Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η αξία του παραδοσιακού μας παραμυθιού. Γράφει ο συγγραφέας Θωμάς Μοσχόπουλος

Η αξία του παραδοσιακού, ή λαϊκού παραμυθιού είναι ανεκτίμητη διότι αποτελεί γνήσιο πολιτισμικό έργο και ταυτόχρονα φορέα της συλλογικής ψυχής του έθνους με ισχυρό εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Για να το πω με άλλα λόγια, το περιφρονημένο και ξεχασμένο «παραμύθι του παππού», είναι ουσιώδες πολιτισμικό αποτύπωμα που γεννήθηκε μέσα από την ιστορική εμπειρία των Ελλήνων, τη γλώσσα, τις αγωνίες, τις διαχρονικές αξίες τους και συνδέεται άρρηκτα με τη δημώδη παράδοση λειτουργώντας ως άγραφος κώδικας μετάδοσης των της ελληνικής γραμμής αισθητικών, ηθικών αλλά και μεταφυσικών αντιλήψεων. Λειτουργία υψίστης σημασίας για τη διαμόρφωση ανθρώπου Έλληνος, υψηλών προδιαγραφών.



Θαρρώ ότι από αβλεψία θεσμικά  δεν του έχουμε δώσει τη σημασία που του αρμόζει και τη θέση που του ανήκει, ιδίως στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, κάνοντας το λάθος να το αντιμετωπίζουμε ως άνευ αξίας ψυχαγωγικό αφήγημα για παιδιά, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο.

 Η επιστημονική λαογραφία και η φιλολογία καταδεικνύουν ότι τα παραδοσιακά παραμύθια προέρχονται από ανώνυμους δημιουργούς. Ωστόσο, ένα αφήγημα δεν διατηρείται στον χρόνο μόνο και μόνο επειδή δημιουργήθηκε κάποια στιγμή από κάποιον άγνωστο, έστω και ταλαντούχο παραμυθά. Επιβιώνει όταν ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση του λαού. Ο ίδιος ο λαός το διυλίζει, το επεξεργάζεται και λειτουργεί ως ενισχυτής και φορέας του, επιλέγοντας συνειδητά ή ασυνείδητα ποια στοιχεία αξίζει να μεταβιβαστούν στις επόμενες γενεές και ποια όχι.  

Κατά αυτόν τον τρόπο αν και αρχικά δημιουργήθηκε από συγκεκριμένο άνθρωπο, αυτός χάνεται ενώ το έργο παραμένει. Το παραμύθι επιβιώνει επειδή η κοινότητα το αγκάλιασε, το αποδέχτηκε, το βρήκε σωστό, αισθητικά αποδεκτό και θέλησε να το κρατήσει ζωντανό. Στην παραδοσιακή προ-αστική κοινωνία, μέσα στον χρόνο η διήγηση προσαρμόστηκε στις ανάγκες κάθε εποχής χωρίς να αλλοιωθεί ο πυρήνας της και χρησιμοποιήθηκε τόσο ως μέσο διασκέδασης όσο και ως άτυπο παιδαγωγικό εργαλείο.

Γι’ αυτό είναι απόλυτα σωστό να πούμε ότι τα παραδοσιακά παραμύθια δεν εκφράζουν την ατομική σκέψη αυτού που τα σκαρφίστηκε, αλλά τη σοφία της κοινότητας. Μέσα από σύμβολα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα και αρχετυπικές μορφές αποτυπώνουν την κοσμοαντίληψη του ελληνικού πολιτισμού όπως αυτή διαμορφώθηκε διαχρονικά από την αρχαιότητα έως το Βυζάντιο και τη νεότερη ιστορία κι επιπλέον διαπαιδαγωγούν με ανάλαφρο και ευχάριστο τρόπο τους μικρούς ιδίως ακροατές.

Σε επίπεδο αισθητικής το ελληνικό παραμύθι χαρακτηρίζεται από λιτότητα, καθαρότητα εικόνων και έντονη συμβολικότητα. Τα φυσικά στοιχεία, τα ζώα, οι δοκιμασίες και οι υπερφυσικές μορφές δεν λειτουργούν τυχαία, αλλά πάντοτε ως αρχέτυπα και φορείς νοήματος. Η φύση παρουσιάζεται συχνά ως ζωντανή δύναμη, σύμμαχος ή αντίπαλος του ανθρώπου, στοιχείο που αντανακλά τη βαθιά σχέση του λαϊκού πολιτισμού με το φυσικό περιβάλλον, την αρχέγονη ανιμιστική οπτική και βεβαίως το –όχι και τόσο- υπόγειο πολυθεϊστικό του υπόβαθρο.

Η ηθική διάσταση του παραμυθιού κατέχει κεντρική θέση. Οι ήρωες δεν κρίνονται με βάση την κοινωνική τους καταγωγή ή τη θέση τους στην ιεραρχία, αλλά από τον χαρακτήρα και τις πράξεις τους. Αρετές όπως η εργατικότητα, η φιλοτιμία, η ανδρεία, η ευφυΐα, η δικαιοσύνη και η αντοχή στις δοκιμασίες αποτελούν τα βασικά στοιχεία τους που καθορίζουν την τελική τους δικαίωση. Η ηθική των ηρώων δεν πηγάζει από τη θρησκεία ή από τους νόμους αλλά από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο τρόπος που συμπεριφέρονται βασίζεται στο τρόπο με τον οποίο αυτοί ως προσωπικότητες αντιλαμβάνονται και βλέπουν τον κόσμο, θυμίζοντάς μας έντονα τους ήρωες της ελληνικής μυθολογίας.

Στο πλαίσιο αυτό παρατηρείται μια διαχρονική συνέχεια αρχαίων ηρωικών προτύπων τα οποία επανεμφανίζονται με διαφορετικές μορφές. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας, ο ισχυρός Ηρακλής, ο Περσέας με το φτερωτό άλογο, ο Θησέας ή ο Ιάσονας μετασχηματίζονται στον λαϊκό ήρωα που μπορεί να είναι ένας τολμηρός τυχοδιώκτης, ένας περιπλανώμενος ιππότης, ένας πολεμιστής ή ακόμη και ένας άσημος χωρικός, όπως το βοσκόπουλο της Ίδης, που αναζητά τη δικιά του Ελένη.

Στα λαϊκά παραμύθια η αρετή του ήρωα δεν μοιάζει με την ασκητική αρετή του αγίου, αλλά την ενεργητική αρετή του αρχαίου ήρωα. Ο ήρωας δεν αποσύρεται από τον κόσμο, τον αντιμετωπίζει και τον μεταμορφώνει μέσα από τον αγώνα, τη θυσία και την κοινωνική του προσφορά. Ο ήρωας δεν είναι κάποιος αναχωρητής, σοφός άνθρωπος που ασχολείται με την αυτοβελτίωση του μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο. Αποτελεί ένα άτομο μέσα στην κοινωνία που αλληλοεπιδρά και αγωνίζεται έχοντας σαφείς στόχους και αναζητώντας προορισμό. Γι’ αυτό και στο τέλος ανταμείβεται με δόξα, πλούτο, κοινωνική άνοδο, τον θρόνο ενός βασιλείου ή διά του γάμου με την εκλεκτή γυναίκα  ως επισφράγιση της ηθικής του δικαίωσης.



 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταφυσική διάσταση του λαϊκού παραμυθιού, καθώς ο κόσμος του μόνο στο υλικό επίπεδο δεν περιορίζεται. Πρόκειται για ένα σύμπαν όπου το ορατό επικοινωνεί διαρκώς με το αόρατο, η ζωή με τον θάνατο και το ανθρώπινο με το υπερφυσικό. Όπως ακριβώς και στην μυθολογία μας έτσι και στο παραμύθι εμφανίζονται τέρατα, δράκοι και φίδια, νεράιδες, πνεύματα, στοιχειά, ζώα που μιλούν και διάφορες μορφές μαγείας. Τα στοιχεία αυτά δεν λειτουργούν απλώς ως αφηγηματικά στολίδια, αλλά εκφράζουν τη βαθιά ριζωμένη ελληνική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο κόσμος είναι έμψυχος, εμποτισμένος με νόημα και με σκοπό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συναντούμε θεϊκές ή υπερφυσικές δυνάμεις με προσωπικότητα και βούληση που παρεμβαίνουν στην ανθρώπινη πορεία, όχι για να την ακυρώσουν, αλλά για να τη δοκιμάσουν, να την κατευθύνουν ή να τη δικαιώσουν. Η πλοκή τους θυμίζει τους αρχαίους θεούς, όπου η Αθηνά στέκεται στο πλευρό του Οδυσσέα, η Άρτεμις σώζει την Ιφιγένεια, η Δήμητρα χαρίζει στον Τριπτόλεμο τη γνώση της γεωργίας, ο Ερμής βοηθά τον Περσέα σε κρίσιμες στιγμές, ενώ ο Δίας και ο Ποσειδώνας επεμβαίνουν για να σώσουν ήρωες όπως τον Ηρακλή και τον Αινεία. Κοινό χαρακτηριστικό των αφηγήσεων είναι ότι η θεϊκή παρέμβαση δεν αντικαθιστά τον ανθρώπινο αγώνα αλλά τον ενισχύει, επιβεβαιώνοντας μια διαχρονική ελληνική μεταφυσική αντίληψη σύμφωνα την οποία ο άνθρωπος δρα μέσα σε έναν ζωντανό κόσμο αντιφάσεων, σχέσεων, δοκιμασιών και νοήματος έχοντας ως βοηθό ένα αόρατο φύλακα άγγελο.

Το μοτίβο της σημασίας του πεπρωμένου και της μοίρας, μαζί με το διαχρονικό ερώτημα για τα όρια της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης όπως αναπτύχθηκε στον αρχαίο στοχασμό, επαναλαμβάνεται ατόφιο και στα παραδοσιακά μας παραμύθια. Η πίστη στο πεπρωμένο και στη μοίρα παραμένει κεντρική. Όπως στη μυθολογία, έτσι και στα λαϊκά παραμύθια συναντάμε την αντίληψη ότι «το πεπρωμένο φυγήν αδύνατο», δίνοντας στον κόσμο του ήρωα την ίδια τραγική διάσταση που βλέπουμε στις αρχαίες τραγωδίες. Ωστόσο, η μοίρα θέτει το πλαίσιο, αλλά δεν αναιρεί την ανθρώπινη δράση. ο άνθρωπος καλείται να αγωνιστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο όχι τόσο για να αλλάξει τη μοίρα του, όσο για να μετασχηματίσει τον εαυτό του, να ωριμάσει και να αποδείξει την αρετή και την αντοχή του.



Το παραδοσιακό παραμύθι δεν διδάσκει άμεσα τι είναι καλό ή κακό. Διηγείται τις πράξεις και τη συμπεριφορά των ηρώων του με τρόπο που θυμίζει τον Όμηρο και τους αρχαίους ποιητές, αναδεικνύοντας τους χαρακτήρες, τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων τους,  παραπέμποντας στο κλασικό αρχαίο σχήμα: ύβρις, τίσις, νέμεσις. Μέσα από την αφήγηση αποκαλύπτεται η καθαρά πλατωνική θέαση του κόσμου, όπου οι Ιδέες του Δικαίου, του Αγαθού και του Ωραίου κινούν τους ήρωες, χωρίς την παραμικρή υπόνοια της κατήχησης ή της ανατολίζουσης σχολαστικής, υποκριτικής και σαφώς αντίθετης με την ανθρώπινη φύση ηθικολογίας.

Ακριβώς, αυτή η μορφή αφήγησης είναι που ενισχύει την ανάπτυξη της ελεύθερης σκέψης του παιδιού. Αντί για ηθικά δογματικά κηρύγματα, το παιδί παρακολουθεί τις επιλογές και τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων, ατενίζοντας τις υψηλές ιδέες μέσα από παραδείγματα και δράσεις χωρίς κουραστικές και ανούσιες αναλύσεις. Με αυτόν τον τρόπο κατανοεί τις αξίες με τρόπο άμεσο, ενορατικό, φυσικό και βαθιά ανθρώπινο, μαθαίνοντας να σκέφτεται ελεύθερα και να διαμορφώνει τη δική του κρίση. Μαθαίνει ασυνείδητα να κάνει αυτή την παρεξηγημένη ενδοσκόπηση, για την οποία έχουν μιλήσει οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι της ύστερης αρχαιότητας, οδηγώντας την ψυχή του στη μέθεξη με τον ιδεώδη κόσμο.

Αντίθετα με τον ακαδημαϊκό λόγο, που απευθύνεται πρωτίστως στη λογική, το παραδοσιακό παραμύθι απευθύνεται στην ψυχή. Δεν εξηγεί με ξύλινη γλώσσα, βιώνεται. Δεν αναλύει, αποκαλύπτει, προσφέροντας ταυτόχρονα απόλαυση και στοχασμό. Το λαϊκό παραμύθι μεταδίδεται αιώνες από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά, κουβαλώντας με αριστοτεχνικό τρόπο το κλειδί της επαφής με τα σπουδαία, κάτι που κανένα πανεπιστήμιο, κανένας λόγιος, δάσκαλος ή θεολόγος, όσο σημαντικός κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει.

  Στον σύγχρονο κόσμο, όπου κυριαρχούν η ταχύτητα, τα terabytes της πληροφορίας και η μηχανικότητα, η ενασχόλησή μας με το παραδοσιακό παραμύθι δεν είναι στείρα νοσταλγία, αλλά ένα δώρο ουσίας προς εμάς και τα παιδιά μας, ένας δρόμος σύνδεσης με τις ρίζες μας, την αυτογνωσία και την ψυχική μας εξέλιξη.


Οι εννιά επικοί νόμοι των παραμυθιών.

 Ήταν 1908 όταν ο δανός λαογράφος Άξελ Όλρικ (Axel Olrik) κατέληξε στην επισήμανση κάποιων αφηγηματικών αρχών για το παραμύθι.





Ο Νικόλας Πολίτης, Έλληνας λαογράφος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόδρομος της επιστήμης της λαογραφίας στην Ελλάδα είχε ήδη δημοσιεύσει από τον Ιανουάριο του 1880 ένα άρθρο σε τρεις συνέχειες στο περιοδικό Εστία με τον τίτλο “Δημώδη παραμύθια” και την ένδειξη “Εν Μονάχω 1879”.

Αφορμή της συγγραφής η έκδοση δύο συλλογών παραμυθιών της Ελλάδας που έγιναν από ξένους λόγιους, τους Γιόχαν Γκέοργκ φον Χαν, προξενικός εκπρόσωπος της Αυστρίας στα Γιάννενα και μετά στη Σύρο, και τον Δανό ελληνιστή Ζαν Πίο.




Ως είδος το παραμύθι ακολουθεί τρεις γενικές αρχές, προκειμένου να αναφερθεί στον χρόνο, στον τόπο και στα πρόσωπα, που αφορούν το περιεχόμενό του.

Συγκεκριμένα στο παραμύθι ο χρόνος είναι αόριστος, όπως αόριστος είναι και ο τόπος της δράσης. Η δράση εκτυλίσσεται σχεδόν εξολοκλήρου μέσα από την ανωνυμία των προσώπων.

Οι εννιά επικοί νόμοι της αφήγησης των παραμυθιών του Όλρικ είναι οι παρακάτω.

1. Ένα παραμύθι δεν ξεκινά με το σπουδαιότερο σημείο της δράσης και δεν τελειώνει απότομα. Προηγείται μια ήρεμη εισαγωγή, ενώ η ιστορία συνεχίζεται και μετά την κορύφωση, για να κλείσει τον κύκλο σε ένα σημείο ηρεμίας και σταθερότητας.

2. Οι επαναλήψεις είναι συχνές, όχι μόνο για να δώσουν ένταση στην πλοκή, αλλά και για να προσδώσουν όγκο στην ιστορία.

3. Την ίδια στιγμή, παρόντα στο ίδιο επεισόδιο βρίσκονται συνήθως μόνο δύο πρόσωπα.

4. Οι αντίθετοι χαρακτήρες βρίσκονται αντιμέτωποι.

5. Αν εμφανίζονται στον ίδιο ρόλο δύο πρόσωπα, πρόκειται για μικρούς και αδύνατους. Συχνά είναι δίδυμοι και όταν δυναμώσουν γίνονται συχνά ανταγωνιστές.

6. Ο χειρότερος ή πλέον αδύναμος μιας ομάδας αποδεικνύεται στο τέλος ο καλύτερος. προσώπων.

7. Οι χαρακτηρισμοί είναι απλοί: αναφέρονται μόνο οι ιδιότητες που έχουν άμεση σχέση με την υπόθεση. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη για τη ζωή των προσώπων εκτός πλοκής,

8. Η πλοκή είναι απλή και λέγεται μία ιστορία τη φορά. Όταν εκτυλίσσονται παράλληλα δύο ή περισσότερα επεισόδια, τότε πρόκειται για λόγιο προϊόν.

9. Όλα θίγονται με τον απλούστερο δυνατό τρόπο. Παρόμοια αντικείμενα περιγράφονται όσο γίνεται πιο όμοια. H ποικιλομορφία δεν επιχειρείται καν.




Πηγή: https://radcast.gr/oi-ennia-epikoi-nomoi-ton-paramythion/

Ένας άλυτος Γρίφος...

 Κάποτε σε ένα παλάτι ζούσε μια βασίλισσα η οποία ήθελε να παντρευτεί. Ήθελε όμως να πάρει τον πιο έξυπνο άνδρα του κόσμου. Δεν την ενδιέφερε αν ήταν όμορφος ή άσχημος, πλούσιος ή φτωχός, γέρος ή νέος. Την ενδιέφερε μόνο να είναι ο πιο έξυπνος απ’ όλους. Πώς θα το καταλάβαινε όμως αυτό; Έβγαλε λοιπόν διαταγή στο παλάτι, πως όποιος άνδρας πάει και της πει έναν γρίφο που δεν θα καταφέρει να βρει την λύση του, αυτός θα ήταν και ο πιο έξυπνος. Αν όμως έβρισκε τη λύση τότε θα τους αποκεφάλιζε και με τα κεφάλια τους θα έφτιαχνε έναν πύργο.

Το νέο αυτό ακούστηκε παντού. Και άνδρες απ’ όλο τον κόσμο πήγαν στο παλάτι. Κανένας όμως δεν τα κατάφερε. Η βασίλισσα βρήκε τη λύση απ’ όλους τους γρίφους που άκουσε. Έτσι ο πύργος από τα κεφάλια των ανδρών είχε φτάσει ήδη πολύ ψηλά.

Μια μέρα το ακούει ένας νέος και αποφασίζει να πάει και αυτός. Το ακούει η μάνα του και απαρηγόρητη του λέει:

Βρε παιδί μου πού θα πας; Αυτή θα σου κόψει το κεφάλι. Σε παρακαλώ, μείνε εδώ και θα σου βρούμε εμείς γυναίκα.

Αλλά ο γιος σαν νέος που ήταν δεν έδωσε σημασία στη συμβουλή της μάνας του και το επόμενο πρωί ξεκίνησε το δρόμο για το παλάτι.

Η μάνα του, του έφτιαξε μια πίτα να πάρει μαζί του να φάει όταν πεινάσει αλλά έβαλε μέσα δηλητήριο. Την άλλη μέρα το πρωί ο νέος με συντροφιά τη σκυλίτσα του την Μορφούλα ξεκίνησαν για το παλάτι.

Περπάτησαν περπάτησαν ώσπου κάποια στιγμή ο νέος πείνασε. Την ώρα που πάει να δαγκώσει την πίτα, ακούει την σκυλίτσα του να γαβγίζει. Την λυπήθηκε και έδωσε το κομμάτι του σε αυτήν. Και όπως ήταν φυσικό μετά από λίγα λεπτά η σκυλίτσα του ψόφησε. Τότε ο νέος κατάλαβε πως η μάνα του είχε βάλει δηλητήριο στην πίτα.

Συνεχίζει τον δρόμο του πλέον μόνος του. Μετά από ώρα δεν άντεχε άλλο από την πείνα. Βλέπει στο βάθος μια ελαφίνα που ήταν έγκυος. Τη σκοτώνει αλλά δεν τρώει την ίδια αλλά το μωρό που είχε μέσα της. Αφού χόρτασε ξεκίνησε πάλι για το παλάτι. Περπατούσε περπατούσε ώσπου δίψασε. Για καλή του τύχη βλέπει εκεί κοντά μια εκκλησία. Μπαίνει μέσα και πίνει το νερό που είχε το καντήλι.

Αφού έφαγε, χόρτασε και ξεδίψασε συνεχίζει τον δρόμο του για το παλάτι. Μετά από λίγες ώρες έφτασε. Παρουσιάζεται μπροστά στην βασίλισσα και της λεει:

Η Μορφούλα έφαγε την πιτούλα και η πιτούλα την Μορφούλα. Εγώ σκότωσα εκείνο που έβλεπα αλλά έφαγα εκείνο που δεν έβλεπα. Και ήπια νερό που δεν ακουμπούσε ούτε στη γη ούτε στον ουρανό. Τί είναι;

Τότε γυρίζει στον νέο και του λέει:

Νομίζω πως εσύ είσαι ο πιο έξυπνος άνδρας του κόσμου. Γι’ αυτό κι εγώ θα σε παντρευτώ και θα σε κάνω άνδρα μου όπως το υποσχέθηκα.

Και μετά από λίγες μέρες έγινε  ο γάμος.

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια


ΠΗΓΗ: https://paramythades.org/2018/03/24/%ce%ad%ce%bd%ce%b1%cf%82-%ce%ac%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%bf%cf%82-%ce%b3%cf%81%ce%af%cf%86%ce%bf%cf%82/

Το χρυσόψαρο. Παραδοσιακό παραμύθι


Από το σπουδαστήριο νέου Ελληνισμού:

Μια  φορά  ήταν  ένας  φτωχός  ψαράς,  κι  όλη  νύχτα  αγωνιζόταν  να  πιάσει  ψάρι  και  δεν  έπιανε.  Κόντεψε  τέλος  η αυγή,  έριξε  πάλι  τ’  αγκίστρι  του  κι  έλεγε  απομέσα  του:  «Ω,  Θεέ  μου,  δυστυχία!  σήμερα  θα  πεθάνουν  τα  παιδιά μου  απ’  την  πείνα». Του  φάνηκε  τότε  πως  τσίμπησε  ψάρι  και  τράβηξε  τ’  αγκίστρι.  Τι  να  δει!  Ένα  ψαράκι  χρυσό!  Έκανε  να  το βγάλει  απ’  τ’  αγκίστρι  κι  άκουσε  μια  φωνή  να  του  λέει:  «Ρίξε  το  ψαράκι  το  χρυσό  στο  γιαλό,  και  θα  δεις  καλό». 
– Ε,  λέει  με  το  νου  του,  να  το  ρίξω!  έτσι  κι  έτσι  δεν  θα  μου  κάμει  τίποτε  ένα  ψαράκι. Και  το  ’ριξε  στη  θάλασσα.  Πάλι  ακούει  την  ίδια  φωνή  να  του  λέει: 
– Τι  καλό  θέλεις  να  σου  κάμω;
 – Ε,  λέει,  να  πάω  στο  σπίτι  μου  και  να  βρω  ψωμιά  και  φαγιά. Σαν  πήγε  στο  σπίτι  του,  τα  ήβρεν  όλα  όπως  του  είπε  η  φωνή.  Είπε  την  ιστορία  όλη  στη  γυναίκα  του.
 – Αχ,  καλέ,  του  λέει  αυτή,  αντί  να  ζητήσεις,  τίποτε  καλό,  ζήτησες  ψωμιά  και  φαγιά; 
– Ε,  καλά,  της  λέει  αυτός.  Αν  το  ξαναπιάσω,  τι  θέλεις  να  του  ζητήσω; Η γυναίκα  τού  είπε  να  ζητήσει  παλάτια! Επήγεν  ο  καημένος  ο  ψαράς,  έριξε  το  δίχτυ  κι  έπιασε  πάλι  το  χρυσόψαρο.  Έκανε  να  το  βγάλει  πάλι  απ’  τ’ αγκίστρι  και  άκουσε  τη  φωνή:  «Ρίξε  το  ψαράκι  το  χρυσό  στο  γιαλό,  και  θα  δεις  καλό». Το  έριξε,  κι  άκουσε  πάλι  τη  φωνή:  «Τι  καλό  θέλεις  να  σου  κάμω;»  κι  αυτός  εζήτησε  παλάτια. Πάει  στο  σπίτι  του  και  τι  να  δει;  παλάτια  ωραιότατα! 
–  Αχ,  του  λέει  η  γυναίκα  του,  να  πά’  να  το  ξαναπιάσεις  και  να  του  ζητήσεις  συ  να  γίνεις  βασιλιάς  κι  εγώ βασίλισσα. Επήγε  πάλι  κι  έκαμεν  όπως  έκαμνε  και  τις  άλλες  φορές,  άκουσε  τη  φωνή  και  ζήτησε  ό,τι  του  είπε  η  γυναίκα του.  Μα  πάει  κατόπι  στο  σπίτι  του,  και  τι  να  δει;  Μια  καλύβα  όπως  πρώτα,  και  τα  παιδιά  του  πεινασμένα. 



Η κουρούνα. Ικαριώτικο παραμύθι.

Καλησπέρα της αφεντιάς σας...

Η κουρούνα  είναι ένα  πουλί που κατουράει μες στη  φωλιά  του.  Και κάποιαν ώρα  είπε  σε  άλλα  πουλιά της γειτονιάς εκεί ότι:  
 –Θα  φύγω. Θα  σηκωθώ να  φύγω.   Λέει, γιατί θα  φύγεις;   Λέει, γιατί  βρόμισεν  η  φωλιά  μου.   Και της  λένε  τα  άλλα  πουλιά:   –Θα  πάρεις και  τον κώλο σου  μαζί;  
- Λέει, θα  τον πάρω.   
–Ε, θα  βρομίσει  κι εκεί  που  θα  πας.   
Αυτό το  λένε  για  τους  ανθρώπους που  είναι μοχθηροί, άχρηστοι.





 Κωνσταντίνος Κόχυλας,   Ράχες .

Τι ήταν οι "Λάμιες" στα παραδοσιακά ελληνικά παραμύθια;

Η λάμια αποτελεί ον γένους θηλυκού το οποίο δεν παρουσιάζει όμως κανένα οφθαλμοφανές χαρακτηριστικό του γυναικείου φύλου και κινείται στον εξωανθρώπινο χώρο.



Βασικό χαρακτηριστικό της λάμιας είναι η ανθρωποφαγία,
αν και η αρχική εκδοχή της η οποία μαρτυρείται ως Λαμία ή Εμπούσα,
αποσκοπούσε στην αρπαγή και τον πνιγμό των μικρών παιδιών
 των οποίων ρουφούσε το αίμα. ∆ιατηρεί εχθρική στάση,
περιορίζει και καταδυναστεύει το ανθρώπινο είδος προκαλώντας του μεγάλο τρόμο:

«- Αχά! άσχημα έκαμες που ήρθες, είπαν τότε οι κοπέλες και με την αράδα
τους του διηγήθηκαν πως τις είχε εδώ στον κάτω κόσμο φυλακισμένες μια
λάμια».
(Το ξηροπήγαδο-απόσπασμα)

Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορ...