Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι πόρνες...

 Πολλοί πίστευαν ότι οι πόρνες ήταν γυναίκες που από κουταμάρα και ανικανότητα έφταναν στο σημείο να πουλάνε το κορμί τους ή ήταν εκφυλισμένες. Η Νάκου δήλωσε:

«Πήγα στα Βούρλα και σε πολλούς οίκους ανοχής. Γνώρισα γυναίκες που η ψυχή τους δεν έχει καθόλου χαλάσει και που πιστεύουν και ελπίζουν για μια καλύτερη ζωή.

Δεν θα ξεχάσω μια κοπέλα, τη Θεανώ, στα Βούρλα, που φαινόταν έξυπνη και μου είπε: “Αν ήταν, κυρά μου, ο κόσμος φτιαγμένος αλλιώς, ίσως δεν θα ήμουν εγώ εδώ μέσα! Σάματι είμαι τόσο κουτή για να μην το καταλαβαίνω;” Να τι μου είπε το κορίτσι που διάβαζε, της άρεσε να γράφει και που μου εμπιστεύτηκε μια ωραιότατη σελίδα πάνω στην παιδική της ηλικία. Τη δημοσίευσα άλλωστε όπως ήταν. Η Θεανώ έγραφε τη ζωή της τα βράδια που κλείναν οι πόρτες των Βούρλων, όταν βρισκόταν μονάχη με τον εαυτό της». Η Λιλίκα Νάκου δεν δεχόταν τον χαρακτηρισμό «εκφυλισμένες».

«Οι γυναίκες αυτές δεν είναι εκφυλισμένες. Είναι προ παντός δυστυχισμένες. Εργάζονται από ανάγκη.



Λόγου χάρη, τα κορίτσια που είδα στα Βούρλα, ήταν τα περισσότερα από χωριά, που κάποιος τις παρέσυρε. Να τι μου έλεγε ένα κορίτσι, ως 17 χρόνων, η Ανθούλα: “Είμαι από ένα χωριό της Μυτιλήνης. Στα χωράφια κυλίστηκα μ’ ένα αγόρι. Δεν καλοκατάλαβα στην αρχή τι μου συνέβηκε. Ήμουν τότε δεκατεσσάρων χρονών. Μόλις κατάλαβα, φοβήθηκα να γυρίσω σπίτι. Θα με σκότωνε ο πατέρας. Τότε κατέβηκα στη χώρα και ζητιάνευα. Μα πεινούσα. Τότε έμαθα πως υπάρχουν “σπίτια”. Πήγα και ζήτησα δουλειά. Ήμουν δεκαπέντε χρονών σαν μπήκα στο “σπίτι”. Από κει γνώρισα έναν σωματέμπορο. Αυτός μου έκανε τον καλό, πως τάχα με λυπόταν. Με τράβηξε από κει και μ’ έφερε στον Πειραιά. Δούλευα ως αδήλωτη. Τέλος μ’ έπιασε η αστυνομία και μ’ έφερε στα Βούρλα”.

Να, πάνω κάτω, η ιστορία των κοριτσιών που παρασύρονται. Είναι από άγνοια. Είναι γιατί δεν υπάρχει τίποτα για να τα σώσει. Άτομα μονάχα, μέσα σε μια κοινωνία εγωιστική και γιομάτη προλήψεις.

Τι φταίνε τώρα τα κορίτσια αυτά; Είναι θύματα και τίποτα άλλο. Γι’ αυτό, από όλες τις γυναίκες που πρέπει να νιώθει κανείς συμπόνια, είναι αυτές. Αλλά η συμπόνια μονάχη δεν ωφελεί βέβαια, το ξέρουμε. Αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα».

Η Λιλίκα Νάκου είχε την τόλμη και την κοινωνική ευαισθησία να πάει η ίδια σε στέκια του υποκόσμου και ύποπτα ξενοδοχεία του Πειραιά και να καταγράψει όσα είδε και άκουσε – πολύτιμο υλικό.

Γράφει σε κάποιο ρεπορτάζ της:

«Μα εγώ, εκτός από την εξωτερική εμφάνιση των πραγμάτων και ανθρώπων, ήθελα προπαντός να δω, αν ήταν δυνατόν, την ανθρώπινη ψυχή».

