Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νουβέλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νουβέλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τυχερά τα άλογα, του Λουίτζι Πιραντέλλο

Ο στάβλος είναι εκεί, πίσω από την κλειστή πόρτα, αμέσως μετά την είσοδο της κατηφορικής χωριάτικης αυλής, με το φθαρμένο λιθόστρωτο και τη στέρνα στη μέση.

Η πόρτα έχει αρχίσει να σαπίζει· κάποτε ήταν πράσινη, τώρα έχει σχεδόν χάσει το χρωματισμό της, όπως το σπίτι, που έχει χάσει το κιτρινωπό χρώμα του σουβά και γι’ αυτό φαίνεται το πιο παλιό και το πιο άθλιο της περιοχής.



Σήμερα το πρωί, με την αυγή, η πόρτα έκλεισε απ’ έξω με έναν χοντρό σκουριασμένο σύρτη και το άλογο, που ήταν μες στο στάβλο, το έβγαλαν έξω και το άφησαν εκεί μπροστά, άγνωστο γιατί, χωρίς χαλινάρι, ούτε σέλα, ούτε δισάκι, χωρίς καν καπίστρι.

Στέκεται εκεί υπομονετικό, σχεδόν ακίνητο, αρκετές ώρες. Αισθάνεται, μέσα από την κλειστή πόρτα, τη μυρωδιά του στάβλου του εκεί κοντά, τη μυρωδιά της αυλής και μοιάζει πότε πότε, εισπνέοντάς την με τα ρουθούνια ορθάνοιχτα, ν’ αναστενάζει.

Με περίεργο τρόπο σε κάθε αναστεναγμό απαντά μία νευρική ανατριχίλα του δέρματος στην πλάτη, όπου υπάρχει το σημάδι από μια παλιά πληγή της σέλας.

Καθώς είναι ελεύθερα από κάθε εξάρτημα το κεφάλι και όλο του το σώμα μπορεί να δει κανείς πώς το κατάντησαν τα χρόνια: το κεφάλι, όταν το σηκώνει, έχει ακόμη κάτι το ευγενικό αλλά θλιμμένο· το κορμί του είναι για λύπηση· η ράχη όλο εξογκώματα· τα πλευρά του κοκαλιάρικα· τα λαγόνια του σουβλερά· η χαίτη του όμως πυκνή ακόμη και η ουρά του μακριά που μόλις έχει αρχίσει να μαδά.

Ένα άλογο που δεν μπορεί πια να προσφέρει τίποτα, για να πούμε την αλήθεια.

Τι περιμένει εκεί, μπροστά από την πόρτα;

Όποιος διαβάτης το βλέπει και ξέρει ότι το αφεντικό του έχει φύγει, παίρνοντας μαζί του όλη την οικοσκευή, για να πάει να ζήσει αλλού, σκέφτεται ότι ίσως κάποιος να έρθει, επιφορτισμένος από εκείνον, να το πάρει, παρόλο που, εγκαταλειμμένο μ’ αυτό τον τρόπο και απογυμνωμένο από κάθε τι, μοιάζει περισσότερο με ένα άλογο παρατημένο.

Μερικοί διαβάτες σταματούν για να το κοιτάξουν και κάποιος λέει ότι ήξερε πως το αφεντικό του, πριν φύγει, είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να το ξεφορτωθεί, προσπαθώντας στην αρχή να το πουλήσει, έστω και σε χαμηλή τιμή, έπειτα το πρόσφερε δώρο σε διάφορους, ακόμη και σ’ εκείνον, αλλά κανείς δεν το ήθελε, ούτε σαν δώρο, ούτε και ο ίδιος.

Να μην έτρωγε ένα άλογο..., αλλά τρώει. Και όσο για τις υπηρεσίες που μπορεί ακόμα να προσφέρει, έτσι γέρικο και κακομοιριασμένο που είναι, ας μη γελιόμαστε, νομίζετε ότι αξίζει τα έξοδα για το σανό ή και για λίγο άχυρο που θα του δώσει κανείς να φάει;

Να έχεις ένα άλογο και να μην ξέρεις τι να το κάνεις είναι μεγάλος μπελάς.

Πολλοί, για να το βγάλουν από τη μέση, προσφεύγουν σε δραστικά μέσα: το σκοτώνουν Μια σφαίρα τουφεκιού κοστίζει λίγο. Δεν πάει όμως όλων η καρδιά να το κάνουν.

Μένει να δούμε όμως εάν δεν είναι πιο σκληρό να το εγκαταλείπει κανείς έτσι. Βέβαια, το να το βλέπεις τώρα μπροστά στην κλειστή πόρτα ενός άδειου και

έρημου σπιτιού, το κακόμοιρο, είναι μεγάλος πόνος ψυχής. Έτσι σου ’ρχεται να πας να του πεις στο αυτί να μην κάθεται άδικα εκεί και περιμένει.

Να του είχε αφήσει τουλάχιστον μια τριχιά στο λαιμό για να το απομακρύνει κανείς κατά κάποιον τρόπο, τίποτα όμως. Είναι φανερό πως το χαλινάρι και τα λοιπά εξαρτήματα, εκείνα μάλιστα, βρήκε να τα πουλήσει, είναι χρήσιμα. Μπορεί να έκανε το ίδιο και οποιοσδήποτε το έπαιρνε, για να το αφήσει στη συνέχεια κι εκείνος γυμνό μες στη μέση κάποιου άλλου δρόμου.

Κοιτάτε, εντωμεταξύ, τις μύγες. Ε, εκείνες, δεν μπορείς να πεις, παρόλη την κακοτυχιά του, δεν το εγκαταλείπουν ποτέ. Και το κακόμοιρο το άλογο, εάν κάνει κάποια κίνηση είναι μόνο με την ουρά, για να τις διώξει, όταν αισθάνεται να το τσιμπούν πιο δυνατά, πράγμα που του συμβαίνει συχνά, τώρα που δεν έχει πια τόσο αίμα για να τους δώσει να ρουφήξουν με ευκολία.

Όμως κουράστηκε ήδη να στέκεται όρθιο και με κόπο διπλώνεται στα γόνατα για να αναπαυθεί καταγής, πάντα με το κεφάλι στραμμένο προς την πόρτα.

Δεν μπορεί να φανταστεί ότι είναι ελεύθερο.

