Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τυχερά τα άλογα, του Λουίτζι Πιραντέλλο

Ο στάβλος είναι εκεί, πίσω από την κλειστή πόρτα, αμέσως μετά την είσοδο της κατηφορικής χωριάτικης αυλής, με το φθαρμένο λιθόστρωτο και τη στέρνα στη μέση.

Η πόρτα έχει αρχίσει να σαπίζει· κάποτε ήταν πράσινη, τώρα έχει σχεδόν χάσει το χρωματισμό της, όπως το σπίτι, που έχει χάσει το κιτρινωπό χρώμα του σουβά και γι’ αυτό φαίνεται το πιο παλιό και το πιο άθλιο της περιοχής.



Σήμερα το πρωί, με την αυγή, η πόρτα έκλεισε απ’ έξω με έναν χοντρό σκουριασμένο σύρτη και το άλογο, που ήταν μες στο στάβλο, το έβγαλαν έξω και το άφησαν εκεί μπροστά, άγνωστο γιατί, χωρίς χαλινάρι, ούτε σέλα, ούτε δισάκι, χωρίς καν καπίστρι.

Στέκεται εκεί υπομονετικό, σχεδόν ακίνητο, αρκετές ώρες. Αισθάνεται, μέσα από την κλειστή πόρτα, τη μυρωδιά του στάβλου του εκεί κοντά, τη μυρωδιά της αυλής και μοιάζει πότε πότε, εισπνέοντάς την με τα ρουθούνια ορθάνοιχτα, ν’ αναστενάζει.

Με περίεργο τρόπο σε κάθε αναστεναγμό απαντά μία νευρική ανατριχίλα του δέρματος στην πλάτη, όπου υπάρχει το σημάδι από μια παλιά πληγή της σέλας.

Καθώς είναι ελεύθερα από κάθε εξάρτημα το κεφάλι και όλο του το σώμα μπορεί να δει κανείς πώς το κατάντησαν τα χρόνια: το κεφάλι, όταν το σηκώνει, έχει ακόμη κάτι το ευγενικό αλλά θλιμμένο· το κορμί του είναι για λύπηση· η ράχη όλο εξογκώματα· τα πλευρά του κοκαλιάρικα· τα λαγόνια του σουβλερά· η χαίτη του όμως πυκνή ακόμη και η ουρά του μακριά που μόλις έχει αρχίσει να μαδά.

Ένα άλογο που δεν μπορεί πια να προσφέρει τίποτα, για να πούμε την αλήθεια.

Τι περιμένει εκεί, μπροστά από την πόρτα;

Όποιος διαβάτης το βλέπει και ξέρει ότι το αφεντικό του έχει φύγει, παίρνοντας μαζί του όλη την οικοσκευή, για να πάει να ζήσει αλλού, σκέφτεται ότι ίσως κάποιος να έρθει, επιφορτισμένος από εκείνον, να το πάρει, παρόλο που, εγκαταλειμμένο μ’ αυτό τον τρόπο και απογυμνωμένο από κάθε τι, μοιάζει περισσότερο με ένα άλογο παρατημένο.

Μερικοί διαβάτες σταματούν για να το κοιτάξουν και κάποιος λέει ότι ήξερε πως το αφεντικό του, πριν φύγει, είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να το ξεφορτωθεί, προσπαθώντας στην αρχή να το πουλήσει, έστω και σε χαμηλή τιμή, έπειτα το πρόσφερε δώρο σε διάφορους, ακόμη και σ’ εκείνον, αλλά κανείς δεν το ήθελε, ούτε σαν δώρο, ούτε και ο ίδιος.

Να μην έτρωγε ένα άλογο..., αλλά τρώει. Και όσο για τις υπηρεσίες που μπορεί ακόμα να προσφέρει, έτσι γέρικο και κακομοιριασμένο που είναι, ας μη γελιόμαστε, νομίζετε ότι αξίζει τα έξοδα για το σανό ή και για λίγο άχυρο που θα του δώσει κανείς να φάει;

Να έχεις ένα άλογο και να μην ξέρεις τι να το κάνεις είναι μεγάλος μπελάς.

Πολλοί, για να το βγάλουν από τη μέση, προσφεύγουν σε δραστικά μέσα: το σκοτώνουν Μια σφαίρα τουφεκιού κοστίζει λίγο. Δεν πάει όμως όλων η καρδιά να το κάνουν.

Μένει να δούμε όμως εάν δεν είναι πιο σκληρό να το εγκαταλείπει κανείς έτσι. Βέβαια, το να το βλέπεις τώρα μπροστά στην κλειστή πόρτα ενός άδειου και

έρημου σπιτιού, το κακόμοιρο, είναι μεγάλος πόνος ψυχής. Έτσι σου ’ρχεται να πας να του πεις στο αυτί να μην κάθεται άδικα εκεί και περιμένει.

Να του είχε αφήσει τουλάχιστον μια τριχιά στο λαιμό για να το απομακρύνει κανείς κατά κάποιον τρόπο, τίποτα όμως. Είναι φανερό πως το χαλινάρι και τα λοιπά εξαρτήματα, εκείνα μάλιστα, βρήκε να τα πουλήσει, είναι χρήσιμα. Μπορεί να έκανε το ίδιο και οποιοσδήποτε το έπαιρνε, για να το αφήσει στη συνέχεια κι εκείνος γυμνό μες στη μέση κάποιου άλλου δρόμου.

Κοιτάτε, εντωμεταξύ, τις μύγες. Ε, εκείνες, δεν μπορείς να πεις, παρόλη την κακοτυχιά του, δεν το εγκαταλείπουν ποτέ. Και το κακόμοιρο το άλογο, εάν κάνει κάποια κίνηση είναι μόνο με την ουρά, για να τις διώξει, όταν αισθάνεται να το τσιμπούν πιο δυνατά, πράγμα που του συμβαίνει συχνά, τώρα που δεν έχει πια τόσο αίμα για να τους δώσει να ρουφήξουν με ευκολία.

Όμως κουράστηκε ήδη να στέκεται όρθιο και με κόπο διπλώνεται στα γόνατα για να αναπαυθεί καταγής, πάντα με το κεφάλι στραμμένο προς την πόρτα.

Δεν μπορεί να φανταστεί ότι είναι ελεύθερο.

Μα βέβαια, ένα άλογο, όταν έχει πραγματικά την ελευθερία του, είναι ικανό να σχηματίσει μιαν ιδέα γι’ αυτήν; Την έχει και την απολαμβάνει, χωρίς να το σκέφτεται. Όταν του την στερούν, στην αρχή από ένστικτο αντιδρά, έπειτα, αφού εξημερωθεί, συμβιβάζεται και προσαρμόζεται.

Ίσως εκείνο, γεννημένο σε κάποιον στάβλο, δεν υπήρξε ποτέ ελεύθερο. Μπορεί όταν ήταν μικρό και το άφηναν στην εξοχή να βόσκει στα λιβάδια. Αυτή όμως ήταν ελευθερία κατ’ όνομα, μέσα σε λιβάδια περιφραγμένα. Και εάν υποθέσουμε ότι έβοσκε εκεί, τι αναμνήσεις μπορεί να έχει;

Μένει εκεί, καταγής, μέχρι που η πείνα το σπρώχνει να ξανασηκωθεί με μεγαλύτερο κόπο και αφού από εκείνη την πόρτα, ύστερα από τόση αναμονή, δεν ελπίζει πια σε καμιά βοήθεια, γυρίζει το κεφάλι για να κοιτάξει πλάι το δρόμο που οδηγεί στο χωριό. Χλιμιντρίζει. Σκάβει το έδαφος με την οπλή. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο. Πρέπει όμως να έχει πεισθεί ότι είναι άδικος κόπος, επειδή ύστερα από λίγο ξεφυσά και κουνά το κεφάλι· έπειτα, αβέβαιο, κάνει κάποια βήματα.

Τώρα είναι περισσότεροι οι περίεργοι που το παρατηρούν.

Ακόμα και στην ύπαιθρο, όπου είναι καλλιεργημένη, δεν επιτρέπεται ένα άλογο να πηγαίνει ελεύθερο, σκεφτείτε εάν αυτό μπορεί να γίνει μέσα σε κατοικημένη περιοχή, όπου υπάρχουν γυναίκες και παιδιά.

Ένα άλογο δεν είναι όπως ένα σκυλί που μπορεί να μείνει χωρίς αφεντικό και όταν γυρίζει στους δρόμους κανείς δεν νοιάζεται. Ένα άλογο είναι ένα άλογο· και εάν δεν το ξέρει, το ξέρουν οι άλλοι που το βλέπουν να έχει ένα σώμα πολύ πολύ πιο μεγάλο από έναν σκύλο, ογκώδες, ένα σώμα που δεν μπορεί ποτέ να εμπνεύσει πλήρη εμπιστοσύνη και από το οποίο όλοι φυλάγονται, επειδή ξαφνικά, ποτέ δεν ξέρει κανείς, μπορεί να δώσει καμιά απρόβλεπτη κλοτσιά. Κι έπειτα τα μάτια του μ’ εκείνο το ασπράδι που μερικές φορές φαίνεται αγριωπό και αιμάτινο· μάτια μεγάλα που καθρεφτίζουν τα πάντα, μάτια με τη ζωηράδα αναλαμπής, που κανείς δεν καταλαβαίνει, μιας ζωής πάντα μες στην αγωνία, που μπορεί να τρομάζει με το τίποτα.

