Οι πόρνες...

 Πολλοί πίστευαν ότι οι πόρνες ήταν γυναίκες που από κουταμάρα και ανικανότητα έφταναν στο σημείο να πουλάνε το κορμί τους ή ήταν εκφυλισμένες. Η Νάκου δήλωσε:

«Πήγα στα Βούρλα και σε πολλούς οίκους ανοχής. Γνώρισα γυναίκες που η ψυχή τους δεν έχει καθόλου χαλάσει και που πιστεύουν και ελπίζουν για μια καλύτερη ζωή.

Δεν θα ξεχάσω μια κοπέλα, τη Θεανώ, στα Βούρλα, που φαινόταν έξυπνη και μου είπε: “Αν ήταν, κυρά μου, ο κόσμος φτιαγμένος αλλιώς, ίσως δεν θα ήμουν εγώ εδώ μέσα! Σάματι είμαι τόσο κουτή για να μην το καταλαβαίνω;” Να τι μου είπε το κορίτσι που διάβαζε, της άρεσε να γράφει και που μου εμπιστεύτηκε μια ωραιότατη σελίδα πάνω στην παιδική της ηλικία. Τη δημοσίευσα άλλωστε όπως ήταν. Η Θεανώ έγραφε τη ζωή της τα βράδια που κλείναν οι πόρτες των Βούρλων, όταν βρισκόταν μονάχη με τον εαυτό της». Η Λιλίκα Νάκου δεν δεχόταν τον χαρακτηρισμό «εκφυλισμένες».

«Οι γυναίκες αυτές δεν είναι εκφυλισμένες. Είναι προ παντός δυστυχισμένες. Εργάζονται από ανάγκη.



Λόγου χάρη, τα κορίτσια που είδα στα Βούρλα, ήταν τα περισσότερα από χωριά, που κάποιος τις παρέσυρε. Να τι μου έλεγε ένα κορίτσι, ως 17 χρόνων, η Ανθούλα: “Είμαι από ένα χωριό της Μυτιλήνης. Στα χωράφια κυλίστηκα μ’ ένα αγόρι. Δεν καλοκατάλαβα στην αρχή τι μου συνέβηκε. Ήμουν τότε δεκατεσσάρων χρονών. Μόλις κατάλαβα, φοβήθηκα να γυρίσω σπίτι. Θα με σκότωνε ο πατέρας. Τότε κατέβηκα στη χώρα και ζητιάνευα. Μα πεινούσα. Τότε έμαθα πως υπάρχουν “σπίτια”. Πήγα και ζήτησα δουλειά. Ήμουν δεκαπέντε χρονών σαν μπήκα στο “σπίτι”. Από κει γνώρισα έναν σωματέμπορο. Αυτός μου έκανε τον καλό, πως τάχα με λυπόταν. Με τράβηξε από κει και μ’ έφερε στον Πειραιά. Δούλευα ως αδήλωτη. Τέλος μ’ έπιασε η αστυνομία και μ’ έφερε στα Βούρλα”.

Να, πάνω κάτω, η ιστορία των κοριτσιών που παρασύρονται. Είναι από άγνοια. Είναι γιατί δεν υπάρχει τίποτα για να τα σώσει. Άτομα μονάχα, μέσα σε μια κοινωνία εγωιστική και γιομάτη προλήψεις.

Τι φταίνε τώρα τα κορίτσια αυτά; Είναι θύματα και τίποτα άλλο. Γι’ αυτό, από όλες τις γυναίκες που πρέπει να νιώθει κανείς συμπόνια, είναι αυτές. Αλλά η συμπόνια μονάχη δεν ωφελεί βέβαια, το ξέρουμε. Αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα».

Η Λιλίκα Νάκου είχε την τόλμη και την κοινωνική ευαισθησία να πάει η ίδια σε στέκια του υποκόσμου και ύποπτα ξενοδοχεία του Πειραιά και να καταγράψει όσα είδε και άκουσε – πολύτιμο υλικό.

Γράφει σε κάποιο ρεπορτάζ της:

«Μα εγώ, εκτός από την εξωτερική εμφάνιση των πραγμάτων και ανθρώπων, ήθελα προπαντός να δω, αν ήταν δυνατόν, την ανθρώπινη ψυχή».

Έχοντας μελετήσει το βιβλίο της Αμερικανίδας δημοσιογράφου Έθελ Κεντ, γνώριζε ότι Πειραιάς ήταν ένα από τα δύο μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα «λευκής σαρκός» στον κόσμο, όπως ήταν παλιά η Γένοβα. Το άλλο ήταν το μακρινό Ρίο ντε Τζανέιρο.

Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας, που ήξερε καλά πρόσωπα και κατατόπια του Πειραιά, της έδωσε χρήσιμες πληροφορίες και τη συνόδευσε σε αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε πάτο στην ιεραρχία του πληρωμένου έρωτα και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στο «αφισμένο σλέπι», που ήταν ένα άθλιο πλωτό μπορντέλο, μια μαούνα, όπου γυναίκες και πελάτες ήταν δυστυχέστατες υπάρξεις σε άκρα εξαθλίωση, ένα βήμα πριν τον θάνατο. Ο Καββαδίας το έκανε ποίημα και η Νάκου ρεπορτάζ. Ίσως ήταν ο Καββαδίας που της σύστησε για συνοδό της την Κλάρα την κουτσή.

Η Κλάρα ήταν Ολλανδέζα, περίπου είκοσι πέντε χρονών, γυναίκα της πιάτσας, παλιά τρόφιμος των Βούρλων, παντρεμένη με έναν έμπορο ναρκωτικών. Μιλούσε πέντε-έξι γλώσσες και ήταν πολυταξιδεμένη (μέχρι την Κίνα είχε φτάσει η χάρη της) και ήξερε καλά την πιάτσα του Πειραιά.

Το ενδιαφέρον της Λιλίκας Νάκου δεν σταμάτησε στον Πειραιά. Έδωσε φωνή και στις κοπέλες που ζούσαν και δούλευαν σε «σπίτια», με μέγαιρες «θείες», οι οποίες τις εκμεταλλεύονταν, σ’ αυτές που έκαναν πεζοδρόμιο στο κέντρο της Αθήνας και σ’ εκείνες που δούλευαν στα ακριβά μπορντέλα της οδού Μάρνη και της Μιχαήλ Βόδα. Τις προσέγγιζε με ευγένεια και καλοσύνη, χωρίς να κρύβει τη δημοσιογραφική της ιδιότητα, δεν είχε κριτική διάθεσή απέναντί τους και κατανοούσε τη δυστυχία τους. Κι εκείνες άνοιγαν την καρδιά τους στη μοναδική γυναίκα που τις αντιμετώπιζε με ανθρωπιά.

Η Λιλίκα Νάκου δημοσίευσε τις μαρτυρίες τους δίνοντας φωνή σ’ αυτές τις υπάρξεις που η φωνή τους δεν ακουγόταν και ταράζοντας τη λιμνάζουσα ηθική μιας κοινωνίας με διπλή αντίληψη της ηθικής.

Στρατιώτες και ιερόδουλη στην κακόφημη συνοικία της Μπάρας, που οι Τούρκοι ονόμαζαν Dudulak, δηλαδή δρόμος της ηδονής.( Περ. 1915)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πότε αποτυγχάνει ένα έργο και ο ρόλος του Διευθυντή. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

  Ένα έργο σπάνια αποτυγχάνει από ένα και μόνο λάθος. Συνήθως αποτυγχάνει γιατί κανείς δεν σταμάτησε εγκαίρως μια αλυσίδα κακών αποφάσεων, σ...