Μα βέβαια, ένα άλογο, όταν έχει πραγματικά την ελευθερία του, είναι ικανό να σχηματίσει μιαν ιδέα γι’ αυτήν; Την έχει και την απολαμβάνει, χωρίς να το σκέφτεται. Όταν του την στερούν, στην αρχή από ένστικτο αντιδρά, έπειτα, αφού εξημερωθεί, συμβιβάζεται και προσαρμόζεται.

Ίσως εκείνο, γεννημένο σε κάποιον στάβλο, δεν υπήρξε ποτέ ελεύθερο. Μπορεί όταν ήταν μικρό και το άφηναν στην εξοχή να βόσκει στα λιβάδια. Αυτή όμως ήταν ελευθερία κατ’ όνομα, μέσα σε λιβάδια περιφραγμένα. Και εάν υποθέσουμε ότι έβοσκε εκεί, τι αναμνήσεις μπορεί να έχει;

Μένει εκεί, καταγής, μέχρι που η πείνα το σπρώχνει να ξανασηκωθεί με μεγαλύτερο κόπο και αφού από εκείνη την πόρτα, ύστερα από τόση αναμονή, δεν ελπίζει πια σε καμιά βοήθεια, γυρίζει το κεφάλι για να κοιτάξει πλάι το δρόμο που οδηγεί στο χωριό. Χλιμιντρίζει. Σκάβει το έδαφος με την οπλή. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο. Πρέπει όμως να έχει πεισθεί ότι είναι άδικος κόπος, επειδή ύστερα από λίγο ξεφυσά και κουνά το κεφάλι· έπειτα, αβέβαιο, κάνει κάποια βήματα.

Τώρα είναι περισσότεροι οι περίεργοι που το παρατηρούν.

Ακόμα και στην ύπαιθρο, όπου είναι καλλιεργημένη, δεν επιτρέπεται ένα άλογο να πηγαίνει ελεύθερο, σκεφτείτε εάν αυτό μπορεί να γίνει μέσα σε κατοικημένη περιοχή, όπου υπάρχουν γυναίκες και παιδιά.

Ένα άλογο δεν είναι όπως ένα σκυλί που μπορεί να μείνει χωρίς αφεντικό και όταν γυρίζει στους δρόμους κανείς δεν νοιάζεται. Ένα άλογο είναι ένα άλογο· και εάν δεν το ξέρει, το ξέρουν οι άλλοι που το βλέπουν να έχει ένα σώμα πολύ πολύ πιο μεγάλο από έναν σκύλο, ογκώδες, ένα σώμα που δεν μπορεί ποτέ να εμπνεύσει πλήρη εμπιστοσύνη και από το οποίο όλοι φυλάγονται, επειδή ξαφνικά, ποτέ δεν ξέρει κανείς, μπορεί να δώσει καμιά απρόβλεπτη κλοτσιά. Κι έπειτα τα μάτια του μ’ εκείνο το ασπράδι που μερικές φορές φαίνεται αγριωπό και αιμάτινο· μάτια μεγάλα που καθρεφτίζουν τα πάντα, μάτια με τη ζωηράδα αναλαμπής, που κανείς δεν καταλαβαίνει, μιας ζωής πάντα μες στην αγωνία, που μπορεί να τρομάζει με το τίποτα.

Δεν τα αδικούμε, αλλά δεν είναι τα μάτια ενός σκύλου αυτά, ανθρώπινα, που ζητούν συγχώρεση ή λύπηση, που ξέρουν ακόμη και να προσποιούνται, με κάτι βλέμματα στα οποία η δική μας υποκρισία δεν έχει τίποτα να διδάξει.

Μες στα μάτια ενός αλόγου βλέπεις τα πάντα, αλλά δεν μπορείς να διαβάσεις τίποτα.

Είναι αλήθεια ότι το άλογο αυτό, έτσι που έχει καταντήσει, δεν μοιάζει να είναι επικίνδυνο για κανέναν. Γιατί όμως ν’ ανακατευθεί κανείς;

Ας πάει στο καλό. Εάν κάποιος ενοχλείται, θα φροντίσει εκείνος να το μετακινήσει, να το διώξει ή θα φροντίσουν οι χωροφύλακες.

Παιδιά, μην πετάτε πέτρες! Δεν βλέπετε ότι δεν έχει πια τίποτα επάνω του; Έτσι ελεύθερο και λυμένο που είναι, εάν το βάλει στα πόδια, ποιος θα το συγκρατήσει;

Καλύτερα να δούμε με την ησυχία μας πού πάει.

Να, πρώτα σ’ έναν εκεί πέρα που φτιάχνει ζυμαρικά και τ’ απλώνει να στεγνώσουν έξω πάνω σε κάτι τελάρα από δίχτυ ακουμπισμένα επάνω σε τρίποδα που τραμπαλίζουν.

Θεέ μου, εάν τα πλησιάσει θα τα ρίξει όλα χάμου.

Ο παραγωγός ζυμαρικών όμως τρέχει έγκαιρα για να το συγκρατήσει και το διώχνει μακριά. Να παρ’ η οργή, τίνος είναι αυτό το άλογο;

Τα αλητάκια δεν κρατιούνται άλλο, το παίρνουν από πίσω φωνάζοντας και γελώντας.

-Ένα άλογο που το ’σκασε;

-Όχι, εγκαταλειμμένο.

-Πώς εγκαταλειμμένο;

-Έτσι. Το άφησε το αφεντικό του. Ελεύθερο.

-Ώστε έτσι; Ένα άλογο, λοιπόν, που κάνει βόλτα για το κέφι του μες στους δρόμους του χωριού;

Για έναν άνθρωπο θα λέγαμε ότι είναι τρελός. Για ένα άλογο όμως τι να πει κανείς; Ένα άλογο το μόνο που ξέρει είναι ότι πεινάει. Τώρα, πιο κει απλώνει το μουσούδι του σ’ ένα πανέρι με χορταρικά, εκτεθειμένο ανάμεσα σε άλλα μπροστά στο μαγαζί ενός μανάβη.

Το έδιωξαν με τις κλωτσιές και από εκεί.

Είναι συνηθισμένο στα χτυπήματα και θα τα δεχόταν ήρεμα, εάν μετά το άφηναν να φάει. Αλλά δεν θέλουν με κανένα τρόπο να το αφήσουν να φάει. Όσο περισσότερο κάνει υπομονή, για να τους δείξει ότι δεν το πειράζει που το δέρνουν, τόσο περισσότερο αυτοί του στρίβουν το λαιμό για να το κρατήσουν μακριά από εκείνο το ωραίο πανέρι με τα χορταρικά. Και η επιμονή του προκαλεί τα γέλια. Μα χρειάζεται τόσο πολύ μυαλό για να καταλάβει κάποιος ότι εκείνα τα χορταρικά βρίσκονται εκεί, μες στο πανέρι, για να πουληθούν σε όποιον θέλει να τα φάει; Είναι τόσο απλό. Κι επειδή το άλογο δείχνει να μην το καταλαβαίνει, ξεσπούν ξεδιάντροπα γέλια.

Το ζώον! δεν έχει ούτε μια σταλιά άχυρο να φάει και θέλει και χορταρικά.

Κανείς δεν φαντάζεται ότι ένα ζώο, από τη μεριά του, μπορεί να έχει μια διαφορετική θεώρηση του πράγματος, πολύ πιο απλή στην πραγματικότητα. Τι να γίνει όμως;

Και το άλογο φεύγει, με όλα τα αλητάκια να το ακολουθούν, τα οποία, μετά τα δείγματα που έδωσε ότι μπορεί να δέχεται ήσυχα τα χτυπήματα, δεν συγκρατιούνται πλέον. Το τριγυρίζουν κάνοντας μια διαβολεμένη φασαρία, τόσο που το άλογο κάποια στιγμή σταματά ζαλισμένο, σα να ψάχνει τρόπο να δώσει τέλος στην ιστορία. Σπεύδει ένας ηλικιωμένος για να πει στα αλητάκια πως δεν αστειευόμαστε με τα άλογα.

-Να, βλέπετε;

Τα λόγια έχουν κάποια επίδραση για λίγο. Τα αλητάκια αρχίζουν πάλι να ακολουθούν το άλογο από κάποια απόσταση. Πού πάει;

Προχωρά εμπρός. Χωρίς να τολμά πλέον να πλησιάζει άλλα μαγαζιά, περνάει όλο το δρόμο του χωριού ως την κορυφή του λόφου κι εκεί που αυτός αρχίζει να κατεβαίνει, χωρίς σπίτια πια ένα γύρω, σταματά αναποφάσιστο.

Είναι φανερό πως δεν ξέρει πλέον πού να πάει.

Σ’ εκείνο το σημείο του δρόμου φυσά λιγάκι και το άλογο σηκώνει το κεφάλι, σαν να θέλει να ρουφήξει τον αέρα και μισοκλείνει τα μάτια, ίσως γιατί μυρίζει τη χλόη που βρίσκεται μακριά, στους αγρούς.

Μένει εκεί ακίνητο πολλή ώρα, έτσι με τα μάτια μισόκλειστα και με το τσουλούφι του να το κινεί ελαφρά ο αέρας επάνω στο δυνατό μέτωπό του.

Ας μη συγκινηθούμε όμως. Μην ξεχνάμε την τύχη που έχει εκείνο το άλογο, όπως οποιοδήποτε άλλο: την τύχη να είναι άλογο.

Εάν τα πρώτα αλητάκια κουράστηκαν τελικά να στέκονται να το κοιτάζουν και έφυγαν, άλλα, πολύ περισσότερα, αποτελούν τώρα τη χαρούμενη ακολουθία του, ενώ βραδιάζει και έρχεται, ποιος ξέρει από πού, σαν να είναι η πρώτη φορά, παράξενα διεγερμένο από μία μεθυστική ανυπομονησία εξαιτίας της πείνας που νιώθει και με το κεφάλι ψηλά πηγαίνει στη μέση του κεντρικού δρόμου του χωριού και στέκεται εκεί χτυπώντας με την οπλή του το σκληρό λιθόστρωτο σαν να θέλει να πει: σας διατάζω να μου φέρετε αμέσως κάτι να φάω εδώ, εδώ εδώ.

Σφυρίγματα, χειροκροτήματα, γέλια, φωνές κάθε είδους σηκώνονται από το πλήθος εξαιτίας αυτής της επιτακτικής χειρονομίας. Ο κόσμος έρχεται τρέχοντας, αφήνοντας τα τραπεζάκια του καφέ και τα μαγαζιά. Όλοι θέλουν να γνωρίσουν εκείνο το άλογο – που το έσκασε – που δεν το έσκασε – εγκαταλειμμένο - ώσπου δύο χωροφύλακες προχωρούν ανάμεσα στο πλήθος. Ο ένας αρπάζει από τη χαίτη το άλογο και το σέρνει πέρα, ενώ ο άλλος εμποδίζει τα αλητάκια να ακολουθήσουν, σπρώχνοντάς τα προς τα πίσω.

Αφού το οδήγησαν έξω από την κατοικημένη περιοχή, μετά τα τελευταία σπίτια και τα εργαστήρια, αφού πέρασε τη γέφυρα, το άλογο, που δεν κατάλαβε τίποτα, ένα πράγμα μόνο αντιλαμβάνεται: τη μυρωδιά της χλόης, αυτή τη φορά πολύ κοντινής, εκεί στην άκρη του δρόμου, μετά τη γέφυρα, που οδηγεί στην εξοχή.

Επειδή, ανάμεσα στις πολλές συμφορές που μπορούν να το βρουν κάτω από την εξουσία του ανθρώπου, ένα άλογο έχει τουλάχιστον πάντα αυτή την τύχη: να μη σκέφτεται τίποτα. Ούτε το ότι είναι ελεύθερο. Ούτε το πότε και πώς θα καταλήξει. Τίποτε. Θα το διώξουν από παντού; Θα το πετάξουν να τσακιστεί σ’ έναν γκρεμό;

Τώρα, προς το παρόν, τρώει το χόρτο στην άκρη του δρόμου. Το βραδάκι είναι γλυκό. Ο ουρανός γεμάτος άστρα. Αύριο βλέπουμε.

Δεν το σκέφτεται.

[1935]

Η μύγα. Νουβέλα του Λουίτζι Πιραντέλο

 Ξέπνοοι, λαχανιασμένοι, για να κάνουν πιο γρήγορα, όταν έφτασαν κάτω από το χωριό – έλα, από δω, θάρρος! – σκαρφάλωσαν τη βραχώδη και αργιλώδη πλαγιά με τη βοήθεια και των χεριών τους – κουράγιο! κουράγιο! – αφού τα άρβυλά τους με τα καρφιά – Θεέ μου! – γλιστρούσαν.