Δεν τα αδικούμε, αλλά δεν είναι τα μάτια ενός σκύλου αυτά, ανθρώπινα, που ζητούν συγχώρεση ή λύπηση, που ξέρουν ακόμη και να προσποιούνται, με κάτι βλέμματα στα οποία η δική μας υποκρισία δεν έχει τίποτα να διδάξει.

Μες στα μάτια ενός αλόγου βλέπεις τα πάντα, αλλά δεν μπορείς να διαβάσεις τίποτα.

Είναι αλήθεια ότι το άλογο αυτό, έτσι που έχει καταντήσει, δεν μοιάζει να είναι επικίνδυνο για κανέναν. Γιατί όμως ν’ ανακατευθεί κανείς;

Ας πάει στο καλό. Εάν κάποιος ενοχλείται, θα φροντίσει εκείνος να το μετακινήσει, να το διώξει ή θα φροντίσουν οι χωροφύλακες.

Παιδιά, μην πετάτε πέτρες! Δεν βλέπετε ότι δεν έχει πια τίποτα επάνω του; Έτσι ελεύθερο και λυμένο που είναι, εάν το βάλει στα πόδια, ποιος θα το συγκρατήσει;

Καλύτερα να δούμε με την ησυχία μας πού πάει.

Να, πρώτα σ’ έναν εκεί πέρα που φτιάχνει ζυμαρικά και τ’ απλώνει να στεγνώσουν έξω πάνω σε κάτι τελάρα από δίχτυ ακουμπισμένα επάνω σε τρίποδα που τραμπαλίζουν.

Θεέ μου, εάν τα πλησιάσει θα τα ρίξει όλα χάμου.

Ο παραγωγός ζυμαρικών όμως τρέχει έγκαιρα για να το συγκρατήσει και το διώχνει μακριά. Να παρ’ η οργή, τίνος είναι αυτό το άλογο;

Τα αλητάκια δεν κρατιούνται άλλο, το παίρνουν από πίσω φωνάζοντας και γελώντας.

-Ένα άλογο που το ’σκασε;

-Όχι, εγκαταλειμμένο.

-Πώς εγκαταλειμμένο;

-Έτσι. Το άφησε το αφεντικό του. Ελεύθερο.

-Ώστε έτσι; Ένα άλογο, λοιπόν, που κάνει βόλτα για το κέφι του μες στους δρόμους του χωριού;

Για έναν άνθρωπο θα λέγαμε ότι είναι τρελός. Για ένα άλογο όμως τι να πει κανείς; Ένα άλογο το μόνο που ξέρει είναι ότι πεινάει. Τώρα, πιο κει απλώνει το μουσούδι του σ’ ένα πανέρι με χορταρικά, εκτεθειμένο ανάμεσα σε άλλα μπροστά στο μαγαζί ενός μανάβη.

Το έδιωξαν με τις κλωτσιές και από εκεί.

Είναι συνηθισμένο στα χτυπήματα και θα τα δεχόταν ήρεμα, εάν μετά το άφηναν να φάει. Αλλά δεν θέλουν με κανένα τρόπο να το αφήσουν να φάει. Όσο περισσότερο κάνει υπομονή, για να τους δείξει ότι δεν το πειράζει που το δέρνουν, τόσο περισσότερο αυτοί του στρίβουν το λαιμό για να το κρατήσουν μακριά από εκείνο το ωραίο πανέρι με τα χορταρικά. Και η επιμονή του προκαλεί τα γέλια. Μα χρειάζεται τόσο πολύ μυαλό για να καταλάβει κάποιος ότι εκείνα τα χορταρικά βρίσκονται εκεί, μες στο πανέρι, για να πουληθούν σε όποιον θέλει να τα φάει; Είναι τόσο απλό. Κι επειδή το άλογο δείχνει να μην το καταλαβαίνει, ξεσπούν ξεδιάντροπα γέλια.

Το ζώον! δεν έχει ούτε μια σταλιά άχυρο να φάει και θέλει και χορταρικά.

Κανείς δεν φαντάζεται ότι ένα ζώο, από τη μεριά του, μπορεί να έχει μια διαφορετική θεώρηση του πράγματος, πολύ πιο απλή στην πραγματικότητα. Τι να γίνει όμως;

Και το άλογο φεύγει, με όλα τα αλητάκια να το ακολουθούν, τα οποία, μετά τα δείγματα που έδωσε ότι μπορεί να δέχεται ήσυχα τα χτυπήματα, δεν συγκρατιούνται πλέον. Το τριγυρίζουν κάνοντας μια διαβολεμένη φασαρία, τόσο που το άλογο κάποια στιγμή σταματά ζαλισμένο, σα να ψάχνει τρόπο να δώσει τέλος στην ιστορία. Σπεύδει ένας ηλικιωμένος για να πει στα αλητάκια πως δεν αστειευόμαστε με τα άλογα.

-Να, βλέπετε;

Τα λόγια έχουν κάποια επίδραση για λίγο. Τα αλητάκια αρχίζουν πάλι να ακολουθούν το άλογο από κάποια απόσταση. Πού πάει;

Προχωρά εμπρός. Χωρίς να τολμά πλέον να πλησιάζει άλλα μαγαζιά, περνάει όλο το δρόμο του χωριού ως την κορυφή του λόφου κι εκεί που αυτός αρχίζει να κατεβαίνει, χωρίς σπίτια πια ένα γύρω, σταματά αναποφάσιστο.

Είναι φανερό πως δεν ξέρει πλέον πού να πάει.

Σ’ εκείνο το σημείο του δρόμου φυσά λιγάκι και το άλογο σηκώνει το κεφάλι, σαν να θέλει να ρουφήξει τον αέρα και μισοκλείνει τα μάτια, ίσως γιατί μυρίζει τη χλόη που βρίσκεται μακριά, στους αγρούς.

Μένει εκεί ακίνητο πολλή ώρα, έτσι με τα μάτια μισόκλειστα και με το τσουλούφι του να το κινεί ελαφρά ο αέρας επάνω στο δυνατό μέτωπό του.

Ας μη συγκινηθούμε όμως. Μην ξεχνάμε την τύχη που έχει εκείνο το άλογο, όπως οποιοδήποτε άλλο: την τύχη να είναι άλογο.

Εάν τα πρώτα αλητάκια κουράστηκαν τελικά να στέκονται να το κοιτάζουν και έφυγαν, άλλα, πολύ περισσότερα, αποτελούν τώρα τη χαρούμενη ακολουθία του, ενώ βραδιάζει και έρχεται, ποιος ξέρει από πού, σαν να είναι η πρώτη φορά, παράξενα διεγερμένο από μία μεθυστική ανυπομονησία εξαιτίας της πείνας που νιώθει και με το κεφάλι ψηλά πηγαίνει στη μέση του κεντρικού δρόμου του χωριού και στέκεται εκεί χτυπώντας με την οπλή του το σκληρό λιθόστρωτο σαν να θέλει να πει: σας διατάζω να μου φέρετε αμέσως κάτι να φάω εδώ, εδώ εδώ.

Σφυρίγματα, χειροκροτήματα, γέλια, φωνές κάθε είδους σηκώνονται από το πλήθος εξαιτίας αυτής της επιτακτικής χειρονομίας. Ο κόσμος έρχεται τρέχοντας, αφήνοντας τα τραπεζάκια του καφέ και τα μαγαζιά. Όλοι θέλουν να γνωρίσουν εκείνο το άλογο – που το έσκασε – που δεν το έσκασε – εγκαταλειμμένο - ώσπου δύο χωροφύλακες προχωρούν ανάμεσα στο πλήθος. Ο ένας αρπάζει από τη χαίτη το άλογο και το σέρνει πέρα, ενώ ο άλλος εμποδίζει τα αλητάκια να ακολουθήσουν, σπρώχνοντάς τα προς τα πίσω.

Αφού το οδήγησαν έξω από την κατοικημένη περιοχή, μετά τα τελευταία σπίτια και τα εργαστήρια, αφού πέρασε τη γέφυρα, το άλογο, που δεν κατάλαβε τίποτα, ένα πράγμα μόνο αντιλαμβάνεται: τη μυρωδιά της χλόης, αυτή τη φορά πολύ κοντινής, εκεί στην άκρη του δρόμου, μετά τη γέφυρα, που οδηγεί στην εξοχή.