Έχοντας μελετήσει το βιβλίο της Αμερικανίδας δημοσιογράφου Έθελ Κεντ, γνώριζε ότι Πειραιάς ήταν ένα από τα δύο μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα «λευκής σαρκός» στον κόσμο, όπως ήταν παλιά η Γένοβα. Το άλλο ήταν το μακρινό Ρίο ντε Τζανέιρο.

Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας, που ήξερε καλά πρόσωπα και κατατόπια του Πειραιά, της έδωσε χρήσιμες πληροφορίες και τη συνόδευσε σε αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε πάτο στην ιεραρχία του πληρωμένου έρωτα και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στο «αφισμένο σλέπι», που ήταν ένα άθλιο πλωτό μπορντέλο, μια μαούνα, όπου γυναίκες και πελάτες ήταν δυστυχέστατες υπάρξεις σε άκρα εξαθλίωση, ένα βήμα πριν τον θάνατο. Ο Καββαδίας το έκανε ποίημα και η Νάκου ρεπορτάζ. Ίσως ήταν ο Καββαδίας που της σύστησε για συνοδό της την Κλάρα την κουτσή.

Η Κλάρα ήταν Ολλανδέζα, περίπου είκοσι πέντε χρονών, γυναίκα της πιάτσας, παλιά τρόφιμος των Βούρλων, παντρεμένη με έναν έμπορο ναρκωτικών. Μιλούσε πέντε-έξι γλώσσες και ήταν πολυταξιδεμένη (μέχρι την Κίνα είχε φτάσει η χάρη της) και ήξερε καλά την πιάτσα του Πειραιά.

Το ενδιαφέρον της Λιλίκας Νάκου δεν σταμάτησε στον Πειραιά. Έδωσε φωνή και στις κοπέλες που ζούσαν και δούλευαν σε «σπίτια», με μέγαιρες «θείες», οι οποίες τις εκμεταλλεύονταν, σ’ αυτές που έκαναν πεζοδρόμιο στο κέντρο της Αθήνας και σ’ εκείνες που δούλευαν στα ακριβά μπορντέλα της οδού Μάρνη και της Μιχαήλ Βόδα. Τις προσέγγιζε με ευγένεια και καλοσύνη, χωρίς να κρύβει τη δημοσιογραφική της ιδιότητα, δεν είχε κριτική διάθεσή απέναντί τους και κατανοούσε τη δυστυχία τους. Κι εκείνες άνοιγαν την καρδιά τους στη μοναδική γυναίκα που τις αντιμετώπιζε με ανθρωπιά.

Η Λιλίκα Νάκου δημοσίευσε τις μαρτυρίες τους δίνοντας φωνή σ’ αυτές τις υπάρξεις που η φωνή τους δεν ακουγόταν και ταράζοντας τη λιμνάζουσα ηθική μιας κοινωνίας με διπλή αντίληψη της ηθικής.

Στρατιώτες και ιερόδουλη στην κακόφημη συνοικία της Μπάρας, που οι Τούρκοι ονόμαζαν Dudulak, δηλαδή δρόμος της ηδονής.( Περ. 1915)


Η αξία του παραδοσιακού μας παραμυθιού. Γράφει ο συγγραφέας Θωμάς Μοσχόπουλος

Η αξία του παραδοσιακού, ή λαϊκού παραμυθιού είναι ανεκτίμητη διότι αποτελεί γνήσιο πολιτισμικό έργο και ταυτόχρονα φορέα της συλλογικής ψυχής του έθνους με ισχυρό εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Για να το πω με άλλα λόγια, το περιφρονημένο και ξεχασμένο «παραμύθι του παππού», είναι ουσιώδες πολιτισμικό αποτύπωμα που γεννήθηκε μέσα από την ιστορική εμπειρία των Ελλήνων, τη γλώσσα, τις αγωνίες, τις διαχρονικές αξίες τους και συνδέεται άρρηκτα με τη δημώδη παράδοση λειτουργώντας ως άγραφος κώδικας μετάδοσης των της ελληνικής γραμμής αισθητικών, ηθικών αλλά και μεταφυσικών αντιλήψεων. Λειτουργία υψίστης σημασίας για τη διαμόρφωση ανθρώπου Έλληνος, υψηλών προδιαγραφών.