Μόλις ξεπρόβαλαν από την πλαγιά, αναψοκοκκινισμένοι, οι γυναίκες που ήταν συγκεντρωμένες γύρω από τη βρύση στην έξοδο του χωριού και μιλούσαν φωναχτά, έστρεψαν όλες για να δουν. Τ’ αδέλφια Τορτορίτσι δεν ήταν εκείνοι οι δυο; Ναι, ο Νέλι και ο Σάρο Τορτορίτσι. Οι κακόμοιροι! Και γιατί έτρεχαν έτσι;

Ο Νέλι, ο μικρότερος από τους δύο, μην αντέχοντας άλλο, σταμάτησε για λίγο να πάρει μιαν ανάσα και ν’ απαντήσει σ’ εκείνες τις γυναίκες, αλλά ο Σάρο τον πήρε τραβώντας τον από το μπράτσο.

- Ο Τζουρλάνου Τζαρού, ο ξάδελφός μας! – είπε ο Νέλι στρέφοντας και κάνοντας μια χειρονομία για να δείξει ότι ήταν ετοιμοθάνατος.

Οι γυναίκες ξέσπασαν σε κραυγές συμπόνιας και τρόμου· μία ρώτησε φωνάζοντας:

-Ποιος το έκανε;

-Κανείς, ο Θεός! – φώναξε ο Νέλι από μακριά.

Έστριψαν και έτρεξαν προς την μικρή πλατεία όπου βρισκόταν το σπίτι του κοινοτικού γιατρού.

Ο γιατρός, ο κύριος Σιντόρο Λοπίκολο, χωρίς σακάκι, με το πουκάμισο μόνο ανοιχτό στο στήθος, με γένια τουλάχιστον δέκα ημερών στα πλαδαρά μάγουλά του και με πρησμένα και τσιμπλιάρικα μάτια, γυρόφερνε μες στα δωμάτια σέρνοντας τις παντόφλες και κρατούσε αγκαλιά μία άρρωστη χλωμή μικρή, πετσί και κόκαλο, εννέα χρονών περίπου.

Η γυναίκα του έντεκα μήνες άρρωστη· έξι παιδιά στο σπίτι, εκτός από εκείνο που κρατούσε αγκαλιά και που ήταν το μεγαλύτερο· κουρελιάρικα, βρώμικα, σε ημιάγρια κατάσταση. Όλο το σπίτι άνω κάτω, ήταν μια σκέτη καταστροφή: θραύσματα πιάτων, φλούδες, σωροί τα σκουπίδια επάνω στο πάτωμα· σπασμένες καρέκλες, πολυθρόνες ξεπατωμένες, κρεβάτια που είχαν να στρωθούν ποιος ξέρει από πότε, με τις κουβέρτες κουρέλια, επειδή τα παιδιά διασκέδαζαν παίζοντας τον πόλεμο επάνω στα κρεβάτια και πετώντας τα μαξιλάρια, τα χαριτωμένα! Το μόνο άθικτο πράγμα, σ’ ένα δωμάτιο που κάποτε ήταν το σαλονάκι, ένα φωτογραφικό πορτρέτο μεγεθυμένο και κρεμασμένο στον τοίχο· ήταν το δικό του πορτρέτο, του γιατρού κυρίου Σιντόρο Λοπίκολο, όταν ήταν ακόμη νεαρούλης, μόλις είχε πάρει το πτυχίο: καλοβαλμένος, κομψός και χαμογελαστός. Μπροστά σ’ αυτό το πορτρέτο πήγαινε τώρα σέρνοντας τα πόδια του· του έδειχνε τα δόντια μ’ έναν μορφασμό όλο χάρη, υποκλινόταν και του παρουσίαζε το άρρωστο κοριτσάκι του, απλώνοντας τα χέρια.

-Σισινέ, να σε εδώ!

Επειδή Σισινέ τον φώναζε κανακεύοντάς τον η μάνα του έναν καιρό, η μάνα του που προσδοκούσε σπουδαία πράγματα από αυτόν που ήταν ο Βενιαμίν, το στήριγμα και το έμβλημα του σπιτιού.

-Σισινέ!

Υποδέχτηκε τους δύο χωρικούς σαν ένας υδρόφοβος σκύλος.

-Τι θέλετε;

Μίλησε ο Σάρο Τορτορίτσι, λαχανιασμένος ακόμη, με την τραγιάσκα του στο χέρι:

-Κυρ γιατρέ, ένας ξάδελφός μας, ο κακομοίρης, πεθαίνει...

-Ο τυχεράκιας! Χτυπήστε χαρμόσυνα τις καμπάνες! φώναξε ο γιατρός.

-Α, όχι κύριε! Πεθαίνει έτσι, ξαφνικά, χωρίς να ξέρουμε από τι. Στην περιοχή της Μοντελούζα, μέσα σ’ ένα στάβλο.

Ο γιατρός έκανε ένα βήμα πίσω και ξέσπασε αγριεμένος.

-Στη Μοντελούζα;

Ήταν γεμάτα εφτά μίλια δρόμος από το χωριό. Και τι δρόμος!

-Γρήγορα, γρήγορα, για το Θεό! παρακάλεσε ο Τορτορίτσι. Έχει μελανιάσει όλος, σαν ένα κομμάτι συκώτι! Πρήστηκε τόσο που σε κάνει να φοβάσαι. Για το Θεό, γιατρέ!

-Μα πώς θα πάμε, με τα πόδια; φώναξε ο γιατρός. Δέκα μίλια με τα πόδια; Είστε τρελοί! Ένα μουλάρι! Θέλω ένα μουλάρι! Το έχετε έτοιμο;

-Τρέχω αμέσως να το φέρω, βιάστηκε ν’ απαντήσει ο Τορτορίτσι. Θα το δανειστώ.

- Κι εγώ τότε, είπε ο Νέλι, ο μικρότερος, πάω γρήγορα να ξυριστώ.

Ο γιατρός γύρισε και τον κοίταξε, σαν να ήθελε να τον καταβροχθίσει με τα μάτια.

-Είναι Κυριακή, κύριε, δικαιολογήθηκε ο Νέλι, χαμογελώντας χαμένος. Είμαι αρραβωνιασμένος.

-Α, ώστε είσαι αρραβωνιασμένος; κάγχασε ο γιατρός, εκτός εαυτού. Κράτησέ την τότε αυτήν!

Και λέγοντας αυτά έβαλε στην αγκαλιά του την άρρωστη κόρη του· έπειτα πήρε ένα ένα τα άλλα μικρά που είχαν μαζευτεί γύρω του και του τα έσπρωξε με φούρια ανάμεσα στα πόδια.

- Κι αυτό! Κι αυτό! Κι αυτό! Κι αυτό! Ζώο! Ζώο! Ζώο!

Του γύρισε την πλάτη, έκανε να φύγει, αλλά γύρισε πίσω, ξαναπήρε την άρρωστη και φώναξε και στους δύο:

-Πηγαίνετε! Φέρτε το μουλάρι! Έρχομαι αμέσως.

Ο Νέλι Τορτορίτσι ξαναχαμογέλασε κατεβαίνοντας τη σκάλα πίσω από τον αδελφό του. Ήταν είκοσι χρονών· η αρραβωνιαστικιά του, η Λούτσα, δεκάξι: ένα τριαντάφυλλο! Εφτά παιδιά; Λίγα ήταν! Εκείνος ήθελε δώδεκα. Για να τ’ αναστήσει θα τον βοηθούσαν τα δυο του γερά μπράτσα μόνο, που του τα είχε δώσει ο Θεός. Πάντα να δουλεύει με χαρά, με μεράκι και να τραγουδά. Δεν ήταν τυχαίο που του είχαν δώσει το παρατσούκλι Λιολά ο ποιητής. Και καθώς ένιωθε ότι τον αγαπούσαν όλοι για την εξυπηρετική καλοσύνη του και για την σταθερά καλή του διάθεση, χαμογελούσε ακόμη και στον αέρα που ανάσαινε. Ο ήλιος δεν είχε ακόμη καταφέρει να του μαυρίσει το δέρμα, να του κατσιάσει το όμορφο ξανθό χρυσαφί των κατσαρών μαλλιών του, που πολλές γυναίκες θα το ζήλευαν, γυναίκες που κοκκίνιζαν, αναστατωμένες, όταν τις κοίταζε με νόημα, μ’ εκείνα τα ζωηρά, ανοιχτόχρωμα μάτια του.

Περισσότερο και απ’ την περίπτωση του ξαδέλφου του Τζαρού εκείνη τη μέρα τον στενοχωρούσε κατά βάθος το κατσούφιασμα που του θα του επιφύλασσε η Λούτσα, που επί έξι μέρες περίμενε με αγωνία εκείνη την Κυριακή για να μείνει για λίγο μαζί του. Το βαστούσε όμως η καρδιά του να ξεφύγει από εκείνη τη χριστιανική συμπόνια; Καημένε Τζουρλάνου! Ήταν κι εκείνος αρραβωνιασμένος. Τι συμφορά, έτσι στα ξαφνικά! Ράβδιζε μύγδαλα εκεί κάτω στο κτήμα του Λόπες, στη Μοντελούζα. Το προηγούμενο πρωί, το Σάββατο, ο ουρανός συννέφιασε, αλλά δενφαινόταν άμεσος ο κίνδυνος της βροχής. Προς το μεσημέρι όμως ο Λόπες λέει: «Κάντε γρήγορα· δε θα ήθελα, τέκνα μου, να μου μείνουν καταγής τ’ αμύγδαλα, κάτω από τη βροχή» και έδωσε εντολή στις γυναίκες που μάζευαν τον καρπό να πάνε επάνω, στην αποθήκη, να σπάσουν τ’ αμύγδαλα. «Εσείς» λέει, απευθυνόμενος στους άντρες που ράβδιζαν (ανάμεσά τους και οι Νέλι και Σάρο Τορτορίτσι) «εσείς, εάν θέλετε, πηγαίνετε μαζί με τις γυναίκες να σπάσετε». «Εντάξει» λέει ο Τζαρού «όμως το μεροκάματό μου θα συμβαδίζει με το μισθό μου, εικοσιπέντε σόλδια;» «Όχι, μισό μεροκάματο· θα σου το υπολογίσω με το μισθό σου·» λέει ο Λόπες «το υπόλοιπο, μισή λιρέτα, όπως οι γυναίκες» Αυταρχικότητα! Γιατί, μήπως δεν είχε δουλειά για τους άντρες έτσι ώστε να κερδίσουν ολόκληρο το μεροκάματο; Δεν έβρεχε και δεν έβρεξε πράγματι όλη τη μέρα, ούτε τη νύχτα. «Μισή λιρέτα, όπως στις γυναίκες;» λέει ο Τζουρλάνου Τζαρού. «Εγώ φοράω παντελόνια. Να μου πληρώσει τη μισή μέρα με βάση τα εικοσιπέντε σόλδια, και φεύγω».

Δεν έφυγε· έμεινε περιμένοντας μέχρι το βράδυ τα ξαδέλφια του που συμβιβάστηκαν να σπάσουν τα μύγδαλα με μισή λιρέτα, όπως οι γυναίκες. Κάποια στιγμή όμως, επειδή κουράστηκε να μένει άπραγος και να κοιτάζει, μπήκε σ’ έναν στάβλο εκεί κοντά κι έπεσε να κοιμηθεί, ζητώντας από το τσούρμο να τον ξυπνήσει όταν θα ερχόταν η ώρα της αναχώρησης.

Ράβδιζαν μιάμιση μέρα και τα μύγδαλα που μάζεψαν ήταν λίγα. Οι γυναίκες πρότειναν να τα σπάσουν το ίδιο εκείνο βράδυ, δουλεύοντας μέχρι αργά και να μείνουν για ύπνο εκεί την υπόλοιπη νύχτα, για ν’ ανέβουν στο χωριό το επόμενο πρωί, ξυπνώντας χαράματα. Έτσι και έκαναν. Ο Λόπες έφερε βρασμένα κουκιά και δύο φλάσκες κρασί. Τα μεσάνυχτα, τελειώνοντας το σπάσιμο, έπεσαν όλοι, άντρες και γυναίκες για ύπνο στην αυλή, κάτω από τον ξάστερο ουρανό, όπου το άχυρο που είχε απομείνει ήταν βρεγμένο από την υγρασία, λες και πράγματι είχε βρέξει.

-Λιολά, τραγούδα!

Κι εκείνος, ο Νέλι, άρχισε ξαφνικά να τραγουδάει. Το φεγγάρι μπαινόβγαινε ανάμεσα σ’ ένα πυκνό κουβάρι από λευκά και μαύρα συννεφάκια· και το φεγγάρι ήταν το ολοστρόγγυλο πρόσωπο της Λούτσας του που χαμογελούσε και σκοτείνιαζε με τα πάθη του έρωτα, άλλοτε λυπημένα και άλλοτε χαρούμενα. Ο Τζουρλάνου Τζαρού είχε μείνει μες στον στάβλο. Πριν απ’ το ξημέρωμα ο Σάρο πήγε να τον ξυπνήσει και τον βρήκε εκεί πρησμένο και μελανιασμένο να ψήνεται στον πυρετό.

Αυτά διηγήθηκε ο Νέλι Τορτορίτσι στον κουρέα που αφηρημένος κάποια στιγμή τον γρατσούνισε με το ξυράφι. Μια μικρή πληγή κοντά στο σαγόνι που δεν διακρινόταν καν! Ο Νέλι ούτε που το πήρε είδηση, επειδή στην είσοδο του μπαρμπέρικου πρόβαλε η Λούτσα με τη μητέρα της και τη Μίτα Λουμία, την κακομοίρα την αρραβωνιαστικιά του Τζουρλάνου Τζαρού, που φώναζε και έκλαιγε απελπισμένη.

Έβαλαν τα δυνατά τους για να δώσουν στο κακόμοιρο κορίτσι να καταλάβει ότι δεν μπορούσε να πάει μέχρι τη Μοντελούζα για να δει τον αρραβωνιαστικό της. Θα τον έβλεπε πριν βραδιάσει, μόλις θα τον έφερναν επάνω στο χωριό όπως όπως. Έφτασε ξαφνικά ο Σάρο χειρονομώντας και φωνάζοντας ότι ο γιατρός είχε καβαλικέψει κιόλας και δεν μπορούσε πια να περιμένει. Ο Νέλι πήρε κατά μέρος τη Λούτσα και την παρακάλεσε να κάνει υπομονή. Θα επέστρεφε πριν το βράδυ και θα της έλεγε τόσα ωραία πράγματα.

Ωραία πράγματα όντως είναι και εκείνα που λένε μεταξύ τους δυο αρραβωνιασμένοι όταν σφίγγουν τα χέρια και κοιτάζονται μες στα μάτια.

Παλιόδρομος της συμφοράς! Γκρεμοί, που έκαναν το γιατρό Λοπίκολο να βλέπει το χάρο με τα μάτια του, παρόλο που ο Σάρο από τη μια και ο Νέλι από την άλλη κρατούσαν το μουλάρι από το καπίστρι.

Από ψηλά φαινόταν όλη η εκτεταμένη εξοχή, με πεδιάδες και κοιλάδες· καλλιεργημένη με σιτηρά, με ελαιώνες, με αμυγδαλιές. Κιτρίνιζε τώρα από τις καλαμιές των σιτηρών και εδώ κι εκεί μαύριζαν οι κηλίδες από όσες είχαν καεί. Στο βάθος διακρινόταν η θάλασσα έντονα κυανή. Μουριές, χαρουπιές, κυπαρίσσια, λιόδεντρα έδιναν τις δικές τους διαφορετικές αποχρώσεις του αέναου πράσινου. Τις κορυφές από τις αμυγδαλιές τις είχαν κιόλας αραιώσει.

Ολοτρόγυρα στον πλατύ ορίζοντα υπήρχε κάτι σαν αέρινο πέπλο. Ο καύσωνας όμως ήταν ανυπόφορος· ο ήλιος έσπαγε τις πέτρες. Πότε πότε έφτανε πέρα από τις σκονισμένες αιμασιές από φραγκόσυκα η στριγκιά φωνή καμιάς γαλιάντρας ή το γέλιο καμιάς κίσσας, που έκανε ν’ ανασηκώνονται τ’ αυτιά του μουλαριού του γιατρού.

-Παλιομούλαρο! παλιομούλαρο! διαμαρτυρόταν τότε εκείνος.

Για να μη χάνει από τα μάτια του εκείνα τ’ αυτιά, δεν αισθανόταν καν τον ήλιο που είχε μπρος στα μάτια του και άφηνε ανοιχτή την άθλια ομπρέλα με την πράσινη φόδρα ν’ ακουμπά επάνω στον μηρό του.

- Μη φοβόσαστε, κύριε, εδώ είμαστε εμείς, τον ενθάρρυναν οι αδελφοί Τορτορίτσι.

Στην πραγματικότητα ο γιατρός δεν θα έπρεπε να φοβάται. Τα παιδιά του σκεφτόταν. Έπρεπε να φυλάει το τομάρι του για εκείνα τα εφτά δυστυχισμένα πλάσματα.

Για να του αποσπάσουν την προσοχή οι Τορτορίτσι άρχισαν να του μιλούν για την κακή χρονιά: ελάχιστο το στάρι, ελάχιστο το κριθάρι, ελάχιστα τα κουκιά. Για τ’ αμύγδαλα ήταν δα γνωστό πως δεν καρποφορούν πάντα: ένα χρόνο ναι, τον άλλο χρόνο όχι. Για τις ελιές, κουβέντα να μη γίνεται: η ομίχλη τις είχε ζαρώσει πάνω στην ανάπτυξη, αλλά και ο τρύγος δε θα μπορούσε ν’ αποζημιώσει τους αγρότες, επειδή όλα τα αμπέλια της περιοχής ήταν άρρωστα.

-Καλή παρηγόρια! έλεγε κάθε τόσο ο γιατρός, κουνώντας το κεφάλι.

Μετά από δυο ώρες περπάτημα, όλα τα θέματα συζήτησης είχαν εξαντληθεί. Ο φαρδύς δρόμος προχωρούσε ευθύς για ένα μεγάλο διάστημα και στο επάνω στρώμα του, αποτελούμενο από μια ασπριδερή σκόνη, άρχισαν τη συζήτηση οι τέσσερις οπλές του μουλαριού και τα άρβυλα με τα καρφιά στις σόλες των δύο χωρικών. Ο Λιολά κάποια στιγμή άρχισε να σιγοτραγουδά ανόρεχτα και με σπασμένη φωνή· σταμάτησε σύντομα. Δε συνάντησαν ψυχή στο δρόμο, επειδή όλοι οι χωριάτες ήταν την Κυριακή επάνω στο χωριό, άλλος για να πάει στην εκκλησία, άλλος για ψώνια και άλλος για αναψυχή. Ίσως εκεί κάτω, στη Μοντελούζα, δεν είχε απομείνει κανείς πλάι στον Τζουρλάνου Τζαρού, που πέθαινε μόνος, αν ήταν ακόμη ζωντανός.

Τον βρήκαν, πράγματι, μόνο, μέσα στη μπόχα του βρόμικου στάβλου, ξαπλωμένο επάνω στο τοιχάκι, όπως τον είχαν αφήσει ο Σάρο και ο Νέλι Τορτορίτσι: μελανιασμένο, πρησμένο, αγνώριστο.

Ακουγόταν ο επιθανάτιος ρόγχος του.

Από το σιδερόφρακτο παράθυρο, κοντά στο παχνί, έμπαινε ο ήλιος για να του χτυπήσει το πρόσωπο που δεν έμοιαζε πια ανθρώπινο: η μύτη του με το πρήξιμο είχε χαθεί και τα χείλη του ήταν κι εκείνα τρομερά πρησμένα. Και ο ρόγχος έβγαινε από εκείνα τα χείλη με αγανάκτηση, σαν γρύλισμα. Ανάμεσα στα μαύρα κατσαρά μαλλιά του ένα κομματάκι άχυρο έλαμπε στον ήλιο.

Οι τρεις στάθηκαν μια στιγμή για να τον κοιτάξουν, σαστισμένοι και διστακτικοί από τον τρόμο που προκαλούσε εκείνο το θέαμα. Το μουλάρι χτύπησε την οπλή του πάνω στο χαλικόστρωτο του στάβλου, χλιμιντρίζοντας. Τότε ο Σάρο Τορτορίτσι πλησίασε τον ετοιμοθάνατο και τον κάλεσε τρυφερά:

-Τζουρλά, Τζουρλά, ήρθε ο γιατρός.

Ο Νέλι πήγε να δέσει το μουλάρι στο παχνί κοντά στο οποίο, επάνω στον τοίχο, ήταν ο ίσκιος λες ενός άλλου ζώου, τα ίχνη του γάιδαρου που έμενε σ’ εκείνο τον στάβλο και άφησε εκεί τη στάμπα του τρίβοντας το σώμα του στον τοίχο.

Ο Τζουρλάνου Τζαρού, όταν τον ξαναφώναξαν, σταμάτησε το ρόγχο, δοκίμασε ν’ ανοίξει τα αιμάτινα μάτια του, τα μαυρισμένα, γεμάτα τρόμο. Άνοιξε to τρομερό στόμα του και αναστέναξε, σαν να καιγότανε τα σωθικά του:

-Πεθαίνω!

-Όχι, όχι, βιάστηκε να του πει ο Σάρο, όλος αγωνία. Εδώ είναι ο γιατρός. Τον φέραμε εμείς· τον βλέπεις;

-Πηγαίνετέ με στο χωριό! παρακάλεσε ο Τζαρού και με αγκομαχητό, χωρίς να μπορεί να κλείσει τα χείλη του: Αχ, μανούλα μου!

-Ναι, να εδώ είναι το μουλάρι! Απάντησε αμέσως ο Σάρο.

-Αλλά και στην αγκαλιά μου ακόμη θα σε κουβαλήσω εγώ, Τζουρλά! είπε ο Νέλι, τρέχοντας κοντά του και σκύβοντας επάνω του. Μην το βάζεις κάτω!

Ο Τζουρλάνο Τζαρού έστρεψε ακούγοντας τη φωνή του Νέλι, τον κοίταξε μ’ εκείνα τα αιμάτινα μάτια του, σαν να μην τον αναγνώρισε στην αρχή, έπειτα άπλωσε το χέρι και τον έπιασε από τη ζώνη.

-Εσύ είσαι; Εσύ;

-Εγώ, ναι, κουράγιο! Κλαις; Μην κλαις, Τζουρλά, μην κλαις. Δεν είναι τίποτα!

Και έβαλε το χέρι επάνω στο στήθος του που τρανταζόταν από τα αναφιλητά και τα οποία δεν μπορούσαν να ξεσπάσουν από το λαιμό του. Πνιγμένος, κάποια στιγμή ο Τζαρού κούνησε με θυμό το κεφάλι του, έπειτα σήκωσε το χέρι, έπιασε το Νέλι από το λαιμό και τον τράβηξε επάνω του:

-Ταυτόχρονα θα παντρευόμασταν....

-Και ταυτόχρονα θα παντρευτούμε, μην αμφιβάλλεις! είπε ο Νέλι, απομακρύνοντας το χέρι του που του έσφιγγε το λαιμό.

Στο μεταξύ ο γιατρός εξέταζε τον ετοιμοθάνατο. Ήταν φανερό: ένα περιστατικό άνθρακα.

-Για πείτε μου, δε θυμόσαστε να σας έχει τσιμπήσει κάποιο έντομο;

-Όχι, έκανε με το κεφάλι ο Τζαρού.

-Έντομο; ρώτησε ο Σάρο.

Ο γιατρός εξήγησε, όσο μπορούσε καλύτερα, σ’ εκείνους τους δύο αδαείς, την αρρώστια. Κάποιο ζώο θα έπρεπε να είχε πεθάνει εκεί τριγύρω από άνθρακα. Πάνω στο ψοφίμι, πεταμένο σε κάποια χαράδρα, ποιος ξέρει πόσα έντομα είχαν καθίσει. Κάποιο από αυτά πετώντας μετέδωσε την αρρώστια στον Τζαρού μέσα σ’ εκείνο τον στάβλο.

Την ώρα που ο γιατρός έλεγε αυτά ο Τζαρού έστρεψε το πρόσωπο προς τον τοίχο.

Κανείς δεν το ήξερε, αλλά ο θάνατος ήταν ακόμη εκεί, παρών. Τόσο μικρός που μόλις θα μπορούσε κανείς να τον διακρίνει, εάν τον πρόσεχε.

