Τυχερά τα άλογα, του Λουίτζι Πιραντέλλο

Ο στάβλος είναι εκεί, πίσω από την κλειστή πόρτα, αμέσως μετά την είσοδο της κατηφορικής χωριάτικης αυλής, με το φθαρμένο λιθόστρωτο και τη στέρνα στη μέση.

Η πόρτα έχει αρχίσει να σαπίζει· κάποτε ήταν πράσινη, τώρα έχει σχεδόν χάσει το χρωματισμό της, όπως το σπίτι, που έχει χάσει το κιτρινωπό χρώμα του σουβά και γι’ αυτό φαίνεται το πιο παλιό και το πιο άθλιο της περιοχής.



Σήμερα το πρωί, με την αυγή, η πόρτα έκλεισε απ’ έξω με έναν χοντρό σκουριασμένο σύρτη και το άλογο, που ήταν μες στο στάβλο, το έβγαλαν έξω και το άφησαν εκεί μπροστά, άγνωστο γιατί, χωρίς χαλινάρι, ούτε σέλα, ούτε δισάκι, χωρίς καν καπίστρι.

Στέκεται εκεί υπομονετικό, σχεδόν ακίνητο, αρκετές ώρες. Αισθάνεται, μέσα από την κλειστή πόρτα, τη μυρωδιά του στάβλου του εκεί κοντά, τη μυρωδιά της αυλής και μοιάζει πότε πότε, εισπνέοντάς την με τα ρουθούνια ορθάνοιχτα, ν’ αναστενάζει.

Με περίεργο τρόπο σε κάθε αναστεναγμό απαντά μία νευρική ανατριχίλα του δέρματος στην πλάτη, όπου υπάρχει το σημάδι από μια παλιά πληγή της σέλας.

Καθώς είναι ελεύθερα από κάθε εξάρτημα το κεφάλι και όλο του το σώμα μπορεί να δει κανείς πώς το κατάντησαν τα χρόνια: το κεφάλι, όταν το σηκώνει, έχει ακόμη κάτι το ευγενικό αλλά θλιμμένο· το κορμί του είναι για λύπηση· η ράχη όλο εξογκώματα· τα πλευρά του κοκαλιάρικα· τα λαγόνια του σουβλερά· η χαίτη του όμως πυκνή ακόμη και η ουρά του μακριά που μόλις έχει αρχίσει να μαδά.

Ένα άλογο που δεν μπορεί πια να προσφέρει τίποτα, για να πούμε την αλήθεια.

Τι περιμένει εκεί, μπροστά από την πόρτα;

Όποιος διαβάτης το βλέπει και ξέρει ότι το αφεντικό του έχει φύγει, παίρνοντας μαζί του όλη την οικοσκευή, για να πάει να ζήσει αλλού, σκέφτεται ότι ίσως κάποιος να έρθει, επιφορτισμένος από εκείνον, να το πάρει, παρόλο που, εγκαταλειμμένο μ’ αυτό τον τρόπο και απογυμνωμένο από κάθε τι, μοιάζει περισσότερο με ένα άλογο παρατημένο.

Μερικοί διαβάτες σταματούν για να το κοιτάξουν και κάποιος λέει ότι ήξερε πως το αφεντικό του, πριν φύγει, είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να το ξεφορτωθεί, προσπαθώντας στην αρχή να το πουλήσει, έστω και σε χαμηλή τιμή, έπειτα το πρόσφερε δώρο σε διάφορους, ακόμη και σ’ εκείνον, αλλά κανείς δεν το ήθελε, ούτε σαν δώρο, ούτε και ο ίδιος.

Να μην έτρωγε ένα άλογο..., αλλά τρώει. Και όσο για τις υπηρεσίες που μπορεί ακόμα να προσφέρει, έτσι γέρικο και κακομοιριασμένο που είναι, ας μη γελιόμαστε, νομίζετε ότι αξίζει τα έξοδα για το σανό ή και για λίγο άχυρο που θα του δώσει κανείς να φάει;

Να έχεις ένα άλογο και να μην ξέρεις τι να το κάνεις είναι μεγάλος μπελάς.

Πολλοί, για να το βγάλουν από τη μέση, προσφεύγουν σε δραστικά μέσα: το σκοτώνουν Μια σφαίρα τουφεκιού κοστίζει λίγο. Δεν πάει όμως όλων η καρδιά να το κάνουν.

Μένει να δούμε όμως εάν δεν είναι πιο σκληρό να το εγκαταλείπει κανείς έτσι. Βέβαια, το να το βλέπεις τώρα μπροστά στην κλειστή πόρτα ενός άδειου και

έρημου σπιτιού, το κακόμοιρο, είναι μεγάλος πόνος ψυχής. Έτσι σου ’ρχεται να πας να του πεις στο αυτί να μην κάθεται άδικα εκεί και περιμένει.