Θαρρώ ότι από αβλεψία θεσμικά  δεν του έχουμε δώσει τη σημασία που του αρμόζει και τη θέση που του ανήκει, ιδίως στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, κάνοντας το λάθος να το αντιμετωπίζουμε ως άνευ αξίας ψυχαγωγικό αφήγημα για παιδιά, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο.

 Η επιστημονική λαογραφία και η φιλολογία καταδεικνύουν ότι τα παραδοσιακά παραμύθια προέρχονται από ανώνυμους δημιουργούς. Ωστόσο, ένα αφήγημα δεν διατηρείται στον χρόνο μόνο και μόνο επειδή δημιουργήθηκε κάποια στιγμή από κάποιον άγνωστο, έστω και ταλαντούχο παραμυθά. Επιβιώνει όταν ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση του λαού. Ο ίδιος ο λαός το διυλίζει, το επεξεργάζεται και λειτουργεί ως ενισχυτής και φορέας του, επιλέγοντας συνειδητά ή ασυνείδητα ποια στοιχεία αξίζει να μεταβιβαστούν στις επόμενες γενεές και ποια όχι.  

Κατά αυτόν τον τρόπο αν και αρχικά δημιουργήθηκε από συγκεκριμένο άνθρωπο, αυτός χάνεται ενώ το έργο παραμένει. Το παραμύθι επιβιώνει επειδή η κοινότητα το αγκάλιασε, το αποδέχτηκε, το βρήκε σωστό, αισθητικά αποδεκτό και θέλησε να το κρατήσει ζωντανό. Στην παραδοσιακή προ-αστική κοινωνία, μέσα στον χρόνο η διήγηση προσαρμόστηκε στις ανάγκες κάθε εποχής χωρίς να αλλοιωθεί ο πυρήνας της και χρησιμοποιήθηκε τόσο ως μέσο διασκέδασης όσο και ως άτυπο παιδαγωγικό εργαλείο.

Γι’ αυτό είναι απόλυτα σωστό να πούμε ότι τα παραδοσιακά παραμύθια δεν εκφράζουν την ατομική σκέψη αυτού που τα σκαρφίστηκε, αλλά τη σοφία της κοινότητας. Μέσα από σύμβολα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα και αρχετυπικές μορφές αποτυπώνουν την κοσμοαντίληψη του ελληνικού πολιτισμού όπως αυτή διαμορφώθηκε διαχρονικά από την αρχαιότητα έως το Βυζάντιο και τη νεότερη ιστορία κι επιπλέον διαπαιδαγωγούν με ανάλαφρο και ευχάριστο τρόπο τους μικρούς ιδίως ακροατές.

Σε επίπεδο αισθητικής το ελληνικό παραμύθι χαρακτηρίζεται από λιτότητα, καθαρότητα εικόνων και έντονη συμβολικότητα. Τα φυσικά στοιχεία, τα ζώα, οι δοκιμασίες και οι υπερφυσικές μορφές δεν λειτουργούν τυχαία, αλλά πάντοτε ως αρχέτυπα και φορείς νοήματος. Η φύση παρουσιάζεται συχνά ως ζωντανή δύναμη, σύμμαχος ή αντίπαλος του ανθρώπου, στοιχείο που αντανακλά τη βαθιά σχέση του λαϊκού πολιτισμού με το φυσικό περιβάλλον, την αρχέγονη ανιμιστική οπτική και βεβαίως το –όχι και τόσο- υπόγειο πολυθεϊστικό του υπόβαθρο.

Η ηθική διάσταση του παραμυθιού κατέχει κεντρική θέση. Οι ήρωες δεν κρίνονται με βάση την κοινωνική τους καταγωγή ή τη θέση τους στην ιεραρχία, αλλά από τον χαρακτήρα και τις πράξεις τους. Αρετές όπως η εργατικότητα, η φιλοτιμία, η ανδρεία, η ευφυΐα, η δικαιοσύνη και η αντοχή στις δοκιμασίες αποτελούν τα βασικά στοιχεία τους που καθορίζουν την τελική τους δικαίωση. Η ηθική των ηρώων δεν πηγάζει από τη θρησκεία ή από τους νόμους αλλά από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο τρόπος που συμπεριφέρονται βασίζεται στο τρόπο με τον οποίο αυτοί ως προσωπικότητες αντιλαμβάνονται και βλέπουν τον κόσμο, θυμίζοντάς μας έντονα τους ήρωες της ελληνικής μυθολογίας.

Στο πλαίσιο αυτό παρατηρείται μια διαχρονική συνέχεια αρχαίων ηρωικών προτύπων τα οποία επανεμφανίζονται με διαφορετικές μορφές. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας, ο ισχυρός Ηρακλής, ο Περσέας με το φτερωτό άλογο, ο Θησέας ή ο Ιάσονας μετασχηματίζονται στον λαϊκό ήρωα που μπορεί να είναι ένας τολμηρός τυχοδιώκτης, ένας περιπλανώμενος ιππότης, ένας πολεμιστής ή ακόμη και ένας άσημος χωρικός, όπως το βοσκόπουλο της Ίδης, που αναζητά τη δικιά του Ελένη.

Στα λαϊκά παραμύθια η αρετή του ήρωα δεν μοιάζει με την ασκητική αρετή του αγίου, αλλά την ενεργητική αρετή του αρχαίου ήρωα. Ο ήρωας δεν αποσύρεται από τον κόσμο, τον αντιμετωπίζει και τον μεταμορφώνει μέσα από τον αγώνα, τη θυσία και την κοινωνική του προσφορά. Ο ήρωας δεν είναι κάποιος αναχωρητής, σοφός άνθρωπος που ασχολείται με την αυτοβελτίωση του μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο. Αποτελεί ένα άτομο μέσα στην κοινωνία που αλληλοεπιδρά και αγωνίζεται έχοντας σαφείς στόχους και αναζητώντας προορισμό. Γι’ αυτό και στο τέλος ανταμείβεται με δόξα, πλούτο, κοινωνική άνοδο, τον θρόνο ενός βασιλείου ή διά του γάμου με την εκλεκτή γυναίκα  ως επισφράγιση της ηθικής του δικαίωσης.



 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταφυσική διάσταση του λαϊκού παραμυθιού, καθώς ο κόσμος του μόνο στο υλικό επίπεδο δεν περιορίζεται. Πρόκειται για ένα σύμπαν όπου το ορατό επικοινωνεί διαρκώς με το αόρατο, η ζωή με τον θάνατο και το ανθρώπινο με το υπερφυσικό. Όπως ακριβώς και στην μυθολογία μας έτσι και στο παραμύθι εμφανίζονται τέρατα, δράκοι και φίδια, νεράιδες, πνεύματα, στοιχειά, ζώα που μιλούν και διάφορες μορφές μαγείας. Τα στοιχεία αυτά δεν λειτουργούν απλώς ως αφηγηματικά στολίδια, αλλά εκφράζουν τη βαθιά ριζωμένη ελληνική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο κόσμος είναι έμψυχος, εμποτισμένος με νόημα και με σκοπό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συναντούμε θεϊκές ή υπερφυσικές δυνάμεις με προσωπικότητα και βούληση που παρεμβαίνουν στην ανθρώπινη πορεία, όχι για να την ακυρώσουν, αλλά για να τη δοκιμάσουν, να την κατευθύνουν ή να τη δικαιώσουν. Η πλοκή τους θυμίζει τους αρχαίους θεούς, όπου η Αθηνά στέκεται στο πλευρό του Οδυσσέα, η Άρτεμις σώζει την Ιφιγένεια, η Δήμητρα χαρίζει στον Τριπτόλεμο τη γνώση της γεωργίας, ο Ερμής βοηθά τον Περσέα σε κρίσιμες στιγμές, ενώ ο Δίας και ο Ποσειδώνας επεμβαίνουν για να σώσουν ήρωες όπως τον Ηρακλή και τον Αινεία. Κοινό χαρακτηριστικό των αφηγήσεων είναι ότι η θεϊκή παρέμβαση δεν αντικαθιστά τον ανθρώπινο αγώνα αλλά τον ενισχύει, επιβεβαιώνοντας μια διαχρονική ελληνική μεταφυσική αντίληψη σύμφωνα την οποία ο άνθρωπος δρα μέσα σε έναν ζωντανό κόσμο αντιφάσεων, σχέσεων, δοκιμασιών και νοήματος έχοντας ως βοηθό ένα αόρατο φύλακα άγγελο.

