ΒΑΛΤΕΡ ΠΟΥΧΝΕΡ: Ο δυσχερής προσδιορισμός του μεταμοντέρνου

 Υπάρχει μια τάση στον σύγχρονο πολιτισμό, έννοιες που ξεκίνησαν από ένα συγκεκριμένο επιστημολογικό ή πολιτισμολογικό πλαίσιο, είχαν λίγο πολύ καθορισμένους προσδιορισμούς μέσα στο πλαίσιο ενός θεωρητικού concept και ένα πεδίο εφαρμογής περιορισμένο με ελέγξιμη λειτουργία και αποτελεσματικότητα, αυτές οι έννοιες να ξεφεύγουν και να κυκλοφορούν σε μια κοινωνικά ευρύτατη καθημερινή και υβριδική χρήση που αμβλύνει τελείως το σημασιολογικό περιεχόμενο, διαβάλλει τις οριοθετήσεις και ακυρώνει εν πολλοίς την προσδιοριστική ικανότητα που αυτές οι έννοιες αρχικά διέθεταν: τέτοιες έννοιες είναι π.χ. ο (μετα)στουκτουραλισμός, η (απο)δόμηση, η σημειολογία και η σημειωτική, η φαινομενολογία, η κριτική θεωρία (critical theory), και, για να εξειδικεύσουμε το φαινόμενο στο θέατρο, η performance και το «μεταδραματικό θέατρο» (postdramatisches Theater)[1]. Mια τέτοια έννοια είναι και ο μεταμοντερνισμός (postmodernism) και η μετανεωτερικότητα (postmodernity), που σε διάφορες επιστήμες σημαίνουν διάφορα πράγματα, στην καθημερινή όμως χρήση έχουν απλώς εμπλουτίσει το κουλτουριάρικο και διανοουμενίστικο λεξιλόγιο μιας εκσυγχρονισμένης λογιοσύνης. Οι ιστορικοί τσακώνονται ακόμα για το πότε αρχίζει η νεωτερικότητα (με τον Gutenberg, την Αναγέννηση, την ιδέα του εθνικού κράτους, τον Διαφωτισμό κτλ.)[2], στις τέχνες (ειδικά στη λογοτεχνία και το θέατρο) έχει επικρατήσει η άποψη, ότι ο (κλασικός) μοντερνισμός (όχι ακόμα η avant-garde)[3] ξεκινά στην Ευρώπη  γύρω στα 1880 με τον Νατουραλισμό ενώ  στην Ελλάδα ξεκινά το 1895 με τον πρόλογο του Ξενόπουλου για την παράσταση των Βρικολάκων του Ίψεν στην Αθήνα, και προσλαμβάνει επιλεκτικά διάφορους –ισμούς του ευρωπαϊκού μοντερνισμού[4]. Η συζήτηση, αν ο μεταμοντερνισμός είναι κάτι κατ’ αρχήν και τελείως διαφορετικό από τον κλασικό μοντερνισμό πριν και μετά το 1900 ή πρόκειται για εξελικτική απόληξή του, που εν μέρει ανατρέπει τις αρχικές του καταβολές, δεν έχει καταλήξει σε κάποια συμφωνία (όπως αναμενόταν άλλωστε). Οι τεράστιες κοινωνικοϊστορικές μεταβολές που έχουν γίνει από τότε θα δικαιολογούσαν ενδεχομένως μια τέτοια εξέλιξη.



Το βασικό ερώτημα είναι, σε τι διαφέρει ο μεταμοντερνισμός από τον μοντερνισμό; Έχουν γίνει προσπάθειες κάποιας κωδικοποίησης (για το θέατρο από τον Σάββα Πατσαλίδη σε τελευταίο βιβλίο του[5], ο οποίος κρατάει μια νηφάλια μεσαία γραμμή, ότι ο ένας όρος δεν αχρηστεύει αναγκαστικά και τον άλλον[6]), αλλά αυτές οι σχηματοποιήσεις ενέχουν κάποιο υπαρκτό ρίσκο να διαψευστούν από την ίδια την καλλιτεχνική παραγωγή, η οποία είναι πιο ατίθαση και δεν χωράει στα προσδιοριστικά και συχνά φορμαλιστικά καλούπια των θεωρητικών (όπως έγινε π. χ. με τη σημειολογία του θεάτρου)[7]. Επειδή το καλλιτεχνικό τοπίο είναι αρκούντως υβριδικό, και δεν επιτρέπει «μεγάλες αφηγήσεις» (ιδεολογίες, φορμαλιστικά σχήματα όπως η σημειωτική και ο δομισμός), ίσως είναι καλύτερα να ξεκινήσει κανείς με τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας. Επειδή η βιβλιογραφία είναι πολύ μεγάλη και ελαφρώς χαοτική, θα πάρω ως οδηγούς τους συναδέλφους Νάσο Βαγενά[8] και Δημήτρη Τζιόβα[9].

Η αμηχανία ως προς την τιτλοφορία της σύγχρονης εποχής εκφράζεται άλλωστε στα πολλαπλά  «μετά-» (post-): μετα-ιστορία, μετακαπιταλισμός, μεταβιομηχανική εποχή, μεταδομισμός κτλ.[10]. Μια πολλαπλότητα των «μετά», που είναι ουσιαστικά μια άρνηση αυτόνομου χαρακτηρισμού, μια αποδοχή γενικευμένης αδυναμίας αυτοπροσδιορισμού, ιστορικά όμως όχι άγνωστης: και οι –ισμοί του κλασικού μοντερνισμού καθιερώθηκαν εκ των υστέρων, και ο ίδιος ο όρος της νεωτερικότητας είναι μια έννοια-ομπρέλα για πολλά και διαφορετικά πράγματα. Το ίδιο ισχύει, ακόμα πιο έντονα, για τον μεταμοντερνισμό, που έχει ως βασική συνιστώσα τη μη-προσδιορισιμότητα· ξέρει πολύ καλά τι δεν θέλει (άρνηση, ανατροπή – όπως ήδη στον παραδοσιακό μοντερνισμό, που ανέτρεπε την αστική κοσμοθεωρία του 19ου αιώνα και του Διαφωτισμού), αλλά ένας θετικός προσδιορισμός (τι ακριβώς επιδιώκει) είναι δυσχερής (anything goes). Αναφέρω στην τύχη μία από τις δεκάδες προσπάθειες οριοθέτησης της έννοιας του μεταμοντερνισμού, από τον Hans Bertens, χρησιμοποιώντας την παράφραση του Δημ. Τζιόβα: ο μεταμοντερνισμός στέκεται σκεπτικιστικά απέναντι στις ολότητες, τις συνέχειες, τις απόλυτες αξίες και τη δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης. Προωθεί την αμφιθυμία και τον παιγνιώδη διάλογο με το παρελθόν, προβάλλει τον πλουραλισμό των ταυτοτήτων, την υβριδοποίηση και τον χώρο εις βάρος της μοντερνιστικής έμφασης στην ειρωνεία και τον χρόνο[11]. Η ανεπάρκεια μιας τέτοιας definition είναι φανερή.

 

Ίσως όμως δεν πρέπει να ξεκινήσουμε με την αναζήτηση μιας μέγιστης (μαξιμαλιστικής) definition, που οριοθετεί το φαινόμενο και το διαχωρίζει από παρόμοια και ανάλογα, περιγράφοντας με πληρότητα το περιεχόμενό του, και να περιοριστούμε, κάπως πιο εμπειρικά, σε έναν ελάχιστο (μινιμαλιστικό) προσδιορισμό, απαριθμώντας κάποια βασικά χαρακτηριστικά του φαινομένου, που είναι εμπειρικά παρατηροιτεχνικής μορφής απολυτοποιείταινύμενα και επαληθεύσιμα. Στην περίπτωση του υβριδικού συνονθυλεύματος του μεταμοντερνισμού αυτό επιβάλλεται ούτως ή άλλως από μόνο του. Στο καθημερινό λεξιλόγιο ο όρος χρησιμοποιείται στα ελληνικά για οτιδήποτε αλλόκοτο, εκκεντρικό, ανατρεπτικό, παράδοξο ή υπερβολικό, αντικαθρεφτίζοντας περισσότερο τις αντιδράσεις του κοινού κόσμου στη μορφολογία των καλλιτεχνημάτων του. Στις θεωρητικές τοποθετήσεις των κριτικών κυριαρχούν τρία δόγματα, τα οποία οδηγούν από μόνα τους σε λογικά αδιέξοδα· αλλά το μη-λογικό είναι ένα από τα βασικά ζητούμενα του μεταμοντερνισμού. Αυτά είναι η τυχαιότητα της μορφήςτο ανοιχτό ερμήνευμα και ο θάνατος του συγγραφέα. Σ’ αυτά όμως θα επανέλθουμε.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε εμπειρικά και τα εξής: την απόλυτη σχετικότητα των πάντων, την υπερβολή, την αυθαιρεσία, το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και την αποφυγή κανονιστικών τάξεων, την αμφισημία, την αμφιβολία, τη ρευστότητα ταυτοτήτων, τη «δημοκρατική» αυτονομία και μη-συσχέτιση των επιμέρους, τη μη-αποδοχή παραδομένων στοιχείων και συμβάσεων, τη δυσπιστία προς όλες τις ιδεολογίες και θρησκείες, καμία οργανωμένη αντίσταση στην εμπορευματοποίηση της τέχνης, ένα είδος ιδιότυπου αυτισμού κτλ., στοιχεία τα οποία θα τα βρούμε και στα θεατρικά έργα του Δημητριάδη. Ωστόσο μια θεωρία πρέπει να έχει και κάποια συνοχή ως οικοδόμημα (αλλιώς είναι απλώς σημειώσεις), πράγμα που η υφολογική σύσταση του ίδιου του καλλιτεχνήματος δεν χρειάζεται υποχρεωτικά και σε τέτοιο βαθμό. Το ά-λογο και παρά-λογο, το υπερβολικό και υπερβατικό των θεωρητικών δογμάτων των κριτικών της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας είναι φανερό με την πρώτη ματιά. Η τυχαιότητα της καλλιτεχνικής μορφής απολυτοποιεί το αισθητικό στρατήγημα της εντύπωσης σε οντολογική υπόσταση που συμπεριλαμβάνει και τις διαδικασίες της δημιουργίας· αυτό που δίνει την εντύπωση του υβριδικού χάους είναι (εν μέρει ή εν όλω) μια σχεδιασμένη μορφή, μια σκηνοθετημένη εντύπωση· η «αυτόματη» γραφή είναι κατά βάθος μια θεωρητική ουτοπία, γιατί η έμπνευση της στιγμής ή της ώρας προέρχεται από έναν έστω συνειρμικά (και όχι μόνο λογικά) οργανωμένο εγκέφαλο, βασίζεται σε μνήμες, εμπειρίες, λέξεις, ρυθμούς κτλ. Δεν υπάρχει καλλιτέχνημα χωρίς κανέναν, απολύτως, σχεδιασμό· αυτός ο σχεδιασμός μπορεί να είναι η τυχαιότητα ή η γνησιότητα (object art, νατουραλισμός), μπορεί να προκύπτει κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας ή και να αλλάζει και να εξελίσσεται, αλλά η επιλογή και η πλαισίωση γίνεται ενσυνείδητα. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για την απολυτοποίηση μιας εμπειρικά τεκμηριώσιμης διαδικασίας, της έμπνευσης, η οποία πράγματι δύσκολα αναλύεται, γιατί είναι πολύ σύνθετη. Το θεώρημα της τυχαιότητας της μορφής αποδεικνύει απλώς την αποστροφή προς κάθε είδος εναρμόνισης, οργανικής μορφής, ισορροπημένης εκφραστικότητας, συσχέτισης των επιμέρους κτλ., στοιχεία τα οποία γνωρίζουμε από την παραδοσιακή τέχνη.

Το αισθητικό (και λογικό) αδιέξοδο του ανοιχτού ερμηνεύματος, ως δόγμα απόλυτο και ακραίο, είναι ακόμα πιο παράδοξο: μέσα στην απόλυτη σχετικότητα κάθε κείμενο μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε, κάθε ερμηνεία είναι επιτρεπτή και σωστή. Δεν ισχύει ασφαλώς στον χώρο της καθημερινότητας (αλίμονο αν το «STOP» στον δρόμο σημαίνει και άλλα πράγματα), αλλά ισχύει δήθεν στον χώρο της τέχνης.  Εδώ παρεξηγείται η φύση του καλλιτεχνικού σημείου, το οποίο είναι πιο ανοιχτό στις σημασίες του και πιο ευρύ στις συνυποδηλώσεις του· αυτές όμως οι σημασίες δεν είναι τελείως τυχαίες αλλά ρυθμίζονται από τα συμφραζόμενα· μπορεί να είναι πολύσημες στην αινιγματικότητά τους, αλλά τέτοια μυστήρια της ερμηνείας ή κενά της πληροφόρησης, που βρίσκονται συχνά συσσωρευμένα σε καλλιτεχνήματα του μεταμοντερνισμού, δεν μπορούν να σημαίνουν στην κυριολεξία τα πάντα. Εδώ η πολυσημία γίνεται πανσημία, που ακυρώνει και αχρηστεύει την ίδια τη μορφή, τη σημασία και τη γλώσσα ως επικοινωνιακό μέσο. Τέτοια πειράματα έκανε ο ντανταϊσμός, αλλά ήταν το αισθητικό του πρόγραμμα η μη-σημασιοδότηση, η χρήση της γλώσσας ως καθαρά ηχητικού φαινομένου (αν και, αντίστοιχα όπως στις performances, παρεισφρέουν και αντανακλάσεις σημασιών). Στη θεωρία αυτή η Σχολή της Κωνστάντζας, που θεώρησε την πρόσληψη ένα μέρος της ίδιας της δημιουργίας του καλλιτεχνήματος, μεταφέρει απλώς την τυχαιότητα της μορφής στην ερμηνεία· όμως εξακολουθούν να υπάρχουν ερμηνείες πιο πιθανές, πιο πειστικές, και ερμηνείες ατεκμηρίωτες, άσχετες και ή έστω τραβηγμένες, υπερβολικές, υπερερμηνείες. Βεβαίως στην τέχνη δεν υπάρχουν μονοσήμαντες ερμηνείες. Η υπερβολή, που αρμόζει στη λογοτεχνία ως συστατικό στοιχείο της, δεν έχει την ίδια θέση στη θεωρία.

Και φτάνουμε στο όραμα του «θανάτου του συγγραφέα»[12], που κάπως συγγενεύει με την «αυτόματη» γραφή· δεν είναι ο συγγραφέας που γράφει, συνθέτει και δημιουργεί, αλλά η ίδια η γλώσσα χρησιμοποιεί το χέρι, το θυμικό και το μυαλό του συγγραφέα, για να βγει από την αφάνεια της δυνατότητας στην υπαρκτή πραγματικότητα του γραμμένου λόγου. Η εργαλειοποίηση του δημιουργού: μια φανταστική εικόνα που έχει την ποιητικότητά της και τη γοητεία της, αλλά δεν μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια παραβολική μεταφορά για τη διαδικασία της έμπνευσης και τη συνθετότητα της συγγραφικής πράξης. Μια οντοποίηση της γλώσσας ως κάτι πέρα από την ανθρώπινη συνείδηση προσκρούει στο πραγματικά αδύνατο με μια απλή αλλαγή της οπτικής: ο βαθμός της γνώσης, της κατοχής και της εκμάθησης της γλώσσας είναι καθοριστικός, για να μη μιλήσω για το ταλέντο. Βεβαίως η γλώσσα είναι ένα ανώνυμο αγαθό, δεν ανήκει σε κανέναν, και ο ποιητής τη χρησιμοποιεί και δεν είναι ποτέ δική του (όσο και να προσπαθήσει· γι’ αυτό είναι τόσο ανόητη η κατηγορία της λογοκλοπής και τόσο μάταιη η αναζήτηση της απόλυτης πρωτοτυπίας). Είναι όντως ωραία η εικόνα του Ευαγγελιστή και του προφήτη, που καταγράφει ό,τι του υπαγορεύει μια ανώτερη δύναμη, και μπορεί να είναι και μια εμπειρική αίσθηση του ποιητή ότι είναι μεσολαβητής μεταξύ του άγνωστου και του αναγνώστη, αλλά δεν παύει να είναι ο συγγραφέας που δημιουργεί, βεβαίως με δανεισμένα υλικά και συλλογικές εμπειρίες από την ιστορία του είδους. Στο θεώρημα αυτό είναι φανερή η αποστροφή προς την ιδέα του συγγραφέα-δημιουργού, ο οποίος έχει τη δόξα μιας μικρής θεότητας που φτιάχνει το ιερό δημιούργημα, τον παράλληλο κόσμο· το θεώρημα αυτό στρέφεται ενάντια στην έννοια της αυτόνομης ατομικότητας ως αυτόβουλης οντότητας στην αστική κοσμοθεωρία, και θα μείνει μάλλον ως curiosum στην ιστορία της λογοτεχνικής κριτικής. Η έμπνευση είναι μια πολύ σύνθετη διαδικασία, όπου το υποσυνείδητο και ασυνείδητο, η συλλογική μνήμη και εμπειρία, πάσης φύσεως μη-ατομικά και μη συνειδητά στοιχεία παίζουν τον ρόλο τους. Αλλά ακόμα και τα ανώνυμα έργα τέχνης του Μεσαίωνα έχουν πίσω τους προσωπικότητες προικισμένες με ένα ορισμένο ταλέντο, καλλιτεχνικές ικανότητες και πνευματικά οράματα.

Ειδικά το τελευταίο θεώρημα με τον ποιητικό και παραστατικό τίτλο «ο θάνατος του συγγραφέα» (που η εμφαντική και μελοδραματική διατύπωσή του μήπως είναι και μια ένδειξη μια κάποιας περιπαικτικής διάθεσης, που χάθηκε στους δρόμους της διάδοσης του slogan στην υφήλιο, που επαναλαμβάνεται με θρησκευτική ευλάβεια από μια ομάδα κριτικών της λογοτεχνίας και ερμηνεύεται κατά το δοκούν μέσα στην αινιγματικότητά του;), μαζί με το δόγμα του «απόλυτου σχετικισμού» των λογοτεχνικών κειμένων στη σημασία και ερμηνευσιμότητά τους, εγείρουν ερωτηματικά ως προς τη σοβαρότητα και την ωριμότητα τέτοιων θεωρήσεων, που υποκύπτουν απλώς στον πειρασμό της απόλυτης αντιθετικότητας προς παλαιότερα αισθητικά δόγματα, όπως είναι η μονοσήμαντη υπόσταση των καλλιτεχνημάτων και η «σωστή» ερμηνεία, καθώς και η παντοκρατορία της καλλιτεχνικής βούλησης και ο απόλυτος έλεγχος της δημιουργικής διαδικασίας από τη συνείδηση του δημιουργού. Αλλά αυτά τα δόγματα έχουν ανατραπεί ήδη από τον κλασικό μοντερνισμό, τον Νίτσε, τον Μαρξ και τον Φρόϋντ, που περιόρισαν την αντίληψη της αυτόβουλης ελεύθερη απόφασης του ατόμου και του καλλιτέχνη, και η όψιμη απολυτοποίηση της ανατροπής αυτής φανερώνει απλώς, πως η αφελής αντιστροφή των δογμάτων αυτών σε ακριβώς το αντίθετό τους είναι ένα εξίσου αδιέξοδο ιδεολόγημα, το οποίο δεν μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο ανάλυσης και εξήγησης, αλλά παρουσιάζεται ως νέο αισθητικό δόγμα. Χωρίς ιδιαίτερο διανοητικό κόπο και με κάποιο ιστορικό ένστικτο στις πολιτισμικές υποθέσεις θα μπορούσε να αποφανθεί κανείς, πως εξ αρχής καλύτερες πιθανότητες κάποιας επαλήθευσης θα είχε η «σχετική σχετικότητα», όπου ο βαθμός της σχετικότητας ποικίλλει από περίσταση σε περίσταση. Όχι «ο θάνατος του συγγραφέα», αλλά μια αμφισβήτηση της μοναχικότητας και μοναδικότητας του συγγραφέα: όταν γράφει δεν είναι μόνος του (δεν δημιουργεί μόνο με τη – δική του – συνείδηση). Η περιορισμένη αντίληψη της συνθετότητας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, τόσο στην παραγωγή όσο και στην πρόσληψη, μαρτυρεί την έλλειψη ωριμότητας, ψυχραιμίας και κάποιας ποικιλίας εμπειριών, ενώ η ανικανότητα της κατανόησης και διαχείρισης της συνθετότητας των πραγμάτων είναι γενικότερα επικίνδυνη για ολόκληρο τον πλανήτη.

[1] Για το θέμα από θεατρολογική άποψη βλ. W. Puchner, “The Historiography of Theatre after Evolutionism and Formalism. The Greek Case”, First International Conference “Theatre and Theatre Studies in the 21st century” (Athens, 28 September – 1 October 2005). Proceedings / Premier Congrès International “Théâtre et Études théâtrales au Seuil du XXIème siècle” (Αthènes, 28 septembre – 1er octobre 2005). Actes, Athènes, Ergo 2010, 101-106.
[2] Bλ. την εισαγωγή μου στον τέταρτο τόμο του Handbuch zur Geschichte Südosteuropas, υπό έκδοση, όπου εκφράζεται ο προβληματισμός του διαχωρισμού των τόμων 4 και 5, που αφορούν τη γλώσσα και τον πολιτισμό σε Vormoderne (premodernism) και Μoderne (μοντερνισμός), που ορίζεται συμβατικά με το 1800.
[3] Για τη διαφοροποίηση W. Puchner, “Moderne oder Avantgarde? Das griechische Drama zu Beginn des 20. Jahrhunderts”, στον τόμο: R. Lauer (ed.), Die literarische Avantgarde in Südosteuropa und ihre politische und gesellschaftliche Bedeutung, München, Südosteuropa-Gesellschaft 2001, 257-270.
[4] W. Puchner, “Modernism in Modern Greek theatre (1895-1922)”, Kάμπος. Cambridge Papers in Modern Greek 6 (1998) 51-80.
[5] Σάββας Πατσαλίδης, Θέατρο και Θεωρία ΙΙ. (Μετα)μοντέρνες διαδρομές σε τόπους, ουτοπίες και ετεροτοπίες, Θεσσαλονίκη 2019, 223-228 κι αλλού.
[6] «Χωρίς τη βεβαιότητα κάποιας απόλυτης απάντησης, το μόνο που μπορούμε να πούμε στο σημείο αυτό είναι πως η επικράτηση του όρου ‘μεταμοντερνισμός’ τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια, πρώτα από όλα ανήκει στη μόδα της εποχής, στο πλέγμα δηλαδή των ‘μετα’-εννοιών και σκέψεων που χαρακτηρίζουν τη ‘μετα-βιομηχανική’ κοινωνία: μεταγλώσσα, μεταθέατρο, μεταδομισμός, μετακριτική κ.λπ. Όπως και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, έτσι και εδώ η ακαδημαϊκή (κυρίως) κοινότητα, στην προσπάθειά της να θέσει κάποια πλαίσια που θα διευκόλυναν τη μελέτη της εποχής μας, εισήγαγε έναν όρο (για άλλους ατυχώς, για άλλους όμως όχι), ένα είδος ‘προστατευτικής’, θα λέγαμε, ‘ομπρέλας’ ή μεθοδολογικού εργαλείου, αφενός για την ενιαία μελέτη ορισμένων δημιουργών και αφετέρου για την εξερεύνηση της τυπολογίας του πολιτισμού και της φαντασίας. Και αυτό σίγουρα δεν είναι ούτε κάτι καινούριο ούτε κάτι κακό (εάν δεν είναι και επιβεβλημένο), εφόσον όμως εξετάζεται σε διαλεκτική σχέση με ό,τι προηγήθηκε. Με άλλα λόγια, είναι μάλλον βεβιασμένο και επιστημονικά επισφαλές να ισχυριστούμε πώς η άφιξη του μεταμοντερνισμού υποδηλώνει υποχρεωτικά και εξαφάνιση ή διαγραφή του μοντερνισμού και της πρωτοποριακής, για την εποχή του, ποιητικής του» (ό. π. 210 εξ.).
[7] Βλ. ενδεικτικά Β. Πούχνερ, Θεωρητικά θεάτρου. Κριτικές παρατηρήσεις στις θεωρίες του θεατρικού φαινομένου. Η σημειωτική μέθοδος – Η ανθρωπολογική μέθοδος – Η φαινομενολογική μέθοδος, Αθήνα 2010.
[8] Νασος Βαγενάς, Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνία, Αθήνα 2012, κυρίως τα κεφάλαια «Λογεχνία και οργανική μορφή» (15-42, για το θέμα της τυχαιότητας της μορφής, πρώτα σε επιφυλλίδες στο Βήμα 2008), «Ταυτότητα και ποιητικός λόγος» (43-54 για το «θάνατο του συγγραφέα», Ο Πολίτης 90-91, 2001) και «Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνική κριτική» (55-101, για το ανοιχτό ερμήνευμα και την πανσημία, Νέα Εστία 1743, Μάρτιος 2002).
[9] Δημ. Τζιόβας, «Το Μετά του Μετά. Θεωρητικός φορμαλισμός, μετανεωτερική αμφισβήτηση και περιφερειακός εκσυγχρονισμός», Επιστημονικό συμπόσιο: Η πρόσληψη των μετανεωτερικών ιδεών στην Ελλάδα (6 και 7 Μαρτίου 2015), Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμου & Γενικής Παιδείας 2018, 113-138 (με πλούσια βιβλιογραφία).
[10] Άννα Τζούμα – Τιτίκα Καραβία & Πέγκυ Καρπούζου (επιμ.), Βιβλιογραφία θεωρίας λογοτεχνίας και πολιτισμικής κριτικής (1957- 2007), Αθήνα 2019.
[11] Βλ. Hans Bertens, The idea of the postmodern. A history, London / New York 1995, 11 (Τζιόβας, ό. π., 131, σημ. 3).
[12] R. Barthes, “La mort de l’Auteur”, Le bruissement de la langue, Paris 1984 (“The death of the author”, 1967), στα ελληνικά ΕικόναΜουσικήΚείμενο, μτφρ. Γ. Σπανός, Αθήνα 1988.

Βάλτερ Πούχνερ

Ο Βάλτερ Πούχνερ γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έχει ζήσει στην Ελλάδα. Είναι επίτιµος και οµότιµος καθηγητής Θεατρολογίας στο ΕΚΠΑ (ιδρυτής του Τµήµατος Θεατρικών Σπουδών µαζί µε τον Σ. Α. Ευαγγελάτο) και παρασηµοφορηµένο µέλος της Ακαδηµίας Επιστηµών της Αυστρίας. Επίσης, έχει διδάξει πολλά χρόνια στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης, καθώς και σε πολλά ευρωπαϊκά και αµερικανικά Πανεπιστήµια.

Έγραψε πάνω από 120 βιβλία στα ελληνικά, αγγλικά και γερµανικά και δηµοσίευσε περί τα 500 µελετήµατα και περισσότερες από 1.000 βιβλιοκρισίες, για θέµατα της ιστορίας του ελληνικού και του βαλκανικού θεάτρου, καθώς και περί ελληνικής και συγκριτικής λαογραφίας και νεοελληνικών σπουδών και περί της θεωρίας του θεάτρου και του δράµατος. Από πολύ νέος γράφει ποίηση (κυρίως στα ελληνικά) αλλά µόνο πρόσφατα άρχισε να δηµοσιοποιεί τα έργα του.

Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει περισσότερες από 20 ποιητικές συλλογές. (Ολοκάρπωση, Τελευταίες ειδήσεις, Αστροδρόμια, Η ηλικία της πλάνης, Ο κηπουρός της ερήμου, Οι θησαυροί της σκόνης, Κοντσέρτο για στιγμές και διάρκεια, Δώδεκα πεύκα κι ένας ευκάλυπτος, Μηνολόγιο του άγνωστου αιώνα, Πεντάδες, Το αναπάντεχο, Συνομιλίες στη χλόη, Το χώμα των λέξεων, Τα σημάδια του περάσματος, Τα δώρα, Ο κάλυκας του κρόκου, Υπνογραφίες, Αλάτι στον άνεμο, Η επιφάνεια του μυστηρίου, ο φωτεινός ίσκιος, κ.ά.)

Δοκίμιο Συναρμογής. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

     Στο πλαίσιο του μαθήματος Τεχνολογία Κατασκευών του πρώτου τετραμήνου της Σχολής Τεχνικών Εγκαταστάσεων Ψύξης, Αερισμού και Κλιματισμού του Σ.Α.Ε.Κ. Μοναστηρίου Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε εργασία πρακτικής φύσης από ομάδα εργασίας σπουδαστών. Η δραστηριότητα εκπονήθηκε από τους σπουδαστές Παύλο Παπαδόπουλο, Γεώργιο Σερασίδη, Κυριάκο Σκυτόπουλο, Εμμανουήλ Γρηγοράκη και Ανδρέα Στεφανίδη. Όλες οι ενέργειες έγιναν στο εργαστήριο της σχολής.



Οι πράξεις οι οποίες απαιτήθηκαν ώστε να σχηματιστεί το Δοκίμιο Συναρμολόγησης ήταν βασικές ενέργειες που λαμβάνουν χώρα, σε ευρεία κλίμακα, κατά τις εργασίες κατασκευών.  Αναφέρονται ως ακολούθως με τη σειρά κατά την οποία διενεργήθηκαν: Συγκράτηση, Λιμάρισμα, Μέτρηση, Χάραξη, Τρύπημα στο Δράπανο, Πριόνισμα και Κοπίδιασμα. Το απαραίτητο υλικό για να ολοκληρωθεί η κατασκευή ήταν δύο (2) κομμάτια ο Μαλακού Χάλυβας (St37) 60×50×10 mm.

Προκειμένου να διαπεραιωθεί η εν προκειμένω κατασκευή χρησιμοποιήθηκε πλήθος εργαλείων. Ειδικότερα: η εφαρμοστή μέγγενη, τα μάγουλα μέγγενης, μία (1) πλατιά λίμα χονδρόδοντη, μία (1) πλατιά λίμα μέσης κατεργασίας, μία (1) πλατιά λίμα λεπτής κατεργασίας, μία (1) ορθογωνιά, πλάκα εφαρμογής, έναν (1) υψομετρικό χαράκτη, έναν (1) μεταλλικό κανόνα, ένα (1) παχύμετρο, μία (1) πόντα, ένα (1) σφυρί, το δρέπανο, τρυπάνια κατά βάση Ø 2 και 4 mm, ένα (1) χειροπρίονο και διάφορα κοπίδια. Κατά τη διάρκεια των εργασιών ελήφθησαν από τους συμμετέχοντες μέσα ατομικής προστασίας όπως προστατευτικά γυαλιά, γάντια κλπ.    

Η πορεία της εργασίας περιελάμβανε όπως προαναφέρθηκε μία ακολουθία φάσεων. Καταρχήν προσδιορίστηκε, για διευκόλυνση, κάθε κομμάτι Μαλακού Χάλυβα. Έτσι λοιπόν πλέον υφίστατο το Κομμάτι Α΄ και το Κομμάτι Β΄. Εν συνεχεία η ομάδα εργασίας λιμάρισε τις εξωτερικές πλευρές του υλικού με ακρίβεια. Έπειτα, χαράχθηκε το Κομμάτι Α΄ και ταυτόχρονα πονταρίστηκε και τρυπήθηκε στις τρύπες με τρυπάνι Ø 2, ενώ επίσης πριονίστηκε από απόσταση 1mm από τις χαραγμένες γραμμές και αφαιρέθηκαν από αυτό δύο παραλληλόγραμμα τμήματα άνω και κάτω της επίσης παραλληλόγραμμης και ίδου μήκους αλλά διαφορετικού πλάτους προεξέχουσας.  Ακολούθως, λιμαρίστηκαν και διαμορφώθηκαν με ακρίβεια οι δύο (2) γωνίες που σχηματίστηκαν από την προεξέχουσα και τα υπόλοιπα τμήματα της κατασκευής, σε μορφή ορθής γωνίας.

Κατόπιν, η ομάδα εργασίας ασχολήθηκε με το Κομμάτι Β΄, το οποίο σε πρώτη φάση και χαράχθηκε. Στη συνέχεια, το ίδιο κομμάτι, πονταρίστηκε και τρυπήθηκε στις δύο (2) τρύπες με τρυπάνι Ø 2mm, ενώ επίσης πονταρίστηκαν και τρυπήθηκαν εφαπτόμενες τρύπες τμήματος, που ονομάστηκε Τμήμα Γ΄, με τρυπάνι Ø 4 mm. Ακολούθως, πριονίστηκαν τα πλευρά του Τμήματος Γ΄, σε απόσταση 1 mm από τις γραμμές που προηγουμένως είχαν χαραχτεί. Ενώ ακόμη, κοπιαδίστηκαν τα νεύρα των οπών Ø 4 και αφαιρέθηκε το Τμήμα Γ΄.

Στο τελευταίο στάδιο της δραστηριότητας ξενοχδρίστηκε το εσωτερικό τμήμα και αποπερατώθηκαν οι εσωτερικές πλευρές με ακρίβεια, αρχικά η εσωτερική και η κάτω (2 και 3) και κατόπιν η από πάνω (πλευρά 1) χρησιμοποιώντας το κομμάτι Α΄ ως ελεγκτήρα. Τέλος εφαρμόστηκαν και λιμαρίστηκαν τα κομμάτια Α΄ και Β΄. Με τις τελευταίες αυτές ενέργειες περατώθηκε η κατασκευή.



    Συνοψίζοντας, η ομάδα εργασίας είχε ην ευκαιρία να προβεί σε μια σειρά ενεργειών, οι οποίες οπωσδήποτε και θα προσαρμοστούν στη δουλειά του τεχνικού ψύξης. Κατά την εκπόνηση της εργασίας χρησιμοποιήθηκε ικανός αριθμός εργαλείων καθώς επίσης και προστατευτικών μέσων. Η ομάδα εργασίας με προσεκτικό χειρισμό των μέσων που είχε στη διάθεση της οδηγήθηκε τελικά στο επιθυμητό αποτέλεσμα.


-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

 

Παπα-Ευθύμ - Η ντροπή του Πόντου, ο μεγαλύτερος προδότης του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Γράφει ο Στυλιανός Καβαζης

 «Ο παπα-Ευθύμ αξίζει όσο ένας ολόκληρος στρατός».

Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ~


Η παραπάνω φράση αυτή, ειπωμένη από τον ίδιο τον Μουσταφά Κεμάλ, δεν ήταν φιλοφρόνηση. Ήταν ψυχρή πολιτική διαπίστωση. Διότι σε έναν πόλεμο εξόντωσης ταυτότητας, ένας άνθρωπος που δρα εκ των έσω μπορεί να αποδειχθεί πιο χρήσιμος από χιλιάδες οπλισμένους στρατιώτες.

Ο παπα-Ευθύμ δεν κρατούσε όπλο,κρυβόταν πίσω από το ράσο του και με αυτό τραυμάτισε βαθύτερα από κάθε στρατό.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Ευθύμιος Καραχασαρίδης. Ρωμηός στην καταγωγή, Ορθόδοξος ιερέας, παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών. Δεν είχε θεολογική κατάρτιση, δεν κατείχε ανώτερο εκκλησιαστικό αξίωμα, δεν διέθετε κύρος ή παιδεία. Κι όμως, έμελλε να γίνει ο πιο χρήσιμος συνεργάτης του κεμαλικού καθεστώτος στην αποδόμηση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.

Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το νέο τουρκικό κράτος δεν αρκέστηκε στη στρατιωτική επικράτηση. Επιδίωξε την οριστική εξαφάνιση κάθε μη τουρκικής ταυτότητας. Ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελούσαν οι τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι της Καππαδοκίας, οι Καραμανλήδες μιλούσαν τουρκικά, αλλά παρέμεναν πνευματικά δεμένοι με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.Η λύση δεν θα ήταν μόνο η βία αλλά η πλήρη διάσπαση.

Μια «Τουρκορθόδοξη Εκκλησία», αποκομμένη από το Φανάρι και πλήρως ελεγχόμενη από το κράτος, θα μπορούσε να μετατρέψει την πίστη σε εργαλείο εθνικής αφομοίωσης.Για να επιτευχθεί αυτό, χρειαζόταν ένας άνθρωπος χωρίς εσωτερικά όρια.Ο παπα-Ευθύμ τυφλωμένος από την ακόρεστη φιλοδοξία του προσφέρθηκε πρόθυμα.

Την άνοιξη του 1921 ξεκινά οργανωμένα η προσπάθεια ίδρυσης ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας. Σε κεμαλικές εφημερίδες της Άγκυρας δημοσιεύονται αιτήματα αποκοπής από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο παπα-Ευθύμ εμφανίζεται αυτοανακηρυσσόμενος «Γενικός Επίτροπος των Τουρκορθοδόξων Χριστιανών».Χωρίς κανονικότητα, χωρίς εκλογή, χωρίς Εκκλησία, επιτίθεται στο Φανάρι, διαψεύδει δημόσια τις σφαγές και τους διωγμούς των Χριστιανών από τους Κεμαλικούς και καλεί τις κοινότητες της Μικράς Ασίας να αποστατήσουν.

Απαιτεί να τελούνται δεήσεις υπέρ του Μουσταφά Κεμάλ.Η προσευχή μετατρέπεται σε πολιτικό όρκο υποταγής.Ο παπα-Ευθύμ περιοδεύει στην Καππαδοκία υποσχόμενος επιστροφές εκτοπισμένων και ζητώντας οικονομική ενίσχυση για το κεμαλικό κίνημα. Όταν επιστρέφει στην Άγκυρα, τα αποτελέσματα της δράσης του είναι απτά:

Κλείνουν 68 ορθόδοξα σχολεία

Απαγορεύεται στους ιερείς να κυκλοφορούν με άμφια

Η τουρκική γλώσσα επιβάλλεται στην Εκκλησία

Η τουρκική υπηκοότητα καθίσταται προϋπόθεση για εκκλησιαστική ηγεσία

Το 1923 εγκαθίσταται στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί επιχειρεί δύο φορές, τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο, να καταλάβει το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Καταλαμβάνει βίαια ελληνορθόδοξες εκκλησίες στον Γαλατά την Παναγία Καφφατιανή, τον Σωτήρα Χριστό και τον Άγιο Ιωάννη.Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον αφορίζει, αλλά δεν ιδρώνει το του ήταν αποφασισμένος να φτάσει μέχρι τέλους.

Το 1929 απευθύνεται στον Μπενίτο Μουσολίνι, συγχαίροντάς τον για τη στήριξή του προς το τουρκικό κράτος και ζητώντας διεθνή αναγνώριση. Η προδοσία δεν έχει ιδεολογία. Έχει μόνο συμφέρον.Το 1934 αλλάζει όνομα.

Ο Ευθύμιος Καραχασαρίδης γίνεται Zeki Erenerol.

Η αποκοπή ολοκληρώνεται και τυπικά.

Αφορισμένος, αλλά χρήσιμος, θάβεται τελικά με πολιτικές παρεμβάσεις στο ορθόδοξο νεκροταφείο του Σισλί. Στον τάφο του 📸 χαράσσονται τα λόγια του Κεμάλ ως το τελευταίο "πολύτιμο πετράδι" στο ανίερο 👑 της προδοσίας του:

«Ο παπα-Ευθύμ αξίζει όσο ένας ολόκληρος στρατός».

Η ιστορία του παπα-Ευθύμ δεν ανήκει στο παρελθόν. Ανήκει σε κάθε εποχή που η υποταγή βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η διάλυση παρουσιάζεται ως «πρόοδος».

Ο παπα-Ευθύμ δεν πρόδωσε επειδή εξαναγκάστηκε. Πρόδωσε επειδή ανταμείφθηκε. Και αυτό είναι το διαχρονικό μάθημα που φτάνει μέχρι και σήμερα,οι πιο επικίνδυνοι προδότες δεν είναι όσοι δρουν στο σκοτάδι, αλλά εκείνοι που μιλούν στο φως, με θεσμική γλώσσα και “υπεύθυνο” τόνο.

Στη σύγχρονη εποχή, η προδοσία σπάνια φορά ράσο, συνήθως κρύβεται πίσω από πολυτελή κοστούμια.Δεν καταλαμβάνει ναούς  καταλαμβάνει συνειδήσεις.Δεν ζητά δεήσεις,ζητά σιωπή και πλήρη αποδοχή.Ο παπα-Ευθύμ απέδειξε περίτρανα ότι όταν προδώσεις την πίστη σου, μπορείς εύκολα να προδώσεις τον λαό σου. Και όταν προδώσεις τον λαό σου, πάντα θα υπάρξει μια εξουσία να σε υμνήσει όσο είσαι χρήσιμος.

Ύστερα μένει μόνο το όνομα.Όχι ως μνήμη.

Αλλά ως αυστηρή προειδοποίηση για, αυτούς τους λίγους τουλάχιστον που δεν ξεχνούν...


✍ Στυλ. Καβάζης

Η Τέχνη της Αρχαϊκής Εποχής. Γράφει η Ειρήνη Παπαδοπούλου.

 Τον 7ο και τον 6ο αιώνα π.Χ. ο ελληνικός κόσμος γνώρισε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη. Οι πόλεις στολίστηκαν με λαμπρά κτίρια. Τη μεγαλύτερη εντύπωση έκαναν οι ναοί, με τους οποίους οι άνθρωποι θέλησαν να τιμήσουν τους Θεούς.



Οι ρυθμοί (τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παρουσιάζει ένα έργο, όπως π.Χ. ένας ναός) με τους οποίους χτίστηκαν οι ναοί ήταν δύο, ο Ιωνικός και ο Δωρικός. Η διαφορά ανάμεσα τους ήταν κυρίως στους κίονες (κολώνες).

Τεχνίτες με ξεχωριστές ικανότητες σκάλιζαν το μάρμαρο κι έφτιαχναν αγάλματα που παριστάνουν Κούρους (γιους) και Κόρες. Οι Κούροι αρχικά καθόταν σε στάση απόλυτης προσοχής και εικονίζουν γυμνούς (όχι ντυμένους) νέους άντρες με τα χέρια κολλημένα στα πλάγια του σώματος. Σταδιακά, το ένα πόδι είναι πιο μπροστά από το άλλο, έτσι που νομίζει κανείς ότι το άγαλμα είναι έτοιμο να περπατήσει. Οι κόρες είναι νεαρές, ντυμένες με ελαφριά ρούχα και καλοχτενισμένες.

Την αρχαϊκή εποχή αναπτύχθηκε το εμπόριο. Έμποροι απ’ όλα τα μέρη της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου μεταφέρουν και πουλάνε προϊόντα. Η ανάγκη για αποθήκευση και μεταφορά του κρασιού και του λαδιού έφερε και την ανάπτυξη της αγγειοπλαστικής. Πολλοί καλλιτέχνες έγιναν γνωστοί από την αγγειοπλαστική.



Το ανωτέρω κείμενο αποτελεί άσκηση στο πλαίσιο του μαθήματος της ιστορίας.

Η Ειρήνη Παπαδοπούλου είναι μαθήτρια της Δ' Τάξης του Δημοτικού Σχολείου Νέου Πετριτσίου Σερρών

Η τουρκική δημογραφική κατάρρευση.

 Τουρκική δημογραφική κατάρρευση με τους Κούρδους να πολλαπλασιάζονται

Σύμφωνα με τα στοιχεία οι Κούρδοι πολίτες αποτελούν το 1/4 του πληθυσμού της Τουρκίας και οι αριθμοί τους εντοπίζουν από 17 έως 20.000.000 



Η Τουρκία εισέρχεται στο 2025 αντιμετωπίζοντας μία από τις σοβαρότερες δημογραφικές προκλήσεις της σύγχρονης ιστορίας της. Σύμφωνα με στοιχεία του Τουρκικού Στατιστικού Ινστιτούτου (TurkStat), τα ποσοστά γεννήσεων παρουσιάζουν έντονη πτωτική τάση, ενώ η γήρανση του πληθυσμού επιταχύνεται.


Κατά τους πρώτους επτά μήνες του 2025 καταγράφηκαν 503.765 γεννήσεις, σημειώνοντας μείωση 8,3% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους. Την ίδια περίοδο, οι θάνατοι αυξήθηκαν ελαφρώς κατά 0,7%, φτάνοντας τις 294.824.


Πτώση γονιμότητας και περιφερειακές ανισότητες

Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας στην Τουρκία μειώθηκε στο 1,48 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το όριο ανανέωσης του πληθυσμού (2,1).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι έντονες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις:


Δυτικές επαρχίες: Μέσος όρος περίπου 1 παιδί ανά οικογένεια


Ανατολικές επαρχίες: Μέσος όρος κοντά στα 2 παιδιά ανά οικογένεια


Αυτή η ανισορροπία επηρεάζει μακροπρόθεσμα τη δημογραφική σύνθεση των μεγάλων αστικών κέντρων, όπου παρατηρείται αυξημένη εσωτερική μετανάστευση.


Πληθυσμιακή σύνθεση και μελλοντικές προβολές

Ο συνολικός πληθυσμός της Τουρκίας ανήλθε σε 85.664.944 κατοίκους στο τέλος του 2024, με καθαρή αύξηση περίπου 315.710 ατόμων στους πρώτους εννέα μήνες του 2025.


Παράλληλα, δημογραφικές μελέτες και αναλύσεις επισημαίνουν ότι:


Ο ηλικιωμένος πληθυσμός (65+) αποτελεί πλέον το 10,6% του συνόλου


Έως το 2050, 1 στους 4 κατοίκους αναμένεται να είναι άνω των 65 ετών


Ο ίδιος ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε τη δημογραφική εξέλιξη ως «σοβαρή απειλή», γεγονός που οδήγησε στην ανακήρυξη του 2025 ως «Έτος της Οικογένειας».


Κοινωνικές και πολιτικές προκλήσεις

Η δημογραφική συρρίκνωση, σε συνδυασμό με τη γήρανση του πληθυσμού και τις περιφερειακές ανισότητες γεννήσεων, δημιουργεί πολλαπλές προκλήσεις για:

το ασφαλιστικό σύστημα

την αγορά εργασίας

τον κοινωνικό ιστό

τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη

Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν αναγκαία τη χάραξη τεκμηριωμένων και συμπεριληπτικών δημογραφικών πολιτικών, βασισμένων σε αξιόπιστα δεδομένα και κοινωνική συνοχή.


Συμπέρασμα

Η Τουρκία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο δημογραφικό σταυροδρόμι. Η συνεχής μείωση των γεννήσεων, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και οι περιφερειακές ανισότητες απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, ρεαλιστικές πολιτικές στήριξης της οικογένειας και επενδύσεις στην κοινωνική συνοχή.

Η σημασία του Χαλκού στα Ψυκτικά Κυκλώματα και η αναζήτηση Εναλλακτικών Υλικών: Τεχνολογικές προκλήσεις και μελλοντικές τάσεις. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

 Ο κλάδος των ψυκτικών και κλιματιστικών εγκαταστάσεων βασίζεται παραδοσιακά σε υλικά που προσφέρουν τη βέλτιστη ισορροπία μεταξύ θερμικής απόδοσης, αντοχής και ευκολίας κατεργασίας. Από την εμφάνιση των πρώτων συστημάτων, ο Χαλκός (Copper) έχει καθιερωθεί ως το κυρίαρχο υλικό για τις σωληνώσεις, τους εξατμιστές και τους συμπυκνωτές. Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία, αλλά είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις γνώσεις που αποκομίζουμε από τα μαθήματα Τεχνολογίας Υλικών και Αντοχής Υλικών. Η Τεχνολογία Υλικών μάς διδάσκει ότι ο Χαλκός διαθέτει εξαιρετική θερμική αγωγιμότητα (κλειδί για τη μεταφορά θερμότητας) και υψηλή πλαστικότητα (που επιτρέπει την εύκολη κάμψη και διαμόρφωση των σωλήνων). Ταυτόχρονα, η Αντοχή Υλικών διασφαλίζει ότι, με το σωστό πάχος τοιχώματος, οι χαλκοσωλήνες μπορούν να αντέξουν τις υψηλές πιέσεις λειτουργίας των ψυκτικών ρευστά χωρίς κίνδυνο αστοχίας ή διαρροής, εξασφαλίζοντας έτσι την ασφάλεια και τη μακροζωία της εγκατάστασης.




Παρά την αδιαμφισβήτητη τεχνική υπεροχή του Χαλκού, ο σύγχρονος κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με σημαντικές οικονομικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις που καθιστούν αναγκαία τη διερεύνηση εναλλακτικών λύσεων. Κατά τα τελευταία χρόνια, η συνεχής αύξηση της τιμής του Χαλκού έχει εκτοξεύσει το κόστος παραγωγής των ψυκτικών μονάδων, οδηγώντας τις κατασκευάστριες εταιρείες σε λύσεις με χαμηλότερο κόστος, όπως η ευρεία χρήση του Αλουμινίου. Επιπλέον, η εισαγωγή νέων ψυκτικών ρευστά με υψηλότερες πιέσεις λειτουργίας, όπως το διοξείδιο του άνθρακα (CO2 ή R-744), απαιτεί υλικά με ακόμα μεγαλύτερη μηχανική αντοχή (π.χ. ειδικοί χάλυβες), ωθώντας τον κλάδο να αναθεωρήσει τις παραδοσιακές επιλογές του. Συνεπώς, η γνώση των εναλλακτικών υλικών και των τεχνικών που απαιτούνται για την επεξεργασία τους (π.χ. συγκόλληση Αλουμινίου) αποτελεί πλέον απαραίτητο προσόν για κάθε σύγχρονο ψυκτικό.

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να εξετάσει σε βάθος τον ρόλο του Χαλκού στα ψυκτικά κυκλώματα, αναλύοντας τα τεχνικά κριτήρια που τον καθιέρωσαν, καθώς και να διερευνήσει την σκοπιμότητα και τις προκλήσεις της αντικατάστασής του από άλλα υλικά. Θα δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην πρακτική διάσταση, όπως αυτή εκδηλώνεται στην καθημερινότητα του τεχνικού, καλύπτοντας ζητήματα αντοχής των συνδέσεων και αντιμετώπισης της διάβρωσης σε μικτά κυκλώματα (Χαλκού-Αλουμινίου). Αρχικά, θα αναλυθούν διεξοδικά οι ιδιότητες και οι εφαρμογές του Χαλκού. Στη συνέχεια, θα παρουσιαστούν τα εναλλακτικά υλικά (κυρίως το Αλουμίνιο και ο Χάλυβας), με τις τεχνικές τους ιδιαιτερότητες. Τέλος, θα διατυπωθούν προτάσεις σχετικά με τις μελλοντικές τάσεις στον τομέα των υλικών ψύξης.


Ο Χαλκός: Το Ιδανικό Υλικό για την Ψύξη

Η κυριαρχία του Χαλκού (Cu) στα ψυκτικά και κλιματιστικά κυκλώματα δεν είναι αποτέλεσμα συνήθειας, αλλά αυστηρής τεχνικής επιλογής που βασίζεται στις μοναδικές του ιδιότητες. Ο τεχνικός ψύξης πρέπει να γνωρίζει σε βάθος τις ιδιότητες αυτές, καθώς καθορίζουν την αποδοτικότητα, την ασφάλεια και τη μακροζωία μιας εγκατάστασης. Η επιλογή του Χαλκού είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα κριτήρια που μελετώνται στα μαθήματα της Τεχνολογίας Υλικών. (Παναγιωτάκος, 2018:45)

 

1. Οι Θεμελιώδεις Ιδιότητες του Χαλκού (Τεχνολογία Υλικών)

Η επιλογή του Χαλκού ως βασικού υλικού για τους σωλήνες και τους εναλλάκτες θερμότητας δικαιολογείται από τρεις καθοριστικές ιδιότητες. Πρώτον και κυριότερον, ο Χαλκός είναι ένας εξαιρετικός αγωγός θερμότητας, μία ιδιότητα που περιγράφεται ως υψηλή θερμική αγωγιμότητα (λ). Αυτό το χαρακτηριστικό είναι ζωτικής σημασίας για τους εναλλάκτες θερμότητας (εξατμιστές και συμπυκνωτές), οι οποίοι διευκολύνουν τη μεταφορά θερμικής ενέργειας (θερμότητας) από ένα ρευστό σε ένα άλλο, χωρίς να επιτρέπουν να αναμιχθούν τα εν προκειμένω δύο ρευστά. Έτσι λοιπόν, διασφαλίζει την ταχεία και αποδοτική μεταφορά της θερμότητας μεταξύ του ψυκτικού ρευστού και του περιβάλλοντος. Εάν η θερμική αγωγιμότητα ήταν χαμηλή, οι εναλλάκτες θα έπρεπε να είναι πολύ μεγαλύτεροι για την ίδια απόδοση, αυξάνοντας το μέγεθος και το κόστος της μονάδας. (Πλωμαρίτης, 2014:18) 

Σκίτσο ή φωτογραφία που δείχνει έναν σωλήνα Χαλκού με τη σωστά διαμορφωμένη άκρη (φούσκωμα), έτοιμο να συνδεθεί με ένα ρακόρ. Δείχνει το ειδικό εργαλείο Flaring Tool (εργαλείο φουσκώματος) εν δράσει. 


Δεύτερον, ο Χαλκός παρουσιάζει εξαιρετική πλαστικότητα (ελαττότητα). Αυτή η μηχανική ιδιότητα είναι κρίσιμη για την καθημερινότητα του ψυκτικού, καθώς επιτρέπει την εύκολη κάμψη και διαμόρφωση των σωληνώσεων στο πεδίο της εγκατάστασης, ακόμη και με απλά εργαλεία, ελαχιστοποιώντας τον αριθμό των συνδέσεων. Επομένως με τη χρήση του απομακρύνονται ενδεχόμενα όπως δυσκολίες στην κάμψη, κοπές των σωλήνων, οι οποίες επιφέρουν πιθανά σημεία αστοχίας κλπ. Η πλαστικότητα του Χαλκού τον καθιστά επίσης ιδανικό για την τεχνική του φουσκώματος (flaring), δημιουργώντας αξιόπιστες και στεγανές ενώσεις. Τέλος, ο Χαλκός παρουσιάζει καλή αντοχή στη διάβρωση έναντι των περισσότερων ψυκτικών ρευστών (π.χ. R-22, R-410A) και των λιπαντικών του συμπιεστή. Αυτό συμβάλλει στη διατήρηση της καθαρότητας του εσωτερικού του κυκλώματος και στη μεγάλη διάρκεια ζωής της εγκατάστασης (XINYEMETAL, 2024).

 

2. Αντοχή στην Πίεση και Ασφάλεια (Αντοχή Υλικών)

Πέρα από τις θερμικές ιδιότητες, η μηχανική αντοχή του Χαλκού είναι εξίσου σημαντική, ιδιαίτερα σε κυκλώματα υψηλής πίεσης. Εδώ εφαρμόζονται οι αρχές της Αντοχής Υλικών, οι οποίες μελετούν τον τρόπο με τον οποίο ένα υλικό αντιστέκεται στις εξωτερικές και εσωτερικές καταπονήσεις. Η κύρια καταπόνηση που δέχονται οι σωληνώσεις είναι η εσωτερική εφελκυστική τάση (Hoop Stress) που προκαλείται από την πίεση του ψυκτικού ρευστού. Όταν λέμε "εσωτερική εφελκυστική τάση (Hoop Stress)", εννοούμε την πίεση που ασκεί το ψυκτικό ρευστό στο εσωτερικό των σωλήνων, η οποία τείνει να "σχίσει" τον σωλήνα κατά μήκος της περιφέρειάς του. Όπως γίνεται αντιληπτό πρόκειται για κρίσιμη έννοια για την ασφάλεια και την επιλογή του σωστού υλικού.

Η αντοχή αυτή ελέγχεται κυρίως από το πάχος του τοιχώματος του χαλκοσωλήνα. Αυτός είναι ο λόγος που οι σωλήνες υψηλής πίεσης (π.χ. τύπος Κ) έχουν παχύτερα τοιχώματα, καθώς τα παχύτερα τοιχώματα κατανέμουν την τάση σε μεγαλύτερο όγκο υλικού, μειώνοντας την πιθανότητα αστοχίας. Για τον λόγο αυτόν, οι χαλκοσωλήνες διατίθενται σε τυποποιημένες κατηγορίες (π.χ., Τύπος K, L, M), με τον Τύπο K να είναι ο παχύτερος και συνεπώς ο πιο ανθεκτικός στις υψηλές πιέσεις, και τον Τύπο M τον λεπτότερο. Ένας ψυκτικός πρέπει να επιλέγει τον σωστό τύπο σωλήνα με βάση τις μέγιστες προβλεπόμενες πιέσεις λειτουργίας της εγκατάστασης, διασφαλίζοντας έτσι ότι η τάση στο υλικό δεν θα υπερβεί το όριο διαρροής του (Κατσαπρακάκης & Μονιάκης 2015: 487).

                          Diagram of Cross-section of K, L, M type Copper Pipes showing Wall Thickness



3. Η Αξιοπιστία των Συνδέσεων και οι Εφαρμογές

Η πρακτική αξία του Χαλκού ενισχύεται από την ευκολία και την αξιοπιστία των συνδέσεών του. Η συγκόλληση (brazing), συνήθως με κράματα αργύρου ή φωσφόρου, είναι η πλέον διαδεδομένη και ασφαλής μέθοδος για τη μόνιμη ένωση χαλκοσωλήνων. Μία σωστά εκτελεσμένη κόλληση αργύρου δημιουργεί μια ένωση που, από άποψη αντοχής, είναι ισοδύναμη ή ανώτερη από το ίδιο το υλικό του σωλήνα. Αυτή η αξιοπιστία είναι ζωτικής σημασίας για την στεγανότητα του ψυκτικού κυκλώματος και την αποφυγή διαρροών ψυκτικού ρευστού, οι οποίες έχουν περιβαλλοντικό και οικονομικό αντίκτυπο.

Ένα ραβδόγραμμα (bar chart) που δείχνει τη διαφορά στην τιμή της θερμικής αγωγιμότητας (W) μεταξύ των τριών υλικών (Χαλκός, Αλουμίνιο, Χάλυβας). 


Στους εναλλάκτες θερμότητας, ο Χαλκός χρησιμοποιείται κατά κόρον στους σωλήνες, ενώ συχνά συνδυάζεται με πτερύγια Αλουμινίου (Aluminium Fins) για μείωση του κόστους και του βάρους. Η πρακτική αυτή δημιουργεί τα λεγόμενα μικτά κυκλώματα (Copper-Aluminum), τα οποία είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα στις σύγχρονες μονάδες κλιματισμού. Παρόλο που ο Χαλκός παραμένει το υλικό αναφοράς για υψηλές αποδόσεις και αντοχή σε διαβρωτικά περιβάλλοντα (π.χ. παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις), η τάση για μείωση του κόστους έχει ανοίξει τον δρόμο για την αναζήτηση καθαρά εναλλακτικών υλικών, ένα θέμα που θα αναλυθεί στην επόμενη ενότητα (Πανταζή, 2009:89).

Ας σταθούμε λίγο εδώ. Η διαρροή ψυκτικού υγρού έχει άμεσο αντίκτυπο και περιβαλλοντολογικό κόστος, όπως επίσης και οικονομικό αντίκτυπο. Η μικρή ποσότητα ρευστού παγιδεύει περισσότερη θερμότητα στην ατμόσφαιρα, από την ίδια την ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Σύμφωνα με τους κανονισμούς (F-gas) της Ε.Ε., έχουν θεσπιστεί περιορισμοί στη διαχείριση των ρευστών και οι διαρροές θεωρούνται πλέον περιβαλλοντολογικό έγκλημα.  Στο σημείο αυτό κρύβεται και  η αξία του χαλκού., επειδή η αξιόπιστη συγκόλληση του διασφαλίζει ότι τα σημεία ένωσης είναι ανθεκτικά. Έτσι μειώνεται η πιθανότητα διαρροών, εξασφαλίζοντας τη στεγανότητα και προστατεύοντας το περιβάλλον αλλά και την τσέπη του καταναλωτή. Τέλος, υφίσταται κίνδυνος απολίπανσης και καταστροφής του συμπιεστή, καθώς το ψυκτικό υγρό μεταφέρει λάδι στο συμπιεστή και εάν το υγρό διαρρεύσει σε μεγάλο βαθμό, το λάδι επιστρέφει λανθασμένα οδηγώντας στην απολίπανση και τελικά στην κατάρρευση του συμπιεστή (Δάλας, 2010:31).

Επιπρόσθετα, ο λόγος του προαναφερόμενου συνδυασμού είναι οικονομικός και πρακτικός. Ο χαλκός είναι ακριβός. Αν ο εναλλακτής και τα πτερύγια ήταν χαλκού το κόστος της μονάδας θα ήταν απαγορευτικό, καθώς θα αύξανε δραματικά την επιφάνεια επαφής για τη μεταφορά θερμότητας. Τα πτερύγια είναι μεγάλα και έχουν ως κύριο έργο να αυξάνουν την επιφάνεια για να ανταλλάσσεται η θερμότητα με τον αέρα, επιτρέποντας τον αέρα να έρθει σε επαφή με πολύ περισσότερο μέταλλο βελτιώνοντας την απόδοση με την ταχύτερη και αποδοτικότερη μεταφορά ενέργειας. Το αλουμίνιο είναι φθηνότερο και πολύ ελαφρύ για αυτήν την μεγάλη επιφάνεια. Εν ολίγοις χρησιμοποιούμε τον ακριβό και αποδοτικό υγρό για τον πυρήνα προκειμένου να περνάει το ψυκτικό υγρό και το φθηνότερο αλουμίνιο για την επιφάνεια επαφής με τον αέρα. Έτσι πετυχαίνουμε καλή απόδοση με χαμηλότερο κόστος κατασκευής (Δάλας, 2010:40).

Τα νέα, φιλικότερα προς το περιβάλλον, ψυκτικά ρευστά, έχουν υψηλό κόστος αγοράς, οπότε στην περίπτωση απώλειας ο ιδιοκτήτης για να ξαναγεμίσει το σύστημα. Η οποιαδήποτε διαρροή συνεπάγεται με μείωση της απόδοσης, διότι η απόδοση του συστήματος πέφτει δραματικά, και επομένως το σύστημα δουλεύει με τη μεγαλύτερη κατανάλωση ρεύματος για να επιτευχθεί η επιθυμητή ψύξη, η οποία οδηγεί στην αύξηση του λογαριασμού ρεύματος.

 Καθώς ολοκληρώνεται η ανάλυση των ιδιοτήτων του Χαλκού, γίνεται σαφές ότι η επιλογή του στα ψυκτικά κυκλώματα δεν είναι τυχαία. Η υψηλή θερμική αγωγιμότητα εξασφαλίζει τη μέγιστη ενεργειακή απόδοση, ενώ η πλαστικότητα και η αντοχή σε διάβρωση εγγυώνται την αξιοπιστία και τη μεγάλη διάρκεια ζωής της εγκατάστασης. Η δυνατότητα για σωστή συγκόλληση και διαμόρφωση του Χαλκού είναι κρίσιμη για τη διατήρηση της στεγανότητας του συστήματος, αποτρέποντας διαρροές που έχουν σοβαρό περιβαλλοντικό και οικονομικό αντίκτυπο. Συνεπώς, ο Χαλκός παραμένει το σημείο αναφοράς στην τεχνολογία ψύξης, παρότι το υψηλό του κόστος ωθεί την αγορά στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.

 

Αναζήτηση Εναλλακτικών Υλικών

Ενώ ο Χαλκός (Cu) παραμένει το τεχνικό πρότυπο λόγω των ανώτερων θερμικών και μηχανικών ιδιοτήτων του, η σύγχρονη βιομηχανία ψύξης πιέζεται να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις. Αυτή η αναζήτηση καθορίζεται κυρίως από τις οικονομικές πιέσεις και τις απαιτήσεις υψηλής πίεσης που επιβάλλουν τα νέα ψυκτικά ρευστά. Η εις βάθος κατανόηση αυτών των εναλλακτικών υλικών, όπως το Αλουμίνιο και ο Χάλυβας, είναι κρίσιμη για τον τεχνικό, καθώς τα προβλήματα που φέρνουν, όπως η διάβρωση και η δυσκολία σύνδεσης, επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα και τη διάρκεια ζωής της εγκατάστασης.

Η στροφή προς εναλλακτικά υλικά δικαιολογείται από δύο μεγάλες δυνάμεις: την οικονομία της αγοράς και τις απαιτήσεις βιωσιμότητας των ψυκτικών ρευστών. Ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι το υψηλό και ασταθές οικονομικό κόστος του Χαλκού. Η τιμή του μετάλλου είναι πολλαπλάσια της τιμής του Αλουμινίου, καθιστώντας τον Χαλκό απαγορευτικό για μαζική παραγωγή, ιδίως στον οικιακό κλιματισμό. Οι κατασκευαστές στοχεύουν στη μείωση του αρχικού κόστους παραγωγής (Capital Cost), επιλέγοντας το Αλουμίνιο ως κύριο υλικό για τους εναλλάκτες. Επιπλέον, το Αλουμίνιο προσφέρει σημαντική μείωση του συνολικού βάρους της μονάδας (περίπου στο 1/3 του Χαλκού), διευκολύνοντας τη μεταφορά, την εγκατάσταση και τη μείωση της καταπόνησης των δομικών στοιχείων. Παράλληλα, οι παγκόσμιες περιβαλλοντικές απαιτήσεις (F-Gas Regulations) έχουν οδηγήσει σε στροφή σε ψυκτικά ρευστά εξαιρετικά χαμηλού GWP, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το CO2 (R-744). Τα συστήματα αυτά λειτουργούν σε υπερκρίσιμη κατάσταση, με πιέσεις που φτάνουν ή ξεπερνούν τους 130 bar (1885 psi), ειδικά στον συμπυκνωτή αερόψυξης. Σε αυτά τα επίπεδα, η απαιτούμενη μηχανική αντοχή καθιστά τον Χαλκό ασύμφορο, καθώς θα χρειαζόταν πολύ παχιά τοιχώματα. Ως εκ τούτου, υλικά με ανώτερη αντοχή εφελκυσμού, όπως ο ειδικός ανοξείδωτος χάλυβας, γίνονται αναγκαία (Voultherm, 2025).

Το Αλουμίνιο (Al) είναι η πιο διαδεδομένη εναλλακτική λύση, κυρίως λόγω του κόστους, αλλά επιβάλλει νέες τεχνικές δεξιότητες. Παρόλο που η θερμική του αγωγιμότητα (λ≈237 W/m∙K) είναι χαμηλότερη από του Χαλκού, η επίδραση στην τελική απόδοση αντισταθμίζεται με βελτιώσεις στον σχεδιασμό των εναλλακτών. Οι κατασκευαστές χρησιμοποιούν συχνά εναλλάκτες μικροκαναλιών (microchannel coils), όπου το ψυκτικό ρευστό κυκλοφορεί μέσα από πολλά μικρά κανάλια αντί για λίγους μεγάλους σωλήνες, γεγονός που αυξάνει τη συνολική επιφάνεια επαφής του ρευστού με το τοίχωμα, αντισταθμίζοντας μερικώς την χαμηλότερη αγωγιμότητα του Αλουμινίου. Ωστόσο, η μεγαλύτερη πρακτική πρόκληση είναι η συγκόλληση (brazing). Το Αλουμίνιο οξειδώνεται αμέσως στον αέρα, σχηματίζοντας ένα ισχυρό, αδιάλυτο και μη-λιωτό στρώμα οξειδίου του Αλουμινίου (Al2O3), το οποίο εμποδίζει την ένωση των μετάλλων. Η συγκόλληση απαιτεί τη χρήση ειδικών κραμάτων χαμηλότερης θερμοκρασίας τήξης και την εφαρμογή αποξειδωτικών υγρών (flux) που διασπούν το στρώμα οξειδίου. Η τεχνική αυτή είναι ακριβότερη, χρονοβόρα και απαιτεί πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια στη θέρμανση από ό,τι η συγκόλληση του Χαλκού. Συνέπεια είναι ότι η επιτόπια επισκευή διαρροής σε αλουμινένιο σωλήνα ή πηνίο κρίνεται συχνά αναξιόπιστη, με τον τεχνικό να προτείνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων ολική αντικατάσταση του εναλλάκτη, αυξάνοντας το κόστος συντήρησης για τον πελάτη (Πολίτης, 2021:31).

Η εμφάνιση μικτών κυκλωμάτων (Al2 O3 εναλλάκτης) έχει πολλαπλασιάσει τον κίνδυνο της Γαλβανικής (ή ηλεκτροχημικής) Διάβρωσης. Αυτό το φαινόμενο είναι η συχνότερη αιτία διαρροών σε σύγχρονες μονάδες, καθώς η επαφή του Χαλκού και του Αλουμινίου, δύο μετάλλων με διαφορετικό δυναμικό οξείδωσης, δημιουργεί ένα γαλβανικό στοιχείο. Με την παρουσία υγρασίας (η οποία λειτουργεί ως ηλεκτρολύτης), το Αλουμίνιο λειτουργεί ως άνοδος και διαβρώνεται προς όφελος του Χαλκού. Όταν δηλαδή ο χαλκός και το αλουμίνιο έρχονται σε επαφή σε ένα ψυκτικό κύκλωμα, δημιουργείται μία μικρή ¨μπαταρία¨ που καταστρέφει το πιο αδύνατο μέταλλο (Γαλβανική Διάβρωση). Με λίγα λόγια, η επαφή διαφορετικών μετάλλων, ειδικά σε υγρό περιβάλλον καταστρέφει το αλουμίνιο, οδηγώντας σε ταχεία αστοχία του εναλλακτή (Υφαντής, 2008:34-36).

 Ο ανωτέρω κίνδυνος αυξάνεται δραματικά σε παραθαλάσσιες περιοχές (λόγω αλατόνερου), σε αστικά περιβάλλοντα με υψηλή ατμοσφαιρική ρύπανση ή όταν χρησιμοποιούνται ακατάλληλα καθαριστικά κατά τη συντήρηση, τα οποία διασπούν το προστατευτικό στρώμα του Αλουμινίου. Για την αντιμετώπιση στη συντήρηση, ο ψυκτικός πρέπει να αποφεύγει την άμεση μεταλλική επαφή στα σημεία σύνδεσης των διαφορετικών μετάλλων, χρησιμοποιώντας ειδικούς διηλεκτρικούς συνδέσμους ή ειδικούς συνδέσμους μετάβασης (Cu-Al). Επιπλέον, η τακτική επιθεώρηση για τη διάβρωση είναι απαραίτητη, καθώς η αστοχία μπορεί να είναι ταχύτατη.

Diagram of Galvanic Corrosion between Copper and Aluminium. 


Αντίθετα με το Αλουμίνιο, ο Χάλυβας (συνήθως ανοξείδωτος) χρησιμοποιείται λόγω της ακραίας μηχανικής αντοχής του, καθιστώντας τον απολύτως απαραίτητο σε εφαρμογές υπερυψηλής πίεσης, όπου το (CO2 R-744) χρησιμοποιείται ως ψυκτικό. Ο Χάλυβας προσφέρει ασύγκριτη αντοχή εφελκυσμού (το μέγιστο τράβηγμα που μπορεί να αντέξει πριν κοπεί ή σπάσει) και υψηλό όριο διαρροής (το σημείο στο οποίο αν τραβηχτεί μπορεί να παραμορφωθεί μόνιμα), διασφαλίζοντας ότι οι σωληνώσεις θα αντέξουν τις πιέσεις των 130 bar χωρίς παραμόρφωση ή αστοχία, κάτι που αποτελεί ζήτημα πρώτης γραμμής ασφαλείας στην εγκατάσταση. Ωστόσο, τα μειονεκτήματα του Χάλυβα έγκεινται στη χαμηλή θερμική αγωγιμότητα (περίπου 1/10 του Χαλκού), κάτι που απαιτεί εξειδικευμένο σχεδιασμό εναλλακτών για να επιτευχθεί η απαραίτητη απόδοση. Επιπλέον, η συγκόλληση ανοξείδωτου χάλυβα απαιτεί εξειδικευμένες τεχνικές (π.χ. TIG ή MIG) και τη χρήση αδρανών αερίων (όπως το Άζωτο ή το Αργό) για να προστατευθεί το εσωτερικό του σωλήνα από την οξείδωση και τη δημιουργία επικίνδυνων «σκουριών» (scale) που θα ρυπάνουν το ψυκτικό κύκλωμα (Τζελέπης, 2022:67 κ.ε,).

Κράμα Χάλυβα.

Η βιομηχανία επενδύει σε τεχνολογίες που βελτιώνουν τα εναλλακτικά υλικά, με τις νέες πολυμερείς επικαλύψεις (coatings), όπως οι Blue Fin, Gold Fin ή οι υδρόφιλες επιστρώσεις, να προσφέρουν ενισχυμένη αντιδιαβρωτική προστασία στο ευαίσθητο Αλουμίνιο και να βελτιώνουν την απόδοση μεταφοράς θερμότητας (π.χ. εμποδίζοντας το νερό της συμπύκνωσης να μπλοκάρει τη ροή του αέρα). Αυτό, με απλά λόγια, σημαίνει ότι οι κατασκευαστές ψυκτικών συστημάτων χρησιμοποιούν ειδικά χρώματα επιστρώσεις (όπως τα Blue Fin και Gold Fin) στους εναλλάκτες θερμότητας (τα πτερύγια) για να τους κάνουν αυθαιντικούς και αποδοτικούς) (Υφαντής, 2008: 100 κ.ε.). Τέλος, η μετάβαση σε διαφορετικά υλικά (Αλουμίνιο, Χάλυβας) και νέες τεχνολογίες (R-744) καθιστά επιτακτική την κατάλληλη εκπαίδευση των τεχνικών. Η γνώση των κατάλληλων κραμάτων συγκόλλησης, των τεχνικών αποφυγής γαλβανικής διάβρωσης και των πρωτοκόλλων ασφαλείας σε κυκλώματα υψηλής πίεσης δεν είναι πλέον προαιρετική, αλλά απολύτως απαραίτητη για την παροχή αξιόπιστων και ασφαλών υπηρεσιών.

    Συνοψίζοντας, η βιομηχανία ψύξης κινείται πλέον σε ένα περιβάλλον πολυϋλικών, όπου η αποκλειστική χρήση του Χαλκού αποτελεί παρελθόν. Το Αλουμίνιο προσφέρει την απαραίτητη οικονομική ελάφρυνση, αλλά επιβαρύνει τον τεχνικό με προκλήσεις στη συγκόλληση και τον κίνδυνο της γαλβανικής διάβρωσης στα μικτά κυκλώματα. Παράλληλα, ο Χάλυβας καθίσταται αναντικατάστατος για τα συστήματα υψηλής πίεσης που χρησιμοποιούν ψυκτικά ρευστά χαμηλού GWP, όπως το CO2. Η επιτυχία μιας σύγχρονης ψυκτικής εγκατάστασης εξαρτάται πλέον από την ορθολογική επιλογή του υλικού ανάλογα με την εφαρμογή και την ικανότητα του τεχνικού να διαχειριστεί τις ιδιαίτερες απαιτήσεις συντήρησης και επισκευής κάθε μετάλλου.


 Προτάσεις και Μελλοντικές Τάσεις

    Από την ανάλυση των ιδιοτήτων του Χαλκού και των εναλλακτικών υλικών, προκύπτουν συγκεκριμένες προτάσεις που πρέπει να υιοθετηθούν από τον κλάδο της ψύξης και τον επαγγελματία τεχνικό για την αντιμετώπιση των τεχνολογικών προκλήσεων. Αρχικά, η μετάβαση σε συστήματα πολυϋλικών (Χαλκός/Αλουμίνιο/Χάλυβας) και υψηλής πίεσης (R-744) καθιστά επιτακτική την παροχή πιστοποιημένης εκπαίδευσης στους τεχνικούς, με έμφαση στις τεχνικές συγκόλλησης Αλουμινίου και ανοξείδωτου Χάλυβα, καθώς και στην εφαρμογή μέτρων πρόληψης διάβρωσης. Λόγω της αυξημένης χρήσης μικτών κυκλωμάτων (Cu, Al), είναι αναγκαία η καθολική υιοθέτηση διηλεκτρικών συνδέσμων (insulators) στα σημεία ένωσης των διαφορετικών μετάλλων, διακόπτοντας την ηλεκτροχημική αντίδραση και εξασφαλίζοντας τη μακροζωία της εγκατάστασης. Επιπλέον, ο τεχνικός πρέπει να είναι εξοπλισμένος με ειδικά εργαλεία και υλικά για το Αλουμίνιο (π.χ. ειδικά flux και κράματα κόλλησης) και, για εφαρμογές CO 2, με εξοπλισμό ικανό να διαχειριστεί τις πιέσεις των 130 bar με ασφάλεια. Τέλος, συνιστάται η χρήση μονάδων με προστατευτικές επιστρώσεις (π.χ. Gold Fin) σε περιβάλλοντα υψηλής διάβρωσης (παραθαλάσσιες ή βιομηχανικές περιοχές), καθώς αυτές προσφέρουν μια επιπλέον ασπίδα στο ευαίσθητο Αλουμίνιο.

 

Επίλογος

    Η παρούσα μελέτη ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο των ιδιοτήτων των υλικών στην αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των ψυκτικών εγκαταστάσεων. Ο Χαλκός αναγνωρίζεται ως το υλικό αναφοράς χάρη στην ανώτερη θερμική αγωγιμότητα και την πλαστικότητά του, στοιχεία κρίσιμα για την ενεργειακή απόδοση και την ευκολία εγκατάστασης. Ωστόσο, η πίεση του κόστους οδήγησε στην υιοθέτηση του Αλουμινίου και, παράλληλα, οι νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις για ψυκτικά χαμηλού GWP (όπως το CO2) έκαναν απαραίτητο τον Χάλυβα για συστήματα υπερυψηλής πίεσης. Η επιτυχία μιας σύγχρονης ψυκτικής εγκατάστασης δεν βασίζεται πλέον σε ένα μόνο υλικό, αλλά στην ορθολογική μίξη αυτών, όπου κάθε μέταλλο αξιοποιείται για τις βέλτιστες ιδιότητές του.

    Η ταχύτητα των τεχνολογικών αλλαγών αναδεικνύει την αναγκαιότητα της συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης του ψυκτικού τεχνικού. Η γνώση των ιδιοτήτων των υλικών (Θερμική Αγωγιμότητα, Αντοχή Εφελκυσμού) δεν είναι πλέον απλή θεωρία, αλλά εργαλείο για τη λήψη αποφάσεων στο πεδίο. Οι μελλοντικοί τεχνικοί πρέπει να αποκτήσουν βαθιά γνώση στις τεχνικές συγκόλλησης Αλουμινίου και ανοξείδωτου Χάλυβα, καθώς και στην εφαρμογή μέτρων πρόληψης διάβρωσης (όπως η σωστή μόνωση των διμεταλλικών συνδέσεων), αντιμετωπίζοντας έγκαιρα τον κίνδυνο της γαλβανικής διάβρωσης στα μικτά κυκλώματα.

    Καταλήγοντας, η αντικατάσταση του Χαλκού δεν σηματοδοτεί μόνο μια αλλαγή στα υλικά, αλλά μια αναβάθμιση του συνόλου του κλάδου. Το μέλλον απαιτεί από τον σύγχρονο επαγγελματία να συνδυάζει την παραδοσιακή εμπειρία με τη βαθιά γνώση της τεχνολογίας υλικών, την πρόληψη της διάβρωσης και τα πρωτόκολλα ασφαλείας των κυκλωμάτων υψηλής πίεσης. Μόνο μέσω της συνεχούς εκπαίδευσης και της υιοθέτησης εξειδικευμένων τεχνικών μπορεί να διασφαλιστεί η αξιοπιστία, η ενεργειακή απόδοση και η περιβαλλοντική συμμόρφωση των ψυκτικών συστημάτων του αύριο.


Βιβλιογραφία

          Voultherm. (2025, 11 9). Voultherm. Ανάκτηση από www.voultherm.gr: https://voultherm.gr/content/62-praktikos-odhgos-texnologia-psykshs

           XINYEMETAL. (2024, Σεπτέμβριος 21). Ιδιότητες της φύλλου χάλκου: Ισχύς, ελαστικότητα και περισσότερα. Shanghai, Κίνα.

          Δάλας, Φ. (2010). Διαρροές Ψυκτικών Μέσων: Νομοθεσία και τρόποι αντιμετώπισης με περιβαντολλογικά και ενεργειακά κριτήρια. Αθήνα: Ε.Μ.Π.

          Ιωάννης-Φώτιος, Π. (2021). Μελέτη μηχανικής συμπεριφοράς συγκολημένων δοκιμίων υπό τη φόρτιση εύφλεκτων τάσεων . Θεσσαλονίκη: Α.Π.Θ.

          Κατσαπρακάκης, Δ. Μ. (2015). Θέρμανση-Ψύξη-Κλιματισμός. Αθήνα: Κάλλιπος.

          Παναγιωτάκος, Κ. (2018). Τεχνολογία και Ιδιότητες Υλικών. Αθήνα: Τζιόλας.

          Πανταζή, Μ. (2009). Μελέτη συμπαγών εναλλακτών θερμότητας, Χαρακτηριστικά διαφασικής ροής-μεταφορά θερμότητας με νανορευστά. Θεσσαλονίκη: Α.Π.Θ.

          Πλωμαρίτης, Α. (2014). Πρωτότυπη συσκευή Ψυχρής/Θερμής δεξαμενής για τη μέτρηση της Θερμικής Αγωγιμότητας πολυμερικών υλικών. Θεσσαλονίκη: Α.Π.Θ.

          Τζελέπης, Ν. (2022). Ηλεκτροαπόθεση με χρήση βαθέως ευτηκτικών διαλυτών. Αθήνα: Ε.Μ.Π.

          Υφαντής, Δ. (2008). Υλικά Δάβρωσης & Προστασία. Αθήνα: Ε.Μ.Π.


Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.



Η αρχαία Άργιλος. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

    Η Άργιλος υπήρξε αποικία των Άνδριων στη δυτική όχθη του Στρυμόνα. Ιδρύθηκε το 655 π.Χ. και ήταν η αρχαιότερη αλλά και ανατολικότερη ελλ...