Επειδή, ανάμεσα στις πολλές συμφορές που μπορούν να το βρουν κάτω από την εξουσία του ανθρώπου, ένα άλογο έχει τουλάχιστον πάντα αυτή την τύχη: να μη σκέφτεται τίποτα. Ούτε το ότι είναι ελεύθερο. Ούτε το πότε και πώς θα καταλήξει. Τίποτε. Θα το διώξουν από παντού; Θα το πετάξουν να τσακιστεί σ’ έναν γκρεμό;

Τώρα, προς το παρόν, τρώει το χόρτο στην άκρη του δρόμου. Το βραδάκι είναι γλυκό. Ο ουρανός γεμάτος άστρα. Αύριο βλέπουμε.

Δεν το σκέφτεται.

[1935]

Διαβάζοντας το Άνθρωποι και ποντίκια του John Steinbeck. Γράφει ο Γεώργιος Θώδης

H ιστορία διαδραματίζεται στη δεκαετία του ’30 (εποχή του Μεσοπολέμου) μετά την μεγάλη οικονομική ύφεση του ’29 (Great Depression) στην περιοχή της Καλιφόρνιας και συγκεκριμένα στην Κοιλάδα της Σαλίνας. Κεντρικοί ήρωες ο μικρόσωμος, αλλά οξυδερκής Τζωρτζ και ο φίλος του Λένι, πνευματικά καθυστερημένος αλλά με μεγάλη σωματική δύναμη, με ιδιαίτερη αγάπη για απαλά πράγματα. Άνεργοι και έχοντας μόνον ο ένας τον άλλο, μέσα στη μοναξιά και την αποξένωσή τους, ονειρεύονται ένα δικό τους σπίτι. Τελικά βρίσκουν δουλειά σε ένα ράντσο στην Κοιλάδα της Σαλίνας κοντά στο Σόλενταντ. Όμως η τύχη δεν θα είναι με το μέρος τους και το Αμερικάνικο Όνειρο μάλλον δεν θα βγει αληθινό.

               

Στο βιβλίο αυτό ο Στάινμπεκ μέσω της φιλίας των δύο ανδρών Λένι και Τζορτζ παρουσιάζει θέματα όπως η μοναξιά, η φιλία μεταξύ ανδρών, η ελευθερία, η αθωότητα, το Αμερικάνικο όνειρο κτλ.

Ο Λένι και ο Τζορτζ είναι δύο άνεργοι φίλοι, οι οποίοι ψάχνουν δουλειά σε ένα ράντσο στο Σόλενταντ της Καλιφόρνιας. Oι δύο φίλοι είχαν απολυθεί από την προηγούμενή τους δουλειά εξαιτίας του Λένι. Αναλυτικότερα, ο Λένι λόγω της αγάπης του για απαλά πράγματα είχε πιάσει το φόρεμα μιας κοπέλας και δεν το άφηνε, κάνοντας την να πιστέψει ότι ήθελε να της κάνει κακό. Έτσι οι δύο φίλοι έφυγαν κυνηγημένοι. Όταν πια ξεφεύγουν το κίνδυνο καταλαβαίνουμε ότι ο Λένι είναι πνευματικά καθυστερημένος και ότι ο Τζορτζ είναι υπεύθυνος για εκείνον, πράγμα το οποίο δυσκολεύει την ζωή του, τον κάνει όμως και ξεχωριστό. Οι δύο φίλοι όμως έχουν και ένα όνειρο, να αποκτήσουν μια φάρμα μαζί. Το όνειρο αυτό επαναλαμβάνει συχνά ο Τζορτζ στο Λένι και ειδικά το κομμάτι με τα κουνέλια (αγάπη του για απαλά πράγματα), αφού τον γαληνεύει και τον καθησυχάζει. Όταν πια φτάσουν στο ράντσο και προσληφθούν, θα ξεκινήσουν και τα προβλήματα. Ο μικρόσωμος γιος του ιδιοκτήτη του ράντσου (Κέρλυ) ζηλεύει τον Λένι επειδή είναι μεγαλόσωμος και προκαλεί τον Λένι, ο οποίος του τσακίζει το χέρι. Επίσης, γνωρίζουμε την γυναίκα του Κέρλυ η οποία λόγω της μοναξιάς της προσεγγίζει τον Λένι. Ο Τζορτζ προειδοποιεί τον Λένι, μα θα είναι αργά. Εκείνος λόγω της πνευματικής αναπηρίας του και της μεγάλης δύναμής του θα πνίξει σε μία στιγμή έντασης κατά λάθος τη γυναίκα του Κέρλυ. Με αυτή του την πράξη ο Τζορτζ θα πρέπει να πάρει μια δύσκολη απόφαση, να σκοτώσει τον φίλο του ενώ του μιλάει για το όνειρό τους ή να αφήσει τον όχλο να τον λιντσάρει. Ο Τζορτζ θα αποφασίσει να δώσει μόνος του το τέλος και μαζί με το τέλος του φίλου του θα έρθει το τέλος του ονείρου του, αλλά και του ίδιου του εαυτού, αφού χωρίς τον Λένι πια θα είναι ένας συνηθισμένος περιπλανώμενος εργάτης.

Οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι ο Λένι και ο Τζορτζ.

O Λένι αν και είναι ένας από τους δύο κύριους χαρακτήρες του έργου, είναι και ο λιγότερο δυναμικός. Δεν υπάρχει εξέλιξη του χαρακτήρα του, δηλαδή ο αναγνώστης σε όλο το έργο βλέπει τον Λένι, όπως παρουσιάζεται και στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Ο Λένι είναι ψηλός, μεγαλόσωμος και πολύ δυνατός. Ακόμα, του αρέσει να χαϊδεύει απαλά πράγματα, τον διακατέχει μια παιδική αθωότητα λόγω της πνευματικής του αναπηρίας και είναι απόλυτα αφοσιωμένος στον Τζορτζ και στο όνειρό τους. Aυτά του τα χαρακτηριστικά επιβεβαιώνονται καθ’όλη τη διάρκεια του βιβλίου. Αν και οι συνεχείς παρουσιάσεις αυτών των χαρακτηριστικών καθιστούν τον Λένι έναν επίπεδο χαρακτήρα, η απλότητα του Λένι είναι βασική για την εξέλιξη της πλοκής. Και αυτό συμβαίνει , επειδή το ‘Άνθρωποι και Ποντίκια’ είναι ένα μικρό έργο που πρέπει όμως να καταφέρει να επηρεάσει ψυχικά τον αναγνώστη. Ακόμα, η τραγωδία του βιβλίου είναι ένα κομμάτι αναπόφευκτο και γι’αυτό ο αναγνώστης πρέπει από την αρχή να καταλάβει ότι ο Λένι είναι καταδικασμένος, ώστε να συμπάσχει μαζί του. Ο Στάινμπεκ το καταφέρνει αυτό, δημιουργώντας ένα πρωταγωνιστή που κερδίζει την συμπάθεια του αναγνώστη, επειδή δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τα γεγονότα που θα επακολουθήσουν. Είναι τελείως απροστάτευτος. Δεν μπορεί να αποφύγει τους κινδύνους που του παρουσιάζονται όπως με τον Κέρλυ ή και με τη γυναίκα του Κέρλυ. Η αθωότητά του, του προσδίδει μία καλοσύνη που δεν μπορεί να είναι ρεαλιστική, παρά μόνο ποιητική. O ενθουσιασμός του για το όραμα της μελλοντικής του φάρμας πείθει τον Τζορτζ και άλλους χαρακτήρες (Κάντυ, Κρουκς), αλλά και τους αναγνώστες ότι ένας τέτοιος παράδεισος είναι εφικτός. Παρ’ όλα αυτά ο Λένι είναι ο χαρακτήρας που ο Στάινμπεκ τον βάζει να καταστραφεί, ένας χαρακτήρας που η αθωότητά του επιβεβαιώνει απλώς αυτή την αναπόφευκτη καταστροφή.

Ο Τζορτζ είναι μικροκαμωμένος, με έντονα χαρακτηριστικά και οξυδερκής. Χάνει εύκολα την ψυχραιμία του, αλλά είναι στοργικός και αφοσιωμένος φίλος. Ακόμα αν και πολλές φορές διαμαρτύρεται για τη ζωή του με τον Λένι, μένει πιστός στη δέσμευσή του να τον προστατεύει. Από τις πρώτες λέξεις του Τζορτζ (προειδοποιεί τον Λένι να μην πιει πολύ νερό για να μην αρρωστήσει) φαίνεται το είδος της φιλίας τους. Ακόμα, αντιθέτως με τον Λένι ο χαρακτήρας του Τζορτζ αλλάζει κατά τη διάρκεια της πλοκής. Ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι ο Τζορτζ είναι ικανός να αλλάξει, όταν σε μια κουβέντα του με τον Σλιμ παραδέχεται ότι στο παρελθόν είχε παρενοχλήσει τον Λένι για δική του διασκέδαση. Από τότε ο Τζορτζ κατάλαβε ότι είναι λάθος να εκμεταλλεύεσαι τους πιο αδύναμους. Στο ‘Άνθρωποι και Ποντίκια’ ο Τζορτζ αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος είναι σχεδιασμένος να τα βάζει με τους αδυνάτους. Στην αρχή του βιβλίου ο Τζορτ είναι ιδεαλιστής. Παρ’ όλη την σκληρή εξωτερική του εμφάνιση, πιστεύει στο όνειρο της μελλοντικής του φάρμας καθώς είναι η μόνη διέξοδος εκείνου και του Λένι από τον σκληρό κόσμο. Πυροβολώντας τον Λένι τον σώζει από έναν μαρτυρικό θάνατο, αλλά δίνει τέλος στο όνειρό του για έναν τέλειο, αδελφικό κόσμο.

O αφηγητής είναι τριτοπρόσωπος και παντογνώστης, αλλά δεν εμβαθύνει στις σκέψεις και στα συναισθήματα των χαρακτήρων. H γλώσσα είναι απλή, άμεση, αλλά και σοβαρή. Με αυτό τον τρόπο ο Στάινμπεκ θέλει να δείξει ότι η ιστορία και του πιο απλού ανθρώπου είναι σημαντική, ακόμα και αν αυτοί είναι απλοί εργάτες. Το είδος της γραφής του είναι αυτό του νατουραλισμού. Ακόμα, χρησιμοποιεί και τον συμβολισμό.

Ο Στάινμπεκ στο βιβλίο αυτό θίγει διάφορα κοινωνικά προβλήματα και αξίες:

Φιλία:

Ο Τζορτζ και ο Λένι διακατέχονται από μία πολύ δυνατή φιλία, μια φιλία που τους κάνει να ξεχωρίζουν από τους άλλους. Λόγω αυτής της φιλίας το όνειρό τους φαντάζει αληθινό, όχι μόνο σε αυτούς αλλά και στους άλλους χαρακτήρες. Ακόμα, όλοι νιώθουν την ανάγκη να ζήσουν ενωμένοι, σαν αδέρφια, η ανταγωνιστική φύση όμως τον ανθρώπων τους εμποδίζει. Αν και η φιλία του Τζορτζ και του Λένι αποτυχαίνει είναι το κύριο στοιχείο στο οποίο βασίζει ο Στάινμπεκ τον ιδανικό του κόσμο.

Αμερικάνικο Όνειρο:

Oι περισσότεροι χαρακτήρες στο Άνθρωποι και Ποντίκια ονειρεύονται σε κάποιο σημείο του βιβλίου μια διαφορετική ζωή. Η γυναίκα του Κέρλυ πριν πεθάνει παραδέχεται ότι ήθελε να γίνει στάρ του σινεμά.

Ο Κρουκς ονειρευέται μια θέση στην φάρμα του Λένι και του Τζορτζ, το ίδιο και ο Κάντι. Όμως πριν ακόμα αρχίσει ιστορία, λόγω διαφόρων συνθηκών αυτά τα όνειρα δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Για παράδειγμα, η γυναίκα του Κέρλυ έχει μπει σε έναν δυστυχισμένο γάμο από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει. Αυτό που προσδίδει στα όνειρα όμως τον όρο ‘Αμερικάνικο’ είναι ότι οι χαρακτήρες εύχονται για αληθινή ευτυχία και την ελευθερία να ακολουθήσουν τις πραγματικές επιθυμίες τους. Το όνειρο του Τζορτ και του Λένι να αποκτήσουν μια φάρμα που θα τους διατηρεί και θα τους προστατεύει από τον αφιλόξενο κόσμο, είναι αντιπροσωπευτικό του Αμερικάνικου ιδεώδους.

Μοναξιά:

Πολλοί από τους χαρακτήρες παραδέχονται ότι υποφέρουν από μοναξιά. Ο Τζορτζ στην αρχή του βιβλίου <<ομολογεί>> στον Λένι ότι η ζωή ενός εργάτη σε ράντσο είναι από τις πιο μοναχικές. Άνδρες σαν τον Τζορτζ που πηγαίνουν από φάρμα σε φάρμα δεν έχουν κάποιον που να τους συντροφεύει. Όσο προχωράει η ιστορία, ο Κάντι, ο Κρουκς και η γυναίκα του Κέρλυ παραδέχονται τη βαθιά μοναξιά που νιώθουν. Το γεγονός ότι παραδέχονται σε άτομα ξένα προς αυτούς τον φόβο τους να παραμεριστούν από τους άλλους, δείχνει την απελπισία τους. Σε ένα κόσμο χωρίς φίλους να στηριχθούν, θα πρέπει να το κάνουν οι ξένοι. Καθένας από τους χαρακτήρες ψάχνει για ένα φίλο, να μοιραστεί τον κόσμο μαζί του. Παρ’ όλα αυτά, η συντροφικότητα αυτού του είδους μοιάζει αδύνατη. Στο τέλος, για τον Τζορτζ, η συντροφικότητα αυτή πεθαίνει μαζί με τον Λένι και όπως είχε προβλέψει στην αρχή, θα περάσει μια ζωή μόνος.

H θέση των γυναικών:

Η απεικόνιση θηλυκών χαρακτήρων στο Άνθρωποι και Ποντίκια είναι περιορισμένη και διόλου κολακευτική. Από την αρχή μαθαίνουμε ότι ο λόγος εκδίωξης των δύο φίλων από την προηγούμενη φάρμα ήταν εξαιτίας μιας γυναίκας. Παρεξηγώντας την αγάπη του Λένι για απαλά πράγματα, τον κατηγορεί για βιασμό, επειδή της τραβούσε το φόρεμα της. Αν και ο Τζορτζ μαλώνει τον Λένι για τη συμπεριφορά του, είναι πεπεισμένος ότι οι γυναίκες είναι πάντα η πηγή των προβλημάτων. Πιστεύει ότι η θελκτικότητά τους παρασύρει τους άνδρες σε ακραίες συμπεριφορές, οι οποίες δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχαν και εκείνες. Η γυναίκα του Κέρλυ, ο μόνος γυναικείος χαρακτήρας στο Άνθρωποι και Ποντίκια, αρχικά <<υποστηρίζει>> την αντίληψη του Τζορτζ για τις γυναίκες. Απογοητευμένη με τον γάμο της και τη ζωή στη φάρμα, συνεχώς ψάχνει κάτι για να περάσει την ώρα της, προκαλώντας προβλήματα στους άλλους. Το συνεχές φλερτάρισμα της με τον Λένι δε θα σφραγίσει μόνο τη δική της μοίρα, αλλά και των άλλων. Παρ’ όλα αυτά ο Στάινμπεκ μας δείχνει και μια πιο συμπονετική όψη της γυναίκας του Κέρλυ, αφήνοντάς την να μας μιλήσει για τη δυστυχία της και την ελπίδα της για μια καλύτερη ζωή. Όμως στον ουτοπικό κόσμο του Στάινμπεκ,ο οποίος είναι φτιαγμένος γύρω από τους αδελφικούς δεσμούς μεταξύ των ανδρών, οι γυναίκες δεν έχουν καμία θέση.

Ο άνθρωπος ως <<αρπακτικό>>:

Το Άνθρωποι και Ποντίκια μας διδάσκει ένα πικρό μάθημα όσον αφορά τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. Όπως ανέφερα και στο κομμάτι της μοναξιάς, όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες αναφέρουν ότι νιώθουν μόνοι ή αποξενωμένοι και για αυτό συμβιβάζονται και με έναν ξένο να ακούσει τις ανησυχίες τους. Oι χαρακτήρες αν και απομονωμένοι και αδύναμοι, επιδιώκουν να καταστρέψουν αυτούς που είναι ακόμα πιο αδύναμοι. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι όταν ο Κρουκς-ο οποίος είναι ένας μαύρος άνδρας με καμπούρα που λαχταρά για συντροφικότητα- κοροϊδεύει τον Λένι για το όνειρό του και την εξάρτησή του από τον Τζορτζ. Σε σκηνές σαν αυτή, ο Στάινμπεκ προβάλλει μία αλήθεια, ότι η καταπίεση δεν ασκείται μόνο από τον πιο δυνατό ή τον πιο ισχυρό. Ο Κρουκς φαίνεται δυνατός όταν ο Λένι αρχίζει να κλαίει, επειδή πιστεύει ότι κάτι έχει συμβεί στον Τζορτζ, όπως και η γυναίκα του Κέρλυ νιώθει δυνατή όταν απείλησε τον Κρουκς ότι τον λιντσάρουν. Συνοψίζοντας, το βιβλίο υπονοεί ότι η πιο φανερή μορφή δύναμης που χρησιμοποιείται για να καταπιέζει τους άλλους πηγάζει από την ίδια την αδυναμία.

Tέλος, ο Στάινμπεκ είναι συμπονετικός προς τους χαρακτήρες του, αλλά δεν πρόκειται να δημιουργήσει ένα ευτυχισμένο τέλος για αυτούς. Αντιθέτως, αντιπαραθέτει τον πραγματικό κόσμο της φτώχειας, τον περιορισμένων κοινωνικών ρόλων, της ανθρώπινης μισαλλοδοξίας και βίας με τον ονειρικό κόσμο της ελευθερίας, της ευμάρειας, της φιλίας και της αφοσίωσης. Αυτή έντονη αντιπαράθεση αποκαλύπτει πως το Αμερικάνικο Όνειρο, ήταν απλώς ένα όνειρο χωρίς καμία ελπίδα πραγματοποίησης.

Μου άρεσε ο νατουραλιστικός τρόπος γραφής του και ο συμβολισμός που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Ακόμα, μου άρεσε ότι οι χαρακτήρες του δεν ήταν ούτε περίπλοκοι , αλλά ούτε και απλοί. Θα το πρότεινα σε άτομα που τους αρέσει η κλασσική λογοτεχνία και πιο συγκεκριμένα σε όποιον αρέσουν τα νατουραλιστικά βιβλία.



Ο Γρηγόρης Ξενόπουλος

 Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος είναι ο πολυγραφότερος συγγραφέας της εποχής του. Κατάφερε να ζήσει απ’ το γράψιμο σε μια εποχή που λογοτέχνες και καλλιτέχνες δεν μπορούσαν να επιβιώσουν. Αγαπούσε ιδιαίτερα τα παιδιά και τους νέους και τους έγραφε επί χρόνια επιστολές, υπογράφοντας πάντα με την ίδια φράση: «Σας ασπάζομαι, Φαίδων». Ένας άνθρωπος βαθύτατα μορφωμένος, που προσπαθούσε να μην εκπέμπει κάτι ακαδημαϊκό. Με τον τρόπο αυτό έκανε τη γνώση να μοιάζει με παιχνίδι. Άλλωστε, όπως είχε πει και ο ίδιος, ο στόχος του ήταν να μπορεί να διαβαστεί από έναν μαθητή Γυμνασίου μέχρι τον Κωστή Παλαμά.



Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννιέται στις 9 Δεκεμβρίου 1867 στην Κωνσταντινούπολη.Είναι ο πρώτος νεοέλληνας λογοτέχνης που επέλεξε συνειδητά να ζήσει από την πένα του. Yπήρξε ο πρώτος Πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών από το 1934 μέχρι το 1936. Έγραφε καθημερινά 10-12 ώρες. Το πεζογραφικό του έργο είναι τεράστιο.Στο περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων» έγραφε παιδικά-νεανικά διηγήματα. 

Μερικά ζακυνθινά έργα του ήταν τα: «Στέλλα Βιολάντη», «Ραχήλ», «Φωτεινή Σάντρη», «Ο ποπολάρος». Έφυγε απ’ τη ζωή στις 14 Ιανουαρίου 1951. Τέσσερα χρόνια πριν φύγει απ’ τη ζωή, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε τη «Ζωή σαν παραμύθι», στο οποίο έγραφε την ευχαρίστηση και την πληρότητά του, αφού πρόλαβε να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

«Εκείνο που μπορώ να ξέρω με βεβαιότητα», γράφει στην αυτοβιογραφική παρουσίασή του, «είναι πως η γέννησή μου ήταν μια τύχη πολύ ευνοϊκή για ένα συγγραφέα. Έχω στο αίμα μου, καταλαβαίνω κι’ αισθάνουμαι όλο τον Ελληνισμό. Η πελοποννησιακή καταγωγή των Ξυνήδων μ’ εξοικειώνει με την κυρίως Ελλάδα. Η ζακυνθινή καταγωγή του πατέρα μου κι’ η ανατροφή μου στη Ζάκυνθο από την κούνια βάζει μέσα μου όλο τον επτανησιακό, τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Η πολίτικη τέλος κι’ ανατολίτικη καταγωγή της μητέρας μου μ’ εξοικειώνει με τον ελληνισμό τον επίλοιπο. Είμαι και Ζακυνθινός, και Μωραΐτης, κι’ Ανατολίτης, κι’ Αθηναίος. Είμαι Πανέλληνας..."

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Θωμά Μοσχόπουλου στην Πολιτισμική Διαδρομή

Ο Λογοτέχνης φίλος και συμμαθητής Θωμάς Μοσχόπουλος μας έκανε την τιμή να μας παραχωρήσει μία συνέντευξη εφ' όλης της ύλης...


                                                  


 Πολιτισμική Διαδρομή: Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με την ποίηση; Ήταν μια απόφαση, μια ανάγκη, ή κάτι πιο αόρατο;


Θωμάς Μοσχόπουλος: Γράφω από την ηλικία των 15 ετών. Όχι γιατί μελέτησα το είδος ή θέλησα να μιμηθώ κάποιον ποιητή που μου άρεσε. Έγραφα — και συνεχίζω να γράφω — γιατί αυτό προέρχεται από την ψυχή μου. Βγάζω στο χαρτί αυτό που νιώθω, αυτό που σκέφτομαι: συναισθήματα, προβληματισμούς για διάφορα ζητήματα. Κάθε ποίημα είναι σαν φάρμακο. Κάθε δημιούργημα είναι μια έκφραση μιας ιδέας, με την πλατωνική έννοια.

 Πολιτισμική Διαδρομή: Πώς γεννιέται ένα ποίημα;


Θωμάς Μοσχόπουλος: Πρέπει πρώτα να υπάρξει το ερέθισμα — ένα συναίσθημα που κυριαρχεί ή ένας βαθύτερος προβληματισμός. Όλο αυτό με καταλαμβάνει, με κατακλύζει. Εκείνη τη στιγμή επιδιώκω να μείνω μόνος. Τότε γεννάται το ποίημα. Μέσα από τη νέα δημιουργία, επέρχεται μια εσωτερική ισορροπία. Και, θαρρώ, ένα αισθητικό αποτέλεσμα που με ικανοποιεί.

Πολιτισμική Διαδρομή: Ποιο είναι το κοινό σας; Γράφετε με κάποιον αποδέκτη κατά νου;


 Θωμάς Μοσχόπουλος: Πρώτα γράφω ξεκάθαρα για εμένα. Τα ποιήματά μου μένουν συχνά στο συρτάρι για χρόνια. Ωστόσο με ενδιαφέρει να τα μοιραστώ. Οι πρώτες μου ποιητικές συλλογές «ΚΟΜΜΑΤΙ ΦΩΤΙΑΣ» και «ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ» έχουν διανεμηθεί δωρεάν ηλεκτρονικά και για όποιον ενδιαφέρεται μπορεί να τα κατεβάσει εύκολα με μια αναζήτηση στο διαδίκτυο. Η ποιητική μου συλλογή «ΨΥΧΕΣ» εκδόθηκε προσφάτως ως έντυπο και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές». Αν κάποιος αναγνωρίσει στα ποιήματά μου κάτι που αξίζει, θα χαρώ πολύ να το μάθω. Νομίζω πως απευθύνονται σε ανθρώπους που έχουν ανησυχίες, που έχουν ξεπεράσει το στάδιο της
απλής βιομέριμνας και βρίσκονται στο επίπεδο της «καθαρής μέριμνας», δηλαδή έχουν αναδυθεί μέσα τους οι ερωτήσεις: «τι είναι ο άνθρωπος-τί είναι ο Κόσμος», που ψάχνουν δηλαδή το παραπάνω πέρα από την καθημερινότητα.



Πολιτισμική Διαδρομή: Υπάρχει κάποιο θέμα ή μοτίβο που επανέρχεται στα ποιήματά σας;


Θωμάς Μοσχόπουλος: Ναι, η τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης: το να γνωρίζει κανείς το αναπόφευκτο τέλος, αλλά παρ’ όλα αυτά να είναι καταδικασμένος να ελπίζει. Υπάρχει όμως και η ομορφιά. Η ομορφιά του εφήμερου και η αιωνιότητα των Ιδεών.

Πολιτισμική Διαδρομή: Ποιοι ποιητές σας έχουν σημαδέψει;


Θωμάς Μοσχόπουλος:  Από όσους Έλληνες διάβασα, κανέναν δεν μπορώ να βάλω πάνω από τον Όμηρο. Επίσης, τον συγγραφέα ή τους συγγραφείς των Ορφικών Ύμνων. Από τους νεότερους, θεωρώ δεύτερο Όμηρο τον Κωστή Παλαμά — τον μύστη του Ελληνισμού. Μου αρέσει επίσης πολύ ο Καβάφης, που αναδεικνύει τους ανθρώπινους χαρακτήρες με το ιδιαίτερο του ύφος, το οποίο αγαπώ και θαυμάζω βαθιά. Μάλιστα, δύο ποιήματα στη συλλογή μου «ΨΥΧΕΣ» είναι γραμμένα στο δικό του ύφος: "Ο Μύρων ο Πρεσβύτερος" και το αφιερωματικό "Εις τον Αλεξανδρινόν".

Πολιτισμική Διαδρομή: Η εποχή που ζούμε σάς εμπνέει ή σας απογοητεύει ως ποιητή;


Θωμάς Μοσχόπουλος:  Και τα δύο μαζί. Με εμπνέει μια εσωτερική αντίδραση απέναντι στον αυτοματισμό και στην απώλεια του ανθρωπισμού. Μια αντίσταση απέναντι στον «μετανθρώπινο» τύπο: τον άνθρωπο-ρομπότ, τον μονοδιάστατο άνθρωπο της ύλης. Από την άλλη, με απογοητεύει το γεγονός ότι αυτή η αντίδραση πνίγεται. Συχνά νιώθω πως πυροβολώ πυροτεχνήματα στον αέρα, αλλά κανείς δεν τα κοιτάζει — όλοι είναι απορροφημένοι στον κόσμο της οθόνης και των social media.




Πολιτισμική Διαδρομή : Ποιος είναι ο ρόλος της ποίησης σήμερα; Έχει χώρο; Έχει νόημα;


 Θωμάς Μοσχόπουλος: Έχει νόημα, όταν μπορεί να επηρεάζει θετικά την κοινωνία. Ζούμε σε μια εποχή απομάγευσης, και η ποίηση είναι κατεξοχήν μαγεία. Ο κόσμος έχει ανάγκη τον μάγο — άρα και τον ποιητή. Το πρόβλημα είναι ότι δεν το γνωρίζει. Δεν το κατανοεί, γιατί το «προϊόν» δεν του σερβίρεται σωστά. Χρειάζεται μια επιστροφή στην πρωταρχική ποίηση: τη θρησκευτική τελετουργία. Έναν συνδυασμό μουσικής, ποιητικής μυσταγωγίας, μιας ατμόσφαιρας σχεδόν τελετουργίας. Μια πλήρης επαναφορά στη μακρινή αρχαιότητα, όπου ποίηση και μαγεία ήταν αδιαχώριστες. Ποιος θα είναι ο μέγας μάγος που θα αναλάβει το έργο αυτό, άγνωστο. Ο λαός πάντως χρειάζεται τον «σαμάνο» που θα θεραπεύσει τις πληγές του.



 Πολιτισμική Διαδρομή: Ετοιμάζετε κάτι καινούριο αυτή την περίοδο;

 Θωμάς Μοσχόπουλος: Υπάρχουν αρκετά ποιήματα ακόμα στο συρτάρι. Χρειάζονται κάποιες διορθώσεις — ίσως ασχοληθώ μαζί τους αργότερα. Προς το παρόν, δίνω έμφαση στη συγγραφή. Ετοιμάζω δύο μυθιστορήματα, από τα οποία το πρώτο πιθανόν να είναι έτοιμο μέσα στη χρονιά.

Πολιτισμική Διαδρομή : Αν μπορούσατε να πείτε μία φράση στον άνθρωπο που σας διαβάζει, ποια θα ήταν;


Θωμάς Μοσχόπουλος:  Θα ήθελα να του εκφράσω την εκτίμησή μου, γιατί είναι ξεχωριστός. Θα ήθελα να τον χτυπήσω φιλικά στην πλάτη και να του απαγγείλω ένα τετράστιχο που, πιστεύω, του ταιριάζει:

Το αίμα παντοδύναμο,
μας έσπειρε ξανά,
φυτρώσαμε αγριόχορτα,
άσπαρτα στο χώμα.

 

Ωδή εις το Λόρδο Βύρωνα, του Διονυσίου Σολωμού. Ποιητική Βραδιά

Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

  Φίλες και φίλοι απόψε, με αφορμή την επέτειο της εθνικής εορτής, θα σας παρουσιάσω το υπέροχο επικό ποίημα του Διονυσίου Σολωμού «Ωδή εις το Λόρδο Βύρωνα». Μια μακρά ωδή η οποία αντανακλά το γενικό πένθος για το θάνατο του σπουδαίου φιλέλληνα.

«Η Ελλάδα στέφουσα τον Λόρδο Βύρωνα», αλληγορικό μαρμάρινο σύμπλεγμα, Αθήνα.

 Ο Σολωμός άρχισε να επεξεργάζεται την Ωδή το 1824, αμέσως μετά το θάνατο του Άγγλου Φιλέλληνα στο Μεσολόγγι, τον Απρίλιο του 1824, και τη δημοσιεύτηκε το επόμενο έτος. Λέγεται ότι όταν έφτασαν στη Ζάκυνθο τα νέα για το θάνατο του Μπάιρον, ο Σολωμός πήδηξε πάνω στο τραπέζι της ταβέρνας όπου καθόταν με φίλους του και εντελώς αυθόρμητα συνέθεσε την πρώτη στροφή:

 Λευτεριά για λίγο πάψε/ να χτυπάς με το σπαθί/ κι έλα σίμωσε και κλάψε/ εις του Μπάιρον το κορμί.

 Καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου οι κανονιοβολισμοί ακούγονταν μέχρι τα παράλια της Ζακύνθου. Το γεγονός αυτό κρατούσε τη σκέψη του Σολωμού σε εγρήγορση.

 Η πρώτη πλήρης μορφή του κειμένου διαμορφώθηκε ύστερα από αλλεπάλληλες επεξεργασίες και αλλαγές. Κατόπιν ο Σολωμός υποδείκνυε πολλές επεξεργασίες και διορθώσεις πάνω στο ποίημα. Αρκετά μετά ο Σολωμός επεξεργάστηκε το ποίημα καταλήγοντας στην απόρριψη της πρώτης δημοσίευσης (ουσιαστικά ο Σολωμός εγκατέλειψε το ποίημα). Σώζονται επίσης αυτόγραφα από απανωτές διορθώσεις από τον ίδιο το Σολωμό με φράσεις αυστηρής αυτοκριτικής.

 Το κείμενο καθαρογράφηκε από τον Γεώργιο Δε Ρώση και συμπεριλήφθηκε στο Τετράδιο Ζακύνθου αριθμός 10. Το 1850 δημοσιεύθηκε στο Ανθολόγιο του Ι. Πανταζή σε μια εκδοχή 172 στροφών. Αργότερα στο Τετράδιο Ζακύνθου αριθμός 20, και ως Εθνικής Βιβλιοθήκης Φ 2. Σκοπός ήταν να προωθηθεί η έκδοση του ποιήματος στο εξωτερικό, κάτι που όμως τελικά δεν έγινε. Η έκδοση των Ευρισκόμενων (συλλογή ερωτικών, εμβληματικών και σύμμικτων ποιημάτων το 1859 από τον Πολυλά και όλες οι μεταγενέστερες εκδόσεις βασίστηκαν στη μορφή των 165 στροφών. Επρόκειτο για μια διαφορετική μορφή.

Προσωπογραφία του 1832, Άνταμ Φρίντελ.


Λίγα λόγια για το Λόρδο Βύρωνα.

 Ο Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον, 6ος Βαρόνος Μπάιρον γνωστός στην Ελλάδα ως Λόρδος Βύρων ήταν Άγγλος ποιητής, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρομαντισμού και από τους σημαντικότερους φιλέλληνες. Υπήρξε εξαιρετικά διάσημος και επιτυχημένος ως ποιητής, αλλά και ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στην Αγγλία, ζώντας άστατη οικονομική ζωή.

 Αργότερα συνέδεσε το όνομα του με την στήριξη των επαναστατικών κινημάτων σε Ιταλία και Ελλάδα, και πέθανε στο πλευρό των Ελλήνων επαναστατών στο Μεσολόγγι μετά από υψηλό πυρετό που ανέπτυξε. Θεωρείται από τους πλέον σημαντικούς Άγγλους λογοτέχνες του 19ου αιώνα, ενώ στην Ελλάδα είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της επανάστασης του 1821 και εθνικός ευεργέτης.

 Το 1823 κατευθύνεται, ύστερα από παρότρυνση της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, προς την Ελλάδα, σταματώντας στην Κεφαλονιά, όπου παρέμεινε για έξι μήνες στην οικία του κόμη Δελαδέτσιμα, φίλου του Μαυροκορδάτου. Τελικά, αν και αρχικός προορισμός του ήταν ο Μοριάς, εγκαθίσταται στο Μεσολόγγι, όπου έρχεται σε επαφή με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον οποίο και υποστηρίζει οικονομικά.

