και οι άνδρες του αντιμετώπισαν ισχυρή αντίσταση, ενώ οι απώλειες των ελληνικών δυνάμεων ήταν μεγάλες. Στην πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης (και αφού προηγουμένως είχε πολεμήσει με πέτρες και βράχους τους Βουλγάρους, λόγω έλλειψης πυρομαχικών) ο Βελισσαρίου σηκώθηκε όρθιος και κραδαίνοντας το περίστροφό του φώναξε, ώστε να ακουστεί από όλους: «Όποιος θέλει την νίκη ή αλλιώς τον θάνατο ας με ακολουθήσει». Πρώτος ο ταγματάρχης άρχισε να τρέχει προς τον εχθρό. Πίσω του, συνεπαρμένοι από τον ηρωισμό του διοικητή τους, όρμησαν οι Εύζωνοί του. Το καταιγιστικό πυρ των εχθρικών πολυβόλων προκάλεσε μεγάλες απώλειες στο τάγμα, το οποίο όμως συνέχιζε να πολεμά. Κάποια στιγμή ο ταγματάρχης Βελισσαρίου τραυματισμένος έπεσε στο έδαφος. 

Εκεί τον βρήκε το τέλος στις 12 Ιουλίου 1913, όρθιο στο «ύψωμα 1378» με το περίστροφο στο χέρι. Μια βολίδα τρύπησε τον πνεύμονά του αφήνοντάς τον ημιθανή. Το τέλος του ηρωικού ταγματάρχη ήρθε μερικές ώρες αργότερα. Πριν «φύγει» είχε το θάρρος και τη δύναμη να ρωτήσει: «Πώς πάνε τα παιδιά πάνω;» Μείνετε ήσυχος», απαντά ο γιατρός, «θα σας εκδικηθούν εκείνοι». «Ω, το πιστεύω θα νικήσετε, θα φθάσετε στη Σόφια. Τι κρίμα να μην είμαι και εγώ κοντά σας όπως και στα Γιάννενα!». Ξεψύχησε με τις λέξεις: «Και όπως είπαμε παιδιά μου. Στη Σόφια, στην Πόλη!» Την επομένη θάφτηκε  δίπλα από τον τάφο του Γεωργίου Κολοκοτρώνη, εγγονού του Γέρου του Μοριά, που είχε πέσει κι αυτός ηρωικά μια μέρα νωρίτερα.


Τα λόγια του Βασιλιά Κωνσταντίνου, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του ηρωικού ταγματάρχη, αποτέλεσαν δάφνινο στεφάνι στο μέτωπο του Βελισσαρίου: «Τέτοιοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων!».

Ο Κωνσταντίνος και οι στρατιώτες.

 Ο Στρατηλάτης Κωνσταντίνος ήταν εξαιρετικά προσηνής προς τους στρατιώτες, αλλά σκληρός προς τους αξιωματικούς που έκαναν κατάχρηση του αξιώματός τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση μιας σχεδόν 10ωρης πορείας στρατιωτικών μας μονάδων, που τις συνόδευε ο Στρατηλάτης και που είχαν «κορακιάσει» από την δίψα, χωρίς να συναντήσουν έστω και μια πηγή για να ξεδιψάσουν. Τα μεσάνυχτα βρέθηκε μια βρυσούλα στην πλαγιά του βουνού, που ωστόσο έσταζε ελάχιστα, με συνέπεια να δημιουργηθεί τεράστια ουρά. Ο Κωνσταντίνος σήκωσε τον γιακά του μανδύα του και πλησίασε στο σκοτάδι την πηγή, για να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν ομαλά. Και έγινε έξω φρενών, όταν άκουσε έναν επιλοχία φορτωμένο παγούρια να φωνάζει άγρια στους στρατιώτες:

«Τραβηχτείτε από εκεί, ρε γαϊδούρια!».



Ολοι παραμέρισαν αλλά ένας πανύψηλος εύζωνας ρώτησε:

«Γιατί, κυρ-επιλοχία; Ιδώ έχουμι σειρά, δεν το βλέπ΄ς;».«Ισα ρε, κάνε στην μπάντα. Τα παγούρια είναι του λοχαγού. Ποιος σας λογαριάζει εσάς;».«Εγώ!» ακούστηκε σαν κεραυνός μια βροντερή και οργισμένη φωνή. Ηταν ο Στρατηλάτης που πλησίασε, άδραξε τον επιλοχία από τους ώμους και τον ταρακούνησε!

«Όπως άκουσες επιλοχία! Μπορεί άλλοι να μην λογαριάζουν τους στρατιώτες μου, αλλά τους λογαριάζω εγώ! Ποιος είναι ο λοχαγός σου; Τσακίσου να του πεις να έρθει γρήγορα εδώ!».

Ο επιλοχίας χαιρέτισε και έφυγε τρέχοντας, ενώ οι στρατιώτες κοίταζαν τον Κωνσταντίνο με ανοικτό το στόμα! Ο Στρατηλάτης τους χαμογέλασε:

«Γεμίστε τα παγούρια σας με την σειρά. Δεν θα σας ενοχλήσει κανένας άλλος».

Μερικές στιγμές αργότερα έστεκε κλαρίνο μπροστά του ο λοχαγός.

«Θα ήθελα να μάθω, αν εσύ έστειλες τον επιλοχία για νερό», ρώτησε αυστηρά ο Στρατηλάτης.

«Μάλιστα, Μεγαλειότατε». Αλλά δεν ήξερα ότι…».

«Και πόσα παγούρια έχεις, κύριε λοχαγέ;».

Ο άλλος κόμπιασε, ξεροκατάπιες, αλλά όφειλε να απαντήσει:

«Εντεκα, Μεγαλειότατε».

Ο Κωνσταντίνος κόντεψε να εκραγεί!

«Εντεκα παγούρια και έχεις το θράσος να το λες; Ξέρεις πόσα έχουν οι στρατιώτες;».

«Ενα…»

«Και εγώ που είμαι Βασιλιάς πόσα έχω, ξέρεις;».

Ο άλλος έσκυψε το κεφάλι χωρίς να απαντήσει.

«Με την δική σου λογική, αφού εσύ ο λοχαγός έχεις έντεκα, εγώ θα πρέπει να έχω εκατόν έντεκα, έτσι; Ε, λοιπόν, δεν έχω ούτε ένα και δεν έχω βάλει ούτε μια γουλιά νερό στο στόμα μου!».

Ο λοχαγός είχε γίνει κουρέλι στην κυριολεξία!

«Λοιπόν», βρυχήθηκε ο Κωνσταντίνος, «σε τιμωρώ με 10 ημέρες φυλάκιση, για να μάθεις πως στον πόλεμο που το νερό είναι λιγοστό, πρώτα πίνουν οι στρατιώτες, μετά οι υπαξιωματικοί, ύστερα οι αξιωματικοί και τελευταίος ο Βασιλιάς. Και στο μέλλον θα έχεις μόνο ένα παγούρι!».

Ωστόσο, την επόμενη ημέρα ο Κωνσταντίνος του χάρισε την ποινή και ο αξιωματικός πήρε το μάθημά του για όλη του την ζωή!

28 Ιουνίου 1913 Απελευθέρωση των Σερρών

Οι Βούλγαροι, μετά την συντριβή τους στη μάχη του Κιλκίς – Λαχανά, είχαν εγκαταλείψει από τις 21 Ιουνίου τις Σέρρες, ενώ η 7η Μεραρχία, υπό τον Υπτγο Ναπολέοντα Σωτήλη, προήλαυνε ήδη για την απελευθέρωση της πόλης. Η απελευθέρωση καθυστέρησε λόγω καταστροφής των γεφυρών του Στρυμόνα που η επισκευή τους κράτησε μέχρι το πρωί της 28ης Ιουνίου. Τότε, η 7η ΜΠ μεραρχία προέλασε ξανά και εισήλθε στις Σέρρες. Η εικόνα ήταν τρομερή. Οι Βούλγαροι, πριν την αναχώρησή τους είχαν κάψει το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Κυρίως τη μεγάλη Ελληνική συνοικία και την Ελληνική αγορά.



Ο Μέραρχος εξέδωσε αμέσως προκήρυξη, εξαγγέλοντας ότι «απελευθερώνει και καταλαμβάνει τας Σέρρας και προσκαλεί τους κατοίκους ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσης και θρησκεύματος, να επανέλθουν εις τας ειρηνικάς των ασχολίας» και έστειλε τηλεγράφημα στο ΓΣ, ζητώντας επειγόντως βοήθεια:

«Η πόλις των Σερρών εκάη ολόκληρος εξαιρέσει τουρκικής και εβραϊκής συνοικίας. Αγορά εκάη επίσης. Πλήθος γυναικοπαίδων ευρέθησαν φονευμένα ή απηνθρακωμένα εντός οικιών. Πόλις στερείται εντελώς άρτου. Απόλυτος ανάγκη ληθώσι μέτρα συντόμως προς διατροφήν πληθυσμού.

Αστεγοι υπερβαίνουσι 20 χιλιάδας. Λεπτομερείας τηλεγραφήσω προσεχώς.»


Στην εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» της 29/6/1913 διαβάζουμε την είδηση:

«Σώμα προσκόπων υπό τον Ταγματάρχην κ. Μαζαράκην κατέλαβε τας Σέρρας κηρύξαν τον στρατιωτικόν νόμον. Ο Βουλγαρικός Στρατός αποχωρήσας εκ Σερρών εν πανικώ εγκατέλιπε τα πάντα μη προφθάσας να φονεύση άπαντας τους προκρίτους. Εκ των 70 προκηρυχθέντων ο Διευθυντής της Τραπέζης Ανατολής Σταμούλης, ο ιατρός Χρυσάφης και 20 άλλοι εσφάγησαν κατόπιν φρικωδών βασανιστηρίων. Ο Επίσκοπος Πολυανής και 30 πρόκριτοι Δοϊράνης, ους είχε παραλάβει ο Βουλγαρικός Στρατός ως ομήρους, δεν έφθασαν εις Σέρρας. Φαίνεται ότι εξηφανίσθησαν καθ΄ οδόν.»


Οι απειλές των Βουλγάρων, ότι θα έκαιγαν την πόλη αν αναγκάζονταν να φύγουν, είχαν πραγματοποιηθεί. Μετά την αποχώρησή τους στις 12 Ιουνίου, στις 25, ένα Βουλγαρικό απόσπασμα προσπάθησε να μπει ξανά στην πόλη, αλλά αποκρούστηκε από σώμα πολιτοφυλάκων. Η αντίσταση κράτησε ως τις 27 Ιουνίου. Τότε, έφτασαν ισχυρές Βουλγαρικές δυνάμεις με 4 πυροβόλα, που κατέλαβαν το ύψωμα δίπλα στην πόλη και το επόμενο πρωί, Παρασκευή 28 Ιουνίου, άρχισαν να την βομβαρδίζουν. Ταυτόχρονα, Κομιτατζήδες με επί κεφαλής Αξιωματικούς του Στρατού, μαζί με τον αρχι-Κομιτατζή Γιάγκωφ και τον Γραμματέα της Νομαρχίας Βούλκωφ, γύριζαν μέσα στην πόλη και έβαζαν φωτιά στα σπίτια με πετρέλαιο, βρίζοντας και φωνάζοντας «ούρα ούρα», ενώ άλλοι λεηλατούσαν σπίτια και μαγαζιά. Από την λεηλασία δεν γλύτωσε ούτε η κατοικία του Αυστριακού Προξένου Ζλάτκου και όσοι είχαν καταφύγει για να προσττευθούν σ’ αυτήν. Ενώ και ο ίδιος ο Ζλάτκος συνελήφθη όμηρος και για να ελευθερωθεί πλήρωσε 40 λίρες. Τα ίδια συνέβησαν και στην κατοικία του Ιταλού Προξένου.


Οι πρώτες οβίδες πέσανε στα κτίρια της Αμερικανικής Εταιρείας Καπνών, παρ’ όλο που είχε υψωθεί Αμερικανική σημαία. Τα αποθηκευμένα καπνά έπιασαν φωτιά και η ζημιά υπολογίστηκε σε πάνω από 1.000.000 δολλάρια. Ωστόσο, αν και οι Βούλγαροι κατέστρεψαν και το Ελληνικό Νοσοκομέιο, την Εβραϊκή Συναγωγή, το Μέγαρο της Μητρόπολης και τόσα άλλα καταστήματα και κτίρια παραδόξως δεν πείραξαν το Διοικητήριο, το Τηλεγραφείο και τους Στρατώνες.


Ιδού πώς περιγράφει ο Αυστριακός Πρόξενος την αποχώρηση των Βουλγάρων, σε τηλεγράφημα που έστειλε στον Πρόξενο της Αυστρίας στη Θεσσαλονίκη:

«Ένα Βουλγαρικό απόσπασμα με τμήματα Ιππικού και Πεζικού κανονιοβόλησε την πόλη των Σερρών το πρωί της Παρασκευής (28 Ιουνίου). Αφού έπεσαν βόμβες σε διάφορα σημεία το Πεζικό μπήκε στην πόλη. Έσφαξαν πολλούς κατοίκους και πυρπόλησαν όλα τα σπίτια και τα καταστήματα της πόλης, η οποία καταστράφηκε εντελώς. Τα θύματα της σφαγής και της πυρκαΐάς είναι πολυάριθμα. 2.000 περίπου ψυχές μένουν χωρίς στέγη, τροφή, ρουχισμό και καταλύματα. Όλα τα αποθέματα καταστράφηκαν. Η πόλη στερείται εντελώς ζωοτροφών. Για τη φοβερή αυτή κατάσταση σας παρακαλώ να λάβετε μέρος στην αποστολή βοήθειας.

Το μεσημέρι της περασμένης Παρασκευής οι Στρατιώτες του τακτικού στρατού χτύπησαν την οικία μου και μας έβγαλαν με τη βία στο δρόμο, εμένα και την οικογένειά μου. Τότε ένας μεγάλος αριθμός προσώπων που προσπαθούσαν να αποφύγουν τη σφαγή και τη φωτιά ήρθαν προς εμένα. Όλα τα παιδιά και οι γυναίκες που με συνόδευαν απειλήθηκαν με θάνατο και μόνον με αντίτιμο μεγάλου ποσού λύτρων απελευθερώθηκαν. Είμαι υγιής, το σπίτι μου ήταν στο έλεος της φωτιάς. Είμαι με την οικογένειά μου άστεγος και άνευ ρουχισμού.»


Τηλεγράφημα που στάλθηκε προς τον πρόεδρο της Βουλής στις 1/7/1913, αναφέρει μεταξύ άλλων:

«Πριν βάλουν φωτιά οι Βούλγαροι λεηλάτησαν τα σπίτια και τα καταστήματα, σπάζοντας τις πόρτες με τσεκούρια. Δεν υπολόγισαν ούτε ξένους υπηκόους που έλπιζαν ότι θα σωθούν υψώνοντας τις εθνικές σημαίες τους. Έτσι παραβιάστηκαν οι οικίες του Θεμιστοκλέους Μιγάτσκου, Διευθυντού της Τραπέζης Αθηνών και Αυστριακού υπηκόου, που κατοικούσε στο σπίτι του επίσης Αυστριακού Δούρου, τα σπίτια των Αμερικανών καπνεμπόρων Χαίκτων και Μουρ, αν και είχαν ανυψώσει την αμερικάνικη σημαία, η οικία του αντιπροσώπου του αγγλικού καπνεμπορικού καταστήματος “Κομέρσιαλ”, το κατάστημα Τίριγγ που ανήκε σε Aυστριακό, οι καπναποθήκες “Αμέρικαν Ταμπάκο” και “Έρζοκ”, η Μακεδονική Εταιρεία Καπνών, η Αγγλική του Μονοπωλίου Καπνών των αδελφών Εσκενάζη Αμερικανών, η οικία του Ιταλού Κιαζημμεμίν και του Ισπανού Χασίζ Σαούρτα. Επίσης κάηκε η Τράπεζα Αθηνών και Ανατολής και το σπίτι του Γερμανού υπηκόου Κ. Μαρούλη.»


Ο εμπρησμός και η λεηλασία κράτησαν μέχρι το απόγευμα της Παρασκευής, οπότε έφθασε το σώμα Προσκόπων του Μαζαράκη που έτρεψε σε φυγή τους Βουλγάρους. Από τους προσκόπους σκοτώθηκαν 7 και τραυματίστηκαν 10. Η εκδικητική μανία των Βουλγάρων δεν άφησε τίποτε όρθιο. Ευτυχώς γλύτωσαν τα γυναικόπαιδα.


Για τις Βουλγαρικές θηριωδείες ο Βασιλιάς τηλεγράφησε στην κυβέρνηση:

«Διαμαρτυρηθήτε κατ΄ εντολήν Μου εις τους αντιπροσώπους των πολιτισμένων Δυνάμεων εναντίον των ανθρωπομόρφων τούτων τεράτων, καθώς και εις τον πεπολιτισμένον κόσμον ολόκληρον και δηλώσατε ότι θα αναγκασθώ μετά λύπης Μου να προβώ εις αντίποινα, όπως εμπνεύσω φόβον και σκέψιν τινά προ της τελέσεως τοιούτων εγκλημάτων. Οι Βούλγαροι επισκιάζουν όλας τας φρικαλεοτήτας των βαρβαρικών επιδρομών του παρελθόντος και αποδεικνύουν ότι δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να συγκαταλέγωνται μεταξύ των πεπολιτισμένων λαών.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β.»


20 μέρες μετά τα τραγικά γεγονότα η εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» δημοσίευσε στο φύλλο της 19ης Ιουλίου μια σειρά ανταπoκρίσεων απεσταλμένου της από τις Σέρρες, που τις χαρακτηρίζει νεκρόπολη!

«Δεν είναι υπερβολή. Οι Σέρρες δεν υπάρχουν πια. Εκεί που πριν λίγο ακόμη στεκόταν υπερήφανη η πιο ωραία, πατριωτική και αρχοντική πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, απλώνονται ερείπια και κυριαρχεί η σκιά δυστυχίας και θανάτου. Και κάτω από την σκιά αυτή, δίπλα στα ερείπια, 15 χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, φύλου και τάξης γελούν και κλαίνε, έχοντας στερηθεί τα πάντα. Γελούν για την απελευθέρωσή τους από τον Βουλγαρικό ζυγό και την εθνική τους αποκατάσταση. Κλαίνε για την ατομικήν τους καταστροφή. 15 περίπου ημέρες έρασαν από την αποφράδα και ευτυχή ημέρα κατά την οποία από τη μία άκρη έβγαιναν οι Βουλγαρικές ορδές αφήνοντας πίσω φλόγες και από την άλλη έμπαινε ο Ελληνικός Στρατός. Και όμως, στα πρόσωπα των Σερραίων διακρίνω ακόμη τις γραμμές του τρόμου και της ημιπαραφροσύνης μαζί με τις γραμμές της χαράς και της ανακούφισης. Οι δυστυχείς έζησαν ώρες μακρές, από εκείνες που συγκλονίζουν βαθιά την ψυχή και αφήνουν βαθύτατα ίχνη.»


Ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο δημοσίευσε η εφημερίδα «Εμπρός» της 5ης Ιουλίου. Αφορά την εκδήλωση που έγινε στο τζαμί Εσκή, που είχε μετατραπεί από τους Βουλγάρους σε εκκλησία. Με την απελευθέρωση της πόλης το τζαμί δόθηκε πάλι στους Μουσουλμάνους από τις Ελληνικές Αρχές.


Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν οι Πρόξενοι της Αυστρίας και της Ιταλίας, οι ξένοι ανταποκριτές Μαγκρίνι και Φέρμαν, ο Δήμαρχος Σερρών Αδήλ Βέης, Έλληνες πρόκριτοι και πολλοί άλλοι.


Ο Φρούραρχος των Σερρών Μαζαράκης, κήρυξε την απελευθέρωση της πόλης με τα παρακάτω λόγια:

«Εν ονόματι της Α.Μ. του Βασιλέως Κωνσταντίνου και του νικηφόρου Στρατού κηρύσσω την απελευθέρωσιν της αγαπητής πόλεως των Σερρών, τόσον σκληρώς δοκιμασθείσης υπό βαρβάρου εχθρού. Η Ελληνική Κυβέρνησις θα απονείμει τοις πάσι δικαιοσύνην, ουδεμίαν διάκρισιν ποιούσα μεταξύ φυλής, θρησκεύματος, εθνικότητος.»


Στις 6 Ιουλίου, με εντολή του Φρουράρχου άρχισε η εκκαθάριση των ερειπίων στο κέντρο της πόλης. Στη διάρκειά της βρέθηκαν πολλά καμμένα πτώματα κατοίκων, που είχαν δολοφονηθεί με ξιφολόγχη. Στη συνοικία Κατινίκια είχαν σφαγεί 28, μεταξύ αυτών και ο Αυστριακός μηχανικός Αλβέρτος Πιρώ.


17 Ιουνίου 1913, η άγνωστη μάχη της Θεσσαλονίκης με τα βουλγαρικά στρατεύματα.

Με την έναρξη των εχθροπραξιών του Β΄Βαλκανικού Πολέμου, ο Ελληνικός Στρατός εκκαθαρίζει την πόλη της Θεσσαλονίκης από τα βουλγαρικά στρατεύματα.




Ύστερα από την αιφνιδιαστική επίθεση των Βουλγάρων της 16ης Ιουνίου, η ΙΙ Μεραρχία επιδίδει στις 16:00 της 17ης τελεσίγραφο μίας ώρας στον Βούλγαρο στρατηγό να εγκαταλείψει την πόλη ζητώντας του να διατάξει τον αφοπλισμό των στρατιωτικών τμημάτων εντός της Θεσσαλονίκης αλλιώς θα αντιμετωπίζονταν εχθρικά. Ο Βούλγαρος στρατηγός ζητά 5 ώρες για να λάβει εντολές από τους ανωτέρους του αλλά οι Έλληνες αρνήθηκαν. Με παρέμβαση του Γάλλου προξένου θα δοθούν άλλες δύο διορίες αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Καθώς το τελεσίγραφο μένει αναπάντητο μέχρι τις 19:00, οι Έλληνες ξεκινούν εκκαθάριση της πόλης από τα Βουλγαρικά στρατεύματα. Συμπλοκές έλαβαν χώρα σε διάφορα μέρη της Θεσσαλονίκης, σημεία ελέγχου και χώρους στρατοπεδίας. Ιδιαίτερη μάχη έγινε στο αρχηγείο της Βουλγαρικής διοίκησης, στο ξενοδοχείο Grand Hotel, που επίσης ήταν και κέντρο οργάνωσης των ατάκτων ενόπλων.

Η επιχείρηση θα λήξει την επομένη το πρωί, 18 Ιουνίου 1913, με την παράδοση των Βουλγάρων. Οι Έλληνες έχουν 64 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι Βούλγαροι 77 και επιπλέον 1.360 αιχμαλωτίζονται.

KOΥΤΣΟΥΜΠΕΙ 1948: "H άγνωστη μάχη με τους Σκοπιανούς"

 Κατά τη διάρκεια του Συμμοριτοπολέμου σημειώθηκε πληθώρα μεθοριακών επεισοδίων μεταξύ του Ελληνικού Στρατού και Αλβανικών, Βουλγαρικών και Γιουγκοσλαβικών δυνάμεων. Ένα από τα σημαντικότερα επεισόδια σημειώθηκε στην περιοχή Κουτσούμπεϊ, στα σύνορα Ελλάδας – Σκοπίων. Το Κουτσούμπεϊ είναι μια από τις κορυφές του όρους Βόρας (Καϊμακτσαλάν) σε υψόμετρο 2399 μέτρων, στα όρια των νομών Πέλλας και Φλώρινας. Συνέβη στις 8 Σεπτεμβρίου 1948, όταν στρατιωτικές μονάδες από την «Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» εισέβαλαν στο Ελληνικό έδαφος για να υποστηρίξουν τα ανταρτικά σώματα που επιδίωκαν την απόσχιση της Μακεδονίας από την Ελλάδα και την δημιουργία του ενιαίου «Μακεδονικού Κράτους».



Στην περιοχή ήταν αναπτυγμένα από Ελληνικής πλευράς το 514 και το 556 Τάγματα Πεζικού. Οι Σκοπιανές δυνάμεις αποτελούντο απο 4 λόχους τυφεκιοφόρων δυνάμεως περίπου 100 ανδρών ο καθένας και λόχος βαρέων όπλων, όλμων και πολυβόλων. Συνολικά η δύναμη του Σκοπιανού Τάγματος έφτανε τους 480 άνδρες.

Χωρίστηκαν σε τρεις φάλαγγες και σταδιακά αναπτύχθηκαν σε σχηματισμό μάχης και συνέχισαν να κινούνται προς το Ελληνικό έδαφος. Στην πυραμίδα 119 βρίσκονταν δύο ομάδες μάχης του 3ου Λόχου του 556ΤΠ, με επικεφαλής αξιωματικό. Ο διμοιρίτης ανθυπολοχαγός Ιωάννης Καπέτης έθεσε αμέσως τους 20 άνδρες του σε συναγερμό και άρχισε να λαμβάνει μέτρα άμυνας. Οι δυνάμεις των Σκοπιανών άνοιξαν άμεσα πυρ και δύο μονάδες εισέβαλαν στο Ελληνικό έδαφος, προσπαθώντας να κυκλώσουν το Ελληνικό τμήμα.

Ο ανθυπολοχαγός Καπέτης, για να μην περικυκλωθεί, διέταξε υποχώρηση προς την κορυφή του Κουτσούμπεϊ. Εκεί η Ελληνική διμοιρία αναπτύχθηκε αμυντικά και απάντησε στα εχθρικά πυρά. Κατά την υποχώρηση, ένας Έλληνας στρατιώτης, ο Βασίλειος Μωισιάδης, έχασε τον προσανατολισμό του, λόγω και της πυκνότατης ομίχλης που κάλυπτε την περιοχή και αιχμαλωτίστηκε από τους εισβολείς.

Οι άλλες δύο εχθρικές φάλαγγες διείσδυσαν σε βάθος 1.500 μ. εντός του Ελληνικού εδάφους κτυπώντας τον Σταθμό Διοίκησης του 3ου Λόχου. Η μάχη εξελίχθηκε σε σώμα με σώμα, με τους Σκοπιανούς να επιτίθενται ορμητικά κατά των Ελληνικών θέσεων και τους Έλληνες να αμύνονται ηρωικά. Μέχρι την 17.15 η μάχη κράτησε με τον μοναχικό λόχο να αμύνεται στις λυσσαλέες επιθέσεις.

Πρόλαβε όμως και αφίχθηκε ο 1ος Λόχος του 556ΤΠ, που με δύο διμοιρίες κατέλαβε τα βραχώδη αντερείσματα ανακόπτοντας την προσπάθεια των Σκοπιανών. Τη στιγμή εκείνη, η ομίχλη διαλύθηκε οπότε στον αγώνα εισήλθε και το Ελληνικό πυροβολικό και οι όλμοι του 556ΤΠ. Εκμεταλλευόμενοι τα πυρά υποστήριξης οι δύο Ελληνικοί λόχοι εκτέλεσαν ορμητική αντεπίθεση.

Με την ιαχή «αέρα» οι δύο Ελληνικοί λόχοι επιτέθηκαν κατά των Σκοπιανών με εφ’όπλου λόγχη, σκορπώντας τον όλεθρο και συλλαμβάνοντας 3 αιχμαλώτους. Οι Σκοπιανοί τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πίσω τους 17 νεκρούς (δύο αξιωματικοί). Οι Ελληνικές απώλειες ήταν ασήμαντες – 5 τραυματίες και ένας αγνοούμενος. Κατά τη μάχη αιχμαλωτίστηκαν οι Αμπτουλάχ Μπούσανιτς (μωαμεθανός Βόσνιος), ο Μίλοραντ Νεσοβάνιτς (Σέρβος) και ο Φράνιο Τόπλεκ (Κροάτης). Οι αιχμάλωτοι, κατόπιν ανακρίσεως, κατέθεσαν ότι ανήκαν στο 1ο Τάγμα της 42ης Ταξιαρχίας της ΙΙ Μεραρχίας με έδρα την βυζαντινή πόλη Μοναστήρι των Σκοπίων, την οποία η συμφωνία των Πρεσπών αναφέρει ότι πλέον θα ονομάζεται «Μπίτολα».

ΠΗΓΗ: history-point.gr & akritasnews.com

9/11 Ιουλίου 1913: Άλωση των στενών της Κρέσνας (Διήγηση του Θωμά - Λοχίας Θωμάς Φαρμάκης, 5ο ΣΠ, 1η Μεραρχία, μυθιστορηματικό πρόσωπο - Απόσπασμα από το βιβλίο "Εμπρός δια της λόγχης - 2ος Βαλκανικός Πόλεμος - Μέρος Β')

Μετά τη φονικότατη μάχη του Λαχανά, η 1η Μεραρχία, με εμπροσθοφυλακή το 5ο Σύνταγμα, κινήθηκε στις 23/6 προς το Σιδηρόκαστρο. Στις 25 Ιουνίου, η μέρα ξεκίνησε με την ανακοίνωση προαγωγών «επ’ ανδραγαθεία». Ανάμεσα στους προαγόμενους ήμουν κι εγώ, που έγινα Λοχίας. Και την ίδια μέρα, η Μεραρχία προέλασε προς το Μπέλες, κάτω από πυκνά πυρά Πυροβολικού. Στις 26 φτάσαμε στο Χατζή Μπεϊλίκ, τη σημερινή Βυρώνεια και στις 26 και 27 Ιουνίου, το Σύνταγμά μας έδωσε μάχες με τους Βουλγάρους κοντά στο χωριό Αετοβούνι. Στις 27, με την ενίσχυση της ΙΙ/2 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού, πήραμε με τη λόγχη τα υψώματα στα ανατολικά του χωριού και τρέψαμε τους Βούλγαρους σε φυγή. Σταθμεύσαμε για λίγο στη Βέτρινα για ξεκούραση, και την επομένη άρχισε η προέλαση της Μεραρχίας προς το Λιβούνοβο, όπου φτάσαμε στις 3 Ιουλίου. Στις 4 Ιουλίου προελάσαμε ως τα υψώματα Σβέτι Βρατς και στις 6 στο Χάνι Μπελίτσας. Στις 7, μαζί με την 2η και την 4η ΜΠ διώξαμε τον εχθρό από το ύψωμα Ροσσελίν. Ήταν η πρώτη φορά μετά τόσες ημέρες που συναντήσαμε ξανά  Βουλγάρους. Αλλά δεν σκόπευαν να πολεμήσουν για πολύ, ήταν οπισθοφυλακές που ήθελαν μόνο να  δώσουν λίγο χρόνο παραπάνω στους δικούς τους, που οργάνωναν την άμυνά τους στα στενά της Κρέσνας. 



Την επομένη, 8 Ιουλίου, η 1η ΜΠ προέλασε ως το χωριό Γενίκιοϊ. Το πήραμε κι αυτό και σταθμεύσαμε για ανασυγκρότηση στα βόρεια του χωριού. Μπροστά μας ήταν η φοβερή Κρέσνα. Η Κρέσνα είναι φαράγγι με εκπληκτική ομορφιά, γεμάτο κέδρα και κωνοφόρα, που από εκεί περνάει ο Στρυμόνας. 


Αυτά, όσον αφορά τη φυσική ομορφιά. Γιατί όσον αφορά τη στρατιωτική σημασία της, είναι ένα φοβερό πέρασμα, μήκους 20 σχεδόν χιλιομέτρων, ανάμεσα στα βουνά Μέλεσι και Όρβηλο, από όπου κατεβαίνει ο Στρυμόνας. Από εκεί περνούσε ο δρόμος από την Ανατολική Μακεδονία προς τη Δυτική Βουλγαρία και τη Τζουμαγιά. Και μετά από εκεί είναι η Σόφια. 


Οι Βούλγαροι, που ήξεραν καλά τη σημασία της Κρέσνας, την είχαν οχυρώσει σε πολλά σημεία και δεν είχαν αφήσει γεφύρι που να μην το ανατινάξουν, στην υποχώρησή τους. Και τα γεφύρια ήταν πολλά, καθώς ο δρόμος άλλοτε ακολουθούσε τη δεξιά και άλλοτε την αριστερή όχθη του ποταμού.  Ο Λόχος του Μηχανικού ήταν συνεχώς σε δουλειά, στήνοντας πρόχειρες γέφυρες και ανοίγοντας δρόμους για να περάσει το Πυροβολικό.


Αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Χωρίς πυροβόλα, μόνο με τη λόγχη, ήταν αδύνατο να προχωρήσουμε. Αρκετές απώλειες είχαμε στο Λαγκαδά, όπου η ταχύτητα μετρούσε διπλά και τριπλά. Εδώ, και να χανόταν μια μέρα, άξιζε τον κόπο. Οι Βούλγαροι είχαν ηττηθεί, δεν υπήρχε λόγος ούτε να τρέχουμε σαν τα κατσίκια ούτε να σπαταλάμε Ελληνικό αίμα . Στις 9 Ιουλίου, το Σύνταγμά μας, το 5ο, διατάχθηκε να εισέλθει στα στενά και να έρθει σε επαφή με τον εχθρό. Ο αμαξιτός δρόμος που διασχίζει τα στενά βαλλόταν συνεχώς από τα πυροβόλα τους. Και σε κάθε στροφή του δρόμου, υπήρχαν θέσεις οχυρωμένες. Το πράγμα έδειχνε δύσκολο. Ο ίδιος ο Μέραρχός μας, ο Μανουσογιαννάκης, πήγε μπροστά με το Επιτελείο για  αναγνώριση. Αυτό που είδε, επιβεβαίωσε αυτό που ήξερε ότι θα έβλεπε. Ότι ήταν αδύνατο να βαδίσουμε «σαν κύριοι», ή σαν ζώα αν προτιμάτε, ίσα καταπάνω στις βουλγαρικές κάννες. Μας διέταξε λοιπόν να πάμε από τα πλάγια, από μονοπάτια κακοτράχαλα αλλά αφύλακτα. 


Ο Μέραρχος διέταξε το Μηχανικό να δουλέψει όσο γίνεται ταχύτερα, με τη βοήθεια και Στρατιωτών από τα άλλα Συντάγματα, για να μπορέσουν να περάσουν τα πυροβόλα. Κάθε Πυροβολαρχία που προχωρούσε, έπαιρνε αμέσως «θέσεις πυροβόλησης» τρέποντας σε φυγή τις εχθρικές προφυλακές. 


Τα πυρά ήταν τόσο πυκνά, που ο εχθρός ήταν πεισμένος ότι τουλάχιστον 2-3 Μεραρχίες μας συμμετείχαν στην επίθεση. Από τους δρόμους που άνοιγε ή επισκεύαζε το Μηχανικό, περνούσαν συνεχώς όλο και περισσότερες Πεδινές Πυροβολαρχίες.

 

Και επειδή όπως είπα ήδη, δεν υπήρχε λόγος να χύσουμε πολύτιμο αίμα, εμείς πήραμε τα μονοπάτια και τις πλαγιές. Μερικοί ντόπιοι οδηγοί, που ήξεραν τα ορεινά περάσματα, φάνηκαν πολύτιμοι και άξιοι της αμοιβής τους, λίγα κιλά κρέας και σιτάρι για τις φαμελιές τους. 

 

Η πορεία ήταν εξαντλητική, αλλά στις 11 Ιουλίου, με ένα θαυμάσιο ελιγμό και ελάχιστες απώλειες, φτάσαμε στην έξοδο των στενών, στο χωριό Κρούπνικ. Οι Βούλγαροι για μία ακόμη φορά υποχώρησαν πανικόβλητοι, με σκοπό να αμυνθούν προς το Σιμιτλή.


Την ίδια μέρα πέρασαν την στενωπό και  τα άλλα σώματα της Μεραρχίας μας. 


Όταν αναφέραμε στο Στρατηγείο, ότι πήραμε τα Στενά της Κρέσνας όχι με σκληρές μάχες αλλά με ελιγμούς πάνω από τα κατσάβραχα, και με ελάχιστες απώλειες, δεν το πίστεψαν. Το θεώρησαν αδιανόητο και διέταξαν να σταλούν Σύνδεσμοι για εξακρίβωση. Αυτό δεν μας ενόχλησε καθόλου, αντίθετα μας γέμισε περηφάνεια. Η Μεραρχία μας, η «σιδηρά 1η Μεραρχία» δεν τρόμαζε μόνο τον εχθρό αλλά κατέπλησσε και το ίδιο μας το Στρατηγείο! 


Κατάκοποι και εξαντλημένοι από τις συνεχείς πορείες και μάχες, καταφέραμε επί τέλους να αναπαυθούμε για λίγο στο Κρούπνικ. Σαν έπεσε η νύχτα, το μόνο που ακουγόταν από τα αντίσκηνα ήταν η συναυλία σε «ροχ μείζονα» του κουρασμένου στρατεύματος. Που πότε πότε, διανθιζόταν και με τα «αλτ» των σκοπών ή κανένα χλιμίντρισμα. Ξυπνήσαμε ξαφνικά από μία δυνατή κραυγή:

«Όχι το άλογο! Δεν θα μου πάρεις το άλογο!»

Να είναι ο σταυλοφύλακας που μαλώνει με κανένα κλέφτη; Πετάχτηκα όρθιος με το μάνλιχερ στο χέρι, έτοιμος για δράση … Μαζί με 5-6 φαντάρους τρέξαμε προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή. Αλλά δεν πηγαίναμε προς τα άλογα. Η φωνή είχε ακουστεί από τη σκηνή του Λοχαγού μας. Να κλέβανε το άλογό του; Τρέξαμε αμέσως προς τα εκεί, αλλά δεν είδαμε καμία κίνηση. Και το άλογο του Λοχαγού κοιμόταν ήσυχο λίγο πέρα από τη σκηνή, που ήταν φωτισμένη, αλλά κατά τα άλλα ήσυχη. Ήσυχη; Όχι ακριβώς. Καθώς πλησιάσαμε στα 10 βήματα, ακούστηκε νέα δυνατή κραυγή, με ύφος απειλητικό:

«Άσε κάτω τ’ άλογο γιατί δεν θα σου μείνει ούτε ένας Αξιωματικός!»


Τι σόι απειλή ήταν αυτή, σε καιρό πολέμου, και ποιος την εκστόμισε;


Ο Λοχαγός μας έπαιζε σκάκι με τον Γιατρό του Συντάγματος …  Απέμεινα να τους θαυμάζω για την ηρεμία τους, να παίζουν σκάκι, μετά από τόσες μάχες και κακουχίες. Αλλά κι αυτοί θαύμασαν γελώντας την ετοιμότητά μας και την άμεση αντίδρασή μας. 

«Πάντα σε ετοιμότητα κύριε Λοχία! Αλλά πηγαίνετε πίσω στα αντίσκηνά σας, σήμερα ο πόλεμος εσταμάτησε για εμάς. Εκμεταλλευθείτε την περίσταση για ανάπαυση, πριν έλθουν νέες διαταγές για προέλαση …»


Την επομένη, η ανάπαυση συνεχίστηκε. Ήρθε και ταχυδρομείο. Με γράμματα από τις … «αδερφούλες» μου. Ναι, στον πόλεμο, απέκτησα και 4 αδερφούλες, χάρη στις φροντίδες ενός Συλλόγου Κυριών και Δεσποινίδων, που προέτρεπαν νέες κοπέλλες να στέλνουν γράμματα στους φαντάρους, από τον καιρό που ήμασταν στην Θεσσαλονίκη. Λάμβανα κι εγώ λοιπόν γράμματα κάθε τόσο. Δεν ήξερα τα ονόματά τους, μου είχαν συστηθεί ως Zeyneb, Melek, Zezia και Zenan. Είχαν δανειστεί τα ονόματα των ηρωίδων από τις «Απογοητευμένες» του Πιερ Λοτί, τον οποίο, ομολογώ, αγνοούσα και ακόμη αγνοώ. Εγώ βέβαια, κύριος, προσπαθούσα να τις πείσω ότι δεν είχαν λόγο, νέα κορίτσια, να αισθάνονται απογοητευμένες. Ποιος ξέρει; Αν ήμουν κοντά τους, ίσως να ήμουν πιο πειστικός. Πάντως, τα γράμματά τους ήταν σκέτη όαση κάθε φορά. Και με κάθε γράμμα, λάβαινα και πεσκέσια: Τσιγάρα και γλυκά. Σε ένα προηγούμενο γράμμα τους, μου ζήτησαν να τους στείλω μία φωτογραφία μου. Και είχαν υποσχεθεί να στείλουν και αυτές τις δικές του φωτογραφίες. Το έκαμα. Αλλά μου τη σκάσανε. Στο γράμμα που πήρα τώρα, υπήρχε πράγματι η πολυαναμενόμενη φωτογραφία: Όλες μαζί, καθισμένες σταυροπόδι σε ένα ντιβάνι, αλλά κρύβοντας τα πρόσωπά τους με βεντάλιες! Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας υπήρχε και σχόλιο:

«Έκαμε πολλή ζέστη και ο σαχλός ο φωτογράφος τράβηξε την φωτογραφία ενώ αεριζόμασταν …»

Κάνανε και πλάκα … Αλλά εγώ τις αγαπούσα και έτσι. Έστω και αν ένοιωθα πως οι ελπίδες μου για να γνωρίσω από κοντά, έστω και μία από αυτές, ήταν ελάχιστες έως μηδαμινές. Ας είστε καλότυχες κορίτσια, όπου κι αν βρίσκεστε!

Τα σχέδια Άτσεσον για την επίλυση του Κυπριακού (Αύγουστος 1964)

Μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την Κύπρο ή «πρόβα διχοτόμησης»;- Οι διαπραγματεύσεις, τα παρασκήνια και η τελική απόρριψη του σχεδίου Άτσεσο...