Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Παπανδρέου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Παπανδρέου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τα σχέδια Άτσεσον για την επίλυση του Κυπριακού (Αύγουστος 1964)

Μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την Κύπρο ή «πρόβα διχοτόμησης»;- Οι διαπραγματεύσεις, τα παρασκήνια και η τελική απόρριψη του σχεδίου Άτσεσον- Πώς σχετίζεται το Καστελλόριζο με τα σχέδια Άτσεσον;Το 1964 ήταν ένα έτος καθοριστικό για την Κύπρο. Μια σειρά από γεγονότα έλαβαν χώρα τότε όχι μόνο στη μαρτυρική μεγαλόνησο, αλλά και σε διπλωματικό επίπεδο. Ανάμεσα στις διπλωματικές πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί όλα αυτά τα χρόνια για το Κυπριακό ξεχωριστή θέση κατέχει το ‘’σχέδιο Άτσεσον’’, το οποίο διατυπώθηκε τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς. Με το σχέδιο αυτό (στην ουσία πρόκειται για δύο σχέδια, καθώς το δεύτερο παρουσιάστηκε μετά την απόρριψη του πρώτου) θα ασχοληθούμε στο σημερινό μας άρθρο. Ελλάδα: Η κατάσταση το 1964



Στις 16 Φεβρουαρίου 1964 έγιναν στη χώρα μας εκλογές. Σ’ αυτές θριάμβευσε η Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου με ποσοστό 52,72 % και 171 έδρες στη Βουλή. Η Ε.Ρ.Ε. με επικεφαλής τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο που είχε συμπράξει με το Κόμμα των Προοδευτικών του Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη έλαβε ποσοστό 35,26 % και 107 έδρες και η Ε.Δ.Α. με ηγέτη τον Ιωάννη Πασαλίδη, η οποία κατέβασε υποψήφιους μόνο σε 31 από τις 55 εκλογικές περιφέρειες της χώρας πριμοδοτώντας κατά κάποιον τρόπο την Ε.Κ. ,έλαβε ποσοστό 11,80 % και 22 έδρες. Επρόκειτο για μια πολύ μεγάλη νίκη της Ένωσης Κέντρου, μία από τις μεγαλύτερες πολιτικού κόμματος στην ελληνική ιστορία. Παρά την ευρεία νίκη η εκλογή προέδρου της Βουλής και ο σχηματισμός κυβέρνησης από τον Γ. Παπανδρέου ήταν επεισοδιακές. Υπουργός Εξωτερικών ανέλαβε ο Σταύρος Κωστόπουλος, Υπουργός Εθνικής Αμύνης ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, ενώ στην κυβέρνηση μετείχαν ο Ανδρέας Παπανδρέου ως Υπουργός παρά τη Προεδρία της Κυβερνήσεως και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ως Υπουργός Οικονομικών. Ήταν η πρώτη υπουργοποίηση του Ανδρέα Παπανδρέου που είχε εγκαταλείψει την ακαδημαϊκή καριέρα στις Η.Π.Α. για την ελληνική πολιτική σκηνή.

Βασικότερα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου ήταν το Κυπριακό και οι σχέσεις με την Τουρκία που βρίσκονταν σε οριακό σημείο. Η κατάσταση στην Κύπρο το 1964 Ήδη από το 1960 στη λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας παρουσιάζονταν προβλήματα. Το δικαίωμα της αρνησικυρίας (βέτο) που είχε ο Τουρκοκύπριος Αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ και το χρησιμοποίησε σε μια σειρά ζωτικών θεμάτων για την επιβίωση της Κύπρου έδωσε αφορμή για προστριβές μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η Τουρκία αλλά και η Μεγάλη Βρετανία υποδαύλιζαν την αδιαλλαξία των Τ/Κ. Στις 30 Νοεμβρίου 1963 ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος που ήταν και Πρόεδρος της Δημοκρατίας επέδωσε στον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ υπόμνημα 13 σημείων με τα οποία ζητούσε να γίνουν σημαντικές αλλαγές στο Σύνταγμα της Κύπρου. Ο Κιουτσούκ καθοδηγούμενος και από την Άγκυρα αρνήθηκε. Η συνταγματική αυτή κρίση είχε σαν αποτέλεσμα να ξεσπάσουν ενδοκοινοτικές ταραχές. Η τυχαία συμπλοκή αστυνομικής περιπόλου με ομάδα Τουρκοκυπρίων και ο αδόκητος φόνος μιας Τουρκοκύπριας στη Λευκωσία τη νύχτα της 20ης προς 21η Δεκεμβρίου 1963 ήταν η αρχή για ό,τι ακολούθησε. Η ΤΟΥΡΔΥΚ (Τουρκική Δύναμη Κύπρου) που σύμφωνα με τις συμφωνίες της Ζυρίχης είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο αναπτύχθηκε κατά μήκος της οδού Λευκωσίας-Κερύνειας αποκόπτοντας τη συγκοινωνία ανάμεσα στις δύο πόλεις.