Το μοτίβο της σημασίας του πεπρωμένου και της μοίρας, μαζί με το διαχρονικό ερώτημα για τα όρια της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης όπως αναπτύχθηκε στον αρχαίο στοχασμό, επαναλαμβάνεται ατόφιο και στα παραδοσιακά μας παραμύθια. Η πίστη στο πεπρωμένο και στη μοίρα παραμένει κεντρική. Όπως στη μυθολογία, έτσι και στα λαϊκά παραμύθια συναντάμε την αντίληψη ότι «το πεπρωμένο φυγήν αδύνατο», δίνοντας στον κόσμο του ήρωα την ίδια τραγική διάσταση που βλέπουμε στις αρχαίες τραγωδίες. Ωστόσο, η μοίρα θέτει το πλαίσιο, αλλά δεν αναιρεί την ανθρώπινη δράση. ο άνθρωπος καλείται να αγωνιστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο όχι τόσο για να αλλάξει τη μοίρα του, όσο για να μετασχηματίσει τον εαυτό του, να ωριμάσει και να αποδείξει την αρετή και την αντοχή του.



Το παραδοσιακό παραμύθι δεν διδάσκει άμεσα τι είναι καλό ή κακό. Διηγείται τις πράξεις και τη συμπεριφορά των ηρώων του με τρόπο που θυμίζει τον Όμηρο και τους αρχαίους ποιητές, αναδεικνύοντας τους χαρακτήρες, τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων τους,  παραπέμποντας στο κλασικό αρχαίο σχήμα: ύβρις, τίσις, νέμεσις. Μέσα από την αφήγηση αποκαλύπτεται η καθαρά πλατωνική θέαση του κόσμου, όπου οι Ιδέες του Δικαίου, του Αγαθού και του Ωραίου κινούν τους ήρωες, χωρίς την παραμικρή υπόνοια της κατήχησης ή της ανατολίζουσης σχολαστικής, υποκριτικής και σαφώς αντίθετης με την ανθρώπινη φύση ηθικολογίας.

Ακριβώς, αυτή η μορφή αφήγησης είναι που ενισχύει την ανάπτυξη της ελεύθερης σκέψης του παιδιού. Αντί για ηθικά δογματικά κηρύγματα, το παιδί παρακολουθεί τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων, ατενίζοντας τις υψηλές ιδέες μέσα από παραδείγματα και δράσεις χωρίς κουραστικές και ανούσιες αναλύσεις. Με αυτόν τον τρόπο κατανοεί τις αξίες με τρόπο άμεσο, ενορατικό, φυσικό και βαθιά ανθρώπινο, μαθαίνοντας να σκέφτεται ελεύθερα και να διαμορφώνει τη δική του κρίση. Μαθαίνει ασυνείδητα να κάνει αυτή την παρεξηγημένη ενδοσκόπηση, για την οποία έχουν μιλήσει οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι της ύστερης αρχαιότητας, οδηγώντας την ψυχή του στη μέθεξη με τον ιδεώδη κόσμο.

Αντίθετα με τον ακαδημαϊκό λόγο, που απευθύνεται πρωτίστως στη λογική, το παραδοσιακό παραμύθι απευθύνεται στην ψυχή. Δεν εξηγεί με ξύλινη γλώσσα, βιώνεται. Δεν αναλύει, αποκαλύπτει, προσφέροντας ταυτόχρονα απόλαυση και στοχασμό. Το λαϊκό παραμύθι μεταδίδεται αιώνες από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά, κουβαλώντας με αριστοτεχνικό τρόπο το κλειδί της επαφής με τα σπουδαία, κάτι που κανένα πανεπιστήμιο, κανένας λόγιος, δάσκαλος ή θεολόγος, όσο σημαντικός κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει.

  Στον σύγχρονο κόσμο, όπου κυριαρχούν η ταχύτητα, τα terabytes της πληροφορίας και η μηχανικότητα, η ενασχόλησή μας με το παραδοσιακό παραμύθι δεν είναι στείρα νοσταλγία, αλλά ένα δώρο ουσίας προς εμάς και τα παιδιά μας, ένας δρόμος σύνδεσης με τις ρίζες μας, την αυτογνωσία και την ψυχική μας εξέλιξη.


Το λαϊκό παραμύθι. Κούρτογλου Αργυρώ

Το παραμύθι είναι έργο συλλογικό, μακραίωνο διαχρονικό και επέζησε μέσω του

προφορικού αρχικά λόγου (Αναγνωστόπουλος Βασίλης, 1997: 113-114). Ο κόσμος

του παραμυθιού κινείται στην σφαίρα του φαντασιακού, ονειρικού και τερατώδους,

εκεί όλα είναι πιθανά, και όπως αναφέρει η Marthe Robert στην εισαγωγή του

βιβλίου Τα Παραμύθια των Αδερφών Γκριμμ (Αδερφοί Γκριμμ, 1994: 13), δημιουργεί

εξωπραγματικούς χαρακτήρες με νεράιδες νονές και ομιλούντα ζώα. Η λέξη

παραμύθι προέρχεται εννοιολογικά από την λέξη «παραμυθία» που σημαίνει

παρηγοριά, όρος που μας παραπέμπει σε αυτήν ακριβώς την ιδιότητα που έχουν τα

λαϊκά παραμύθια, να μαγεύουν και να κατευνάζουν (Δελώνης Αντώνης, 1990:101).

Τα παραμύθια μπορούν να ειδωθούν ως παρηγορητικές, λαϊκότροπες μικρές ιστορίες

οι οποίες όχι μόνο καθησυχάζουν και τέρπουν το ασυνείδητο των παιδιών αλλά και

διαμορφώνουν και προβάλλουν, μέσω των ηρώων τους, πρότυπα συμπεριφοράς

(Αναγνωστόπουλος, 1997:63).

                           


Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι τα λαϊκά παραμύθια ακολουθούν μια συγκεκριμένη

αφηγηματική πλαισίωση. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, ο αφηγητής παντογνώστης

και έχει γραμμική ροή. Οι ήρωες είναι ανώνυμοι, πάντα αδικημένοι και συνήθως τους

συνοδεύει ένα αντιθετικό δίπτυχο του καλού και του κακού. Ουσιαστικά οι ήρωες

είναι υπερβολικοί στην σκιαγράφηση τους διογκώνοντας κάποια χαρακτηριστικά του

προκειμένου οι συγγραφείς να δημιουργούν διάφορα δίπολα όπως καλός-κακός ή

όμορφος-άσχημος κ.ά. (Κανατσούλη Μένη, 2014: 125). Ακόμη, «το παραμύθι

συνδυάζει το φυσικό με το υπερφυσικό, το κοντινό με το μακρινό, το κατανοητό με

το ακατανόητο», όπως σωστά αναφέρει η Μαρία Αγγελίδου, στο προλογικό

σημείωμα των Παραμυθιών των Αδερφών Γκριμμ (Αδερφοί Γκριμμ, 1994:8). Τέλος,

τονίζεται η έντονη παρουσία των εξορθολογικών μοτίβων, όπως για παράδειγμα ζώα

ή αντικείμενα που μιλούν. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά φυσικά έχουν ένα βαθύτερο

συμβολισμό, όπου τα βαθιά και πυκνά δάση συμβολίζουν το ασυνείδητο, ή ο κυνηγός

αντικαθιστά το πατρικό πρότυπο. Επίσης ο τόπος δεν προσδιορίζεται ονομαστικά,

ενώ η δράση λαμβάνει χώρα συνήθως σε ένα κλειστό χώρο, κάποια οικία ή κάποιο

σκοτεινό δάσος. Ακόμη, ο χρόνος στον οποίο τοποθετείται ένα παραμύθι είναι

«άχρονος», με διακριτές μόνο τις χρονικές ακολουθίες, όπως το πριν ή το μετά.




(Κανατσούλη, 2007:82). Τα λαϊκά παραμύθια αποτέλεσαν φορέα πολιτισμού, αφού

μέσα από αυτά εκφράστηκαν συλλογικές νοοτροπίες, ήθη, έθιμα και συμπεριφορικά

μοντέλα άλλων εποχών (Κανατσούλη, 2014: 120). Επιπλέον, ο ήρωας ταλανίζεται

από εξωγενείς παράγοντες, προσπαθεί να διαφύγει και στο τέλος απελευθερώνεται,

μέσω της κάθαρσης που επέρχεται με όχι εύκολο ή υπάκουο τρόπο. Έτσι, η τελική

κατάστασή του επιτυγχάνει και την δικαίωση του αναγνώστη, ο οποίος στο μεταξύ

έχει ταυτιστεί ψυχικά και συναισθηματικά με τον πρωταγωνιστή.


Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορ...