Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι έννοιες της Αιδούς και της Αρετής στην Ηθική Φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

  Ο Αριστοτέλης είχε αποκτήσει μία ευρεία εγκύκλια παιδεία, κύρια γνωρίσματα της αριστοτελικής σκέψης υπήρξαν, η ευρύτητα και η ακρίβεια της επιστημονικής σκέψης, καθώς επίσης και η απουσία δογματισμού. Ο σπουδαίος φιλόσοφος ενείργησε πραγματολογική έρευνα σε τρεις περιοχές: τη διαλεκτική, τη φυσική και την ηθική. Στο έργο του, ακόμη, κυριάρχησε ο ρεαλισμός και η αντίληψη γύρω από την πραγματικότητα, ενώ εξέτασε πολύπλευρα το πρόβλημα της ανθρώπινη; ηθικής.

Ο Αριστοτέλης σε πίνακα του Ιταλού ρομαντικού ζωγράφου Φραντσέσκο Χάγιεζ.

 



  Στην πρώτη ενότητα της εργασίας θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την έννοια της αρετής στην ηθική του Αριστοτέλη. Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος αναλώθηκε εκτενώς με το συγκεκριμένο θέμα, κατά βάση στο έργο του Ηθικά Νικομάχεια, αλλά και στα Ηθικά Ευμήδεια και Ηθικά Μεγάλα των οποίων όμως η γνησιότητα αμφισβητείται. Για το λόγο αυτό θα παραθέσουμε αποσπάσματα από το έργο Ηθικά Νικομάχεια, ενώ μέσα από το συγκεκριμένο πόνημα θα καταδείξουμε τη διάσταση που έδινε στην ανθρώπινη αρετή.

  Η κατάσταση της «αιδούς», και ο συσχετισμός της με την αριστοτελική έννοια της αρετής, θα αποτελέσει αντικείμενο ανάπτυξης στη δεύτερη ενότητα της εργασίας. Τα διάφορα  παραθέματα τα οποία θα χρησιμοποιήσουμε, θα προέρχονται εκ νέου από το έργο Ηθικά Νικομάχεια, το οποίο και θα θεωρηθεί σίγουρο έργο του Αριστοτέλη. Η «αιδώς» θα συνδεθεί και με ορισμένες άλλες ανθρώπινες ιδιότητες και συναισθηματικές καταστάσεις.



 

Η έννοια της αρετής στην Ηθική Φιλοσοφία του Αριστοτέλη.

  Θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε τους βασικούς αποδέκτες της Ηθικής μέσα στην πόλη-κράτος του Αριστοτέλη, ακόμη, θα προχωρήσουμε στον προσδιορισμό της ως έννοια, καθώς επίσης και στον τρόπο επίτευξης της ανθρώπινης ευδαιμονίας. Θα μας απασχολήσει επίσης η σχέση μεταξύ επιστήμης και ηθικής. Κατόπιν θα δούμε το πώς ο άνθρωπος επιτυγχάνει τις αρετές, ενώ με τη χρήση του παραδείγματος της ανδρείας θα ορίσουμε τη διαχωριστική γραμμή, με γνώμονα της οποίας δυνάμεθα να επιτύχουμε τις διάφορες αρετές.

  Η ηθική του Αριστοτέλη θα αφορά όχι όλους τους ανθρώπους που θα διαβιούν μέσα στα όρια της πόλης-κράτους, αλλά μόνο εκείνους που θα αποτελέσουν το σώμα των πολιτών και θα τους απασχολεί η διακυβέρνηση στης πόλης. Επιπρόσθετα θα είναι αυτοί οι οποίοι θα έχουν και ορισμένη οικονομική άνεση. Η κοινωνική τάξη στην οποία θα απευθυνθεί ο Αριστοτέλης θα είναι η αστική αριστοκρατία. «Το ότι αυτή η κοινωνική τάξη είναι ο αποδέκτης της ηθικής του Αριστοτέλη, επιβεβαιώνεται από την αριστοτελική ανάλυση περί αρετών. Σύμφωνα με αυτήν, σε κάθε κοινωνική ομάδα αντιστοιχεί μια συγκεκριμένη αρετή». Οι υπόλοιποι θα οφείλουν κατά τον Αριστοτέλη, υπακοή στον αρχηγό της οικογένειας. Η υπακοή αυτή θα είναι διαφορετική για τον καθένα, ανάλογα με τη θέση του. Μόνο ο αρχηγός της οικογένειας πρόκειται να αξιολογηθεί ηθικά από τον Αριστοτέλη.


Ο Αριστοτέλης μπροστά από την προτομή του Ομήρου, έργο του Ρέμπραντ (1653, Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης).


  Η ηθική στο έργο του Αριστοτέλη, δε θα απαιτήσει την ακρίβεια των μαθηματικών επιστημών, όπως αναφέρθηκε και στον πρόλογο. Σχετικά με τη συνάρτηση επιστήμης και ηθικής ο Αριστοτέλης θα διατυπώσει τα εξής και θα διευκρινίσει ότι η ηθική δεν είναι θετική επιστήμη,. «Γιατί την ακρίβεια δεν την επιδιώκουμε σε όλες τις έρευνες με το ίδιο μέτρο, ούτε σε ότι έργο κατασκευάζουμε τα καλά και τα δίκαια με τα οποία ασχολείται και μελετά, επιδέχονται μεγάλη διαφορά και πλάνη ώστε να θεωρούνται ότι υπάρχουν μόνο κατά συνθήκη και όχι από τη φύση τους». Η ηθική επιπλέον, θα αποτελέσει αντικείμενο που θα χαρακτηριστεί από ρευστότητα.

  Στο ξεκίνημα των Ηθικών ο Αριστοτέλης θα πει: « Κάθε τέχνη, επιστημονική έρευνα και πράξη που αποφασίζεται μετά από σκέψη, φαίνεται ότι αποβλέπει σε κάποιο καλό. Γι’ αυτό σωστά ειπώθηκε ότι καλό είναι εκείνο στο οποίο αποβλέπουν όλα τα όντα». Έτσι λοιπόν θα σημειώσει ότι υπάρχουν δύο είδη αγαθού: το απόλυτον και το σχετικόν. Έτσι θα ξεκαθαρίσει: «Αλλά θα επανέλθουμε σ’ αυτό το θέμα, σε όσα αναφερθήκαμε υπάρχει μία αντινομία. Δεν εφαρμόζεται σε όλα τα αγαθά αλλά σε μερικά και μάλιστα σε εκείνα τα αγαθά που επιδιώκονται και αγαπιούνται από μόνα τους, ενώ αυτά της δημιουργίας ή της προφύλαξης ή αυτά που αποκρούουν τα αντίθετά τους, ονομάζονται με διαφορετικό τρόπο. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι υπάρχουν δύο είδη αγαθών, δηλαδή τα αυτά καθ’ εαυτά και τα αγαθά που είναι για χάρη τους».  Κάθε πράξη αποσκοπεί σε κάτι διαφορετικό από τον εαυτό της, και από την τάση της να το αναπαράγει απορρέει η αξία της.

  «Η ηθική του Αριστοτέλη είναι σαφώς τελεολογική, η ηθικότητα κατά την άποψη του Αριστοτέλη έγκειται σε ορισμένες πράξεις που γίνονται όχι επειδή είναι ορθές καθ’ αυτές, αλλά επειδή θα μας φέρουν κοντά στο «ανθρώπινο αγαθό»». Αυτό θα αποτελέσει και την κεντρική ιδέα των ηθικών. Όλες οι πράξεις έχουν έναν απώτερο σκοπό, με βάση τον οποίο θα ορίζονται οι ανθρώπινες δραστηριότητες, και αυτός πρέπει να είναι ο ίδιος επιδιωκόμενος σκοπός που θα αποτελέσει το αγαθό, αυτό που δε θα επιδιώκουμε ως μέσο για κάτι άλλο, αλλά για κάποιο αυτάρκες τέλος, τέτοιο τέλος θα είναι η ευδαιμονία. Σημασία για τον άνθρωπο θα έχει ποιος σκοπός θα είναι τελειότερος. Η ευδαιμονία δηλαδή, είναι αυτάρκες τέλος και αφορά το σύνολο του ανθρώπινου βίου.

  Η Ευδαιμονία επομένως, έχει δύο γνωρίσματα, το «τέλειον», δηλαδή το αγαθό πρέπει να είναι τελικό, και το «αυτάρκες». Ως προς την αυτάρκεια θα γράψει «Αυτάρκεια θεωρούμε εκείνο που, αν και μόνο του, κάνει τη ζωή μας ικανή να μη λείπει τίποτε. Και νομίζουμε πως αυτό είναι ευδαιμονία. Και είναι προτιμότερη απ’ όλα και δε σχετίζεται μ’ αυτά. Γιατί εάν θεωρήσουμε φανερό ότι συμψηφίζεται και αν προσθέτουμε και το πιο μικρό αγαθό, θα είναι προτιμότερη. Για κάθε τι που προσθέτουμε θα έχουμε πλεονασμό αγαθών και από τα αγαθά προτιμούμε το πιο σημαντικό. Ώστε η ευδαιμονία είναι κάτι το τέλειο και αυτοδύναμο, αφού είναι και ο σκοπός της δράσης μας». Ενώ σχετικά με το «τέλειον» θα πει: «Σε κάθε πράξη είναι ο σκοπός. Εάν πραγματοποιείται ο σκοπός, τότε αυτό είναι και το αγαθό, αγαθό θα είναι όλοι αυτοί οι σκοποί. Έτσι λοιπόν και από διαφορετικό δρόμο, φτάνουν στο ίδιο σημείο. Και θα το διευκρινίσουμε. Από τους πολλούς σκοπούς ξεχωρίζουμε κάποιους, όπως π.χ. τον πλούτο ή τα μουσικά όργανα και είναι φανερό ότι όλοι αυτοί οι σκοποί που επιδιώκουμε δεν είναι τέλειοι. Εάν το τέλειο είναι ένα μονάχα, αυτό και αναζητούμε, και αν είναι περισσότερα , τότε αυτό θα είναι το τελειότερο και αξίζει να αποκτηθεί για το ίδιο και όχι για κάποιο άλλο ». Αυτά είναι τα δύο χαρακτηριστικά του ανθρώπινου αγαθού. 



  Θεμέλιος λίθος, λοιπόν, της αριστοτελικής ηθικής θα είναι η ευδαιμονία, και θα αποτελεί απόρροια της ορθολογικής και ηθικής δραστηριότητας. Θα επιτευχθεί σε γενικές γραμμές από τον ενάρετο βίο. Δυνητικά θα μπορέσουν να την αποκτήσουν όλοι, εφόσον θα καταλάβουν τη φύση τους και θα επιδιώξουν να αποκτήσουν το αγαθό που θα αρμόσει στην κοινωνική τους τάξη. Έτσι λοιπόν ο φιλόσοφος θα πει: «Ίσως πάλι είναι πολύ κοινό επειδή μπορεί να αποκτηθεί με κάποια μάθηση και επιμέλεια σε όλους όσους δεν είναι πωρωμένοι με την αρετή». Οι άνθρωποι θα επιτυγχάνουν την ευδαιμονία με την κατάκτηση της αρετής.

  Οι ηθικές αρετές αποτελούν μεσότητες ανάμεσα σε δύο άκρα την υπερβολή και την έλλειψη, αυτές, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, θα πρέπει να αποφεύγονται. Ο Αριστοτέλης θα πει σχετικά με την καταστροφική έλλειψη και υπερβολή, «Αρχικά πρέπει να παρατηρήσουμε ενέργειες παρόμοιες και για λόγους έλλειψης και για λόγους υπερβολής (γιατί πρέπει για τα άλυτα προβλήματα να απευθυνόμαστε στο κύρος των γνωστών), όπως παρατηρούμε ότι κάνουν οι άνθρωποι για τη σωματική δύναμη και την υγεία. Γιατί η υπερβολική γυμναστική και η λιγοστή φθείρουν τη σωματική δύναμη, και όμοια η υπερβολική ή λίγη χρήση ποτών και τροφίμων καταστρέφει την υγεία , ενώ η χρησιμοποίηση τους με λογικό μέτρο των δημιουργών, την αυξάνουν και τη σώζουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τη σωφροσύνη την ανδρεία και τις άλλες αρετές». «Οι αρετές οριστούν ως το «μέσον» ανάμεσα σε δύο ακρότητες, αναφορικά με την επίδραση των παθών ή τη μορφή της πράξης». Το «μέσον» θα είναι, σύμφωνα με το Σταγειρίτη φιλόσοφο, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ υπερβολής και έλλειψης.

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.


  Όταν ο πολίτης ασκεί συστηματικά τη μεσότητα θα αποκτά «έξη», δηλαδή συνήθεια. «Ένα είδος αυτοματισμού, που θα του επιτρέπει να καταστέλλει, σε κάθε περίπτωση, τις υπερβολές των διαφόρων επιθυμιών και φόβων του, η αρετή που συνίσταται στη διαρκή τήρηση του μέτρου, μέσο ενός αυστηρού αυτοελέγχου, ο οποίος θα τον φέρει όσο πιο κοντά γίνεται στη μέση συμπεριφορά όλων των άλλων ενάρετων πολιτών». Σχετικά με τη μεσότητα θα γράψει στα Ηθικά Νικομάχεια «Η Ηθική αρετή είναι η μεσότητα και με ποιον τρόπο είναι τέτοια, το ότι είναι μεσότητα ανάμεσα σε δύο κακίες από τις οποίες η μία είναι υπερβολή και η άλλη έλλειψη, καθώς και τι σημαίνει αυτή, αφού όσον αφορά τα πάθη και τις πράξεις τείνει προς τη μεσότητα κλπ, γ».  Με την μεσότητας ο άνθρωπος θα επιτυγχάνει την αρετή.

  Η αρετή της ανδρεία, για παράδειγμα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι βρίσκεται ανάμεσα στο θράσος και την έλλειψη φόβου. Με τον κανόνα της μεσότητας ο Αριστοτέλης  θα προσδιορίσει την αρετή της ανδρείας «Είναι αποδεδειγμένο ότι η ανδρεία είναι η μεσότητα μεταξύ φόβου και θάρρους, γιατί είναι πεντακάθαρο ότι τα φοβερά τα φοβόμαστε, και τέτοια βέβαια είναι τα κακά γι’ αυτό και προσδιορίζουν το φόβο ως αναμονή κακού». Ο ανδρείος θα οφείλει να αποφεύγει σε κάθε περίπτωση τα άκρα, να συντηρεί το μέτρο και να αποφεύγει τις υπερβολές.

  Το ηθικό μέσο θα επιτυγχάνεται με τη φρόνηση, κάτι τέτοιο θα συνεπάγεται ότι πρέπει κανείς να γνωρίζει τι είναι ηθικό και αγαθό. Κατά τον Αριστοτέλη η φρόνηση θα πρέπει να καθοδηγεί τη συμπεριφορά του ανθρώπου και να τον διατηρεί εντός των ορίων του. Ο Αριστοτέλης θα διευκρινίσει όσον αφορά τη φρόνηση «Το τι είναι φρόνηση μπορούμε να το μάθουμε, αφού προηγουμένως μελετήσουμε εκείνους που ονομάζουμε φρόνιμους. Φαίνεται ότι χαρακτηριστικό τους στοιχείο είναι ότι μπορούν να ξεχωρίζουν τι είναι αγαθό και ωφέλιμο για τους ίδιους όχι μόνο μερικώς, δηλαδή σχετικά με την υγεία και τη σωματική τους δύναμη. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι ονομάζουμε φρόνιμους εκείνους που δεν είναι σε ένα σημείο μόνο τέτοιοι, και εφόσον επιτελούν κάποιο σημαντικό σκοπό που δεν άπτεται της τέχνης.

Ο Αριστοτέλης στον Αγιο Δημήτριο Χρυσάφων Λακωνίας


  Επομένως ονομάζουμε φρόνιμο εκείνον που μπορεί να σκέφτεται γενικά με ορθό τρόπο. Εξάλλου κανείς δε σκέπτεται για πράγματα που δε μεταβάλλονται ή για κείνα που δε μπορεί να πραγματοποιήσει». Όταν ο άνθρωπος νοιώσει τη φρόνηση μαζί με την ηδονή και την αρετή θα επιτύχει την ευδαιμονία. Η φρόνηση θα είναι κυρίαρχη ως έννοια και γενικά θα αποτελέσει την πιο σπουδαία αρετή στον αρχαίο κόσμο. Μεγάλη σημασία θα έχει και η προαίρεση για πράξεις που θα πραγματοποιούνται εκούσια, η κατάσταση δηλαδή της ηθικής επιλογής που θα είναι η αγαθή βούληση.

  «Η αντίληψη του Αριστοτέλη για την αρετή, προφανώς περισσότερο ρεαλιστική από εκείνη του Πλάτωνα, θα βασιστεί στην πεποίθηση ότι η αρετή δεν είναι έμφυτη αλλά μάλλον ζήτημα επιλογής και εθισμό». Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης θα διδάξει «Γιατί δεν αποκτήσαμε τις αισθήσεις μας με το να βλέπουμε και να ακούμε συχνά, αλλά τις είχαμε και τις χρησιμοποιούσαμε, δεν τις αποκτήσαμε επειδή τις χρησιμοποιούσαμε. Τις αρετές τις χρησιμοποιούμε αφού κοπιάζουμε προηγουμένως».  Ο Πλάτων δηλαδή δίδασκε ότι οι διάφορες αρετές δεν μπορούν να διδαχθούν, ενώ ο Αριστοτέλης πίστευε ότι ο κάθε άνθρωπος εν δυνάμει, και μέσω της επίτευξης της μεσότητας δύναται να αποκτήσει την Αρετή. Όπως θα σημειώσει στα Ηθικά: «Η αρετή, λοιπόν, είναι μία κατάσταση του χαρακτήρα που αναφέρεται στην επιλογή δράσης και βρίσκεται στο μέσο, ως προς τον άνθρωπο που ενεργεί, και το μέσο αυτό αποφασίζεται με μια λογική αρχή με την οποία ο άνθρωπος της πρακτικής σοφίας μπορεί να το προσδιορίσει. Πάντως η μεσότητα βρίσκεται ανάμεσα στα δύο άκρα, την υπερβολή και την έλλειψη».

  Οι αρετές θα μπορούσαν να διαχωριστούν σύμφωνα πάντα με τον Αριστοτέλη, σε διανοητικές, αυτές που αφορούν το λογικό και σε πρακτικές (ηθικές), αυτές δηλαδή που αφορούν την ικανότητα του ανθρώπου να αποφεύγει τις ακραίες συμπεριφορές. Θα διαχωριστούν επομένως σε αυτές που θα αφορούν τη συμπεριφορά του ανθρώπου και τη λογική δραστηριότητα.

  Εν κατακλείδι η ηθική του Αριστοτέλη θα απευθύνεται σε μόνο μία μερίδα ανθρώπων που θα ζουν εντός των ορίων της πόλης-κράτους, ενώ ακόμη δε θα απαιτήσει την ακρίβεια των άλλων επιστημών. Τα γνωρίσματα επίσης της ευδαιμονίας όταν επιτυγχάνονται θα είναι το «τέλειον» και το «αυτάρκες». Οι ηθικές αρετές θα είναι μεσότητες μεταξύ ακραίων συμπεριφορών και η συστηματική μεσότητα θα οδηγεί στη συνήθεια στη συμπεριφορά που θα καταλήξει στην ενάρετη ζωή. Η επίγνωση του τι είναι αγαθό και ηθικό θα αποτελέσει το όχημα με το οποίο θα εξασφαλίζεται η ευδαιμονία.

 

Η έννοια της αιδούς στην ηθική του Αριστοτέλη.

  Η έννοια της «αιδούς», και εάν αυτή αποτελεί αρετή κατά την αριστοτελική φιλοσοφία θα μας απασχολήσει στη συνέχεια. Θα παρουσιάσουμε αρχικά την προϊστορία της έννοιας. Επιπλέον θα διερευνήσουμε εάν είναι δικαιολογημένη στους ανθρώπους διαφόρων ηλικιών. Κατόπιν θα εξετάσουμε τη σχέση της με την εγκράτεια και την αναισχυντία.

  Η «αιδώς» ως έννοια, δε θα πρωτοεμφανιστεί στην αριστοτελική φιλοσοφία, αλλά θα προϋπάρξει αυτής. Στον Όμηρο, και ειδικότερα στην Ιλιάδα, θα αναφερθεί εν ολίγοις ότι ο άνθρωπος πέρα από το φόβο απέναντι στο θεό, θα οφείλει να σέβεται και τη δημόσια γνώμη, Ο Έκτορας θα πει: « ωστόσο μπροστά στους Τρώες περίσσια ντρέπουμε και στις μακρομαντούσες Τρωαδίτισσες, μακριά από τον πόλεμο σαν τον κιότη να τρέχω μήτε το λέει η καρδιά μου». Μάλιστα ο άνθρωπος του Ομήρου θα θέσει το δέος απέναντι στην κοινή γνώμη πάνω από το δέος απέναντι στους θεούς. Η πίεση και η ντροπή που θα προκαλεί για διάφορες κακές πράξεις της δημόσιας γνώμης θα είναι δυσβάσταχτη τελικά για τον ομηρικό άνθρωπο.

  

Αράβικο χειρόγραφο.

  Στον Ησίοδο, η «αιδώς» ως ηθική έννοια, θα αποτελέσει αίσθημα προφύλαξης, αυτοσεβασμού αλλά και αλληλοσεβασμού, «Και καμία χάρη δε θα είναι για τον τηρητή του όρκου του και για το δίκαιο και για το καλό, και πιο πολύ όποιον κάνει το κακό και το άδικο θα τιμήσουν. Και το δίκιο δε θα ΄ναι στα χέρια, και σεβασμός δε θα υπάρχει και θα βλάφτει ο κακός τον καλύτερο άντρα ρίχνοντας του στρεβλά λόγια και γι’ αυτά θα ορκίζεται». Το αίσθημα ντροπής, εννοεί ο Ησίοδος δηλαδή, που θα καταλαμβάνει τον κοινωνικό άνθρωπο για κάθε πράξη που δε θα συμφωνεί με τις κοινωνικές αντιλήψεις.

  Ο Πλάτωνας στο διάλογο Πρωταγόρας θα ασχοληθεί επίσης με την «αιδώ». Ο Πρωταγόρας «στη μυθική έκθεση του, που σώζεται από τον Πλάτωνα, διδάσκει ότι οι θεοί έδωσαν σε όλους τους ανθρώπους εξίσου ένα αίσθημα δικαιοσύνης και ηθικής ντροπής (αιδώς) ώστε στον αγώνα που κάνουν για να διατηρηθούν στη ζωή να μπορούν να συνάπτουν δεσμούς με διάρκεια». Ο Πλάτωνας θα γράψει στον Πρωταγόρα: «στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους τον σεβασμό και τη δικαιοσύνη, για να είναι και μέσα πειθαρχίας για τις πόλεις και συνεκτικοί δεσμοί φιλίας»  Η «αιδώς» στη διδασκαλία του Αθηναίου φιλοσόφου θα ορίζεται ως το συναίσθημα ντροπής το οποίο θα καταλαμβάνει τον άνθρωπο όταν θα αντιβαίνει τους κοινωνικούς κανόνες.

  Η «αιδώς κατά τον Αριστοτέλη δε θα εμπίπτει στη σφαίρα των αρετών. «Αν και οι αρετές αφορούν συναισθήματα, η «αιδώς δεν αποτελεί αρετή αφού δεν αποτελεί βουλητική τάση. Αυτή η ιδιότητα, μολονότι συνιστά ενδιάμεση κατάσταση και επαινείται, θεωρείται μέση συναισθηματική κατάσταση και όχι στάση βούλησης απέναντι στο συναίσθημα». Έτσι λοιπόν θα πει: « Για τη ντροπή σαν αρετή δεν αρμόζει να μιλήσουμε, γιατί αυτή μοιάζει περισσότερο με συναίσθημα παρά με έξη». Αμέσως μετά θα σημειώσει: «Την ορίζουμε, λοιπόν, ως φόβο για τη ντροπή, και παρουσιάζει αναλογία με το φόβο που αισθάνεται κανείς μπροστά στον κίνδυνο».Η ιδιότητα αυτή θα είναι μια μορφή φόβου έναντι της ανυποληψίας και θα ομοιάσει με φόβο απέναντι στον κίνδυνο.

 

Αρχαίοι σοφοί στην Ακαδημία του Πλάτωνα: Ηρακλής Ποντικός, Σπεύσιππος, Πλάτων, Εύδοξος, Ξενοκράτης και Αριστοτέλης. Ψηφιδωτό από την Πομπηία. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

  Σε γενικές γραμμές κατά την αρχαιότητα, η «αιδώς» θα αποτελέσει τη ντροπή που θα νοιώθει κάποιος, για τη διάπραξη κακού. Κάτι τέτοιο θα εννοηθεί ως η ντροπή που θα ματαιώνει την πράξη του κακού και της αδικίας. Δηλαδή, σύμφωνα με το συλλογισμό του Αριστοτέλη «η εσωτερική εκείνη δύναμη που θα μας εμποδίζει να κάνουμε το κακό». Για τη ντροπή που θα δοκιμάσει ο άνθρωπος μετά τη διάπραξη κακής πράξης οι αρχαίοι θα χρησιμοποιήσουν τη λέξη «αισχύνη». Την «αισχύνη» ο Αριστοτέλης θα την προσδιορίσει ως αρετή: «Η ντροπή θα ήταν ηθική ιδιότητα, με τον όρο ότι θα την αισθάνονταν κανείς μόνο μετά από κακή πράξη». Η «αιδώς» λοιπόν, θα είναι το ηθικό συναίσθημα ή η συναισθηματική κατάσταση, που θα προκαλείται σε έναν άνθρωπο όταν θα αντικρίζει τους συνανθρώπους του, ειδικότερα όταν θα διαπράττει κακό και θα τους βλάπτει γενικά.

  Σε ανθρώπους νεαρής ηλικίας η «αιδώς» θα δικαιολογηθεί, καθώς αυτοί θα δρουν πολλές φορές με γνώμονα τον παρορμητισμό τους, που θα τον παράγουν τα συναισθήματα τους. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης θα γράψει σχετικά: «Το συναίσθημα αυτό δεν αρμόζει σε κάθε ηλικία αλλά μόνο στη νεανική. Θεωρούμε ότι ο άνθρωπος οφείλει να έχει σ’ αυτή την ηλικία το συναίσθημα της ντροπής, γιατί βρίσκεται υπό την επιρροή των παθών και θα διέπραττε πολλά λάθη, αν δεν τον συγκρατούσε αυτό το συναίσθημα». Σε καμία όμως περίπτωση δε θα δικαιολογηθεί σε ηλικιωμένους, οι οποίοι δε θα πρέπει να κάνουν τίποτα για το οποίο θα ντρέπονται. Ο φιλόσοφος θα πει: «Επαινούμε τους σοβαρούς νέους, αλλά κανείς δε θα επαινούσε έναν ηλικιωμένο επειδή είναι σεμνός. Γιατί δεχόμαστε ότι ποτέ δε θα έκανε πράξεις που θα τον έκαναν να ντρέπεται». Οι νέοι, λοιπόν, έχουν ελαττώματα και η «αιδώς» αιτιολογείται πλήρως σε αυτούς.

  Ο ευπρεπής δε θα δικαιολογείται να πράττει συνειδητά κακές πράξεις. «Αυτός ο ιδανικός άνθρωπος μπορούμε να πούμε ότι δε θα πράττει με τη θέληση του κάτι που δεν είναι ανάρμοστο και ταπεινό». Θα γράψει επομένως σχετικά: «Ούτε η ντροπή είναι γνώρισμα του ενάρετου επειδή ντρέπεται κανείς για την εκτέλεση ανήθικων πράξεων, που όμως δεν πρέπει να γίνονται, και δεν υπάρχει καμία διαφορά, αν οι πράξεις επιφέρουν ντροπή ή αν θεωρούνται τέτοιες». Επειδή δηλαδή, ο ευπρεπής δε θα πράττει συνειδητά κακές πράξεις, εδώ θεά πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι η «αιδώς» θα συσχετιστεί μόνο με κακές πράξεις. Σώφρων θα χαρακτηριστεί εκείνος που δε θα έχει φαύλες επιθυμίες.

 

Σελίδα από έκδοση των Απάντων του Αριστοτέλη που κυκλοφόρησε το 1483 (Βιβλιοθήκη και Μουσείο Μόργκαν, Νέα Υόρκη).

  Η «αιδώς» καίτοι δεν θα αποτελεί αρετή, εντούτοις θα είναι μέσο μεταξύ εγκράτειας και αναισχυντίας. Θα διδάξει λοιπόν στα Ηθικά Νικομάχεια: «Η ντροπή π.χ. δεν είναι αρετή αλλά ο ντροπαλός επαινείται. Γιατί μιλάμε για τον άνθρωπό που τηρεί τη μεσότητα, για έναν άλλο που ξεπερνά το μέτρο, και τέτοιος είναι ο δειλός που αισθάνεται ντροπή για όλα, και για εκείνον που δε ντρέπεται για τίποτε και τον λέμε αναίσχυντο, είναι λοιπόν αυτός που τηρεί τη μεσότητα». «Η «αιδημοσύνη» τοποθετείται από τον Αριστοτέλη μεταξύ υπερβολικής συστολής (καταπληξίας) και αναισχυντίας, αδιαντροπιάς». Η κατάπληξη θα ισοδυναμεί και με αυταρέσκεια και η αναισχυντία αρέσκεια.

  Η εγκράτεια, επίσης δε θα χαρακτηριστεί ως αρετή, θα αποτελέσει ένα μείγμα κακίας και αρετής. Η ιδιότητα αυτή θα βοηθά τον άνθρωπο να αποκλείσει κάτι το οποίο φαίνεται εκ πρώτης καλό για τον εαυτό του σε κοντινό χρόνο, προκειμένου να ωφεληθεί σε κάτι άλλο σε βάθος χρόνου. «Αντιστεκόμαστε συνήθως στον πειρασμό να ενδίδουμε άνευ όρων σε απολαύσεις όλων των ειδών ή στον πειρασμό να επιζητούμε σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι είναι καλό για μας οποιοδήποτε αγαθό με όρια π.χ. τον πλούτο».

  Η αναισχυντία θα οριστεί ως η αδικαιολόγητη έλλειψη ντροπής, η οποία δε θα επιδέχεται μεσότητας. Η ξεδιαντροπιά δηλαδή, θα είναι η απάθεια και αδιαφορία απέναντι σε κουσούρια που θα πιστεύεται ότι παράγουν κακοήθεια για μας, και θα προέρχονται από πράξεις που θα οφείλονται σε κάποιο μεγάλο ελάττωμα. Πρόκειται για συναίσθημα ή πράξη που θα προϋποθέτει τη φαυλότητα, την έλλειψη δηλαδή ντροπής ύστερα από άσχημη πράξη. Ο ακρατής θα έχει τη γνώση των κακών πράξεων του σε αντιδιαστολή με τον ακόλαστο που θα έχει την πεποίθηση ότι πρέπει να απολαμβάνει ηδονές.



  Σχετικά λοιπόν με την εγκράτεια και την ακράτεια ο Σταγειρίτης θα σημειώσει «Φαίνεται δηλαδή ότι ο εγκρατής ακολουθεί τη λογική, ενώ ο ακρατής απομακρύνεται από αυτή. Ο ακρατής παρασύρεται από το πάθος, ενώ ο εγκρατής, επειδή γνωρίζει τα αποτελέσματα των βλαβερών επιθυμιών, δεν τις ακολουθεί έχοντας σύμβουλο του τη λογική». Η αδικία επιπρόσθετα θα προκαλεί τη δικαιοσύνη, ο επιβεβλημένος σεβασμός σε άγραφους ηθικούς και γραπτούς νόμους θα έχει ως την τιμωρία όταν τους παραβαίνουμε. Θα γράψει λοιπόν αναφορικά με τη δικαιοσύνη και την αδικία: «Όταν λένε «δικαιοσύνη» εννοούν κάποια έξη που με την ισχύ της οι άνθρωποι πράττουν δίκαια. Ακόμη με τη λέξη αδικία εννοούν άλλη συνήθεια που μ’ αυτήν κάνει κάποιος άδικες πράξεις και σκοπό έχει το άδικο». Αιδώς και δικαιοσύνη θα αλληλοσυμπληρώνονται.

  Συμπερασματικά, η «αιδώς» δεν αποτελεί αρετή αλλά μια μέση συναισθηματική κατάσταση. Η «αιδώς» θα είναι δικαιολογημένη στους νέους, αλλά όχι στους ευπρεπείς και τους ηλικιωμένους. Τέλος θα αποτελέσει το μέσο μεταξύ εγκράτειας και αναισχυντίας.

 


Συμπεράσματα 

  Η ηθική του Αριστοτέλη σε γενικές γραμμές, δε θα αφορά όλους τους ανθρώπους, αλλά μία σημαντική κατηγορία εκείνων που θα διαβιούν όντος της πόλης-κράτους, φορείς όμως της ηθικής θα δύναται να είναι όλοι υπό προϋποθέσεις. Επιπρόσθετα η ηθική δε θα έχει το χαρακτήρα μαθηματικής επιστήμης. Η ηθική θα είναι τελεολογική και θα αποσκοπεί στην ευδαιμονία, γνωρίσματα της ευδαιμονίας θα είναι το «τέλειον» και το «αυτέρκες».

  Οι διάφορες αρετές, με την κατάκτηση των οποίων θα επιτυγχάνεται η ευδαιμονία θα αποτελούν μεσότητες ανάμεσα σε δύο ακραίες καταστάσεις, μίας υπερβολής και μίας έλλειψης. Προκειμένου να κατακτηθεί η αρετή θα χρησιμοποιηθεί ως όχημα η φρόνηση και μέσο η προαίρεση. Η αρετή θα αποκτάται από τον άνθρωπο με σκληρή προσπάθεια και δε θα είναι έμφυτη όπως υποστηρίχθηκε πριν τον Πλάτωνα.

  Η έννοια της «αιδούς» θα επισημανθεί και από άλλους αρχαίους συγγραφείς της αρχαιότητας και πριν τον Αριστοτέλη. Για το Σταγειρίτη φιλόσοφο, παρά το γεγονός ότι η «αιδώς» θα αποτελεί μια ενδιάμεση, μεταξύ εγκράτειας και αναισχυντίας κατάσταση, δε θα θεωρηθεί αρετή όπως η αισχύνη, αλλά συναισθηματική κατάσταση ή ηθικό συναίσθημα. Η κατάσταση αυτή θα αιτιολογηθεί φυσικά σε άτομα νεαρής ηλικίας, τα οποία προβαίνουν σε λάθη εξαιτίας του παρορμητισμού τους, θα είναι όμως αδικαιολόγητη σε σώφρονες και γεροντότερους.

  Ούτε η εγκράτεια όμως θα χαρακτηριστεί αρετή, αλλά ένα κράμα κακίας και αρετής. Η ιδιότητα που θα θυσιάσει κοντινές βραχυπρόθεσμα, αλλά επιβλαβής απολάυσεις, προκειμένου ο άνθρωπος να απολαύσει μακροπρόθεσμα χρονικά οφέλη. Όσον αφορά εν τέλει την αναισχυντία, την αδικαιολόγητη αυτή έλλειψη ντροπής, που δε θα συνιστά μεσότητα, θα είναι, κατά τον Αριστοτέλη, συναίσθημα που θα έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση τη φαυλότητα και την επίγνωση της διάπραξης κακών πράξεων.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

1)      ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ηθικά Νικομάχεια τ.1, μετάφρ., Α. Τσολάκης, εκδ. De Agostini, Αθήνα 2005.

2)      ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ηθικά Νικομάχεια τ.2, μετάφρ., Α. Τσολάκης, εκδ. De Agostini, Αθήνα 2005.

3)      ΗΣΙΟΔΟΣ, Έργα και Ημέραι, μετάφρ. Σ. Σκάρτσης, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1993.

4)      ΟΜΗΡΟΥ, Ιλιάδα, μετάφρ., Ν. Καζαντζάκη-Ι.Θ. Κακρίδη, εκδ. Εστία, Αθήνα 1955.

5)      ΠΛΑΤΩΝ, Πρωταγόρας, μετάφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1993.

6)      Σ. ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ κ.α., Η ελληνική φιλοσοφία από την αρχαιότητα ως τον 20ο αιώνα, Τ1, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2000.

7)      ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΓΚΙΚΑΣ, Πρακτική Φιλοσοφία, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 1995.

8)      A.S. BOGOMOLOV, Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας ,(Ελλάδα και Ρώμη), μετάφρ. Φ.Κ. Βώρος, Εκδ. ΕΙΡΜΟΣ, Αθήνα 1995.

9)      INGEMAR DURING, Ο Αριστοτέλης, παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, τ.2, μεταφρ. Α. Γεωργίου-Κατσίβελα, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2003.

10)   MARIO VEGGETI, Ιστορία της αρχαίας Φιλοσοφίας, μετάφρ. Γ. Δημητρακόπουλος, εκδ. Τραυλός, Αθήνα 2000.

11)   MORTIMER J. ADLER, Ο Αριστοτέλης για όλους, Δύσκολος στοχασμός σε απλοποιημένη μορφή, μετάφρ. Π. Κοτζιά-Παντελή, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2005.

12)   W.D. ROSS, Αριστοτέλης, μετάφρ. Μ. Μήτσου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1993.

13)   W. WINDELBAND-H. HEIMSOETH, Εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσοφίας τ.1, μετάφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1986.


-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


Το Ιππικό των Μακεδόνων. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

   Πριν το Φίλιππο το Ιππικό εκπροσωπούσε την ντόπια δύναμη των επίλεκτων της Μακεδονίας. Στην αρχή της βασιλείας του Φιλίππου, το σώμα του Ιππικού ήταν ασθενές. Ο Φίλιππος ανέπτυξε το Ιππικό με την ενίσχυση των σχέσεων του με τους Θεσσαλούς (συνεισέφεραν στην εκστρατεία στην Ανατολή με 1500 επίλεκτους ιππείς) και την ίδρυση σπουδαίων ιπποτροφείων, ενώ υποχρέωσε παράλληλα τους μεγιστάνες της Μακεδονίας, όταν τα τέκνα τους αυξάνονταν να στέλνουν στην Αυλή ευπατρίδες που οδηγούσαν τον ίππο, μαζί με έναν ιπποκόμο. Η υπηρεσία αυτών στρεφόταν στο πρόσωπο του Φιλίππου, καθώς τον ακολουθούσαν στο κυνήγι μέχρι να φτάσουν στην αντρική ηλικία.



  Ο Αλέξανδρος χρησιμοποίησε άριστα το ιππικό. Το οδηγούσε ο ίδιος προσωπικά και εκμεταλλευόμενος το στοιχείο του αιφνιδιασμού κατάφερνε να υπερφαλαγγίσει τον εχθρικό στρατό και να τον χτυπά από το πλάι, δημιουργώντας ρήγματα στην παράταξη του. Το ιππικό πλέον επέφερε καίριο πλήγμα, όχι μόνο προστάτευε τα πλευρά αλλά τώρα συνδυάζονταν πολλά όπλα μαζί. Ο αριθμός των ιππέων ήταν μεγάλος αναλογικά με τον υπόλοιπο στρατό, καθώς η αναλογία ήταν υψηλή υπέρ του Ιππικού. Ο ρόλος του επομένως ήταν αυξημένος και ο Αλέξανδρος βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις μάχες στο ιππικό.

  Η σύνθεση του ιππικού βασιζόταν στη μακεδονική τάξη των Ευγενών. Υπήρχε πίνακας κατάρτισης των ιππικών περιοχών, οι οποίες έδιναν ικανό αριθμό ιππέων (Βοττιαία, Αμφίπολη, Ανθεμουσία και Λευγαία Ίλη). Το ιππικό αντλούνταν από περίπου 15 περιοχές. Ίσως η 16η ίλη να ήταν η Βασιλική Ίλη και το Άγημα των Ιππέων. Οι διοικητές-επικεφαλής των μονάδων έμπαιναν μπροστά και χτυπούσαν πρώτοι τον εχθρό, προστατευόμενοι από μεταλλικές και δερμάτινες πλάκες.

  Το ιππικό απάρτιζαν θωρακοφόροι, λογχοφόροι και θωρακοφόροι. Επιτίθονταν όλοι με σάρισα από ξύλο κρανιάς (4-5 μέτρα), η οποία στην απόληξη της είχε λεπίδα. Δεν είχαν ούτε ασπίδα ούτε θώρακα παρά μόνο ένα μικρό σπαθί αντί για το βαρύ ακόντιο. Η δομή του ιππικού που εκστράτευσε στην Ανατολή αποτελούταν από 8 ίλες, 100-150 ιππείς (800-1200 σύνολο Στο σύνολο των 3000 βαρέων ιππέων προστίθενται 1800 και 200 ελαφρύς. Το Εταιρικό Ιππικό αποτελούταν από 1800 Μακεδόνες εκ των οποίων 600 Σαρισσοφόροι και όπως είπαμε ήταν βαριά εξοπλισμένο με δόρυ από κρανιά και όχι ακόντιο. Επικεφαλής του Εταιρικού Ιππικού ήταν ο Φιλώτας ο γιος του Παρμενίωνα. Χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα, ο ρόλος τους ήταν σπουδαίος ειδικά στην καταδίωξη του εχθρού. ).  Από τις 8 ίλες η πρώτη ήταν η πιο και αρχοντική, υπό τις διαταγές του Κλείτου του Μελάνα. Στους 1.800 Μακεδόνες προστέθηκαν 1800 Θεσσαλοί, 600 Θράκες, 300 Παίονες και 600 από το Κοινό των Ελλήνων. Αρχηγός ολόκληρου του ιππικού ήταν ο Παρμενίων.

  Ο ίππος και ο ημίονος ήταν δαπανηρά μέσα για τον αγρότη της εποχής. Στην κεντρική Μακεδονία βρίσκουμε σκελετούς κατοικίδιων αλόγων μαζί με υποράτσα, απόγονο αλόγου Ταρπάν και μιας άλλης από τις στέπες της κεντρικής Ασίας. Παρατηρείται επομένως και ευγονική ζώων, αργότερα διαπιστώνεται και συλλογή σπάνιων ζώων από την Ινδία, καθώς και φύτεμα ευρωπαϊκών φυτών στη Βαβυλώνα.



  Τα κτήνη διαφοροποιούνταν από τα ζώα γιατί χρησιμοποιούνταν για μεταφορές. Ήταν διαφορετικά από αυτά του ιππικού. Τα οικόσιτα προορίζονταν για τη σίτιση ενώ τα γαϊδούρια και οι καμήλες για να μεταφέρονται εφόδια. Υπολογίζεται ότι χρησιμοποιούνταν 20.000 ζώα για μεταφορές πολιορκητικών μηχανών, εργαλείων, πρώτων βοηθειών κλπ. Οι πηγές άντλησης τους ήταν εύφορες περιοχές όπως Μακεδονία, Θεσσαλία, Συμμαχία Κορίνθου, Θράκη, Παίονες και Αγριάνες. Επιπρόσθετα, οι επιδρομές στο Δούναβη είχαν εφοδιάσει τους Μακεδόνες με σημαντικό αριθμό σκυθικών αλόγων. Η διατροφή των αλόγων απαιτούσε δέκα λίβρες άχυρο ή χόρτο, δέκα λίβρες σιτάρι και οχτώ γαλόνια νερό την ημέρα. Τα άλογα του ιππικού, πρέπει να πούμε ότι χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά των ιππέων και του εξοπλισμού τους και όχι για μεταφορά εφοδίων.

  Όσον αφορά τέλος το ελαφρύ ιππικό αποτελείτο από πέντε ίλες λογχοφόρων, εκ των οποίων οι τέσσερις Προδρόμων Μακεδόνων και η μία Παιόνων. Υφίστατο και ένας απροσδιόριστος αριθμός ψιλών ιππέων από Παίονες, Θράκες και Αγριάνες. Οι Αγριάνες μάλιστα επεδείκνυαν μεγάλη δεξιοσύνη. Το ελαφρύ ιππικό ήταν αχώριστο από το βαρύ.

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

Η αρχαία Άργιλος. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

   Η Άργιλος υπήρξε αποικία των Άνδριων στη δυτική όχθη του Στρυμόνα. Ιδρύθηκε το 655 π.Χ. και ήταν η αρχαιότερη αλλά και ανατολικότερη ελληνική αποικία στη θρακική ακτή. Οι υπόλοιπες αποικίες των Άνδριων ήταν η Άκανθος, τα Στάγειρα και η Σάνη στη Χαλκιδική. Η πόλη, με τα στενά της σοκάκια, θυμίζει νησί του Αιγαίου Πελάγους και αποτελείνιδιαιτερότητα στο μακεδονικό τοπίο. Η Άργιλος κατά τη νεώτερη εκδοχή οφείλει το όνομα της στο είδος πηλού που αφθονούσε στην περιοχή (αργιλώδες έδαφος), σύμφωνα όμως με την παράδοση, η ονομασία προέρχεται από τη θρακική λέξη άργιλος που σημαίνει ποντικός, επειδή ένας ποντικός εμφανίστηκε κατά τη θεμελίωση της.

  Η θέση της πόλης στο μυχό του Στρυμονικού Κόλπου ήταν στρατηγική και τη βοήθησε να πρωταγωνιστήσει στην εμπορική δραστηριότητα του βορείου Αιγαίου και της θρακικής ενδοχώρας. Η Άργιλος ως μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας πλήρωσε 10,5 τάλαντα. Αποικίες της Αργίλου ήταν ο Τράγιλος στην ενδοχώρα της Βισαλτίας και το Κερδύλιον δυτικά του Στρυμόνα, λίγα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης.

 


Η γεωγραφική θέση.

  Η πόλη χτίστηκε 4 χλμ δυτικά των εκβολών του Στρυμόνα και 6 χλμ από την αρχαία Αμφίπολη. Βρισκόταν στα νότια της αρχαίας Βισαλτίας, στην περιοχή του Κερδύλλιου όρους που εκτεινόταν από τον κάτω ρου του Στρυμόνα και το βουνό Βερτίσκος μέχρι τον Αγγίτη και την Ηδωνία. Ουσιαστικά χτίστηκε στη νοτιοανατολική απόληξη του Κερδύλλιου όρους ακριβώς δίπλα από τη θάλασσα. Η περιοχή έχει υγρασία όλο το χρόνο, δριμύ ψύχος το χειμώνα, ξερό κλίμα και υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι. 


 

Η συνύπαρξη με τους Θράκες.

 Οι άποικοι ερχόμενοι από την Άνδρο θα έπρεπε να συνυπάρξουν με το ντόπιο πληθυσμό μίλια μακριά από το νησί τους, καθώς εκεί προϋπήρχε θρακικός οικισμός. Η περιοχή κατοικούνταν από ντόπια φύλα, δηλαδή Θράκες και Βισάλτες. Οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν και συνυπήρξαν αρμονικά με τους ντόπιους. Η συνύπαρξη τους υπήρξε αρμονική για 70 χρόνια. Αναπτύχθηκε η θρακομακεδονική κεραμική, καθώς επίσης και εμπορικές σχέσεις με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.


 

Η ακμή και η παρακμή.

  Η πόλη πριν την ιδρυση της Αμφίπολης ήταν οικονομικά εύρωστη, μέχρι δηλαδή τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Η Άργιλος είχε επεκταθεί ανατολικά υιοθετώντας το Ιπποδάμειο σύστημα. Σκοπός των Άνδριων υπήρξε ο έλεγχος της κοιλάδας του Στρυμόνα και της πλούσιας σε αγροτικά προϊόντα, ξυλεία και μεταλλεύματα ενδοχώρας.

  Η Άργιλος έγινε κανονική πόλη-κράτος αποκτώντας δικό της νομισματοκοπείο και οικονομική ευρωστία. Είχε μονοπώλιο στις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων και μεταλλευμάτων ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής. Πολλές ήταν και οι συναναστροφές των Ελλήνων με τα θρακικά φύλλα όπως Βισάλτες, Μύγδονες και Ηδωνούς. Δημιουργήθηκαν φαινόμενα υπερπληθυσμού και έτσι οι Αργίλιοι ίδρυσαν τον Τράγιλο και το Κερδύλλιον. Αργότερα οι Θάσιοι ίδρυσαν δίπλα της την Ηιώνα, η οποία πήρε κάτι από τη λάμψη της.

Οι Αποικίες των Άνδριων στο Στρυμονικό Κόλπο.


  Μετά την κατάκτηση της περιοχής Αμφίπολης από τους Μακεδόνες, εκείνοι μοίρασαν τη γη στους εταίρους του βασιλιά. Μετά την κατάκτηση της από το Φίλιππο η Άργιλος υποβαθμίστηκε. Καταστράφηκε και κατόρθωσε να ανασυστάσει μόνο την ακρόπολη. Ο έτερος που πήρε τη γη έχτισε το ενδιαίτημα στην κορυφή του λόφου. Ένα πύργο-κατοικία με ελαιοτριβείο στον κάτω όροφο. Ο λίγος πληθυσμός που έμεινε περιορίστηκε στην ακρόπολη και το Κερδύλλιον που αποτέλεσε οχυρό στρατηγικής σημασίας για το Φίλιππο. Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη μέχρι την ίδρυση της Αμφίπολης και την κατάληψη της από το Φίλιππο εγκαταλείφθηκε και η πόλη δεν μπόρεσε να ανανήψει και να κόψει ξανά νομίσματα. Η κατάληψη και η καταστροφή άλλαξε την όψη και έφερε ουσιαστική ερήμωση. Ο ίδιος ο Φίλιππος συνηγόρησε στην παρακμή της και έτσι η πόλη δε συνήλθε και δεν ανοικοδομήθηκε εκτός από την ακρόπολη που επανακατοικήθηκε.

 


Η πόλη.

  Ο Νότιος τομέας της Αργίλου ήταν μια συνοικία με κατοικίες πιθανόν δημόσιου χαρακτήρα, Εκατέρωθεν ενός πλακόστρωτου δρόμου πλάτους πέντε μέτρων, ενός από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης που οδηγούσε ανηφορίζοντας (κινούταν από ανατολικά προς δυτικά, δηλαδή όδευε προς την ακρόπολη) από το λιμάνι στην ακρόπολη, λιθόχτιστοι τοίχοι ύψους 4 μέτρων, διώροφες οικοδομές χτισμένες βαθμιδωτά στην πλαγιά με ακανόνιστο πολεοδομικό συγκρότημα που καταστράφηκαν από το πέρασμα των Περσών αλλά ξαναχτίστηκαν αμέσως και επεκτάθηκαν. Στις αρχές του 5ου αιώνα συντελέστηκε αναδιοργάνωση. Πραγματοποιήθηκε συστηματική διανομή οικοπέδων σε κατοίκους της πόλης και έτσι η πόλη διέπεται από ένα κοινό μέτρο και οικοδόμηση οικιών με συγκεκριμένο τύπο, σύμφωνα με τη βασική αρχή των ελληνικών αποικιών.

Τοπογραφικό σχέδιο του νοτιοανατολικού τομέα με το λιθόστρωτο δρόμο.


  Το λιμάνι βρέθηκε κοντά στη θάλασσα και νότια της πόλης. Πλακόστρωτοι δρόμοι με ομαλή κλίση και σκαλοπάτια συνέδεαν την ακρόπολή με το λιμάνι.

  Νότια των οικιών του νοτιοανατολικού τομέα υπάρχει ο τομέας Κουτλούμη (κτήμα στην περιοχή). Παρατηρούνται κτίσματα και οικίες με εστίες στο κέντρο του δωματίου τους. Στο νότιο τμήμα υπάρχει επίσης μια σειρά δωματίων που παραπέμπουν σε καταστήματα σε καταστήματα μιας εμπορικής στοάς τα οποία ανοίγονται σε πλακόστρωτο στεγασμένο δρόμο στα νότια. Τα καταστήματα ήταν ελαιοπωλείο, φαρμακείο (καλλυντικά και φάρμακα), κάτι σαν αρχαίο εμπορικό κέντρο.  Η ακρόπολη της Αργίλου βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του λόφου και είχε τριγωνικό σχήμα. Ήταν κτισμένη στο λόφο και συγκεκριμένα στην κορυφή του λόφου. Ο λόφος είχε απόκρημνες πλαγιές με ξερά άνυδρα ρεύματα και εξαιτίας αυτού βόρεια, ανατολικά, και δυτικά αποτελούσε φυσικά οχυρή θέση. Η νότια πλευρά ήταν πιο ομαλή και κατέληγε στο λιμάνι (νοτιοανατολικά). Στα ανατολικά του λόφου σήμερα υπάρχει ένας ανηφορικός ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Ο δρόμος κινείται βόρεια και οδηγεί τελικά στη νοτιοανατολική υπώρεια του λόφου. Από εκεί φαίνεται ξεκάθαρα ο τομέας των οικιών και στο τέλος του δρόμου αγναντεύουμε την υπέροχη θέα της θάλασσας βλέποντας τον τομέα του λιμανιού. Ένα αμυντικό τείχος περιέκλειε την ακρόπολη.

Η ακρόπολη.


  Το πρώτο πράγμα που πέφτει στο μάτι κάποιου πάνω στην ακρόπολη είναι η αποκαλούμενη ελληνιστική κατοικία. Κατέχει κεντρική θέση στο υψηλότερο σημείο του λόφου. Ένοικος της ήταν κάποιος έτερος στον οποίον ο Φίλιππος παραχώρησε τη γη της Αργίλου μετά την καταστροφή της. Η ορατότητα από την ελληνιστική κατοικία φτάνει μέχρι τη Θάσο και το Άγιο Όρος. Δυτικά, νότια και βόρεια της υπάρχει ένα σχεδόν πανομοιότυπο σύνολο κατοικιών, αρκετά μικρού μεγέθους με εξωτερικές αυλές και ένα πηγάδι στο μέσο τους.

Το κτίριο της ακρόπολης.


  Το ενδιαίτημα ήταν ένα εντυπωσιακό κτίσμα με δύο ορόφους με υπαίθρια αυλή στο κέντρο, όπου γύρω-γύρω της ανοίγονταν τα δωμάτια. Το κτίριο ήταν τετράγωνο με πλευρά 14 μ., χοντρούς τοίχους, οργανωμένο κατά τα πρότυπα της ελληνιστικής κατοικίας. Το προαύλιο της ήταν ένας επίσης τετράγωνος στεγασμένος χώρος με πλευρά 2,75 μ. με πλακόστρωτο πάτωμα. Η εξωτερικοί τοίχοι της κατοικίας είχαν λευκό επίχρισμα χωρίς διακόσμηση. Η σκάλα ήταν εξ ολοκλήρου λίθινη και οδηγούσε στον πάνω όροφο εκεί όπου κατοικούσε ο ιδιοκτήτης της με την οικογένεια του. Το ισόγειο ήταν χωρισμένο σε δωμάτια με εσωτερικούς λίθινους τοίχους. Υπήρχαν χώροι οικιακής χρήσης.

Η λίθινη σκάλα.


  Δεξιά του ισογείου λειτουργούσε μια ακέραιη βιοτεχνική εγκατάσταση ελαιοτριβείου. Σώθηκε το τρόπειο με το οποίο αλεθόταν οι καρποί και ένας τεράστιος λίθοςπου χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος των ελιών, ενώ στην αυλή βρέθηκαν δύο μυλόπετρες. Το τρόπειο ήταν το παλαιότερο το οποίο ανακάλυψε αρχαιολογική σκαπάνη στην Ελλάδα. Εκεί λάμβανε χώρα μια συστηματική παραγωγή λαδιού σε μια περιοχή κατάσπαρτη από ελιές.

Κάτοψη της ελληνιστικής κατοικίας.


  Το κτίριο, τέλος, ήταν οργανωμένο στα πρότυπα της ελληνιστικής κατοικίας. Υπαίθρια αυλή στο κέντρο και γύρω δωμάτια. Η είσοδος σ’ αυτή ήταν στενή για λόγους προστασίας και ασφάλειας των πολύτιμων αγαθών και κυρίως του λαδιού. Μια μαρμάρινη στήλη με την επιγραφή ¨ΔΙΟΣ ΚΑΤΑΙΒΑΤΟΥ¨ βρισκόταν στην είσοδο της οικίας και αφορούσε μια ιδιότητα του Δία που έχει σχέση με τις βροχές και τις αστραπές.

Η κατοικία-κτίρια.



-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

Ένα ταξίδι στην αρχαία Αμφίπολη. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

 Το άρθρο αποτελεί μια περιγραφή της Αμφίπολης της κλασσικής εποχής με αρκετές αναφορές στη μακεδονική κατάκτηση. Δεν υπάρχουν αναφορές στον τάφο του Καστά με τον οποίο θα ασχοληθώ εν ευθέτω χρόνο ενδελεχώς. Καλό ταξίδι…

 


Ίδρυση.

  Η Αμφίπολη ιδρύθηκε το 437 π.Χ. στα χρόνια της παντοδυναμίας του Περικλή από τον Αθηναίο στρατηγό Άγνωνα, το γιο του Νικία. Ο Άγνων, ύστερα από εντολή του Περικλή, έφτασε στην Ηιόνα, απώθησε τους Ηδωνούς, και στη θέση Εννέα Οδοί έχτισε την Αμφίπολη. Η Ηιόνα ήταν επίνειο της Αμφίπολης και κατά καιρούς έγινε βάση των Αθηναίων και των Σπαρτιατών που ενδιαφέρονταν για την εκμετάλλευση των ορυχείων χρυσού και αργυρού που υπήρχαν στο Παγγαίο. Το μέρος ανήκε πριν στους Εδωνίτες της Θράκης. Γενικότερα στην περιοχή υπήρχαν Θράκες, όμως κυριαρχούσαν μεταξύ αυτών οι Ηδωνοί. Βόρεια της Αμφίπολης άλλωστε υπήρχε η σημαντική πόλη των Ηδωνών, η Μύρκηνος.

  Ο στρατηγός Άγνων μερίμνησε να αποικήσει την Αμφίπολη, όχι μόνο με αμιγές αθηναϊκό στοιχείο αλλά και με  Χαλκιδαίους, Αργίλιους και νησιώτες. Επιπρόσθετα, ο στρατηγός φρόντισε για την ανέγερση δημοσίων κτιρίων και ιερών που ονομάστηκαν ¨αγνώνεια¨ οικοδομήματα.



  Είχε προηγηθεί το ενδιαφέρον των Αθηναίων, το οποίο χρονολογείται λίγο μετά τη μάχη του Μαραθώνα οπότε και οι Αθηναίοι άρχισαν να καλοκοιτάζουν την Αμφίπολη. Το 466 π.Χ. πραγματοποίησαν μια πρώτη αποτυχημένη εκστρατεία προς κατάκτηση της περιοχής. Η Ήδωνες προέβαλλαν σθεναρή αντίσταση και κατέσφαξαν 10.00 αποίκους. Η περιοχή τελικά καταλήφθηκε 29 χρόνια μετά από τον Άγνωνα. Η Αμφίπολη ανεξαρτητοποιήθηκε την πρώτη δεκαετία του πελοποννησιακού πολέμου με την άφιξη του Σπαρτιάτη στρατηγού Βρασίδα.

 

Οι ¨Εννέα Οδοί¨.

  Σε αυτό το τοπικό πόλισμα πρώτο-εγκαταστάθηκαν οι Αθηναίοι για σύντομο χρονικό διάστημα πριν τη ίδρυση της αποικίας στης Αμφίπολης. Τα γύρω χωράφια ήταν γεμάτα δέντρα και λουλούδια. Επρόκειτο για την «κάλλιστη και ευφυέστατη πόλη», όπως την χαρακτήρισε ο Θουκυδίδης.

  Η θέση πήρε αυτήν την ονομασία επειδή όταν ο Ξέρξης βαδίζοντας εναντίων της Ελλάδας, έφθασε σ’ αυτήν, σύμφωνα με το περσικό έθιμο έθαψε ζωντανούς εννέα παρθένες και εννέα νέους για να έχει αίσιο τέλος η εκστρατεία! Ένας θρακικός οικισμός, ο Άνδραιμος, προϋπήρχε εκεί ακριβώς. Επρόκειτο για εμπορικό σταθμό πάνω σε ένα σταυροδρόμι εννέα δρόμων που ένωναν την περιοχή με τη Μακεδονία δυτικά και τη Θράκη ανατολικά.

 

Η μορφολογία.

  Η Αμφίπολη ήταν χωροθετημένη σε ένα λόφο 120 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Η θέση της ήταν αμφιθεατρική.

  Χτισμένη η πόλη στα δυτικά του Παγγαίου (σημερινή ανατολική Μακεδονία) έχοντας στη θάλασσα στα νότια και την ενδοχώρα στα βόρεια απείχε μόλις 4,5 χλμ από τις εκβολές του Στρυμόνα, στη θέση Εννέα Οδοί. Δηλαδή στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα, όπου ο λόφος στη δυτική και νότια πλευρά του περιβαλλόταν από τον ποταμό, ο οποίος παρακάμπτονταν από το σχηματισμένο τόξο. Εκεί, στην ανατολική όχθη του Στρυμόνα εξέβαλε και η λίμνη του Αχινού, η οποία τώρα έχει αποξηρανθεί. Για τον ποταμό Στρυμόνα θα πούμε ότι επέτρεπε την πρόσβαση σε εύφορες εκτάσεις για την καλλιέργεια σιτηρών, όπως επίσης και σε απέραντους βοσκότοπους που ευνοούσαν την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας.

Το Παγγαίο 


  Μία τεράστια έκταση περιελάμβανε την αρχαία πόλη. Προστατευόταν από ένα τοίχος 7,5 χλμ με ύψος 7 μέτρων γεμάτο με πύργους και πύλες. Μία στροφή του Στρυμόνα προστάτευε τα δυτικά τείχη της πόλης.  Τα όρια της επικράτειας της Αμφίπολης εκτείνονταν προς βορά μέχρι το χωριό Μύρκηνο (Δοξόπομπος), 10 χλμ βόρεια της Αμφίπολης στη συμβολή Αγγίτη και Στρυμόνα και ταυτίζεται με την ομώνυμη ηδωνική πόλη. Ανατολικά μέχρι την αρχαία Δραβήσκο (Σδραβήκι), βορειοανατολικά μέχρι το σημερινό χωριό Μικρό Σούλι και νότια μέχρι την Παλαιοκώμη.

  Όσον αφορά τις Εννέα Οδούς, οι τρεις του δεξιού μέρους του Στρυμόνα οδηγούσαν στην Ευπορία, την Άργιλο και τη βισαλτική Ηιόνα (Αηδονοχώρι). Αριστερά του Στρυμόνα οι δρόμοι οδηγούσαν στην παραστρυμόνια Ηιόνα (από αυτό το λιμάνι απέπλευσε ο στόλος του Αλέξανδρου), Απολλωνία, Γαληνός, Φάγρητα, Γάζωρο και Μύρκηνο. Η σημαίνουσα βάση Αθηναίων και Σπαρτιατών είχε εκτεταμένη και εύφορη ενδοχώρα: περιφέρεια του Παγγαίου, Σερρών μέχρι Ηράκλεια, Βισαλτία, Οδομαντική, Σιντική, Φυλλίδα και Ηδωνίδα.

 

Η ευμάρεια της Αμφίπολης.

  Η Αμφίπολη από το 357 π.Χ. και έπειτα αποτέλεσε αναπόσπαστο τμήμα του μακεδονικού βασιλείου. Ο πληθυσμός της αυξήθηκε με την εγκατάσταση Μακεδόνων οι οποίοι μαζί με τους Αμφιπολίτες δημιούργησαν το νέο σώμα πολιτών. Για πρώτη φορά μια ανεξάρτητη ελληνική πόλη είχε ενσωματωθεί στο μακεδονικό βασίλειο, γεγονός το οποίο αποτέλεσε πρότυπο για τις νέες πόλεις που ιδρύθηκαν αργότερα από τον Αλέξανδρο και τους διαδόχους.

  Επρόκειτο για ένα από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα που αποτέλεσε πόλο έλξης για Πέρσες, Αθηναίους και Σπαρτιάτες. Ο κάθε βασιλιάς την ήθελε για λογαριασμό του. Οι δρόμοι της οδηγούσαν στο Βορρά και ένωναν Ανατολή και Δύση (η τεράστια περιοχή που εκτεινόταν από τους Φιλίππους μέχρι την Αμφίπολη ένωνε ουσιαστικά Ανατολή με Δύση). Όλοι οι δρόμοι από την Αμφίπολη οδηγούσαν σε εύφορες κοιλάδες. Ειδικότερα οι Αθηναίοι στόχευαν στην προσπάθεια ελέγχου, μέσω αυτής της θρακικής ενδοχώρας. Η θέση της υπήρξε στρατηγική όσον αφορά τον έλεγχο της είσπραξης φόρων, την παραγωγή ξύλου κατάλληλου για ναυπήγηση και την εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυσού στο Παγγαίο. Η εξαγωγή ξυλείας και μετάλλων του Παγγαίου γινόταν από τους υδάτινους δρόμους. Δίκαια λοιπόν ο Δημοσθένης τόνιζε την αξία της Αμφίπολης για το ασφαλές λιμάνι, την ξυλεία από τα Κερδύλια όρη, καθώς και την εύφορη ενδοχώρα.

Η ακρόπολη της Αμφίπολης


  Τα ναυπηγεία στις εκβολές του Στρυμόνα, της Αμφίπολης ήταν γνωστά από την εποχή του Πεισίστρατου (605-527 π.Χ.) και ήταν τα σπουδαιότερα της εποχής. Τα ναυπηγεία προμηθεύονταν με ξύλα από τα γύρω δάση. Από την Αμφίπολη έβγαινε και το ωραιότερο κρασί της χώρας. Οι αμπελώνες και οι απέναντι σιτοβολώνες (το έδαφος ήταν εύφορο για σιτάρι) δείχνουν γιατί ο φρενήρης προστάτης του οίνου, ο Διόνυσος, με τα στάχια του και με τις μαινάδες δεν είχε στήσει τυχαία εδώ το προπύργιο του. Επιπρόσθετα, οι φλέβες χρυσού του Παγγαίου (στην πόλη υπήρχαν πολυάριθμα εργαστήρια κοσμηματοτεχνικής) κοσμούσαν σαν περίτεχνες τοιχογραφίες τους καταπράσινους λόφους του Παγγαίου, όπου έδωσαν περίοπτες μάχες Αθηναίοι και Σπαρτιάτες διεκδικώντας το φυσικό πλούτο της Αμφίπολης.

  Το υψηλό επίπεδο ζωής της Αμφίπολης έφτασε σε ζηλευτό επίπεδο, ενώ ο ψυχικός κόσμος των κατοίκων της υπήρξε εκλεπτυσμένος. Στο αρχαιολογικό μουσείο της Αμφίπολης μπορεί κανείς να θαυμάσει τρία αγάλματα με πλούσια χρώματα: της Δήμητρας, της Αφροδίτης και της Κόρης. Τα αγάλματα έχουν το δεξί χέρι στο στήθος, μια συμβολική χειρονομία ευγονικής, ενώ με το αριστερό χέρι κρατούν το άκρο της καλύπτρας. Η κλίση των κεφαλών τους είναι προς τα κάτω και η όψη τους στο πρόσωπο μελαγχολική.

 

Η γέφυρα.

  Γιατί στην αρχαιότητα οι Έλληνες δεν επένδυαν σε με μεγάλες και στιβαρές γέφυρες για τη ζεύξη ποταμών κλπ; Κατά μία άποψη οι περιορισμένες οικονομικές των πόλεων κρατών ήταν μικρές και φτωχές. Υπήρχαν όμως και μεγάλες πόλεις κράτη που διέθεταν πλούσιους πόρους και είχαν ανεπτυγμένη οικονομία. Οι πόροι των πλούσιων κρατών όπως η Μακεδονία και η Αθηναϊκή Ηγεμονία καταναλώνονταν κυρίως σε οικοδομικά προγράμματα (Ακρόπολη) και στο ναυτικό.

  Ας δούμε τι συνέβαινε. Λόγοι στρατηγικοί επέβαλλαν στους Έλληνες να μην κατασκευάζουν λίθινες τοξωτές «διηνεκείς» γέφυρες. Οι Έλληνες επιθυμούσαν να έχουν μη διηνεκείς γέφυρες, τάχιστα αφαιρούμενου ξύλινου καταστρώματος (ζεύγματος), το οποίο θα μπορούσαν να ξεμοντάρουν εν ακάρει, να το σπάσουν με τη βαριά, να πυρπολήσουν και να εκμηδενίσουν, όταν μαύριζε ο ουρανός και η εχθρική επιδρομή επήρχετο ολοταχώς! Με την απενεργοποίηση της γέφυρας στόχευαν να ανακόψουν την εχθρική προέλαση, να κάνουν τον εχθρό να χρονοτριβήσει επισκευάζοντας τη γέφυρα, έστω για λίγες μόνο μέρες, μέχρις ότου αυτοί οργανώσουν την άμυνα τους καλύτερα. Έτσι λοιπόν το ζεύγμα της γέφυρας έπρεπε να είναι καταστρεφόμενο ή αφαιρούμενο.

  Η γέφυρα της Αμφίπολης αναμφίβολα κατασκευάστηκε από πεπειραμένους μαστόρους και ξυλουργούς, οι οποίοι έκαναν χρήση ξύλου για λόγους οικονομίας και ευκολίας. Μέσω αυτής εξασφαλιζόταν η πρόσβαση στην πόλη και στο λιμάνι της Αμφίπολης. Από τη γέφυρα αυτή έγινε και η διέλευση του Στρυμόνα στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου προς την Ασία. Διαδραμάτισε τέλος σπουδαίο ρόλο στην οικονομική και εμπορική ανάπτυξη της περιοχής.

Το λιοντάρι της Αμφίπολης

  Το μήκος της γέφυρας ήταν 275 μέτρα και το πλάτος της 5,5-6 μέτρα.  Η υποδομή της ήταν πασσαλόπηκτη, φτιαγμένη από εκατοντάδες ξύλινους πασσάλους με πελεκημένη άκρη ώστε να καταλήγουν σε αιχμή τοποθετημένη ενίοτε σε σιδερένια κεφαλή, επίσης αιχμηρή. Πάνω σε αυτούς υφίστατο σύστημα διαδοκίας (με σταυρωτά δοκάρια) όπου στερεωνόταν το ξύλινο κατάστρωμα. Προκειμένου να προστατευτεί από τις πλημύρες του χειμώνα, η γέφυρα ενισχυόταν με ξύλινους πασσάλους σφηνωμένους στο αμμώδες έδαφος.

  Η γέφυρα κατασκευάστηκε το 424-422 π.Χ., μαζί με την επέκταση του τείχους ώστε να ενισχυθεί η άμυνα του περάσματος. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι το τείχος επεκτάθηκε μέχρι τη γέφυρα και τελικά τη περιέλαβε μέσα). Ήταν συνδεδεμένη οργανικά με την πύλη Γ΄ της πόλης, δίπλα από το τείχος ενώνοντας τις δύο όχθες του ποταμού.

 

Και άλλα στοιχεία για την Αμφίπολη.

  Η ακρόπολη βρισκόταν στο πιο ψηλό σημείο της πόλης και προφυλασσόταν από μακρόν τείχος το οποίο σιγά σιγά επεκτάθηκε μέχρι τη γέφυρα του Στρυμόνα. Η θέα από την ακρόπολη εκτεινόταν προς το Αιγαίο πέλαγος και το δέλτα του Στρυμόνα, ενώ φαινόταν και η χερσόνησος του Άθως. Τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης ήταν γεμάτα ψηφιδωτά δάπεδα και τοιχογραφίες.

  Στο Γυμνάσιο της πόλης φοιτούσαν έφηβοι από 18 μέχρι 20 ετών, οι οποίοι γυμνάζονταν αθλητικά και πνευματικά. Στο χώρο βρέθηκαν αιχμές βέλων από ασκήσεις τοξοβολίας. Βρέθηκε επίσης μια λίθινη στήλη με τον Εφηβικό Νόμο, ένα κείμενο που καθόριζε τον κανονισμό του Γυμνασίου. Μια κλίμακα (σκάλες) οδηγούσε στην είσοδο του Γυμνασίου, ενώ υπήρχε και μία στοά με κυονοστοιχίες, καθώς επίσης και έξι ερμαϊκές στήλες εκ των οποίων η μία με κεφαλή στου Ερμή και μία ενός νέου αθλητή με διάδημα στο κεφάλι. Ένας ακάλυπτος ορθογώνιος χώρος χρησίμευε για να γίνονται οι ασκήσεις των αθλητών.

  Γενικότερα η Αμφίπολη, όπως πιστεύονταν ήταν μέρος που λάτρευαν οι θεοί. Τα ιερά της Αμφίπολης ήταν συνδεδεμένα με θεούς και δαίμονες της τοπικής μυθολογίας του χώρου (ποταμός Στρυμόνας, νύμφη Κλειώ, Άρτεμης Ταυρόπολις). Υπήρχαν δηλαδή ιερά αφιερωμένα στις τοπικές θεότητες, ακόμη και στον ποταμό Στρυμόνα που συνιστούσε πηγή πλούτου και οικονομίας. Λατρεύονταν, όπως ήταν φυσικό, και πανελλήνιοι θεοί και ήρωες όπως ο Διόνυσος, ο Ασκληπιός και ο Ηρακλής. Εισχώρησαν επίσης και ανατολικές θεότητες όπως η Κυβέλη και η Άτης (μικρασιατική θεότητα). Ο Δίας, σύμφωνα με την παράδοση, μετατράπηκε σε χρυσή βροχή και γονιμοποίησε τη Δανάη και γέμισε παντού τους πρόποδες του Παγγαίου με χρυσό. Η Αμφίπολη τέλος επιλέχθηκε μαζί με άλλες έξι πόλεις (Δήλος, Δελφοί, Δωδώνη Δίον και Κύρρος) ανάμεσα σ’ αυτές που ο Αλέξανδρος σκόπευε να χρηματοδοτήσει σε κάθε μία να χρηματοδοτήσει την κατασκευή ενός μεγάλου ναού υπό την εποπτεία του Κρατερού.

Ο Φίλιππος Β'

  Σημαντική θέση κατείχε η λατρεία του ομηρικού ήρωα Ρήσου, γιου του βασιλιά της Θράκης. Όταν σκοτώθηκε ο Ρήσος στον τρωικό πόλεμο ο Έκτορας τον έθαψε κάτω από τα τείχη της Τροίας. Κατά την ίδρυση της Αμφίπολης ο Άγνωνας εκπληρώνοντας το χρησμό που του δόθηκε μετέφερε τα οστά του Ρήσου τυλιγμένα σε πορφυρή χλαμύδα και τα έθαψε μέσα στην πόλη, υψώνοντας ταυτόχρονα ένα μνημείο κοντά στο ιερό της μητέρας του Ρήσου της Μούσας Κλειούς. Ο Ρήσος ήταν θεός κυνηγός, και τα αγρίμια, οι δορκάδες και οι αγριόπαπιες, σύμφωνα με την παράδοση έρχονταν μόνα τους να θυσιαστούν. Ήταν επίσης θεός-θεραπευτής και προφήτης του Διόνυσου.

  Όσον αφορά το θεό Διόνυσο, το ιερό του οποίου ήταν χτισμένο σε κάποια από τις κορυφές του Παγγαίου σε περιοχή ελεγχόμενη από Θράκες, ενδιαφέρον έχουν οι παραδόσεις που αφορούν το βασιλιά των Ηδωνών Λυκούργο και τον Ορφέα. Ο Λυκούργος καταδίωκε τους μύστες του Διόνυσου. Ο θεός οργίστηκε μαζί του και τον τρέλανε, με συνέπεια να κομματιάσει το γιό του νομίζοντας ότι ξεριζώνει και καταστρέφει αμπέλια! Ο Ορφέας συγκρίνοντας τον Ορφέα και τον Απόλλωνα πήρε το μέρος του θεού του φωτός και της μουσικής. Η τιμωρία του για την ύβρη ήταν φοβερή, καθώς τον κατασπάραξαν οι μαινάδες τις οποίες έστειλε ο Διόνυσος. Έπειτα οι Μούσες μάζεψαν τα κομμάτια του και τα μετέφεραν και τα έθαψαν στην πόλη Λειβήθρα στον Όλυμπο που ήταν και η γενέτειρα του Ορφέα. Λατρεύονταν επίσης και ο οικιστής ο Άγνων και ο Βρασίδας.

  Η νεκρόπολις της Αμφίπολης βρισκόταν εντός των τειχών της πόλης. Σε ανασκαφές που κάναν σε μεγάλη έκταση στο λόφο βρέθηκαν 70 τάφοι. Το νεκροταφείο ήταν εκτεταμένο ανατολικά και βόρεια της πόλης. Κυριάρχησε η πρακτική του απλού ενταφιασμού χωρίς να λείπουν και οι καύσεις νεκρών. Η καύση ήταν δαπανηρή και προτιμούταν από πλούσιες οικογένειες. Κυριαρχεί όμως η πρακτική του απλού ενταφιασμού χωρίς βέβαια να λείπουν οι καύσεις.

  Όλες οι ταφές που βρέθηκαν στην Αμφίπολη ήταν μεμονωμένες, εκτός από μία που περιελάμβανε έναν ανδρικό και ένα γυναικείο σκελετό. Δεν είναι απίθανο να πρόκειται για ενταφιασμό δύο συζύγων. Επιπλέον, δεν υπήρχε ενιαίος προσανατολισμός των ταφών. Οι τάφοι ήταν λακκοειδείς, κεραμοσκεπείς, κιβωτιώσχημοι, με πώρινη θήκη (τετράγωνη εξωτερικά, κυκλική στο κέντρο), ενώ ελεύθερες ταφές κάλυπταν μικρές πέτρες στην επίχωση ενός εκ των οποίων βρέθηκαν τμήματα χυτροειδούς αγγείου με έντονα ίχνη κάυσης.

  Οι Αμφιπολίτες κατασκεύαζαν τάφους εν είδει δωματίου σύμφωνα με ιδιοτροπίες των κατοίκων τους, κοσμώντας το εσωτερικό τους με χρυσά και αργυρά κτερίσματα. Στους τύμβους αυτούς απαντά κανείς πολυτελή επίπλωση με χρυσά κρεβάτια και ποικίλα αγαπημένα αντικείμενα του πεθαμένου. Στους τάφους βρίσκουμε χρυσά περιδέραια, βραχιόλια, σκουλαρίκια, διαδήματα, στεφάνια, πολούσιες συλλογές με τερακότες, αγγεία και επιτύμβιες στήλες. Ο επιμελημένος τρόπος κατασκευής αρκετών ταφών σε συνδυασμό με την ποιότητα και τον αριθμό ορισμένων κτερισμάτων υποδηλώνει μια ρκετά εύπορη μεσαία τάξη με πίστη στη μεταθανάτια ζωή. Αυτοί οι τάφοι συνυπάρχουν με απλούς γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός των νεκροταφείων ανάλογα με την κοινωνική θέση των νεκρών.


 

Ο τάφος του Καστά

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


Πώς τα εργοστάσια του Στάλινγκραντ έγιναν σύμβολο ανθεκτικότητας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο;

 Η ανθεκτικότητα του Στάλινγκραντ δεν ήταν καθαρά στρατιωτικό γεγονός, αλλά μια μοναδική ανθρώπινη και βιομηχανική εμπειρία, στην οποία η ερ...