Να του είχε αφήσει τουλάχιστον μια τριχιά στο λαιμό για να το απομακρύνει κανείς κατά κάποιον τρόπο, τίποτα όμως. Είναι φανερό πως το χαλινάρι και τα λοιπά εξαρτήματα, εκείνα μάλιστα, βρήκε να τα πουλήσει, είναι χρήσιμα. Μπορεί να έκανε το ίδιο και οποιοσδήποτε το έπαιρνε, για να το αφήσει στη συνέχεια κι εκείνος γυμνό μες στη μέση κάποιου άλλου δρόμου.

Κοιτάτε, εντωμεταξύ, τις μύγες. Ε, εκείνες, δεν μπορείς να πεις, παρόλη την κακοτυχιά του, δεν το εγκαταλείπουν ποτέ. Και το κακόμοιρο το άλογο, εάν κάνει κάποια κίνηση είναι μόνο με την ουρά, για να τις διώξει, όταν αισθάνεται να το τσιμπούν πιο δυνατά, πράγμα που του συμβαίνει συχνά, τώρα που δεν έχει πια τόσο αίμα για να τους δώσει να ρουφήξουν με ευκολία.

Όμως κουράστηκε ήδη να στέκεται όρθιο και με κόπο διπλώνεται στα γόνατα για να αναπαυθεί καταγής, πάντα με το κεφάλι στραμμένο προς την πόρτα.

Δεν μπορεί να φανταστεί ότι είναι ελεύθερο.

Μα βέβαια, ένα άλογο, όταν έχει πραγματικά την ελευθερία του, είναι ικανό να σχηματίσει μιαν ιδέα γι’ αυτήν; Την έχει και την απολαμβάνει, χωρίς να το σκέφτεται. Όταν του την στερούν, στην αρχή από ένστικτο αντιδρά, έπειτα, αφού εξημερωθεί, συμβιβάζεται και προσαρμόζεται.

Ίσως εκείνο, γεννημένο σε κάποιον στάβλο, δεν υπήρξε ποτέ ελεύθερο. Μπορεί όταν ήταν μικρό και το άφηναν στην εξοχή να βόσκει στα λιβάδια. Αυτή όμως ήταν ελευθερία κατ’ όνομα, μέσα σε λιβάδια περιφραγμένα. Και εάν υποθέσουμε ότι έβοσκε εκεί, τι αναμνήσεις μπορεί να έχει;

Μένει εκεί, καταγής, μέχρι που η πείνα το σπρώχνει να ξανασηκωθεί με μεγαλύτερο κόπο και αφού από εκείνη την πόρτα, ύστερα από τόση αναμονή, δεν ελπίζει πια σε καμιά βοήθεια, γυρίζει το κεφάλι για να κοιτάξει πλάι το δρόμο που οδηγεί στο χωριό. Χλιμιντρίζει. Σκάβει το έδαφος με την οπλή. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο. Πρέπει όμως να έχει πεισθεί ότι είναι άδικος κόπος, επειδή ύστερα από λίγο ξεφυσά και κουνά το κεφάλι· έπειτα, αβέβαιο, κάνει κάποια βήματα.

Τώρα είναι περισσότεροι οι περίεργοι που το παρατηρούν.

Ακόμα και στην ύπαιθρο, όπου είναι καλλιεργημένη, δεν επιτρέπεται ένα άλογο να πηγαίνει ελεύθερο, σκεφτείτε εάν αυτό μπορεί να γίνει μέσα σε κατοικημένη περιοχή, όπου υπάρχουν γυναίκες και παιδιά.

Ένα άλογο δεν είναι όπως ένα σκυλί που μπορεί να μείνει χωρίς αφεντικό και όταν γυρίζει στους δρόμους κανείς δεν νοιάζεται. Ένα άλογο είναι ένα άλογο· και εάν δεν το ξέρει, το ξέρουν οι άλλοι που το βλέπουν να έχει ένα σώμα πολύ πολύ πιο μεγάλο από έναν σκύλο, ογκώδες, ένα σώμα που δεν μπορεί ποτέ να εμπνεύσει πλήρη εμπιστοσύνη και από το οποίο όλοι φυλάγονται, επειδή ξαφνικά, ποτέ δεν ξέρει κανείς, μπορεί να δώσει καμιά απρόβλεπτη κλοτσιά. Κι έπειτα τα μάτια του μ’ εκείνο το ασπράδι που μερικές φορές φαίνεται αγριωπό και αιμάτινο· μάτια μεγάλα που καθρεφτίζουν τα πάντα, μάτια με τη ζωηράδα αναλαμπής, που κανείς δεν καταλαβαίνει, μιας ζωής πάντα μες στην αγωνία, που μπορεί να τρομάζει με το τίποτα.

Δεν τα αδικούμε, αλλά δεν είναι τα μάτια ενός σκύλου αυτά, ανθρώπινα, που ζητούν συγχώρεση ή λύπηση, που ξέρουν ακόμη και να προσποιούνται, με κάτι βλέμματα στα οποία η δική μας υποκρισία δεν έχει τίποτα να διδάξει.

Μες στα μάτια ενός αλόγου βλέπεις τα πάντα, αλλά δεν μπορείς να διαβάσεις τίποτα.

Είναι αλήθεια ότι το άλογο αυτό, έτσι που έχει καταντήσει, δεν μοιάζει να είναι επικίνδυνο για κανέναν. Γιατί όμως ν’ ανακατευθεί κανείς;

Ας πάει στο καλό. Εάν κάποιος ενοχλείται, θα φροντίσει εκείνος να το μετακινήσει, να το διώξει ή θα φροντίσουν οι χωροφύλακες.

Παιδιά, μην πετάτε πέτρες! Δεν βλέπετε ότι δεν έχει πια τίποτα επάνω του; Έτσι ελεύθερο και λυμένο που είναι, εάν το βάλει στα πόδια, ποιος θα το συγκρατήσει;

Καλύτερα να δούμε με την ησυχία μας πού πάει.

Να, πρώτα σ’ έναν εκεί πέρα που φτιάχνει ζυμαρικά και τ’ απλώνει να στεγνώσουν έξω πάνω σε κάτι τελάρα από δίχτυ ακουμπισμένα επάνω σε τρίποδα που τραμπαλίζουν.

Θεέ μου, εάν τα πλησιάσει θα τα ρίξει όλα χάμου.

Ο παραγωγός ζυμαρικών όμως τρέχει έγκαιρα για να το συγκρατήσει και το διώχνει μακριά. Να παρ’ η οργή, τίνος είναι αυτό το άλογο;

Τα αλητάκια δεν κρατιούνται άλλο, το παίρνουν από πίσω φωνάζοντας και γελώντας.

-Ένα άλογο που το ’σκασε;

-Όχι, εγκαταλειμμένο.

-Πώς εγκαταλειμμένο;

-Έτσι. Το άφησε το αφεντικό του. Ελεύθερο.

-Ώστε έτσι; Ένα άλογο, λοιπόν, που κάνει βόλτα για το κέφι του μες στους δρόμους του χωριού;

Για έναν άνθρωπο θα λέγαμε ότι είναι τρελός. Για ένα άλογο όμως τι να πει κανείς; Ένα άλογο το μόνο που ξέρει είναι ότι πεινάει. Τώρα, πιο κει απλώνει το μουσούδι του σ’ ένα πανέρι με χορταρικά, εκτεθειμένο ανάμεσα σε άλλα μπροστά στο μαγαζί ενός μανάβη.

Το έδιωξαν με τις κλωτσιές και από εκεί.

Είναι συνηθισμένο στα χτυπήματα και θα τα δεχόταν ήρεμα, εάν μετά το άφηναν να φάει. Αλλά δεν θέλουν με κανένα τρόπο να το αφήσουν να φάει. Όσο περισσότερο κάνει υπομονή, για να τους δείξει ότι δεν το πειράζει που το δέρνουν, τόσο περισσότερο αυτοί του στρίβουν το λαιμό για να το κρατήσουν μακριά από εκείνο το ωραίο πανέρι με τα χορταρικά. Και η επιμονή του προκαλεί τα γέλια. Μα χρειάζεται τόσο πολύ μυαλό για να καταλάβει κάποιος ότι εκείνα τα χορταρικά βρίσκονται εκεί, μες στο πανέρι, για να πουληθούν σε όποιον θέλει να τα φάει; Είναι τόσο απλό. Κι επειδή το άλογο δείχνει να μην το καταλαβαίνει, ξεσπούν ξεδιάντροπα γέλια.

Το ζώον! δεν έχει ούτε μια σταλιά άχυρο να φάει και θέλει και χορταρικά.

Κανείς δεν φαντάζεται ότι ένα ζώο, από τη μεριά του, μπορεί να έχει μια διαφορετική θεώρηση του πράγματος, πολύ πιο απλή στην πραγματικότητα. Τι να γίνει όμως;

Και το άλογο φεύγει, με όλα τα αλητάκια να το ακολουθούν, τα οποία, μετά τα δείγματα που έδωσε ότι μπορεί να δέχεται ήσυχα τα χτυπήματα, δεν συγκρατιούνται πλέον. Το τριγυρίζουν κάνοντας μια διαβολεμένη φασαρία, τόσο που το άλογο κάποια στιγμή σταματά ζαλισμένο, σα να ψάχνει τρόπο να δώσει τέλος στην ιστορία. Σπεύδει ένας ηλικιωμένος για να πει στα αλητάκια πως δεν αστειευόμαστε με τα άλογα.

-Να, βλέπετε;

Τα λόγια έχουν κάποια επίδραση για λίγο. Τα αλητάκια αρχίζουν πάλι να ακολουθούν το άλογο από κάποια απόσταση. Πού πάει;

Προχωρά εμπρός. Χωρίς να τολμά πλέον να πλησιάζει άλλα μαγαζιά, περνάει όλο το δρόμο του χωριού ως την κορυφή του λόφου κι εκεί που αυτός αρχίζει να κατεβαίνει, χωρίς σπίτια πια ένα γύρω, σταματά αναποφάσιστο.

Είναι φανερό πως δεν ξέρει πλέον πού να πάει.

Σ’ εκείνο το σημείο του δρόμου φυσά λιγάκι και το άλογο σηκώνει το κεφάλι, σαν να θέλει να ρουφήξει τον αέρα και μισοκλείνει τα μάτια, ίσως γιατί μυρίζει τη χλόη που βρίσκεται μακριά, στους αγρούς.

Μένει εκεί ακίνητο πολλή ώρα, έτσι με τα μάτια μισόκλειστα και με το τσουλούφι του να το κινεί ελαφρά ο αέρας επάνω στο δυνατό μέτωπό του.

Ας μη συγκινηθούμε όμως. Μην ξεχνάμε την τύχη που έχει εκείνο το άλογο, όπως οποιοδήποτε άλλο: την τύχη να είναι άλογο.

Εάν τα πρώτα αλητάκια κουράστηκαν τελικά να στέκονται να το κοιτάζουν και έφυγαν, άλλα, πολύ περισσότερα, αποτελούν τώρα τη χαρούμενη ακολουθία του, ενώ βραδιάζει και έρχεται, ποιος ξέρει από πού, σαν να είναι η πρώτη φορά, παράξενα διεγερμένο από μία μεθυστική ανυπομονησία εξαιτίας της πείνας που νιώθει και με το κεφάλι ψηλά πηγαίνει στη μέση του κεντρικού δρόμου του χωριού και στέκεται εκεί χτυπώντας με την οπλή του το σκληρό λιθόστρωτο σαν να θέλει να πει: σας διατάζω να μου φέρετε αμέσως κάτι να φάω εδώ, εδώ εδώ.

Σφυρίγματα, χειροκροτήματα, γέλια, φωνές κάθε είδους σηκώνονται από το πλήθος εξαιτίας αυτής της επιτακτικής χειρονομίας. Ο κόσμος έρχεται τρέχοντας, αφήνοντας τα τραπεζάκια του καφέ και τα μαγαζιά. Όλοι θέλουν να γνωρίσουν εκείνο το άλογο – που το έσκασε – που δεν το έσκασε – εγκαταλειμμένο - ώσπου δύο χωροφύλακες προχωρούν ανάμεσα στο πλήθος. Ο ένας αρπάζει από τη χαίτη το άλογο και το σέρνει πέρα, ενώ ο άλλος εμποδίζει τα αλητάκια να ακολουθήσουν, σπρώχνοντάς τα προς τα πίσω.

Αφού το οδήγησαν έξω από την κατοικημένη περιοχή, μετά τα τελευταία σπίτια και τα εργαστήρια, αφού πέρασε τη γέφυρα, το άλογο, που δεν κατάλαβε τίποτα, ένα πράγμα μόνο αντιλαμβάνεται: τη μυρωδιά της χλόης, αυτή τη φορά πολύ κοντινής, εκεί στην άκρη του δρόμου, μετά τη γέφυρα, που οδηγεί στην εξοχή.

Επειδή, ανάμεσα στις πολλές συμφορές που μπορούν να το βρουν κάτω από την εξουσία του ανθρώπου, ένα άλογο έχει τουλάχιστον πάντα αυτή την τύχη: να μη σκέφτεται τίποτα. Ούτε το ότι είναι ελεύθερο. Ούτε το πότε και πώς θα καταλήξει. Τίποτε. Θα το διώξουν από παντού; Θα το πετάξουν να τσακιστεί σ’ έναν γκρεμό;

Τώρα, προς το παρόν, τρώει το χόρτο στην άκρη του δρόμου. Το βραδάκι είναι γλυκό. Ο ουρανός γεμάτος άστρα. Αύριο βλέπουμε.

Δεν το σκέφτεται.

[1935]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τυχερά τα άλογα, του Λουίτζι Πιραντέλλο

Ο στάβλος είναι εκεί, πίσω από την κλειστή πόρτα, αμέσως μετά την είσοδο της κατηφορικής χωριάτικης αυλής, με το φθαρμένο λιθόστρωτο και τη ...