 Εν τω μεταξύ, έχει σχηματίσει ιδιωτικό στρατό από 40 Σουλιώτες, υπό τους Δράκο, Τζαβέλλα και Φωτομάρα. Διατηρούσε αλληλογραφία με Άγγλους επιχειρηματίες όπως ο Σάμουελ Μπαρφ για την οικονομική ενίσχυση των επαναστατών, και ήταν από τους πρώτους που συνειδητοποίησαν τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε το δάνειο στην περίπτωση που αυτό χρησιμοποιείτο όχι για εθνικούς σκοπούς, αλλά για πολιτικές διαμάχες.

Ο Λόρδος Μπάιρον στο νεκροκρέβατό του, Ζοζέφ Ντενί Οντεβάιρ (περ. 1826). GroeningemuseumΜπρυζ.

 Ένας από τους στενούς φίλους του Βύρωνα στο Μεσολόγγι ήταν ο επίσης σπουδαίος φιλέλληνας Αμερικανός ιατρός, από τη Βοστόνη Σαμουήλ Γκρίντλευ Χάου, ο οποίος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, νεαρός τότε μόλις απόφοιτος του Πανεπιστημίου, είχε έλθει στην Ελλάδα και για έξι χρόνια πρόσφερε εθελοντικά τις ιατρικές του υπηρεσίες στους Έλληνες αγωνιστές.

 Μετά το θάνατο του Λόρδου Βύρωνα ο Χάου κράτησε ως κειμήλιο της φιλίας το αγγλικό κράνος - περικεφαλαία του Βύρωνα, το οποίο αργότερα, το 1925, το έφερε στην Ελλάδα η μικρότερη κόρη από τα 6 παιδιά του Σαμουήλ Χάου, η Μοντ Χάου και το δώρισε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας.

 Όταν ο Μπάιρον πέθανε από το πολιορκημένο Μεσολόγγι ακούστηκαν 37 κανονιές, όσες και τα χρόνια του. Από την Ελλάδα τιμήθηκε με την αιώνια ευγνωμοσύνη. Ένα από τα ωραιότερα αγάλματα στο Ζάππειο, στο σημείο όπου η Λεωφόρος Αμαλίας συναντά τη Λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας, τον αναπαριστά στα γόνατα της Ελλάδας. Τέλος το όνομα του δόθηκε σε έναν προσφυγικό συνοικισμό πάνω από το Παγκράτι…

 

Λίγα ακόμη στοιχεία.

 Η Ωδή προς τον Μπάιρον αποτέλεσε ένα από τα μοναδικά λαϊκά αναγνώσματα της προεπαναστατικής περιόδου.

 Το έργο αποτελεί μια ανακρεόντεια ωδή σε τροχαϊκούς οχτασύλλαβους στίχους. Ο όρος ανακρεόντειος αναφέρεται γενικά σε θεματολογία σχετική με τον έρωτα, το κρασί, τις απογοητεύσεις και τις απογοητεύσεις της ζωής, την ευτυχία και τη γοητεία. Όταν μιλάμε, επίσης για τροχαϊκό στίχο εννοούμε το συνταίριασμα μιας τονισμένης και μιας άτονης συλλαβής, ενός στίχου που έχει ζυγό αριθμό συλλαβών. Σε αυτήν την περίπτωση τονίζονται οι μονές συλλαβές, όχι όμως απαραίτητα όλες.

 Ο Κάλβος, συνέγραψε επίσης ένα παρόμοιο ποίημα για τον Μπάιρον. Βρίσκεται στην αρχή του τόμου των Λυρικών (1826). Ο αυθορμητισμός του Σολωμού εδώ υποκαθιστάτε με έναν αυστηρό διάκοσμο από τον Κάλβο.

Ανακοίνωση του θανάτου του Λόρδου Βύρωνα με δημοσίευση της 7ης Απριλίου 1824 στην Ελληνική Γλώσσα στην εφημερίδα Νέας Υόρκης The Albion. Ιστορικό Αρχείο Ευγενίας Αντωνίου Σκιαθά

 Η Ωδή είναι (μαζί με τον Ύμνο) το μοναδικό μεγάλο έργο του ποιητή. Ως προς τη μορφή και το ύφος ακολουθεί στενά τον Ύμνο. Το έργο θεωρήθηκε από αρκετούς ένα αδύναμο αντίγραφο του Ύμνου εις την ελευθερία.  Στο ποίημα αυτό ο Σολωμός μεταχειρίζεται την υπερβολή. Ο ίδιος λέει: «Η δυσκολία που νοιώθει ένας συγγραφέας δεν είναι να δείξει φαντασία και πάθος, αλλά να τα υποτάξει στο νόημα της τέχνης.»

Σε μία από τις στροφές λέει:

 Συχνά εβράχνιασε η μιλιά του/ Τραγουδώντας λυπηρά/ Πως στον ήλιο αποκάτου/ Είναι λίγη η ελευτεριά.

 Ο ποιητής και σε αυτό το έργο γράφει στη γλώσσα του λαού. Ο Σολωμός πήρε θέση στο γλωσσικό ζήτημα, υποστηρίζοντας το μοντέλο των δυτικών ομιλούμενων γλωσσών. Ουδέποτε όμως θεώρησε δεδομένο ότι η γραπτή γλώσσα πρέπει να ταυτίζεται με την ομιλούμενη. Προώθησε τη γνώμη ότι η ομιλούμενη γλώσσα πρέπει να αποτελεί βάση για τη γραπτή. Ο Σολωμός έγραφε στη γλώσσα του λαού σα να ήθελε ενδόμυχα να γίνει ο ¨Εθνικός Ποιητής¨.


Ο Διονύσιος Σολωμός


 

Πηγές:

1)      Roderick Beaton, Εισαγωγή στη Νεώτερη Ελληνική Λογοτεχνία, μετάφρ. Μ Σπανάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996.

 

2)      Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μετάφρ. Δ. Λουκά, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 2003.

 

3)      Δημήτρης Αγγελάτος, Το έργο του Διονυσίου Σολωμού και ο κόσμος των λογοτεχνικών ειδών, Gutenberg, Αθήνα 2009.

 

4)      Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1984.

5)      https://www.artigo.gr/people/lord-byron-maid-ofathens-ere-we-part/

6)      https://www.ethnos.gr/history/article/204219/lordosbyronenaskoinostyxodiokthspoyxreosethnelladaposhistoriatonagkaliasekaitononomasefilellhna

7)      www.elzoni.gr/html/ent/149/ent.20149.asp

8)      https://zakynthos-museumsolomos.gr/eis-ton-thanaton-tou-lord-bairon.html

9)      https://www.maxmag.gr/afieromata/ellada1821/lordos-vyron-o-romantikos-poiitis-symvolo-toy-filellinismoy/

10)   https://polinices50.rssing.com/chan-22777447/all_p83.html


-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


Ο Αρχαιολόγος, του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

  Απόψε, αγαπητοί φίλοι, θα σας παρουσιάσω ένα έργο το οποίο με αλληγορικό τρόπο εκθέτει το ζήτημα της Προγονοπληξίας σε όλο της το μεγαλείο. Πρόκειται για τον Αρχαιολόγο του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Το αρκετά ενδιαφέρον και επίκαιρο αυτό έργο είχα την τύχη να διαβάσω το χειμώνα του 2021-2022.




 

 Η πρώτη έκδοση του Αρχαιολόγου είναι άγνωστη και αμφισβητήσιμη. Η δεύτερη έκδοση του έργου πραγματοποιήθηκε το 1904, από το τυπογραφείο της Εστίας των Μάινερ και Καργαδούρη.  

 

 Γεννημένος στα Λεχαινά Ηλείας ο Καρκαβίτσας, σπούδασε επί πέντε έτη Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αποφοίτησε με τον τίτλο του Διδάκτορα. Εκτός από πεζογράφος υπηρέτησε και ως στρατιωτικός γιατρός. Φυλακίστηκε το 1916 συνεπεία του Εθνικού Διχασμού, ενώ πέθανε στο Μαρούσι το 1922 προσβεβλημένος από φυματίωση του λάρυγγα και πικραμένος από την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας.

 

 Το ενδιαφέρον για το έργο του Καρκαβίτσα, όπως και του Παπαδιαμάντη, θα αυξάνεται μετά το 1960. Τα διασημότερα έργα του συγγραφέα ήταν Ο ζητιάνος και η συλλογή διηγημάτων Τα λόγια της Πλώρης. Ο συγγραφέας μαζί με τον Παπαδιαμάντη και το Βιζυηνό υπήρξαν οι κύριοι εκπρόσωποι της Ηθογραφίας (και ειδικότερα της Ηθογραφίας του Ρεαλισμού), όπως επίσης και του Νατουραλισμού. Ως εκπρόσωπος της ρεαλιστικής πεζογραφίας στην Ελλάδα, ο Καρκαβίτσας, παρουσίασε μια σειρά έργων που διαπνέονται από γνήσιο πατριωτισμό, κοινωνικά ιδεώδη αλλά και χριστιανική καρτερία.



 


 Το έργο, αν και δεν πρόκειται για ένα από τα αριστουργήματα του Καρκαβίτσα ή της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, για ένα περίεργο λόγο έχει μεταφραστεί από τον General Books το 2010. Έχει επίσης εκδοθεί ως ηλεκτρονικό βιβλίο από τον Smashwords Edition. 

Πρόσφατα η καθηγήτρια κλασικής φιλολογίας στο γνωστό Brown του Λονδίνου, Τζοάνα Χάνικ, ανέλαβε να μεταφράσει τον Αρχαιολόγο, με αφορμή τα διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821. Όπως δήλωσε η Τζοάνα Χάνικ στη δημοσιογράφο του Βήματος Λαμπρινή Κουζέλη «έχει ιστορική σημασία και η επέτειος της ελληνικής επανάστασης που πλησιάζει και οι εορτασμοί που περιμένουμε ότι θα γίνουν, θα είναι μια καλή ευκαιρία για να παρουσιαστεί αυτό το κείμενο και οι προβληματισμοί του Καρκαβίτσα για τα εθνικά θέματα».

 

Η υπόθεση του έργου:

 Πρόκειται για μια χειρουργικής ακρίβειας ανάλυση της ανθρώπινης φύσης και των ανείπωτων εντάσεων που δημιουργούν οι οικογενειακές σχέσεις. Ο Αριστοδήμος μεγαλοπιάνεται από μία ανεξακρίβωτη πληροφορία ότι κατάγεται από το ξακουστό γένος των Ευμορφόπουλων και για να γλιτώσει από τα αδιέξοδα της πραγματικής ζωής, διαμορφώνει μία νέα ταυτότητα που κοντράρεται όπως τα ασπρόμαυρα κοντράστ με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του: τον καλοπροαίρετο, μικρότερο αδελφό, τη μητέρα και τη γυναίκα του για να οδηγηθεί στην τελική του συντριβή. Στον άτεγκτο κόσμο του Καρκαβίτσα, δεν καλλιεργείται ελπίδα για μία καλύτερη ζωή.

 

Επιπλέον στοιχεία για το έργο 

 Ο Αρχαιολόγος αποτέλεσε ένα έργο-κραυγή κατά της ανιστόρητης προγονοπληξίας. Μια προγονοπληξία που συχνά καταντά στείρα παρελθοντολογία και όχι υπεύθυνος θαυμασμός σε έναν κόσμο που παρήγαγε βέβαιο πολιτισμό.

 Δεν είναι λίγες οι φορές που η επιφανειακή προγονική καύχηση  περιφρονεί τη σημερινή τύχη και την πρόοδο του έθνους. Ο Καρκαβίτσας καταδικάζει την άγονη προγονοπληξία ορισμένων διανοούμενων καθώς επίσης και την άκριτη αρχαιολατρία.

 


 Αρκετά αγράμματα ή ημιμαθή υποκείμενα στις μέρες μας ακολουθούν ακόμη τη γραμμή της προγονοπληξίας. Τη διατηρούν ολοζώντανη. Φορούν περικεφαλαίες στα άδεια κεφάλια τους και μανδύες επάνω από τα φτηνιάρικα τζιν τους, και καπηλεύονται τα ιερά και τα όσια της φυλής. Πρόκειται για αληθινές καρικατούρες που καίτοι νομίζουν ότι εξυψώνουν το παρελθόν, στην πραγματικότητα το γελοιοποιούν εξωτερικεύοντας ταυτόχρονα, με τον τρόπο αυτό και τα άλυτα ψυχικά τους προβλήματα. Αυτό το νοσηρό φαινόμενο οφείλεται σίγουρα στην αδυναμία ένταξης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στο σύγχρονο κόσμο.

 Μεταξύ σύγχρονης και αρχαίας Ελλάδας υφίστατο ένα χάσμα το οποίο επιχειρήθηκε να γεφυρωθεί από δύο μεγάλους διανοητές: Το Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και τον Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο. Αμφότεροι πέτυχαν την μέσω επίπονης έρευνας την ένταξη του Βυζαντίου στον ελληνικό πολιτισμό και έτσι απέδειξαν τη συνέχεια του ελληνικού έθνους, μέσω της μελέτης της λαϊκής παράδοσης και της ιστορικής έρευνας.

 Όσον αφορά τη γλώσσα, ο Καρκαβίτσας παίρνει σαφή θέση πάνω στο γλωσσικό ζήτημα. Υπερασπίζεται τη δημοτική και θυμίζει σε πολλά σημεία το Ταξίδι μου του Ψυχάρη. Πριν την έκδοση του Αρχαιολόγου (1901-3) έχουν προηγηθεί τα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Ο συγγραφέας, μαζί με τον Εφταλιώτη, ήταν οι πρώτοι δημοτικιστές πεζογράφοι. Παρά το γεγονός ότι ο Καρκαβίτσας ήταν οπαδός της δημοτικής δεν αποδέχονταν τις ακρότητες των δημοτικιστών. Στόχος του ήταν η γλώσσα του έργου του να γίνει κατανοητή από όλους.

 Ο Αρχαιολόγος υπήρξε το τελευταίο μυθιστόρημα του Καρκαβίτσα και χαρακτηρίστηκε γενικά ως αποτυχημένο από τεχνικής άποψης. Που οφείλεται όμως η αποτυχία του; Ο Roderick Beaton δίνει την απάντηση:

 "Το μυθιστόρημα ακολουθεί τα λαογραφικά αξιώματα της εποχής, αλλά κατορθώνει με τόλμη να απαλλαγεί από τις συμβάσεις του Ρεαλισμού. Στην αλληγορία αυτή της σχέσης της Ελλάδας με το παρελθόν της και με τους ξένους γείτονες της, που διατυπώνεται με τη μορφή λαϊκού παραμυθιού, η ισορροπία μεταξύ των ρεαλιστικών συμβάσεων και της επιθυμίας υπέρβασης τους χάνεται τελικά. Ωστόσο το μυθιστόρημα παραμένει μια σημαντική μαρτυρία των καλλιτεχνικών στόχων της γενιάς των συγγραφέων που συχνά εντάσσονται στους ρεαλιστές.

 Ο Αρχαιολόγος οδηγεί στη λογική (και αστήριχτη) κατάληξη της την ενδιάθετη ροπή της κίνησης του ελληνικού μυθιστορήματος. Αντλεί λοιπόν από τις πηγές της εγχώριας λαογραφίας με σκοπό να ενισχύσει την αναδυόμενη εθνική ταυτότητα και να καθιερώσει μια λογοτεχνική παράδοση, που να βασίζεται αναμφισβήτητα πάνω στην παράδοση αυτή.

 Η αποτυχία του αρχαιολόγου ίσως να μην οφείλεται τόσο στις τεχνικές ατέλειες του (τη δυσκολία να γεφυρώσει κανείς το χάσμα ανάμεσα στις δυσκολίες που επενδύονται στο λαϊκό παραμύθι και στην πραγματική θεματολογία του) όσο και στο γεγονός ότι ξεσκέπασε τη λανθάνουσα αυτή αλήθεια για ολόκληρη σχεδόν την ελληνική Ηθογραφία."

 Ο Παλαμάς, εν κατακλείδι, θα γράψει χαρακτηριστικά για τον Καρκαβίτσα αναγνωρίζοντας την αξία του έργου του: "Εάν κάποιος... με πειθανάγκαζε να διαλέξω αποκλειστικά μεταξύ Παπαδιαμάντη και Καρκαβίτσα, θα έστεκα ευλαβητικά μπροστά στον Παπαδιαμάντη, θα του φυλούσα το χέρι, και θα ψήφιζα τον Καρκαβίτσα".

 

Το έργο μπορείτε να το αντλήσετε από αυτόν τον σύνδεσμο:

https://silgoneon5dimgeraka.gr/wp-content/uploads/2012/01/KARKABITSAS-A.-Arxaiologos.pdf

 



 

Πηγές:

https://www.pde.org.gr/ilia/index.php?option=com_content&view=article&id=58&Itemid=71

https://www.eleftheria.gr/πολιτισμός/item/262806.html

https://www.goodreads.com/book/show/7653785

https://www.mononews.gr/politismos/i-tzoana-chanik-ke-o-karkavitsas-apo-ton-penguin-classics

https://osdelnet.gr/book/1047300

 

Roderick Beaton, Εισαγωγή στη Νεώτερη Ελληνική Λογοτεχνία, μετάφρ. Μ Σπανάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996

 

Παύλος Παπαδόπουλος Πτυχιούχος Ανθρωπιστικών Σπουδών, Αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ.

1988: Άγγιξε το όνειρο στη Γάνδη

 Ο Αυτοκράτορας στις 5 Απριλίου 1988 στη Γάνδη συγκρούστηκε με την πρωταθλήτρια Ευρώπης Τρέισερ με στόχο την πρόκριση στο τελικό του Κυπέλλο...