Φιλοδοξώντας να αποκαταστήσει την αιγυπτιακή κυριαρχία στα εκτεταμένα σύνορα μέχρι τον Ευφράτη που απολάμβανε επί της ένδοξης βασιλείας του ηγεμόνα Τούθμωσι Γ' (1504-1450 π.Χ), ο Φαραώ Ραμσής Β' (1279–1213 π.Χ) συγκέντρωσε την άνοιξη του 1274 π.Χ τα στρατεύματά του στην πρωτεύουσα Πι-Ραμσή για ακόμα μία εκστρατεία στην σημερινή κεντρική Συρία. Στόχος του η συριακή πόλη του Καντές που είχε αποσκιρτήσει στους μισητούς Χιττίτες του βασιλιά Μουβατάλλι Β' (1295–1272 π.Χ), ο οποίος έχοντας ως κέντρο ισχύος του την πόλη Χαττούσα στην κεντρική Μικρά Ασία κυριαρχούσε ήδη στην βόρεια Συρία και φιλοδοξούσε να επεκταθεί προς νότο.
Οι δυνάμεις που συγκέντρωσε ο Ραμσής ήταν πράγματι εντυπωσιακές και ενδεικτικές της ισχύος του οργανωμένου σε μόνιμη βάση αιγυπτιακού στρατού του Νέου Βασιλείου: Αποτελούνταν από τέσσερις "μεραρχίες", η καθεμία εγκατεστημένη σε μία πόλη του βασιλείου: Το σώμα του Σετ με έδρα την Πι-Ραμσή, το σώμα του Πταχ που ερχόταν από την Μέμφιδα, το σώμα του Άμμωνα από τις Θήβες και το σώμα του Ρα από την Ηλιούπολη. Αυτόν τον στρατό των γηγενών Αιγυπτίων, που περιελάμβανε πεζικό, τοξότες και περίπου 2.000-2.500 ελαφρά άρματα επανδρωμένα με έναν ηνίοχο και έναν τοξότη, πλαισίωναν πολυάριθμα σώματα βοηθητικών συμμάχων και μισθοφόρων: Βαριά οπλισμένοι ξιφομάχοι Σαρντάνα (Σαρδηνοί;), μαύροι Νούβιοι τοξότες από το σημερινό Σουδάν, Λίβυοι πεζοί, μισθοφόροι νομάδες Μετζάι, φυλές βεδουίνων από το Σινά και Σύριοι αρματηλάτες και πεζικάριοι από τα υποτελή στην Αίγυπτο βασίλεια της νότιας Συρίας. Όλοι αυτοί αποτελούσαν ένα συνεκτικό στράτευμα περίπου 20.000 ανδρών, μια εξαιρετικά μεγάλη δύναμη με τα μέτρα της εποχής.
Τον χιττιτικό στρατό του βασιλιά Μουβατάλλι Β' που είχε συγκεντρωθεί βορειοδυτικά του Καντές συγκροτούσε ένα πολύγλωσσο σύνολο 27.000 πολεμιστών από ένα μωσαϊκό εθνοτήτων: Βασιλικά στρατεύματα από την Χάττι (άρματα και πεζικό) και στρατιώτες του πρίγκιπα της Νίσας από την κεντρική Μικρά Ασία. Μισθοφόροι από την Ναχρίνα (παλαιό κράτος Μιτάννι) στην βορειοδυτική Μεσοποταμία. Δυτικομικρασιάτες Λούβιοι υποτελείς από την Μάσα (κλασική Μυσία), την Αρζάβα (συνομοσπονδία φυλών και πόλεων-κρατών πέριξ των ποταμών Μαιάνδρου και Καϋστρου), την Πιτάσσα (ανατολικά της Αρζάβα), την Καρκίσα (Καρία) και την Λούκκα (Λυκία). Άντρες από την Βιλούσα (ομηρικό Ίλιον) σταλμένοι από τον βασιλιά τους Alaksandu (Aλέξανδρος;), Δάρδανοι και Mushki (πρωτο-Φρύγες;) από την βορειοδυτική Μικρά Ασία. Πολεμιστές από τις φυλές των Αραβάνα και των Κάσκα στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Στρατιώτες από την Κιτσουβάτνα (κλασική Κιλικία) και Σύριοι από την Ουγκαρίτ, το Κάρχεμις, το Καντές και την Χάλμπα (Χαλέπι). Δύναμη κρούσης του χιττιτικού στρατού ήταν τα 3.500 βαριά άρματά του με πλήρωμα ενός ηνιόχου, ενός ασπιδοφόρου κι ενός πολεμιστή-λογχοφόρου.
Τα αιγυπτιακά στρατεύματα αναχώρησαν από την Αίγυπτο ακολουθώντας την συνηθισμένη παράκτια οδό προς την Γάζα. Εκεί ο Ραμσής χώρισε τον στρατό του σε δύο άνισα σώματα: Ένα σώμα επιλέκτων (Nε'αρίμ) θα ακολουθούσε την παράκτια οδό εξασφαλίζοντας τις παραθαλάσσιες πόλεις της Χαναάν και την χώρα Αμορρού (σημερινή παραλιακή Συρία). Στην συνέχεια θα στρεφόταν προς το εσωτερικό της χώρας για να συναντήσει τον Ραμσή έξω από το Καντές. Στο μεταξύ ο ίδιος ο Φαραώ επικεφαλής του κύριου στρατού θα ακολουθούσε την μεσόγεια οδό προς βορρά, διαμέσου της κοιλάδας Μπεκάα (σημερινός Λίβανος), και προς την κορυφογραμμή του Καντές, από όπου μπορούσε να εποπτεύει την ομώνυμη πόλη που βρισκόταν "κουρνιασμένη" στην αριστερή όχθη του ποταμού Ορόντη. Αφού έφτασε εκεί στα τέλη Απριλίου, έλαβε πληροφόρηση από αυτόμολους της φυλής βεδουίνων Σασού ότι ο χιττικός στρατός είχε αναδιπλωθεί βόρεια προς το Χαλέπι εγκαταλείποντας το Καντές.
Θεωρώντας την ευκαιρία μοναδική για να πάει χαμένη και αμελώντας να στείλει δικούς του ανιχνευτές για να επιβεβαιώσει την πληροφορία, ο Ραμσής αναχώρησε άμεσα προς βορρά σε αναζήτηση του εχθρού. Μαζί του είχε την προσωπική του φρουρά και την μεραρχία του Άμμωνα, ενώ οι μεραρχίες Ρα, Πταχ και Σετ ακολουθούσαν κατά πόδας. Πράγματι, αφού διέσχισε την νότια καμπή του ποταμού Ορόντη, ανακάλυψε βορειοδυτικά της πόλης του Καντές το εγκαταλελειμμένο χιττιτικό στρατόπεδο. Οι πληροφορίες των βεδουίνων αυτόμολων φαίνονταν να επιβεβαιώνονται. Στην πραγματικότητα όμως, ο χιττιτικός στρατός ανέμενε τους Αιγύπτιους αθέατος στην ανατολική όχθη του Ορόντη, με τον πανούργο Μουβατάλλι να έχει τους Αιγυπτίους όπως ακριβώς ήθελε: Ενώ ο Ραμσής με την σωματοφυλακή του και την μεραρχία του Άμμωνα ετοιμάζονταν για στρατοπέδευση, οι Αιγύπτιοι της μεραρχίας Ρα ακολουθούσαν ανύποπτοι, ενώ η μεραρχία Πταχ διερχόταν -επίσης χωρίς να έχει αντιληφθεί τίποτα- τον ποταμό. Σύντομα, 1.000 βαρέα άρματα των Χιττιτών άρχισαν να διέρχονται τον Ορόντη και να ξεχύνονται στην σκονισμένη πεδιάδα.
Η επίθεση των χιττιτικών αρμάτων πλευροκόπησε την μεραρχία Ρα ενώ βρισκόταν ακόμα σε διάταξη πορείας και κυριολεκτικά την σάρωσε, με μόνο λίγα τμήματά της να καταφέρνουν να απαγκιστρωθούν μαζί με τους δύο γιους του Ραμσή και να καταφεύγουν στο αιγυπτιακό στρατόπεδο. Κατόπιν οι Χιττίτες αρματηλάτες στράφηκαν προς βορρά για να κονιορτοποιήσουν τον Ραμσή και τους άντρες της μεραρχίας του Άμμωνα στο στρατόπεδό τους. Η στιγμή αυτή ήταν η πιο κομβική της μάχης και ο Φαραώ βρέθηκε σύντομα να δίνει έναν απελπισμένο αγώνα για την ίδια του την ζωή. Μια ολόκληρη μεραρχία του αιγυπτιακού στρατού είχε διαλυθεί, το σώμα Πταχ συνέχιζε την πορεία του ανύποπτο και το σώμα Σετ βρισκόταν ακόμα στην νότια όχθη του Ορόντη. Σύμφωνα με την αφήγηση των γεγονότων από τον ίδιο τον Ραμσή όπως αυτή καταγράφηκε σε επιγραφή στο Ραμσείο στις Θήβες, απελπισμένος ο Αιγύπτιος Φαραώ απευθύνθηκε στον θεό-προστάτη του τον Άμμωνα:
"[...] Κάνω έκκληση σε εσένα πατέρα μου Άμμωνα. Περιβάλλομαι από ξένους που δεν γνωρίζω. Όλα τα κράτη ενώθηκαν εναντίον μου και είμαι τελείως μόνος. Οι στρατιώτες μου με εγκατέλειψαν και κανένας από τους ηνιόχους μου δεν νοιάζεται για μένα. Κάνω έκκληση και δηλώνω πως ο Άμμωνας αξίζει για μένα περισσότερο και από ένα εκατομμύριο στρατιώτες και εκατοντάδες χιλιάδες αρματομάχους και δεκάδες χιλιάδες αδερφούς και παιδιά, ακόμα και αν ομονοούσαν όλοι μεταξύ τους".
Σε αυτήν την κρίσιμη καμπή της μάχης, όπου οι Χιττίτες είχαν εισέλθει και λεηλατούσαν το αιγυπτιακό στρατόπεδο και ο Ραμσής μαχόταν περικυκλωμένος από τους εχθρούς του, έφτασε αναπάντεχα από την ακτή σαν "από μηχανής" θεός το επίλεκτο σώμα των Νε'αρίμ με τους πεπειραμένους διοικητές του, οι οποίοι αμέσως οργάνωσαν την αντεπίθεση διασπώντας τον ασφυκτικό κλοιό γύρω από τον Φαραώ. Βροχές από βέλη αποδεκάτισαν τους Χιττίτες αρματηλάτες, η πειθαρχία των οποίων άλλωστε είχε χαλαρώσει μπροστά στην επικείμενη νίκη και την λαχτάρα για αρπαγή των πλούσιων αιγυπτιακών λαφύρων. Ο Μουβατάλλις, που παρατηρούσε την σύγκρουση από την αντίπερα όχθη, έδωσε εντολή σε ακόμα 1.000 άρματα να διασχίσουν τον ποταμό και να επιτεθούν στους Αιγυπτίους. Όμως η ορμητική αντεπίθεση του Ραμσή και των επιλέκτων από την μια και η άφιξη της εμπροσθοφυλακής της μεραρχίας Πταχ από την άλλη τα συνέτριψαν. Βρισκόμενα μεταξύ σφύρας και άκμονος τα άρματα των Χιττιτών άρχισαν να υποχωρούν σε κατάσταση σύγχυσης προς τον ποταμό μετατρέποντας την υποχώρηση σε σφαγή:
"[...]Ο ιπποκόμος του Μουβατάλλι, ο αρχηγός του πεζικού και των αρμάτων του, ο αρχιευνούχος και ο Χλεπσαρού, ο επίσημος ιστοριογράφος του, πνίγηκαν. Οι ηνίοχοί του, ο Ταρκουμενές και ο Πεγιές, ο Τεντέρ ο αρχηγός της σωματοφυλακής του, ο Κεμυές ο διοικητής των επιλέκτων, ο Ατζέμ ο αρχηγός των βοηθητικών και άλλοι σπουδαίοι έπεσαν τρυπημένοι από τα βέλη. Πολλά τάγματα έπεσαν στον Ορόντη για να σωθούν κολυμπώντας, αλλά αποδεκατίστηκαν. Ο Μιζραίμ, αδελφός του Μουβατάλλι, διασώθηκε στην άλλη όχθη, ο πρίγκιπας της Νίσας όμως πνίγηκε. Τη γενική πανωλεθρία των συμμάχων πρόλαβε μια έξοδος της φρουράς του Καντές, χάρη στην οποία τραυματίες και φυγάδες διασώθηκαν μέσα στα τείχη της".
Η μέρα τελείωσε με τακτική νίκη των Αιγυπτίων, αφού παρέμειναν κύριοι του πεδίου της μάχης. Παρά τις βαριές απώλειες όμως που είχαν υποστεί τα άρματα των Χιττιτών, το πεζικό τους παρέμενε ακόμα άθικτο και αξιόμαχο, ενώ οι Αιγύπτιοι είχαν απωλέσει το ένα τέταρτο του στρατεύματός τους και μεγάλο μέρος των εφοδίων τους είχε καταστραφεί ή λεηλατηθεί. Υπό αυτές τις συνθήκες τα όποια σχέδια για επανάληψη της σύγκρουσης την επόμενη μέρα ή οργάνωσης πολιορκίας ήταν καταδικασμένα σε αποτυχία. Έτσι, ενώ ο Ραμσής ετοιμαζόταν να δώσει το σύνθημα για επιστροφή στην Αίγυπτο, έφτασε στο αιγυπτιακό στρατόπεδο αντιπροσωπεία του Μουβατάλλι με προτάσεις περί ανανέωσης της συνθήκης ειρήνης με τους όρους που ίσχυαν πριν τον πόλεμο: Οι Χιττίτες θα κρατούσαν το Αμούρρου και το Καντές, ενώ οι Αιγύπτιοι την παράλια χώρα μέχρι την πόλη Σίμυρα. Παρότι οι όροι δεν ήταν της αρεσκείας του, ο Φαραώ αποφάσισε να υποχωρήσει και να επιστρέψει στην Αίγυπτο. Αν και οι Χιττίτες μάτωσαν πολύ κατά την διάρκεια της μάχης, χάνοντας μεταξύ άλλων και πολλούς αριστοκράτες τους, ο ηγέτης τους είχε πετύχει τον σκοπό του. Η προέλαση των Αιγυπτίων είχε σταματήσει και ο ίδιος δεν είχε χάσει ούτε ένα μέτρο γης.
Οι σχέσεις των δύο αρχαίων υπερδυνάμεων θα εξομαλύνονταν οριστικά με την άνοδο στον θρόνο της Χάττι του βασιλιά Χαττουσίλι Γ' (1267-1237 π.X), με τον Ραμσή Β' να λαμβάνει ως σύζυγο το 1245 π.Χ την πρωτότοκη κόρη του Χιττίτη ηγεμόνα. Θα παρέμεναν ειρηνικές μέχρι την κατάρρευση του χιττιτικού κράτους το 1190 π.Χ.
Εικόνα 1. Bαρύ χιττιτικό άρμα επιτίθεται σε αιγυπτιακό σώμα στρατού. Ευδιάκριτες είναι επίσης οι επιμέρους εθνότητες (από δεξιά προς τα αριστερά): Λίβυοι τοξότες, Νούβιοι τοξότες και Αιγύτιοι πεζοί.
Εικόνα 2. Σχεδιάγραμμα της μάχης.
Εικόνα 3. Χάρτης της έκτασης των δύο αυτοκρατοριών.