Οι Τουρκοκύπριοι οργάνωσαν διαδηλώσεις και άρχισαν να επιτίθενται εναντίον Ελληνοκυπρίων. Στις ταραχές αυτές σκοτώθηκαν 9 Τούρκοι, 3 Άγγλοι και 2 Έλληνες και τραυματίστηκαν 3 Τούρκοι και 15 Έλληνες. Παράλληλα οι Τ/Κ δημιούργησαν προγεφυρώματα και θυλάκους στην Αμμόχωστο, τη Λεύκα, τη Μανσούρα και αλλού. Στις 24 Δεκεμβρίου 1963 οι Τουρκοκύπριοι προσέβαλαν και το προεδρικό μέγαρο. Παράλληλα η Τουρκία απειλούσε με επέμβαση στην Κύπρο. Η αεροπορία της παραβίαζε τον εναέριο χώρο της μεγαλονήσου και ο στόλος της τα χωρικά της ύδατα. Η βρετανική κυβέρνηση βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε από παλιά. Πρότεινε σε συνεννόηση με Αθήνα και Άγκυρα ,τον διαχωρισμό των ελληνικών και τουρκικών περιοχών. Αυτό έγινε με μια γραμμή που χάραξε στον χάρτη με πράσινο μολύβι ο επικεφαλής των βρετανικών δυνάμεων στην Κύπρο Peter Young(1912-1976). Έτσι προέκυψε (στις 30 Δεκεμβρίου 1963) η ‘’πράσινη γραμμή’’, η οποία ξεκίνησε μεν από τη Λευκωσία αλλά σταδιακά επεκτάθηκε. Μετά τον Αττίλα του 1974 εκτείνεται σε μήκος 300 χιλιομέτρων και χωρίζει το νότιο από το βόρειο τμήμα του νησιού. Τη φύλαξή της έχουν αναλάβει από τον Μάρτιο του 1964, οπότε και εγκαταστάθηκαν για πρώτη φορά στην Κύπρο οι κυανόκρανοι του Ο.Η.Ε. Μια σειρά από διπλωματικές πρωτοβουλίες για εκτόνωση της κατάστασης στις αρχές του 1964 δεν είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα. Με το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. στις 4 Μαρτίου 1964 καλούνταν όλα τα μέρη να κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να τερματιστούν οι συγκρούσεις ενώ συνιστούσε τον διορισμό μεσολαβητή για να βρεθεί ειρηνική λύση και να διευθετηθεί το Κυπριακό. Ο τότε Γ.Γ. του Ο.Η.Ε. Ου Θαντ (από την τότε Βιρμανία, νυν Μιανμάρ) όρισε ως μεσολαβητή τον Φιλανδό πρέσβη Σακάρι Τουομιόγια (Sakari Tuomioja). Παράλληλα την κυπριακή κυβέρνηση απασχολούσε έντονα το θέμα της στρατιωτικής άμυνας του νησιού. Ο Μακάριος αποφάσισε τον Φεβρουάριο του 1964 τη δημιουργία ‘’Εθνικής Φρουράς’’ και την ίδρυση Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Επίσης προσκλήθηκε στην Κύπρο ο Γρίβας, ο οποίος στις 12 Ιουνίου 1964 πήγε στο νησί και ανέλαβε τη διοίκηση του ‘’Ειδικού Μεικτού Επιτελείου Κύπρου’’. Τον Απρίλιο του 1964 μετά από συνεννοήσεις ελληνικής και κυπριακής κυβέρνησης άρχισαν να στέλνονται μυστικά στο νησί άνδρες του Ελληνικού Στρατού με κυπριακά ταξιδιωτικά έγγραφα και ψευδώνυμα. Οι άνδρες αυτοί (8.000 περίπου) αποτέλεσαν την Ελληνική Μεραρχία, η οποία μαζί με την Εθνική Φρουρά ανέλαβε την υπεράσπιση της Κύπρου στην οποία παρέμεινε ως τον Δεκέμβριο του 1967 και τα γεγονότα της Κοφίνου (δείτε σχετικό μας άρθρο στις 18/11/2018). Την 1η Ιουνίου 1964 η στράτευση στην Κύπρο έγινε υποχρεωτική. Έτσι είχε δημιουργηθεί ένας αξιόμαχος στρατός που μπορούσε ακόμα και να αποκρούσει οποιαδήποτε τουρκική επίθεση. Στο μεταξύ ο Τουομιόγια αφού επισκέφθηκε την Αθήνα και τη Λευκωσία εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, όπου άρχισε διαβουλεύσεις με Έλληνες και Τούρκους αντιπροσώπους. Τα σχέδια Άτσεσον για το Κυπριακό Στις 24 Ιουνίου 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στις Η.Π.Α. για συνομιλίες με τον Αμερικανό πρόεδρο Λίντον Τζόνσον, με την παρουσία του Υφυπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α. George Ball και έχοντας στις αποσκευές του ένα μεγάλο όπλο: τη Μεραρχία: «Η στρατιωτική ισχύς της Ελλάδας μεταφερόταν σε διπλωματικό επίπεδο», γράφει πολύ εύστοχα νομίζουμε, ο Γιάννος Χαραλαμπίδης. Ανάμεσα στα εναλλακτικά σενάρια για την Κύπρο, περιλαμβάνονταν κάποια μορφή ένωσης με την Ελλάδα, με ανταλλάγματα προς την Τουρκία, αλλά και η βρετανικής πατρότητας έμπνευση, για ομοσπονδιακό κράτος στη μεγαλόνησο. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος είχε αντιταχθεί στις συμφωνίες της Ζυρίχης, θεωρούσε απαράδεκτη την ομοσπονδία. Μάλιστα, είχε πει χαρακτηριστικά στον Ball: «Ο διαμελισμός και η ομοσπονδία είναι το αυτό». Παράλληλα, τόνιζε τα εξής: «Εκθέτουν και η ομοσπονδία και ο διαμελισμός δεινώς την ασφάλειαν της Τουρκίας. Θα είναι χρόνιος πόλεμος μεταξύ των δύο κρατών. Και δεν θα μείνει τοπικώς. Διότι η άλλη Κύπρος εξ αντιδράσεως και αμύνης, θα γίνει Κούβα...Μόνη λύσις είναι η αδέσμευτος ανεξαρτησία. Μετά δικαιώματος αυτοδιαθέσεως. Όπερ σημαίνει δημοψήφισμα και Ένωσιν. Ταύτην, όμως, δεν ζητεί η Ελλάς. Ημείς δυνάμεθα να έχωμεν δυο Ελλάδας και δύο ψήφους εν Ο.Η.Ε. Την Ένωση απαιτεί ουχί το συμφέρον της Ελλάδας αλλά του Ελευθέρου Κόσμου. Διότι σημαίνει ΝΑΤΟποιήσιν της Κύπρου…». Μετά τις διαβουλεύσεις Παπανδρέου στις Η.Π.Α., ξεκίνησαν στη Γενεύη (15 Ιουλίου 1964), συνομιλίες για το Κυπριακό. Εκτός από τον Φιλανδό διαπραγματευτή Τουομιόγια, ενεργό ρόλο ανέλαβε και ο Ντιν Άτσεσον (Dean Acheson). Ο Ντιν Άτσεσον (1893-1971), ήταν Αμερικανός πολιτικός. Σπούδασε στο Γέιλ και το Χάρβαρντ. Το 1933 διορίστηκε Υφυπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Ρούζβελτ, το 1941 έγινε Βοηθός Υπουργού και το 1945 Υφυπουργός Εξωτερικών. Συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση του Δόγματος Τρούμαν (1947), που προέβλεπε άμεση οικονομική και στρατιωτική βοήθεια σε Ελλάδα και Τουρκία. Εργάστηκε δραστήρια για τη δημιουργία του ΝΑΤΟ, ως Υπουργός Εξωτερικών πλέον (από το 1949).