Υπήρχε μια μύγα εκεί, επάνω στον τοίχο, που έμοιαζε ακίνητη· κοιτάζοντάς την όμως καλά, έβλεπε κανείς πότε να βγάζει έξω τη μικρή της προβοσκίδα και να ρουφάει, πότε καθάριζε γρήγορα τα μπροστινά λεπτά της ποδαράκια, τρίβοντάς ταμεταξύ τους, σαν να ήταν ικανοποιημένη. Ο Τζαρού τη διέκρινε και κάρφωσε επάνω της το βλέμμα.

Μια μύγα.

Θα μπορούσε να ήταν εκείνη εκεί ή κάποια άλλη. Ποιος να ξέρει; Τώρα που άκουγε το γιατρό να μιλά, νομίζει ότι θυμήθηκε. Ναι, την προηγούμενη μέρα, όταν έπεσε εκεί να κοιμηθεί, περιμένοντας τα ξαδέλφια του να τελειώσουν το σπάσιμο των αμύγδαλων του Λόπες, μία μύγα τον ενοχλούσε. Θα μπορούσε να ήταν αυτή;

Την είδε ξαφνικά ν’ απλώνει τα φτερά και να πετάει και την παρακολουθούσε με το βλέμμα.

Να την, πήγε και έκατσε επάνω στο μάγουλο του Νέλι. Από το μάγουλο, ανεπαίσθητα περιδιάβαζε τώρα στο σαγόνι του μέχρι που έφτασε στη αμυχή του ξυραφιού και καρφώθηκε αχόρταγη εκεί.

Ο Τζουρλάνου Τζαρού έμεινε να την κοιτάει προσεχτικά, απορροφημένος. Έπειτα, βραχνιασμένος και με δύσπνοια ρώτησε με σπηλαιώδη φωνή.

-Μπορεί να ’ναι και μια μύγα;

-Μια μύγα; Γιατί όχι; - απάντησε ο γιατρός.

Ο Τζουρλάνου Τζαρού δεν είπε τίποτε άλλο και βάλθηκε να κοιτάζει εκείνη τη μύγα την οποία ο Νέλι, που σχεδόν τα είχε χάσει από τα λόγια του γιατρού, δεν την έδιωχνε. Ο Τζαρού δεν πρόσεχε πια σε όσα έλεγε ο γιατρός, αλλά ευχαριστιόταν με το γεγονός πως μιλώντας εκείνος αποσπούσε την προσοχή του ξαδέλφου του, κάνοντάς τον να στέκεται ακίνητος σαν άγαλμα και να μη δίνει σημασία στην ενόχληση που του προκαλούσε εκείνη η μύγα επάνω στο μάγουλο. Μακάρι να ήταν η ίδια! Τότε μάλιστα, θα παντρεύονταν ταυτόχρονα! Μία σκοτεινή ζηλοφθονία, μία κρυφή, μία άγρια ζήλια τον είχαν κυριεύσει για εκείνο το νεαρό ξάδελφο, τόσο όμορφο και ακμαίο που είχε μπροστά του γεμάτη υποσχέσεις τη ζωή, η οποία εκείνον τον εγκατέλειπε ξαφνικά.

Κάποια στιγμή ο Νέλι αισθάνθηκε επιτέλους το τσίμπημα, σήκωσε το χέρι, έδιωξε τη μύγα και με τα δάχτυλα άρχισε να πιέζει το σαγόνι του επάνω στην αμυχή. Στράφηκε στον Τζαρού που τον κοίταζε και έμεινε για λίγο αμήχανος γιατί αυτός είχε ανοίξει τα τρομακτικά του χείλη σε ένα τερατώδες χαμόγελο. Απόμειναν να κοιτάζονται για λίγο. Κατόπιν ο Τζαρού είπε χωρίς να το θέλει:

-Η μύγα.

Ο Νέλι δεν κατάλαβε και έτεινε το αυτί:

-Τι λες;

-Η μύγα, απάντησε εκείνος.

-Ποια μύγα; Πού; ρώτησε ο Νέλι αποσβολωμένος κοιτάζοντας το γιατρό.

-Εκεί που ξύνεσαι. Το ξέρω σίγουρα! είπε ο Τζαρού.

Ο Νέλι έδειξε στο γιατρό το τραύμα στο σαγόνι:

-Τι έχω; Με τρώει.

Ο γιατρός τον κοίταξε συνοφρυωμένος· κατόπιν, σαν να ήθελε να τον εξετάσει καλύτερα, τον πήρε έξω από το στάβλο. Ο Σάρο τους ακολούθησε.

Τι συνέβη μετά; Ο Τζουρλάνου Τζαρού περίμενε, περίμενε πολλή ώρα με μια αγωνία που του τάραζε τα σωθικά. Άκουγε να μιλούν εκεί έξω ανάκατα. Κάποια στιγμή ο Σάρο μπήκε φουριόζος μέσα στο στάβλο, πήρε το μουλάρι και, χωρίς καν να στρέψει να τον κοιτάξει, βγήκε έξω με λυγμούς:

-Α, Νελούτσο μου! Α, Νελούτσο μου!

Ήταν αλήθεια, λοιπόν; Και να, τον εγκατέλειπαν εκεί, σαν σκυλί. Προσπάθησε ν’ ανασηκωθεί στον έναν αγκώνα, φώναξε δυο φορές:

-Σάρο! Σάρο!

Σιωπή. Κανείς. Δεν μπορούσε πια να κρατηθεί επάνω στον αγκώνα, έπεσε και άρχισε να γρυλίζει αρκετή ώρα για να μην αισθάνεται τη σιωπή της εξοχής που τον τρόμαζε. Κάποια στιγμή του γεννήθηκε η αμφιβολία μήπως είχε ονειρευτεί, μήπως είχε δει ένα κακό όνειρο μες στον πυρετό του· γυρίζοντας όμως προς τον τοίχο είδε τη μύγα πάλι εκεί.

Νάτην.

Πότε έβγαζε τη μικρή της προβοσκίδα και ρουφούσε, πότε καθάριζε στα γρήγορα τα δυο της μπροστινά λεπτά ποδαράκια, τρίβοντάς τα μεταξύ τους, λες και ένιωθε ικανοποιημένη.

[1904]

1988: Άγγιξε το όνειρο στη Γάνδη

 Ο Αυτοκράτορας στις 5 Απριλίου 1988 στη Γάνδη συγκρούστηκε με την πρωταθλήτρια Ευρώπης Τρέισερ με στόχο την πρόκριση στο τελικό του Κυπέλλο...