Αν και φανατικός αντικομουνιστής, κατηγορήθηκε από τον γερουσιαστή Τζόζεφ Μακάρθι για προστασία των κομμουνιστών. Δέχθηκε και άλλες κατηγορίες, σχετικά με τον πόλεμο της Κορεάς, αλλά ο πρόεδρος Τρούμαν αρνήθηκε να τον αντικαταστήσει και ολοκλήρωσε τη θητεία του το 1953. Το μεγάλο ενδιαφέρον των Η.Π.Α. για την Κύπρο εκείνη την εποχή, εξηγείται τόσο από τον κίνδυνο ελληνοτουρκικής σύρραξης, που θα τίναζε στον αέρα το ΝΑΤΟ, όσο και από το ενεργό ενδιαφέρον της Σοβιετικής Ένωσης για την Κύπρο. Για να τηρηθούν τα προσχήματα και να μην φανεί ότι οι Η.Π.Α. «καπελώνουν» τον Ο.Η.Ε., ο Άτσεσον στη Γενεύη ήταν επίσημα βοηθός του Τουομιόγια, ανεπίσημα όμως, αυτός που καθόριζε τα πάντα. Στις διαπραγματεύσεις μετείχαν Ελλάδα και Τουρκία, ενώ η Βρετανία είχε τον ρόλο παρατηρητή. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δεν μετείχαν. Μετά από μια σειρά διαβουλεύσεων, παρουσιάστηκε το πρώτο σχέδιο Άτσεσον, στο οποίο γινόταν μεν λόγος για Ένωση Ελλάδας και Κύπρου, δινόταν όμως στην Τουρκία εδαφικός έλεγχος αυτοδιοικούμενων περιοχών και βάσεων, οι οποίες θα τελούσαν υπό μόνιμη κυριαρχία. Αρχικά δινόταν στους Τούρκους η Καρπασία με καθεστώς κυριαρχίας. Η περιοχή αυτή άρχιζε από τα Περιστέρια στο βορειότερο άκρο της Καρπασίας και κατέληγε στο Μπογάζι. Ο Τούρκος πανεπιστημιακός Νιχάτ Ερίμ, στον οποίο η κυβέρνησή του, είχε αναθέσει από το 1956 ήδη, να μελετήσει το Κυπριακό και τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν σ’ αυτό (μάλλον κάτι αντίστοιχο δεν έχει γίνει ποτέ στη χώρα μας, όπου επικρατεί η λογική του «βλέποντας και κάνοντας», του «έχει ο Θεός» και τελικά του «βόηθα Παναγιά»…), υπολόγισε την τουρκική βάση, όπως αυτή προτεινόταν στο σχέδιο Άτσεσον 1, σε ποσοστό της τάξης του 5% επί του εδάφους της Κύπρου. Μαζί με το ποσοστό των αυτοδιοικούμενων περιοχών, το έδαφος που θα έλεγχαν οι Τούρκοι, έφτανε το 25%, ανεξάρτητα αν οι περιοχές αυτές ήταν υπό γενικό ή μερικό τουρκικό έλεγχο. Η Τουρκία αποδέχθηκε το σχέδιο Άτσεσον 1, το οποίο όμως απέρριψαν η Ελλάδα και ο Μακάριος Εκτός από την τουρκική βάση, το πρώτο σχέδιο Άτσεσον προέβλεπε: α) τουρκικές αυτοδιοικούμενες περιοχές εκεί όπου οι Τουρκοκύπριοι πλειοψηφούσαν και β) την «εσαεί διοίκηση δύο τεμαχίων της Κύπρου από τους Τούρκους», όπως γράφει ο Γ. Χαραλαμπίδης. Ο τότε ΥΠΕΞ της Κύπρου, Σπύρος Κυπριανού, γράφει: «Αποτελούσε μια μορφή διχοτόμησης με συγκαλυμμένα συνομοσπονδιακά στοιχεία…Ως εκ τούτου δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή μια τέτοια λύση. Ήταν απαράδεκτη». Είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε ο Μακάριος, ούτε ο Γρίβας, που διαδραμάτιζε τότε σημαντικό ρόλο στο Κυπριακό, είχαν ενημερωθεί για το σχέδιο Άτσεσου 1. Ακολούθησε νέος γύρος διαπραγματεύσεων στη Γενεύη.ο πρέσβης Ιωάννης Σωσσίδης, ο οποίος συμμετείχε στις σχετικές διαπραγματεύσεις, ως διπλωματικός σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, παρουσίασε τα γεγονότα όπως τα έζησε από πρώτο χέρι.

Πρόκειται για τις αμερικανικές προτάσεις του 1964 οι οποίες, όπως προκύπτει, όχι μόνο δεν περιέκλειαν απειλή για το μέλλον της Κύπρου και για την Ελλάδα αλλά, πέραν των όσων συγκεκριμένα καθόριζαν σχετικά με την «εκμίσθωσιν» στην Τουρκία μιας βάσεως στο ανατολικό άκρο της Νήσου, προέβλεπαν και «αποκατάστασιν του προηγουμένου ειδικού καθεστώτος των νήσων Ιμβρου και Τενέδου» και, ακόμη σημαντικότερο, τον «επαναπατρισμόν των αναχωρησάντων ή εκδιωχθέντων εκ Κωνσταντινουπόλεως από του 1955 ομογενών» κτλ.

Κίνητρο της αμερικανικής παρέμβασης ήταν, όπως τονίζει ο Ατσεσον στον Παπανδρέου, «ο κίνδυνος τον οποίον ενέτειναν αι Ρωσικαί κινήσεις να περιέλθη η Κύπρος υπό την κομμουνιστικήν επιρροήν και εκ των εκτεταμένων συνεπειών…».

Όπως προκύπτει από την επιστολή του πρέσβη Σωσσίδη, ήταν ο Μακάριος ο οποίος τελικώς απέτρεψε τον τότε πρωθυπουργό να δεχθεί τις προτάσεις Ατσεσον . Σχετικά με τα αναγραφόμενα περί παραχωρήσεως εθνικού εδάφους ο Σωσσίδης γράφει ότι ο Παπανδρέου δεν είχε σκεφθεί ποτέ τον εδαφικό ακρωτηριασμό της Ελλάδος και ειδικότερα «την παραχώρηση δύο ή τριών, μικροτέρων της Ρόδου, νησιών, μεταξύ των οποίων και του Καστελόριζου».

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε αποδεχθεί τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, διά των οποίων είχε αποκλεισθεί διά παντός η Ένωση της Κύπρου μετά της Ελλάδος, είχε εγκατασταθεί Τουρκική στρατιωτική δύναμις εις τη νήσον, είχε εγκαθιδρυθεί καθεστώς συνδιοίκησης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων (με Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο) και είχαν παραχωρηθεί δύο σημαντικές κι εκτεταμένες κυριαρχικές Βρετανικές στρατιωτικές βάσεις και στρατιωτικές διευκολύνσεις σε διάφορα άλλα σημεία της Κύπρου. Τις συμφωνίες αυτές ακύρωσε μονομερώς ο ίδιος ο Μακάριος στις 03.12.1963, εν αγνοία της Ελληνικής Κυβερνήσεως . Έκτοτε επαπειλείτο Τουρκική απόβαση, η οποία απετράπη, επανειλημμένως, μόνον χάρις εις την αμυντική θωράκιση της Κύπρου υπό της Ελλάδος .Διά των προτάσεων Άτσεσον προβλέπονταν τα εξής, στα οποία συμφωνούσε και η Τουρκία,

*Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα

*Εκμίσθωση μιας βάσεως στην Τουρκία έκτασης ίσης με 5% της νήσο στην χερσόνησο της Καρπασίας.

* Καθεστώς διά τους Τουρκοκυπρίους προσομοιάζον με το καθεστώς των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, διά του οποίου θα ανελαμβάνετο υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως η υποχρέωση διορισμού, με πρόταση του Έλληνα Γενικού Διοικητού της Νήσου, δύο Τουρκοκυπρίων Επάρχων, εις δύο εκ των επτά τότε επαρχιών της Κύπρου.

* Επαναπατρισμός των αναχωρησάντων ή εκδιωχθέντων εκ Κωνσταντινουπόλεως, από του 1955, ομογενών, ως και ρύθμιση διαφόρων ζητημάτων αφορώντων εις την απόδοσιν των περιουσιών των, εις αποζημιώσεις κτλ., και

* Αποκατάσταση του προηγουμένου ειδικού καθεστώτος των νήσων Ιμβρου και Τενέδου.Την 21ην Αυγούστου 1964 ο Ιωάννης Σωσσίδης επέστρεψε εις την Γενεύη και σύμφωνα με τις οδηγίες του Πρωθυπουργού ανεκοίνωσε εις τον Αμερικανό μεσολαβητή την αποδοχή από την Ελληνική Κυβέρνηση των προτάσεών του, εζήτησε δε αυτοβούλως και ορισμένες βελτιώσεις τις οποίες ο Ντην Άτσεσον απεδέχθη.

Παρά ταύτα, το απόγευμα της ιδίας ημέρας, ο Σωσσίδης έλαβε τηλεφώνημα του Γ. Παπανδρέου, ο οποίος του έδωσε την εντολή να συναντήσει τον Ντην Ατσεσον και να του ανακοινώσει την αδυναμία του να αποδεχθεί τις προτάσεις του, λόγω αρνήσεως του Μακαρίου να τις αποδεχθεί. Κατά δήλωση του φινλανδού μεσολαβητή του ΟΗΕ Τουομιόγια, «ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος εματαίωσε την Ενωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα»..

Έτσι έληξε η πιο σημαντική και συμφέρουσα για την Ελλάδα και την Κύπρο ευκαιρία για την επίλυση όχι μόνο του κυπριακού με την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά και άλλων θεμάτων που αφορούσαν τον Ελληνισμό της Τουρκίας. Ανεξήγητη παραμένει η στάση του Μακαρίου απέναντι στο σχέδιο Άτσεσον, δεδομένου μάλιστα ότι ήταν διαπρύσιος υποστηρικτής της Ένωσης. Στο βάθος βέβαια είναι οι μαξιμαλιστικές κυπριακές διεκδικήσεις που οδηγούν σε απορρίψεις όσων προτάσεων δίδουν στοιχειώδη πολιτικά δικαιώματα στους τουρκοκύπριους , αγνοώντας τα συμφέροντα της Ελλάδας η οποία αναγκάζεται να αντιμετωπίζει με μεγάλο οικονομικό διπλωματικό κόστος τις μονομερείς αποφάσεις της Κυπριακής ηγεσίας, οι οποίες οδήγησαν στην κατοχή του 35% της νήσου.Όμως στην Κύπρο, τα πράγματα δεν ήταν ήρεμα. Οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις, στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, είχαν περικυκλώσει τον τουρκοκυπριακό θύλακα στο χωριό Κοκκίνου. Ο Μακάριος διαβεβαίωσε τον ΟΗΕ ότι δεν θα γινόταν επίθεση εκεί, απλώς ότι σκοπός της περικύκλωσης ήταν η διακοπή του ανεφοδιασμού. Στις 6 Αυγούστου 1964, οι Τούρκοι κλιμάκωσαν την ένταση στην περιοχή Κοκκίννων-Μανσούρας, με πυρά εναντίον της Εθνικής Φρουράς. Ο Γρίβας που βρισκόταν στην Αθήνα, επέστρεψε στην Κύπρο και συμφώνησε με τον Μακάριο σε ανάληψη στρατιωτικής δράσης. Υπήρξε όμως έντονη διαφωνία με τον αρχηγό της ΕΛΔΥΚ Καραγιάννη, ο οποίος είπε ότι δεσμευόταν μόνο από τις εντολές της ελληνικής κυβέρνησης. Τελικά στις 7 Αυγούστου 1964, ο Γρίβας διέταξε επίθεση τμημάτων της Εθνικής Φρουράς, εναντίον των Τουρκοκυπρίων στον θύλακα Μανσούρας-Κοκκίνων. την επιχείρηση αυτή. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στην Κύπρο υπηρετούσαν τότε και είχαν σημαντικό ρόλο στον όλο σχεδιασμό, αξιωματικοί γνωστοί από την περίοδο της χούντας: Αραπάκης, Ντερτιλής, Ντάβος κ.ά. Επί τρεις ημέρες, οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις προέλαυναν, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους Τουρκοκύπριους. Στις 8 Αυγούστου όμως, η τουρκική αεροπορία ανέλαβε δράση. 64 αεροπλάνα βομβάρδισαν ελληνικούς στόχους, χρησιμοποιώντας ακόμα και βόμβες ναπάλμ! Τουλάχιστον 55 Ελληνοκύπριοι σκοτώθηκαν. Μετά από διεθνείς παρεμβάσεις, οι τουρκικοί βομβαρδισμοί σταμάτησαν.Παράλληλα η ΕΣΣΔ δεν έμεινε αμέτοχη. Ο Χρουστσόφ, που είχε και στο παρελθόν εκφράσει την υποστήριξή του προς την Κύπρο, δήλωσε στις 15 Αυγούστου 1964: «Η Σοβιετική Ένωση θα παράσχει κάθε βοήθεια στην Κυπριακή Δημοκρατία για την υπεράσπιση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της από ξένη επέμβαση και είναι έτοιμη να αρχίσει αμέσως τώρα διαπραγματεύσεις γι’ αυτό το θέμα». Η δήλωση αυτή, θορύβησε Αμερικανούς και Βρετανούς και οδήγησε σε πυρετώδεις διαπραγματεύσεις. Στις 20 Αυγούστου 1964, παρουσιάστηκε το Σχέδιο Άτσεσον 2, το οποίο παραθέτουμε αυτούσιο, όπως υπάρχει στο βιβλίο του Γιάννου Χαραλαμπίδη: «Κυπριακό: Διπλωματικές Ίντριγκες». Ο Γεώργιος Παπανδρέου, με επιστολή του την ίδια μέρα στον Άτσεσον, αποδεχόταν το σχέδιό του. Ο Μακάριος όμως διαφωνούσε. Έτσι, ο Παπανδρέου στις 21 Αυγούστου, έστειλε στη Γενεύη τον διευθυντή του Διπλωματικού του Γραφείου Ιωάννη Σωσσίδη, ο οποίος ζήτησε από τον Άτσεσον κάποιες αλλαγές, προκειμένου να συμφωνήσει και ο Μακάριος. Τελικά, αν και ο Άτσεσον έδειχνε πρόθυμος να συζητήσει αυτές τις αλλαγές, ο Παπανδρέου με νέα του επιστολή στις 22 Αυγούστου προς τον Άτσεσον, απέρριψε το σχέδιο. Είχαν προηγηθεί έντονες συζητήσεις μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και Μακαρίου. Ο αρχιεπίσκοπος, σε συνάντησή του με τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας Πέτρο Γαρουφαλιά, ήταν κατηγορηματικά αντίθετος στο σχέδιο Άτσεσον-2. Ο Γαρουφαλιάς, επέστρεψε στην Αθήνα και συναντήθηκε με τον Γ. Παπανδρέου. Παρών ήταν και ο Λουκής Ακρίτας, Υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Παπανδρέου, κυπριακής καταγωγής (και πατέρας της Έλενας Ακρίτα για όσους δεν το γνωρίζουν). Σε αυτήν τη συνάντηση, σύμφωνα με τον Γαρουφαλιά, ο Παπανδρέου, αφού τον ενημέρωσε ότι είχε αποδεχθεί αρχικά το σχέδιο Άτσεσον είπε την περίφημη φράση. «Σκέφτηκα πως αξίζει τον κόπο να δώσεις ένα διαμέρισμα για να σου χαρίσουν την πολυκατοικία». Να σημειώσουμε ότι στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο ο Φιλανδός διαπραγματευτής Τουομιόγια, ο οποίος απεβίωσε στις 9 Σεπτεμβρίου 1964. Αντικαταστάτης του ορίστηκε ο Galo Plaza Lasso, που είχε διατελέσει πρόεδρος του Εκουαδόρ (Ισημερινού) από το 1958 ως το 1962. Η έκθεσή του της 26ης Μαρτίου 1965, θεωρείται εξαιρετική. Τονίζει την ανάγκη για ανεξαρτησία, κυριαρχία και ενιαίο του κυπριακού κράτους, ενώ αν και δέχεται (και σωστά…), την ανάγκη για προστασία των Τουρκοκυπρίων, επισημαίνει ότι σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει αυτό να γίνει σε βάρος της δυνατότητας της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας να κυβερνά. Φυσικά, η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι, απέρριψαν τις προτάσεις του Plaza Lasso, ο οποίος παραιτήθηκε τον Δεκέμβριο του 1965. Το Καστελλόριζο και τα σχέδια Άτσεσον. Στην όλη «υπόθεση» «Σχέδια Άτσεσον», φαίνεται ότι είχε εμπλακεί και το Καστελλόριζο. Μελετήσαμε αρκετές πηγές, οι οποίες όμως δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Έτσι, διαβάσαμε ότι η Τουρκία για να αποδεχθεί τα σχέδια Άτσεσον, ζητούσε το Καστελλόριζο και μια λωρίδα ξηράς στον Έβρο. Άλλη πηγή αναφέρει ότι θα δινόταν στην Τουρκία η Ρόδος και ή τρία μικρότερα νησιά, ένα από τα οποία θα ήταν το Καστελλόριζο. Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης, γράφει ότι οι Βρετανοί είχαν προτείνει να καταλάβουν οι Τούρκοι χωρίς αντίσταση το Καστελλόριζο με ταυτόχρονη εκδήλωση πραξικοπήματος στην Κύπρο και τη διαβεβαίωση ότι δεν θα καταλάβουν άλλο ελληνικό έδαφος και στη συνέχεια, η Ελλάδα να αποδεχθεί την εκμίσθωση βάσης για την Τουρκία στην Κύπρο και οι Τούρκοι να αποχωρήσουν από το Καστελλόριζο, αναγνωρίζοντας την ελληνική κυριαρχία σ’ αυτό. Οι Αμερικανοί, εξοργίστηκαν από την απόρριψη των σχεδίων Άτσεσον. Ο Λίντον Τζόνσον, συναντήθηκε με τον Έλληνα πρέσβη στις Η.Π.Α. Αλέξανδρο Μάτσα, ο οποίος του είπε πως η ελληνική Βουλή δεν θα μπορούσε να εγκρίνει ένα σχέδιο που δεν δεχόταν ο Μακάριος. Ο Τζόνσον απάντησε ως εξής: «Τότε ακούστε με κύριε πρεσβευτά. Γ@@ώ την Βουλή σας και το Σύνταγμά σας. Η Αμερική είναι ελέφας. Η Κύπρος είναι ψύλλος. Αν αυτοί οι δύο ψύλλοι (εννοεί Ε/Κ και Τ/Κ) εξακολουθούν να τσιμπούν τον ελέφαντα ίσως ο ελέφας τους δώσει καμιά με την προβοσκίδα του…». Κάπως έτσι, έληξε άδοξα η προσπάθεια των Αμερικανών να επιβάλλουν λύση στην Κύπρο με τα σχέδια ΆτσεσονΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΤΣΕΣΟΝ.

Σύμφωνα με συνοπτικό σημείωμα του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, το «Τελικό Σχέδιο» Άτσεσον, που τέθηκε ενώπιον του Γ. Παπανδρέου στις 20 Αυγούστου, περιελάμβανε τα ακόλουθα 15 σημεία:

«1. Άμεσος ένωσις της Κύπρου με την Ελλάδα, με αναγνώρισιν πλήρους κυριαρχίας του Ελληνικού Στέμματος, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, τα της ελληνικής νομοθεσίας, ως και του ελληνικού Δημοσίου εις την Νήσον.

Υπουργός Γενικός Διοικητής, μέλος της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ορίζεται παρ’αυτής ο επικεφαλής της διοικήσεως εις την Κύπρον, ως φορεύς των κυβερνητικών αποφάσεων και ως έχων την πολιτικήν ευθύνην της εφαρμογής του.

Εκμισθούται διά μιαν πεντηκονταετίαν βάσις εις την Καρπασίαν προς την Τουρκίαν, της οποίας η έκτασις δεν υπερβαίνει το 4,5% (τεσσαράμισι τις εκατόν) της συνολικής εδαφικής εκτάσεως της Κύπρου.

Αναλαμβάνεται η δέσμευσις όπως μη αυξηθούν αι εξ επαρχίαι της Κυπρου πέραν των οκτώ. Εις τας δύο εκ των επαρχιών τούτων η Ελληνική Κυβέρνησις θα ορίζη Τούρκους επάρχους, κατά την κρίσιν της, άνευ περιορισμού.

Δημιουργείται θέσις Συμβούλου επί των Μουσουλμανικών υποθέσεων, όστις θα πλαισιώση υπηρεσιακώς τον Έλληνα Υπουργόν Γενικόν Διοικητήν.

Δια τους Τούρκους της Νήσου καθορίζεται μειονοτικόν καθεστώς, όμοιον με το ισχύον εις την Ελληνικήν Θράκην διά την Τουρκικην μειονότητα.

Αντιπρόσωπος του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, μονίμως εγκατεστημένος εις Κύπρον, θα επιβλέπη την εφαρμογήν του μειονοτικού καθεστώτος κατά τας συνημμένας συμφωνίας.

Αναγνωρίζεται εις την Ελλάδα και την Τουρκίαν δικαίωμα ατομικών προσφυγών, βάσει της συμβάσεως της Ρώμης διά τα δικαιώματα του ανθρώπου. Προς τουτο η σύμβασις θα υπογραφή υπό της Ελλάδος και υπό της Τουρκίας.

Εις την Καρπασίαν θα επεκτείνεται η ελληνική κυριαρχία, παρά την εκμίσθωσιν αυτης ως βάσεως εις την Τουρκίαν.

10. Τα κυριώτερα χωριά της Καρπασίας θα εξαιρεθούν της περιοχής, η οποία εκμισθούται εις την Τουρκίαν. Εξαιρείται επίσης το μοναστήριον του Αγίου Ανδρέου και χαράσσεται οδός δι’ ελευθέραν επικοινωνίαν αυτού μετά των χωρίων.

11. Δημιουργείται κοινόν αμυντικόν όργανον Ελλάδος και Τουρκίας προς σταθεροποίησιν και εμπέδωσιν των σχέσων φιλίας και συμμαχίας μεταξύ των δύο κρατών. Εις το κοινόν αμυντικόν όργανον θα μετέχη και Αμερικανός αντιπρόσωπος.

12. Το κοινόν αμυντικόν οργάνον Ελλάδος και Τουρκίας δεν θα περιορίζεται εις την στρατιωτικήν συνεργασίαν, αλλά θα επεκτείνεται και εις την πολιτικήν και τουριστικήν.

13. Οι εκπροσώποι της Ελλάδος και της Τουρκίας εις το κοινόν αμυντικόν όργανον θα συνέρχωνται εις τακτά διαστήματα και θα ενώνουν τας προσπάθειας των δια την ανάπτυξιν και την προόδον της συνεργασίας επ’ αγαθώ των δύο κρατών.

14. Η Τουρκία αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως δεχθή γενικώς και ανεξαιρέτως προς εγκατάστασιν όλους τους απελαθέντας εκ Κωνσταντινουπόλεως και εξ΄άλλων τουρκικών πόλεων και αναγνωρίση δι’ αυτούς το μειονοτικόν καθεστώς, το οποίον ισχύει διά τους Τούρκους της Ελληνικής Θράκης και τους Τούρκους της Κύπρου.

15. Η Τουρκία αναλαμβάνει όπως σεβασθή τας σχετιζομένας με την Ίμβρον και Τένεδον διεθνείς υποχρεώσεις της.» (Παπαγεωργίου Σπ., Τα Κρίσιμα Ντοκουμέντα του Κυπριακού, τόμ. Β’, σελ. 237-8). πηγες πρωτο θεμα gnomionline.gr merisia-ver.gr


Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944-1945, 1963, 1964-1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην επαναστατική κυβέρνηση του 1922. Υπήρξε φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας».


 Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε ως Γεώργιος Σταυρόπουλος στο Καλέντζι Αχαΐας το 1888 και ήταν το τρίτο παιδί του πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν σχολάρχης Πατρών. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β΄ Γυμνάσιο Πατρών, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. 

Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου. Σπούδασε νομική στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προσφωνώντας τον ως εκπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών  Από τους Γερμανούς καθηγητές του στο πανεπιστήμιο, αυτός που τον επηρέασε περισσότερο ήταν ο Χάινριχ Τρίπελ (Heinrich Triepel), ο οποίος πρωταγωνίστησε στην αμφισβήτηση του άκρατου θετικισμού και νομικισμού που επικρατούσε τότε στην γερμανική πολιτειολογία και θεωρία του κράτους, προτείνοντας αντίθετα μια περισσότερο κοινωνιολογική και πολιτική θεώρηση. 

Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ' όπου κινητοποίησε τους Βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική δεινότητα του νεαρού Παπανδρέου και τον διόρισε, το 1916, γενικό διευθυντή του πολιτικού γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη Λέσβου και Χίου. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε γενικός διευθυντής νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε το 1919 τον Ανδρέα Παπανδρέου. 

Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς φιλοβασιλικούς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου. O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Bενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε αλλά και με μία ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου. 

Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ως σταθερός υπέρμαχος της δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα.

 Κατά την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας Ελευθερία και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλλε απευθείας στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης η οποία προκάλεσε το ζωηρό ενδιαφέρον του Ουίνστον Τσώρτσιλ με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος»: Στις αρχές του 1944 αποφάσισε να συνταχθεί με τη βασιλική εξόριστη κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Στις 14 Απριλίου του 1944, περίπου ένα μήνα μετά τη δημιουργία της Πολιτικής Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, με αγγλικό πολεμικό αεροπλάνο έφτασε επειγόντως στο Κάιρο για σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας, και αντικατέστησε τον Σοφοκλή Βενιζέλο που είχε διαδεχθεί τον Εμμανουήλ Τσουδερό, κατά τη μετάβαση του τελευταίου στο Λονδίνο. Τότε, τον Μάιο του 1944, οργάνωσε το συνέδριο του Λιβάνου, στο οποίο και αποφασίστηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας με συμμετοχή όλων των πολιτικών παρατάξεων υπό την πρωθυπουργία του με σκοπό την εφαρμογή του «Εθνικού Συμβολαίου». 

Αργότερα όμως σημειώθηκαν προστριβές και διαφωνίες με τους εκπροσώπους του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου που αφορούσαν κυρίως τον έλεγχο του στρατού. Τότε προέβη σε ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό:

...«Εκφράζομεν την ευγνωμοσύνην μας προς την επιτροπήν των βουνών διότι εγκατέλειψεν, επιτέλους, τας υπεκφυγάς και τας προτάσεις και απεκάλυψε τους αληθινούς της σκοπούς. [...] Μας ζητούν να παραδώσωμεν την Ελλάδα: Αρνούμεθα [...] Η αποστολή μας είναι να εντάξωμεν τας οργανώσεις εις το Έθνος, όχι να υποτάξωμεν το Έθνος εις τας οργανώσεις...».

Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου επανήλθε -έπειτα από σύντομη παραμονή της κυβέρνησής του στην Ιταλία- ως ο «πρωθυπουργός της Απελευθερώσεως».  Ο Γ. Παπανδρέου απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης της βρετανικής κυβέρνησης, όσον αφορούσε στις επιδιώξεις τους για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Για το σκοπό αυτό, οι Άγγλοι υποχρέωσαν σε παραίτηση το Σοφοκλή Βενιζέλο από την ηγεσία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και στη θέση του, ο βασιλιάς Γεώργιος τοποθέτησε τον Παπανδρέου. 

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλιστα φερόταν αποφασισμένος να τον διατηρήσει στη θέση του πρωθυπουργού πάση θυσία ενώ και ο ίδιος ο Παπανδρέου απηύθυνε δραματική έκκληση προς τη βρετανική κυβέρνηση να αποστείλει στην Αθήνα ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ανάχωμα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ  Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσία της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. 

Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Ήταν υπό την προεδρία του που ο Σκόμπι εξέδωσε την ξαφνική διαταγή για αφοπλισμών μόνο των αριστερών οργανώσεων, διαταγή που αποτέλεσε τη θρυαλίδα των Δεκεμβριανών. Μετά τις μάχες των Δεκεμβριανών παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 1945. Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Ως επικεφαλής της κυβέρνησης, κατηγορήθηκε από το ΕΑΜ ότι έφερε την ευθύνη για το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς αρχικά έδωσε την άδεια για την πραγματοποίησή της και στη συνέχεια την ανακάλεσε σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε (τις οποίες αμφισβήτησε το ΕΑΜ) ότι η συγκέντρωση θα ήταν ένοπλη και θα αποσκοπούσε στην προετοιμασία έκρηξης κομμουνιστικού κινήματος. Ως επικεφαλής μάλιστα (πολιτικός προϊστάμενος) κάθε άλλης κυβερνητικής εξουσίας, έδωσε ρητή εντολή στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Άγγελο Έβερτ για την έναρξη του πυρός κατά των αόπλων διαδηλωτών. Ο Παπανδρέου κατηύθυνε τις ένοπλες συγκρούσεις σε συνεργασία με τους Βρετανούς πετυχαίνοντας την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων. 

Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950-1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές.

 Στις εκλογές του 1952 συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (ΕΔΑ) τα χρόνια 1958-1961. 

Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωσις Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών». Το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 1963 με ποσοστό 42,04%. Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της ΕΔΑ, που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης.

 Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. Ρύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, διπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Κυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, παραγκωνίζοντας τους ακροδεξιούς και τους παρακρατικούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η Ελλάδα χρειαζόταν όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο  Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα. Στις 20 Ιουλίου του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στο Λονδίνο. Την επομένη, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου σερ Άλεκ Ντάγκλας Χιουμ. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο άκαρπες.

 Ο Γ. Παπανδρέου απέρριψε και πάλι απευθείας διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες και συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό. Παράλληλα, πρότεινε τόσο η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), όσο και η αντίστοιχη τουρκική (ΤΟΥΡΔΥΚ) τεθούν υπό τον ΟΗΕ. στη δε Κυπριακή Δημοκρατία να επιτραπεί να οργανώσει τις αμυντικές της δυνάμεις και να αποφασίσει για το μέλλον της. Το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο και των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου και στο Παρίσι. Και στις δύο επισκέψεις του συνοδεύτηκε, εκτός από τον υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο, και από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Στο Παρίσι, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε στις 29 Ιουλίου 1964, προερχόμενος από τη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος λίγο πριν είχε ενημερωθεί εκ μέρους των ΗΠΑ από τον πρεσβευτή Μπόλεν για τις συνομιλίες του προέδρου Λίντον Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού. Ο Σαρλ ντε Γκωλ δεν πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδειξε πάντως ικανοποιημένος από τις συνομιλίες του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την επομένη. Συνομιλητές ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σταύρος Κωστόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Κουβ ντε Μιρβίλ. Στις 6 Ιανουαρίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. 

Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου ο Γ. Παπανδρέου είχε συνομιλίες με τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο στο Βελιγράδι. Η επίσκεψη επισκιάστηκε από απροσδόκητη δήλωση του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού Εξωτερικών ότι υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα. Κατά τη διακυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου προέκυψαν διαμάχες με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄, ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του παλατιού και αναμιγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος. Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ, εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα. 

Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό «μαστιγίου και καρότου» στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ' όλη τη βούληση για συμβιβασμό της ΕΚ, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το παλάτι αντέδρασε και θεώρησε ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από μεγάλη οξύτητα (προϊόν περισσότερο του ανένδοτου αγώνα και των ανακρίσεων για το σχέδιο Περικλής), ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. 

Η ΕΚ ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του Τύπου. Μέσα σ' αυτό το κλίμα ξέσπασε η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το «σχέδιο Περικλής» βρήκαν την πρόφαση για αντεπίθεση. Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγήκε εκτός ελέγχου. Το παλάτι προσπάθησε, στηριζόμενο στην υπόθεση «Ασπίδα», να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επανέλαβε τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τον Ιούλιο του 1965 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίες -παρά τη μετάβασή του στην Κέρκυρα με τον υπουργό του Νικόλαο Μπακόπουλο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της πριγκίπισσας Αλεξίας- δεν αποκαταστάθηκαν αφού ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να αναλάβει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση ήταν πλέον γεγονός Όταν έγινε η αποστασία, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποστάτησαν. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. 

Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1965 η νέα κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο κατάφερε να πάρει ισχνή ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ ο Παπανδρέου είχε κηρύξει τον δεύτερο «ανένδοτο» αγώνα. Το 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, στις 21 Απριλίου αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα και καθ' υπόδειξή τους την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κόλλιας. Η επταετής περίοδος που ακολούθησε έγινε γνωστή ως η χούντα των Συνταγματαρχών. Η δικτατορία βρήκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στη δύση του βίου του, ενώ τη σκυτάλη είχε παραλάβει πλέον ο γιος του, Ανδρέας. Ο Γ. Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί. Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε την πορεία του προς το μοιραίο στις 25 Οκτωβρίου του 1968 με την εκδήλωση βαριάς γαστρορραγίας. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Πέθανε στις 2.20 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μητροπόλεως, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. 

Κατά την άφιξη της σορού οι εκεί συγκεντρωμένοι νέοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, ενώ το σύνθημα «Παπανδρέου-Δημοκρατία» τάραξε την ησυχία που είχε επιβάλει η δικτατορία. Η αστυνομία διενέργησε λίγες συλλήψεις. Αντιλαμβανόμενο το καθεστώς ότι ιδίου περιεχομένου εκδηλώσεις, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, θα επαναλαμβάνονταν κατά την εκφορά, έδωσε την παραμονή στη δημοσιότητα ανακοίνωση της αστυνομίας με την οποία επιχειρήθηκε αποθάρρυνση των επίδοξων διαδηλωτών και τους προειδοποίησε ότι «αι αρμόδιαι αρχαί θα λάβουν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα προς αποτροπήν πάσης ασχημίας». Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, ξέσπασε στην Αθήνα η πρώτη μαζική διαδήλωση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Δύο ήταν τα κυρίαρχα συνθήματα: το κλασικό από τα γεγονότα του 1965 «Παπανδρέου-Δημοκρατία-114» και το «Τι τα κάνατε τα όχι μας». Με το σύνθημα αυτό, οι διαδηλωτές αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου για το νέο Σύνταγμα κατά το οποίο η στρατιωτική δικτατορία, με ανενδοίαστη νοθεία, κατόρθωσε να παρουσιάσει το συνηθισμένο για ολοκληρωτικά καθεστώτα ποσοστό του 92,2%. Η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 πολίτες .

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Ο γιος του, Γεώργιος, ετεροθαλής αδερφός του πρώην πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, απεβίωσε σε ηλικία 92 ετών στις 6 Αυγούστου 2020.

#ΓεώργιοςΠαπανδρέου

Τα σχέδια Άτσεσον για την επίλυση του Κυπριακού (Αύγουστος 1964)

Μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την Κύπρο ή «πρόβα διχοτόμησης»;- Οι διαπραγματεύσεις, τα παρασκήνια και η τελική απόρριψη του σχεδίου Άτσεσο...