Μέντωρ ο Ρόδιος: Από το μηδέν στην ίδρυση μιας δυναστείας. Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

 Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίστηκαν οι ελληνοπερσικοί πόλεμοι του 4ου αιώνα είναι αναγκαία η αφήγηση και της ιστορίας των Ελλήνων της “άλλης πλευράς”, αυτών δηλαδή που βρέθηκαν για διάφορους λόγους να πολεμούν υπό ξένο λάβαρο τόσο εναντίον άλλων Ελλήνων όσο και “βαρβαρικών” λαών.



Από τα τέλη του 5ου και κατά την διάρκεια του 4ου π.Χ αιώνα, οι συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών κρατών, οι πολιτικοκοινωνικές αναταραχές εντός των πόλεων και η παρατεταμένη οικονομική ύφεση που μάστιζε την χώρα είχαν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση πλήθους νέων, φιλόδοξων και με μεγάλη πολεμική εμπειρία ανδρών που αντιλαμβάνονταν τον πόλεμο ως το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους.

Από την άλλη οι Πέρσες, ήδη από την εποχή των ελληνοπερσικών συγκρούσεων του 5ου αιώνα π.Χ, είχαν συνειδητοποιήσει με οδυνηρό τρόπο την υπεροχή του βαρέως οπλισμένου πεζού οπλίτη και του ελληνικού τρόπου του μάχεσθαι έναντι του ασιατικού. Όντας μάλιστα και οι ίδιοι εκφυλισμένοι σε μεγάλο βαθμό από τον τρυφηλό βίο σε σχέση με τους πολεμοχαρείς προγόνους τους, αναζητούσαν έμπειρους πολεμιστές για να στελεχώσουν και να διοικήσουν τους στρατούς τους. Μοιραία λοιπόν, και με τη λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου το 404 π.Χ, στράφηκαν προς την δυτική πλευρά του Αιγαίου, όπου αφθονούσαν οι άεργοι πολεμιστές σε αναζήτηση γεναιόδωρου εργοδότη.

Η αρχή έγινε την άνοιξη του 401 π.Χ, όταν ο Πέρσης πρίγκιπας Κύρος ο Νεώτερος ξεκίνησε από τις Σάρδεις επικεφαλής ενός στρατού που περιελάμβανε περίπου 13.000 Έλληνες μισθοφόρους και 700 Λακεδαιμόνιους οπλίτες υπό τον στρατηγό Χειρίσοφο για να εκθρονίσει τον αδερφό του, βασιλιά Αρταξέρξη Β’ (404-358 π.Χ). Αν και ο Κύρος σκοτώθηκε τελικά σε μάχη στα Κούναξα της Μεσοποταμίας τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, οι Έλληνες μισθοφόροι απέδωσαν εξαιρετικά και θα συνέχιζαν να είναι παρόντες τα πεδία μάχης της ανατολής για πολλά χρόνια ακόμα.

Η κατοχή των ελληνικών μικρασιατικών πόλεων αρχικά από την Αθήνα και αργότερα από την Σπάρτη αποτελούσε απειλή για την συνοχή της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας στην δύση. Παρά την οριστική ανάκτησή τους από τους Πέρσες το 387 π.Χ με την υπογραφή της Ανταλκιδείου Ειρήνης, ο έλεγχος των μικρασιατικών επαρχιών θα παρέμενε επισφαλής μέχρι και την κατάλυση του περσικού κράτους το 330 π.Χ, αφού η εύκολη πρόσβαση των επαρχιακών διοικητών σε μισθοφορικά στρατεύματα και επίδοξους συμμάχους από την δυτική πλευρά του Αιγαίου τούς επέτρεπε να αμφισβητούν περιοδικά την βασιλική εξουσία αποσταθεροποιώντας την αυτοκρατορία.

Η προσπάθεια του Αρταξέρξη Β’ να χαλιναγωγήσει τους ατίθασους σατράπες οδήγησε σε γενικευμένη εξέγερση το 367 π.Χ, όταν ο σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας Αριοβαρζάνης αποστάτησε κατά του αυτοκράτορα με σπαρτιατική υποστήριξη υπό τον βασιλιά Αγησίλαο Β’. Στο κίνημά του προσχώρησαν ο ηγεμόνας της Καρίας Μαύσωλος, ο σατράπης της Καππαδοκίας Δατάμης που επιχειρούσε ήδη κατά των βασιλικών στρατευμάτων στην βόρεια Μικρά Ασία, o σατράπης της Λυδίας Αυτοφραδάτης και της Αρμενίας Ορόντης. Αν και οι στασιαστές ηττήθηκαν τελικά το 362 π.Χ και ο Αριοβαρζάνης συνελήφθη και σταυρώθηκε, η κατάσταση δεν εκτονώθηκε, καθώς το 358 π.Χ και με αφορμή διάταγμα του νέου Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη Γ’ Ώχου (358-338 π.Χ) για την διάλυση όλων των μισθοφορικών στρατευμάτων των δυτικών σατραπών, ο Αρτάβαζος, συγγενής του Αριοβαρζάνη και διάδοχός του στην διοίκηση της Ελλησποντικής Φρυγίας, επαναστάτησε κατά της βασιλικής εξουσίας με αθηναϊκή αυτή τη φορά ενίσχυση.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο αναδείχθηκαν δύο από τους σημαντικότερους Έλληνες κοντοτιέρους της αρχαιότητας. Ο εν πολλοίς άγνωστος Ρόδιος μισθοφόρος στρατηγός Μέντωρ και ο πολύ γνωστότερος, λόγω των προβλημάτων που προκάλεσε στον Μεγάλο αντίπαλό του Αλέξανδρο Γ’ της Μακεδονίας, αδερφός του Μέμνων.

Αν και δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά για την σταδιοδρομία του Μέντορα πριν το 358, το γεγονός πως ο Αρτάβαζος τού εμπιστεύθηκε την ηγεσία του στρατού του ενώ ήταν μόλις 27 χρονών, δείχνει πως διέθετε ήδη σημαντικότατη προϋπηρεσία στην σατραπική αυλή ως διοικητής μισθοφορικών στρατευμάτων. Ο Πέρσης διοικητής τού παραχώρησε κτήματα στην περιοχή της Τρωάδας όπου εγκαταστάθηκε με τον μικρότερο αδελφό του Μέμνονα και μια αδελφή αγνώστων λοιπών στοιχείων. Η σχέση των δύο ανδρών ενισχύθηκε σύντομα και με δεσμούς αίματος, με τον Αρτάβαζο να νυμφεύεται την αδελφή του Ρόδιου στρατηγού και τον Μέντορα να παίρνει ως σύζυγο την κόρη του Πέρση διοικητή Βαρσίνη.

Η εποχή αυτή αν μη τι άλλο διακρίνεται για την πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ των κύριων γεωπολιτικών παικτών της εποχής και τον κυνισμό με τον οποίο τα διάφορα μέρη άλλαζαν συμμάχους από μέρα σε μέρα. Έτσι βλέπουμε τους Αθηναίους, που λόγω έλλειψης χρημάτων αδυνατούσαν να υποτάξουν τους εξεγερθέντες συμμάχους τους στο ανατολικό Αιγαίο κατά τον λεγόμενο “Συμμαχικό” πόλεμο (357-355 π.Χ), να εξουσιοδοτούν τον στρατηγό τους Χάρη να υποστηρίξει στρατιωτικά τον Αρτάβαζο έναντι αδράς αμοιβής, την ίδια ώρα που θεωρητικά βρίσκονταν σε ειρήνη με τον Πέρση Μεγάλο Βασιλιά και ένας άλλος Ασιάτης ηγεμόνας τύποις υπό περσική επικυριαρχία, ο Μαύσωλος της Καρίας, υποστήριζε με χρήματα και μισθοφόρους τους αποστάτες σύμμαχους της πόλης τους. Πράγματι, με την αθηναϊκή ενίσχυση οι σατραπικές δυνάμεις υπό τον Μέντορα πέτυχαν μεγάλη νίκη έναντι των βασιλικών στρατευμάτων, που χαιρετίστηκε στην Ελλάδα ως δεύτερος Μαραθώνας. Μετά την έντονη διαμαρτυρία όμως του Αρταξέρξη Γ’ Ώχου που απειλούσε θεούς και δαίμονες στις αθηναϊκές αρχές, η Αθήνα αναγκάστηκε να ανακαλέσει τον Χάρη. Ο Αρτάβαζος τότε στράφηκε στους Θηβαίους, οι οποίοι εκείνη την εποχή διεξήγαν τον Γ’ Ιερό Πόλεμο κατά των Φωκέων στην κεντρική Ελλάδα ως επικεφαλής της Δελφικής Αμφικτυονίας και χρειάζονταν επίσης χρήματα. Παρά την άφιξη θηβαϊκής βοήθειας 5.000 ανδρών υπό τον στρατηγό Παμμένη το 354 π.Χ, ο Μέντωρ και ο Μέμνων, αν και είχαν κάποιες αρχικές επιτυχίες, απέτυχαν τελικά να απωθήσουν τα νέα βασιλικά στρατεύματα που έστειλε ο Αρταξέρξης και μαζί με τον Αρτάβαζο αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην μακεδονική πρωτεύουσα Πέλλα το 353 π.Χ. Εκεί ο βασιλιάς Φίλιππος Β’, που έπλεκε ήδη τα δικά του σχέδια κυριαρχίας και χρειαζόταν ικανούς άντρες γύρω του, τούς υποδέχθηκε εγκάρδια. Ο έκπτωτος σατράπης και ο Μέμνονας έμειναν στην μακεδονική Αυλή, όπου πιθανότατα είχαν και την πρώτη γνωριμία τους με τον τότε πρίγκιπα και μετέπειτα κατακτητή Αλέξανδρο Γ’, ενώ ο Μέντορας, μάλλον με συναίνεση του Μακεδόνα βασιλιά, αναχώρησε λίγα χρόνια μετά για την Αίγυπτο όπου ο Φαραώ Νεκτανεβώ Β’ (360-343 π.Χ) ανέμενε περσική εισβολή και συγκέντρωνε έμπειρους διοικητές για τον στρατό του από όλο τον ελληνικό κόσμο.

Ο Αιγύπτιος ηγεμόνας είχε ήδη αποκρούσει μια εισβολή των Περσών το 351-350 π.Χ με την βοήθεια μισθοφορικών στρατευμάτων υπό τον Διόφαντο τον Αθηναίο και τον Λάμιο τον Λακεδαιμόνιο. Τώρα, σχεδίαζε την αποσάρθρωση της ισχύος τους στην ανατολική Μεσόγειο μέσω της υποστήριξης των αποσχιστικών τάσεων στην Συρία και στην Κύπρο. Έτσι ο Μέντωρ στάλθηκε με 4.000 μισθοφόρους στην φοινικική πόλη Σιδώνα, όπου οι κάτοικοι είχαν εξεγερθεί κατά των Περσών επικυριάρχων τους. Μια πρώτη νίκη των συμμάχων εναντίον των Βήλεσι και Μαζαίου, διοικητών αντιστοίχως της Συρίας και της Κιλικίας, οδήγησε σε εξάπλωση της εξέγερσης και σε άλλες πόλεις της Φοινίκης και της Συρίας, αλλά και στην Κύπρο.

Αποφασισμένος να τελειώνει μια και καλή με το αγκάθι της Αιγύπτου, χώρα που είχε αποσχιστεί από την αυτοκρατορία ήδη από τα τέλη του 5ου αιώνα και αντιστεκόταν έκτοτε με εξαιρετική αποτελεσματικότητα στην περσική ισχύ, ο Αρταξέρξης εκστράτευσε αυτοπροσώπως στην Συρία με το σύνολο του στρατιωτικού δυναμικού της αυτοκρατορίας , ενώ έδωσε εντολή στον Ιδριαίο, δεσπότη της Καρίας και διάδοχο του προαναφερθέντα Μαυσώλου, να συγκεντρώσει στρατό και στόλο και να κινηθεί εναντίον των βασιλέων της Κύπρου. Σύντομα η Συρία και η Σαμάρεια ανακαταλήφθηκαν, ενώ σύμφωνα με κάποιες πηγές οι Πέρσες υπό τον έμπιστο του Αρταξέρξη Γ’ ευνούχο διοικητή Βαγώα κατέστρεψαν την Ιεριχώ, εισήλθαν στην Ιερουσαλήμ και πολλοί Ιουδαίοι εξορίστηκαν στην Υρκανία.

Μαθαίνοντας για την τεράστια δύναμη που κατέφτανε σαρώνοντας τα πάντα στον διάβα της, ο βασιλιάς της Σιδώνας Ταμπνίτ αποφάσισε να έρθει σε μυστικές διαπραγματεύσεις με τον Πέρση βασιλιά προκειμένου να σώσει την ζωή του και τον θρόνο του. Ο Αρταξέρξης Γ’, που στο μεταξύ διερχόταν την Συρία και παραλάμβανε καθ’οδόν ενισχύσεις Ελλήνων συμμάχων από την Θήβα, το Άργος και τις μικρασιατικές πόλεις, αξίωσε την παράδοση της Σιδώνας και την σύλληψη των πρωταίτιων της εξέγερσης. Ο Ταμπνίτ, αφού ενημέρωσε εμπιστευτικά τον Ρόδιο στρατηγό για τις συνεννοήσεις του με τον Μεγάλο Βασιλιά, αναχώρησε μαζί με 500 από τους επιφανέστερους πολίτες με πρόσχημα κοινή διαβούλευση με εκπροσώπους των υπόλοιπων Φοινίκων, αλλά με πραγματικό σκοπό την πραξικοπηματική παράδοση της πόλης στους Πέρσες. Στον Μέντορα και τους μισθοφόρους του ανατέθηκε η φρούρηση των τειχών της Σιδώνας, όπου οι κάτοικοι ανύποπτοι για τις δολοπλοκίες του βασιλιά τους προετοιμάζονταν πυρετωδώς για την επικείμενη πολιορκία. Όταν ο Ταμπνίτ θα επέστρεφε με την συνοδεία του περσικού στρατού, οι πύλες θα άνοιγαν και οι αιφνιδιασμένοι Σιδώνιοι θα βρίσκονταν προ τετελεσμένων γεγονότων.

Όταν η βασιλική κουστωδία απομακρύνθηκε αρκετά από την πόλη, ο Σιδώνιος βασιλιάς συνέλαβε 100 από τους πολίτες που τον συνόδευαν (πιθανότατα πολιτικούς του αντιπάλους) και τους έστειλε στον Αρταξέρξη Γ’ για να καταδικαστούν ως υποκινητές της εξέγερσης. Οι άτυχοι Φοίνικες εκτελέστηκαν άμεσα και σύντομα ο Ταμπνίτ μαζί με τους υπόλοιπους Σιδώνιους υποδέχτηκε τον Πέρση Μεγάλο Βασιλιά για να δηλώσει υποταγή. Ο Αρταξέρξης Γ’ όμως, που είχε ως σκοπό την καταστροφή της πόλης για παραδειγματισμό, συνέλαβε τον Ταμπνίτ και έσφαξε τους Σιδωνίους της συνοδείας του, που σύμφωνα με τον Διόδωρο “κρατούσαν ακόμα τα βάγια στα χέρια (κλάδοι φοινίκων-σύμβολο βασιλικής υποδοχής)”. Ακολούθησαν η είσοδος των Περσών στην Σιδώνα με τη βοήθεια του Μέντορα, που μπροστά στις εξελίξεις άλλαξε κυνικά στρατόπεδο, και η εκτέλεση του Ταμπνίτ ως στασιαστή. Η προδομένη πόλη, από τις πλουσιότερες της εποχής της, λεηλατήθηκε άγρια και μεγάλο τμήμα της καταστράφηκε, καθώς πολλοί πολίτες προτίμησαν να αυτοπυρποληθούν με τις οικογένειές τους στα σπίτια τους παρά να υποστούν την ατίμωση της αιχμαλωσίας. Η είδηση της καταστροφής της ισχυρότερης πόλης τους σκόρπισε τον πανικό στους υπόλοιπους Φοίνικες, που άρχισαν να παραδίδουν τους οικισμούς τους τον έναν μετά τον άλλον αμαχητί. Ο Μέντορας έλαβε χάρη από τον Μεγάλο Βασιλιά και ανταμείφθηκε για την προσχώρησή του στο περσικό στρατόπεδο, διατηρώντας την διοίκηση των ανδρών του και ακολουθώντας τους Πέρσες στην εκστρατεία τους κατά της Αιγύπτου. Σε αυτό το εγχείρημα θα ήταν που το άστρο του Ρόδιου στρατηγού θα ανέτειλε και θα ανέβαινε ραγδαία την περσική ιεραρχία.

Μετά την κατάληψη της Σιδώνας, ο Αρταξέρξης χώρισε το στρατό του σε τρία μέρη. Καθένα από αυτά είχε έναν Έλληνα και έναν Πέρση διοικητή. Ο Μέντορας παρέμεινε επικεφαλής των μισθοφόρων που είχε και πριν και συστρατεύτηκε με το Βαγώα, τον προαναφερθέντα έμπιστο του Αρταξέρξη, που διοικούσε τους Έλληνες που υπηρετούσαν το βασιλιά και πολλούς “βάρβαρους”. Τον Νοέμβριο του 343 π.Χ ο περσικός στρατός έφτασε στην συνοριακή αιγυπτιακή πόλη Πηλούσιον, με τον Νεκτανεβώ να έχει λάβει θέσεις στην αντίπερα όχθη του ομώνυμου βραχίονα του Νείλου με τον στρατό του. Ενώ ένα τμήμα υπό τον Θηβαίο Λακράτη και τον σατράπη Ιωνίας-Λυδίας Ροισάκη πολιορκούσε την πόλη, όπου βρισκόταν φρουρά 5.000 στρατιωτών υπό τον Λακεδαιμόνιο Φιλόφρονα, ένα άλλο υπό τον Αργείο Νικόστρατο και τον εισαγγελέα του βασιλέως Aρισταζάνη δημιούργησε προγεφύρωμα πέρα από το ποτάμι και συνέτριψε μια δύναμη μισθοφόρων των Αιγυπτίων υπό τον Κώο Κλεινία που έσπευσε να τους απωθήσει. Ο Νεκτανεβώ, που ήταν επικεφαλής της αιγυπτιακής εφεδρείας, πανικοβλήθηκε από την έκβαση της μάχης και υποχώρησε πίσω στην Μέμφιδα. Σύντομα έπεσε και το Πηλούσιον και ο δρόμος για την Αίγυπτο άνοιξε.

Ο Μέντωρ, επικεφαλής της δικής του δύναμης, κατάφερε την παράδοση πολλών πόλεων, ακολουθώντας το εξής σχέδιο: Καθώς γνώριζε ότι οι πόλεις φρουρούνταν από Αιγύπτιους αλλά και Έλληνες,ανάγγελλε πως, όποιοι παραδίδονταν δίχως μάχη θα αντιμετωπίζονταν με επιείκεια, αλλά όσοι κατακτούνταν με τη βία θα είχαν την ίδια μοίρα με τους πολίτες της Σιδώνας. Αυτό προκάλεσε ιδιαίτερες έριδες μεταξύ των Ελλήνων και των Αιγυπτίων.

Συγκεκριμένα στην πόλη Βούβαστο, όταν οι Έλληνες μισθοφόροι έμαθαν πως οι Αιγύπτιοι διαπραγματεύονταν μυστικά με τον Βαγώα για την παράδοσή της και θεωρώντας πως έχουν πέσει θύματα προδοσίας, επιτέθηκαν στους κατοίκους και αφού σκότωσαν κάποιους από αυτούς κατέλαβαν ένα τμήμα της πόλης, περιορίζοντας τους Αιγύπτιους στο υπόλοιπο. Οι τρομαγμένοι κάτοικοι, αφού ενημερωσαν τον Βαγώα για τα γεγονότα, τον κάλεσαν να μπει εσπευσμένα στην πόλη για να την παραλάβει από αυτούς, ενώ οι Έλληνες ήρθαν σε μυστική συνεννόηση με τον Μέντορα, ο οποίος τους παρακίνησε να επιτεθούν στους “βάρβαρους” την ώρα που ο Βαγώας θα έμπαινε στη Βούβαστο. Έτσι και έγινε: Ενώ ο Βαγώας εισερχόταν με τους στρατιώτες του στην πόλη, οι πύλες έκλεισαν αιφνιδιαστικά πίσω του, οι Ασιάτες που πρόλαβαν να περάσουν εντός των τειχών εξοντώθηκαν και ο Πέρσης διοικητής βρέθηκε αιχμάλωτος των Ελλήνων. Ο Μέντορας τελικά ήταν αυτός που παρέλαβε την πόλη από τους μισθοφόρους και μεσολάβησε για την απελευθέρωση του Βαγώα. Νοιώθοντας ευγνωμοσύνη για την απελευθέρωσή του ο ευνούχος διοικητής αντάλλαξε όρκους με τον Ρόδιο στρατηγό ότι μελλοντικά θα συνεννοούνταν μαζί του πριν αναλάβει δράση. Η στο εξής συνεργασία τους μέσα στην δίνη των μηχανορραφιών της περσικής Αυλής θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά γόνιμη και για τους δύο.

Καθώς οι αιγυπτιακές πόλεις παραδίδονταν διαδοχικά χάρη στην επιτυχημένη στρατηγική του Μέντορα, σύντομα ο φαραώ Νεκτανεβὼ αποθαρρύνθηκε και, εγκαταλείποντας την Μέμφιδα στην οποία είχε οχυρωθεί, έφυγε για την Αιθιοπία. Η Αίγυπτος λεηλατήθηκε ανηλεώς. Τα τείχη των πόλεών της γκρεμίστηκαν και οι θησαυροί και τα αρχεία των ναών μεταφέρθηκαν στα Σούσα. Σατράπης της ρημαγμένης χώρας ορίστηκε ο Φερενδάτης.

Μετά την τεράστια συμβολή του στην εκστρατεία κατά των Αιγυπτίων, ο βασιλιάς Αρταξέρξης αντάμειψε πλούσια το Μέντορα. Ο Ρόδιος στρατηγός, πιθανότατα με υποστήριξη του Βαγώα μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας τους ορίστηκε διοικητής των παραλίων της Ασίας και στρατηγός αυτοκράτορας στον πόλεμο κατά των αποστατών το 342 π.Χ. Όσο για τον Βαγώα, αφού υπηρέτησε ως διοικητής για κάποιο διάστημα στις ανατολικές σατραπείες, διορίστηκε χιλίαρχος από τον Πέρση βασιλιά (το ανώτερο διοικητικό αξίωμα στην αυτοκρατορία μετά το βασιλικό), αποκτώντας έτσι τεράστια δύναμη. Χάρη στην συνεργασία του με τον Μέντορα που ήταν ο ισχυρότερος στρατιωτικός διοικητής του βασιλείου, ήταν ουσιαστικά ο πραγματικός κυρίαρχος του περσικού κράτους και ο βασιλιάς Αρταξέρξης τον συμβουλευόταν για όλα τα θέματα.

Το κύρος του Μέντορα ήταν τέτοιο, ώστε κατάφερε να πείσει τον Αρταξέρξη να αποδώσει χάρη στον αδελφό του το Μέμνονα και τον κουνιάδο του Αρτάβαζο, που πριν χρόνια είχε αποστατήσει εναντίον του. Όταν κατέφτασαν κοντά του, φρόντισε ώστε τα ανίψια του από τον Αρτάβαζο να λάβουν σημαντικές θέσεις στον περσικό στρατό (με τον Φαρνάβαζο να αναλαμβάνει από κοινού με τον Αυτοφραδάτη το 333 π.Χ τον πολεμο στο Αιγαίο εναντίον του Μεγάλου Αλεξάνδρου, βλέπε: https://www.facebook.com/groups/847539878684505/permalink/1273677809404041/). Ο ίδιος ο Μέντορας με την κόρη του Αρτάβαζου Βαρσίνη απέκτησαν έναν γιο, τον Θυμώνδα, που έλαβε επίσης αξίωμα στον περσικό στρατό και μια κόρη που παντρεύτηκε τον Νέαρχο, τον ναύαρχο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Ο Μέντωρ δεν έζησε πολύ για να χαρεί το αξίωμά του. Η μόνη γνωστή του εκστρατεία ήταν κατά του Ερμία τυράννου του Αταρνέα, που ήταν φίλος του φιλόσοφου Αριστοτέλη και πιθανότατα σύμμαχος του Φιλίππου Β’, και ο οποίος είχε καταφέρει να κυριεύσει πολλές πόλεις και οχυρά. Ο Μέντορας του υποσχέθηκε ότι θα εξασφάλιζε τη συγχώρεση του βασιλιά και όταν συνάντησε τον Ερμία, τον συνέλαβε. Έγραψε μάλιστα επιστολές προς όλες τις πόλεις που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Ερμία, στις οποίες έλεγε ότι υπήρξε συμβιβασμός με το βασιλιά. Οι κάτοικοι πίστεψαν ότι ήταν αλήθεια και παρέδωσαν τις πόλεις τους, επειδή οι επιστολές ήταν σφραγισμένες με το δακτυλίδι του Ερμία. Παρομοίως κατάφερε να αντιμετωπίσει και άλλους αποστάτες που δεν κατονομάζονται από τις πηγές, είτε με τεχνάσματα, είτε με τη βία, ενώ ίσως συνδέεται και με την ανατροπή της βασίλισσας της Καρίας Άδας από τον αδερφό της Πυξώδαρο, τερματίζοντας την ύπαρξη της Καρίας ως ημιανεξάρτητη ηγεμονία.

Πέθανε το 340 π.Χ. Η χήρα του Βαρσίνη παντρεύτηκε τον αδερφό του Μέμνονα, οποίος επίσης θα πρόσφερε μελλοντικά μεγάλες υπηρεσίες στην αυτοκρατορία, ενώ μετά τον θάνατο του τελευταίου θα γινόταν ερωμένη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, χαρίζοντάς του τον πρώτο του γιο, τον Ηρακλή.

Πηγή: https://cognoscoteam.gr/archives/9402

Το σχέδιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου για την υποταγή της Θράκης.

Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

  Τα θέματα που είχαν προκύψει για τον Αλέξανδρο μετά τη δολοφονία του πατέρα του, είχαν διευθετηθεί κατά τα δύο τρίτα μέσα σε μισό χρόνο. Η αντιπολίτευση είχε εξοντωθεί, ενώ στην Ελλάδα η τάξη είχε επιβληθεί. Εκείνο που έμενε στο νέο βασιλιά ως εκκρεμότητα  ήταν η καταπράυνση των βόρειων φυλών της Θράκης και της Ιλλυρίας.

Η αρχαία Θράκη


  Οι βόρειες επαρχίες του κράτους (Θράκη-Ιλλυρία) ήταν υπό εξέγερση, ενώ οι Θράκες ήταν έθνος που αγαπούσε τον πόλεμο. Ο Αλέξανδρος επρόκειτο να τους βάλει όλους στη θέση τους, αρχικά αυτούς που ζούσαν βόρεια της Μακεδονίας και κατόπιν τους Ιλλυριούς.

 

Η Θράκη.

  Η Θράκη στην αρχαιότητα ταυτιζόταν χοντρικά με τη σημερινή Βουλγαρία, την ιστορική ελληνική Θράκη (από το Νέστο και ανατολικά), αλλά και τη σημερινή Ευρωπαϊκή Τουρκία. Οι Θράκες ζούσαν ήσυχα και τους καλούσαν θεοσεβείς ή καπνοβάτες (καθαροί σύμφωνα με τον Κοραή). 

  Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι: «Ο πληθυσμός της Θράκης είναι μεγαλύτερος από οποιοδήποτε μέρος στον κόσμο. Αν οι Θράκες ενώνονταν θα γίνονταν ακατανίκητοι και το ισχυρότερο έθνος στον κόσμο» Ολόκληρη η Θράκη, σύμφωνα με το Στράβωνα, αποτελείται από 22 λαούς, και παρά το ότι είναι χώρα καταπονημένη, μπορούν να στρατολογηθούν και να παραταχθούν 15.000 ιππείς και 200.000 πεζοί. 

Ο Θράκας φιλόσοφος Δημόκριτος


  Οι Θράκες είχαν μεγάλη παράδοση στον ελλαδικό χώρο. Η Ελευσίνα είχε ιδρυθεί από τους Θράκες  και ειδικότερα από τους Ευμολπίδες, ύστερα από την κάθοδο τους τον 14ο αιώνα στην Αττική. Στους Δελφούς το επιφανέστερο ιερατικό γένος ήταν οι Θράκιδες. Ο τρόπος που παιανίζουν οι Θράκες λεγόταν από τους Έλληνες «τιτανισμός», κατά μίμηση της φωνής που βγάζουν από τους παιάνες τους οι Τιτάνες που ονομάστηκαν Πελαγόνες.

  Οι Θράκες είχαν κοινή λατρεία θεών με τους Έλληνες. Στη βόρεια Θράκη λατρεύονταν ο Δίας και η Ήρα, τους έλεγαν Ρήσκινθις ή Ρήσκινδης, από το Ρήσκινθον όρος της Θράκης. Ο Άρης ήταν ο εθνικός θεός των Θρακών. Ο Άρης προστάτευσε και τους Τρώες, καθώς ως γνωστό οι Θράκες είχαν πολεμήσει στο πλευρό της Τροίας. Ενώ, ακόμη, η οργιαστική λατρεία του Διονύσου διαδόθηκε από Θράκες στην Ελλάδα.

  Μεταξύ των Θρακών ίσχυε η πολυγαμία, καθώς νυμφεύονταν μέχρι και 12 γυναίκες! Ο Πλάτων, στους Νόμους (7, 805d-805e) μας πληροφορεί ότι: «Σκύθες και Θράκες πίνουν και αφήνουν όλο το κρασί να χυθεί στα ρούχα τους νομίζοντας ότι έχουν κάνει κάποιο καλό ή έξυπνο κατόρθωμα. Χρησιμοποιούν τις γυναίκες τους σαν γεωργούς γελαδάρηδες και τσοπάνους και τις βάζουν να τις υπηρετούν όπως οι δούλοι

  Ο Στράβων όμως μας λέει ότι: «Υπάρχουν μερικοί Θράκες που ζουν χωρίς γυναίκες και τους καλούν «κτίστες» και χάρη στην τιμή με την οποία ζουν έχουν αφιερωθεί στους θεούς. Ο ποιητής (Όμηρος) μιλά γενικά για γαλακτοκόμους και άβιους, ανθρώπους δικαιότατους. Μάλιστα τους ονομάζει άβιους, γιατί ζουν χωρίς γυναίκες, επειδή θεωρεί τη ζωή του χήρου κάπως ημιτελή.» (Στράβων 7.3.3)

  Πιο κάτω ο Στράβων συνεχίζει λέγοντας: «Οι Θράκες είναι αμαξοικοί και νομάδες, ζουν από τα κοπάδια τους και από γάλα και από τυρί και μάλιστα φοραδίσιο’ Δεν ξέρουν ούτε από αποθήκευση τροφών και ούτε από εμπόριο, εκτός από ανταλλαγή ενός φορτίου με άλλο φορτίο» (Στράβων 7.3,7) Συμπληρώνει ότι  «δεν τρώνε τίποτα έμψυχο ούτε τα κοπάδια. Τρώνε μόνο μέλι, γάλα και τυρί

  Η Θράκη ήταν η γέφυρα που έθετε σε επικοινωνία την Ευρώπη με την Ασία. Οι πρώτοι κάτοικοι της ήταν Φρύγες, Οδρύσες, Ήδωνες, Δίοι κλπ. Η επικοινωνία τους με την Ελλάδα ήταν συχνότατη.

Αγγείο με αναπαράσταση από το στρατόπεδο του Ρήσου

 


Ο προληπτικός πόλεμος.

  Η υποταγή των Τριβαλλών και των Ιλλυριών κρίθηκε επιβεβλημένη. Τα θρακικά φύλα απειλούσαν τη Μακεδονία από τα δυτικά και τα βόρεια εφόσον είχε σκοπό να στραφεί προς την Περσία (Αριανός). Ο νέος βασιλιάς έπρεπε λοιπόν να προκαταβάλει οποιαδήποτε εξέγερση πριν εισβάλει στην Ανατολή.

  Ο Φίλιππος δεν είχε εδραιώσει την κυριαρχία του στη Θράκη. Οι Θράκες ουσιαστικά είχαν διατηρήσει την ανεξαρτησία τους. Ο Φίλιππος είχε μάλιστα υποστεί και επικίνδυνες ήττες κατά την επιστροφή του από τη σκυθική εκστρατεία.

  Στην πραγματικότητα ο Φίλιππος τους πρότεινε συμμαχίες με τις οποίες θα διατηρούσαν την ανεξαρτησία τους. Το έκανε με επιτυχία με τις Κρηνίδες (μετονομάστηκαν σε Φίλιπποι) και την Αμφίπολη. Τους χειριζόταν σαν ανεξάρτητες οντότητες, στο πλαίσιο όμως της επικυριαρχίας του. Ο Φίλιππος δημιουργούσε εύκολα συμμαχίες με τις ελληνικές πόλεις-κράτη της Θράκης, προστατεύοντας τες από τους εχθρικούς Θράκες. Τους άφησε ελεύθερους συμμάχους με την προσδοκία ότι τα κοινά εμπορικά συμφέροντα θα τις κρατούσαν πιστές στις συμμαχίες τους. Κάτι τέτοιο δεν ίσχυε πάντα. Θυμίζουμε ότι η Πέρινθος και το Βυζάντιο, με τη βοήθεια της Περσίας αντιστάθηκαν το 340 π.Χ.

Η κατάσταση επρόκειτο να εδραιωθεί μια και καλή με τον Αλέξανδρο.

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος

  Σε περίπτωση που όλοι οι Θράκες θα εξεγείρονταν μαζικά, σύμφωνα με τον Ιουστίνο δεν θα ήταν δυνατόν να ελεγχτούν. Οι Θράκες ήταν ριψοκίνδυνοι και αφιερωμένοι στον πόλεμο όσο οι Σκύθες και οι Πάρθοι. Ο Αλέξανδρος ήταν αναγκασμένος τη δεδομένη χρονική στιγμή να τους χτυπήσει προληπτικά.

 

Οι διαθέσιμες δυνάμεις. 

  Το ακριβές μέγεθος των μονάδων που εκστράτευσαν στη Θράκη δε μνημονεύεται πουθενά. Βέβαιο είναι όμως ότι οι δυνάμεις που επιχείρησαν στη Θράκη ήταν μεγαλύτερες (σε αριθμό Μακεδόνων στρατιωτών) από αυτές που εκστράτευσαν στην Ασία. 

 Το στράτευμα είχε αμιγώς μακεδονικές μονάδες και μία μη μακεδονική. Σύμμαχοι του Αλέξανδρου ήταν οι Αγριάνες από την κοιλάδα του Άνω Στρυμόνα. Το πεζικό αποτελούνταν από 12.000 βαριά οπλισμένους και 8.000 ελαφρά. Το ιππικό από περίπου 3.000 ιππείς. Όλα αυτά σύμφωνα πάντα με εκτιμήσεις.

 Ο Αλέξανδρος δεν απέσυρε τις μονάδες του Παρμενίωνα από την Ασία (τους είχε στείλει εκεί ο Φίλιππος πριν 2 έτη). Παρέμειναν εκεί ως προγεφύρωμα για τη μελλοντική εκστρατεία. Επιπρόσθετα άφησε σημαντικές μονάδες στην Ελλάδα ως φόβητρο για την αποτροπή εξέγερσης. Στη θέση στην Πέλλα του άφησε τον στρατηγό Αντίπατρο. Εντύπωση ακόμη προκαλεί και το γεγονός ότι δεν πήρε μαζί του κανέναν από τους πεπειραμένους αξιωματικούς του Φιλίππου. Ο νέος βασιλιάς όμως θα αντιμετώπιζε την κατάσταση με εξαιρετική επιτυχία.

 

Το σχέδιο.

  Η Θράκη λεγόταν και Σάμος εξαιτίας του υψόμετρο της (σάμοι λέγονταν τα ύψη). Επρόκειτο επί της ουσίας όπως γίνεται κατανοητό για μια γιγαντιαία ορεινή εκστρατεία, στην οποία ο Αλέξανδρος παρά τις απελπιστικές καταστάσεις που βίωσε δεν έχασε ποτέ το κουράγιο του.

  Θα επιτυγχανόταν και μια εκγύμναση του στρατού με μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση στην οποία θα απαιτούνταν να διανυθούν 500 klm. Οι Μακεδόνες, ταυτόχρονα, θα επέβλεπαν και τις αντιδράσεις των υπολοίπων Ελλήνων, αν δηλαδή εκδηλωνόταν δολιότητα και ως που θα έφτανε. Οι βασικότεροι αντίπαλοι του στη Θράκη θα ήταν οι Ανεξάρτητοι Θράκες, οι Τριβαλλοί και οι Γέτες.

 

Θράκας ακοντιστής

  Πριν ξεκινήσει, ο γιος του Φιλίππου, είχε διατάξει μια μοίρα πολεμικών πλοίων του στόλου να ξεκινήσει από το Βυζάντιο (ήταν ναυτική βάση του Αλεξάνδρου) με κατεύθυνση το Δούναβη προκειμένου να τον συναντήσει σε συγκεκριμένο σημείο το οποίο είχε προκαθορίσει. Η κυριαρχία του στις ελληνικές πόλεις της Θράκης είχε αρχίσει να εμπεδώνεται σιγά σιγά. Έτσι όταν αργότερα το 333 π.Χ., ο περσικός στόλος είχε προσεγγίσει τη Θράκη και είχε κυριεύσει την Καλλίπολη. Οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις της Θράκης έδειξαν απροθυμία να τα βρουν με τους Πέρσες.

  Η διαταγή του Αλεξάνδρου προς το στόλο δείχνει και την πρόθεση του Αλεξάνδρου εξ’ αρχής να φτάσει στο Δούναβη. Απώτερος σκοπός της εκστρατείας ήταν η συγκρότηση ενός βορείου συνόρου στο Δούναβη. Μόνο έτσι θα υπήρχε πλήρης ασφάλεια στο Βορρά. Σε κάθε περίπτωση ο Αλέξανδρος έπρεπε να δείξει ότι είναι κύριος της κατάστασης.

  Ως προς το επιχειρησιακό πλάνο ο Αλέξανδρος είχε δύο επιλογές. Ο πρώτος και ευκολότερος κατά τη γνώμη, μου δρόμος ήταν να ακολουθήσει την κοιλάδα του Αξιού, δια μέσω της κοιλάδας των Παιόνων και των Αγριανών, της χώρας δηλαδή των πιστών Αγριανών να φτάσει στην πεδιάδα των Τριβαλλών . Ο δεύτερος δρόμος ήταν να ξεκινήσει από την Αμφίπολη με κατεύθυνση το Βορρά, να διασχίσει την χώρα των αυτόνομων Θρακών, να καβαλήσει την οροσειρά του Αίμου και να φτάσει στην κοιλάδα του Έβρου (ήταν προτιμότερο γιατί θα συναντούσε λαούς αβέβαιους, τουλάχιστον, όπως οι Οδρύσες), και από εκεί θα χτυπούσε τους Τριβαλλούς από ανατολικά.

 Τελικά προκρίθηκε το δεύτερο δρομολόγιο. Ο Αλέξανδρος από την Αμφίπολη, έφτασε στη χώρα των αυτόνομων Θρακών ανεβαίνοντας το Νέστο, αφήνοντας τους Φιλίππους και το βουνό Όρβηλο. Περνώντας τον πλημυρισμένο, λόγω Άνοιξης, Νέστο άρχισε να κυνηγά τους Θράκες. Μέσα σε δέκα μέρες, με μια κεραυνοβόλα επιχείρηση πέρασε από τη Ροδόπη, έφτασε στη χώρα των Οδρυσών και αποκεί στα στενά του Αίμου!

 Τις επόμενες εβδομάδες θα δούμε αναλυτικά πως ο Αλέξανδρος, ξεκινώντας τις αρχές της Άνοιξης του 335 π.Χ., από την Αμφίπολη έφτασε στο πέρασμα του Σίπκα στον Αίμο (βουλγαρικές Θερμοπύλες) και εκεί συνέτριψε τους Αβασίλευτους Θράκες. Κατόπιν θα εξετάσουμε πως εισέβαλε στη χώρα των Τριβαλλών προς τον ποταμό Λύγιο όπου και τους διέλυσε. Ακολούθως πως συναντήθηκε με το στόλο στο Δούναβη και κατέλαβε τη νήσο Πεύκη και πως διέσχισε το Δούναβη επικρατώντας κατά κράτος εις βάρος των Γετών…

 

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ Ο ΗΡΩΑΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΟΥ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ

«Τέτοιοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων!» (Βασιλιάς Κωνσταντίνος ΙΒ')



Ο Ιωάννης Βελισσαρίου (Πλοέστι Ρουμανίας, 26 Νοεμβρίου 1861 - Κρέσνα, 12 Ιουλίου 1913) ήταν αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων.


Διακρίθηκε ιδιαίτερα στη Μάχη του Μπιζανίου, όπου η ελληνική νίκη οφείλεται στην αποφασιστικότητά του, η οποία εξανάγκασε τον Οθωμανικό Στρατό να παραδοθεί άνευ όρων. Ο Βελισσαρίου αναδείχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της στρατιωτικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας. Σκοτώθηκε στη Μάχη της Κρέσνας τις τελευταίες ημέρες του Β' Βαλκανικού Πολέμου. 


Bρισκόμαστε στην εξιστόρηση των τελευταίων φάσεων του αγώνα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, 19-21 Φεβρουαρίου 1913. Σύμφωνα με το σχέδιο των επιχειρήσεων, η κύρια ενέργεια θα εκδηλωνόταν από τα δυτικά, με σκοπό την υπερκέραση του Μπιζανίου, ενώ ταυτόχρονα από το κέντρο και τα ανατολικά θα εκδηλωνόταν παραπλανητική επίθεση. Το σχέδιο εκτελέστηκε άψογα και στις 20 Φεβρουαρίου το Μπιζάνι είχε περικυκλωθεί. Ο αντικειμενικός σκοπός των επιχειρήσεων στα δυτικά ήταν η κατάληψη της περιοχής μέχρι τη Ραψίστα (Πεδινή) και η παύση του πυρός το μεσημέρι της 20ής Φεβρουαρίου. Η διαταγή που στάλθηκε προς τον Βελισσαρίου να εγκαταστήσει προφυλακές μέχρι εκεί (Ραψίστα) ευτυχώς δεν έφθασε ποτέ, γιατί η Διοίκηση της Φάλαγγας δεν μπορούσε να φανταστεί την ταχύτητα προέλασης του Βελισσαρίου. Τις απογευματινές ώρες ο Βελισαρίου, διαπιστώνοντας ότι οι τουρκικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να αντισταθούν, και ευρισκόμενος σε απόσταση αναπνοής από τα Γιάννενα, αποφάσισε να αψηφήσει τις διαταγές και να προελάσει, έτσι ώστε να αποκόψει την επικοινωνία Ιωαννίνων-Μπιζανίου. Με αφάνταστο ηρωισμό και άκρατο ενθουσιασμό, παρά το αντίξοο των συνθηκών, καθώς οι συνεχείς βροχοπτώσεις είχαν μετατρέψει το έδαφος σε βούρκο, οι άντρες του Βελισσαρίου, συνεπικουρούμενοι από το τάγμα Ιατρίδη, πέρασαν ανάμεσα από τρία τουρκικά οχυρά και κατέλαβαν το χωριό Άγιος Ιωάννης (Ανατολή). Τα δύο τάγματα εγκατέστησαν αμέσως προφυλακές και έκοψαν τα τηλεφωνικά και τηλεγραφικά καλώδια, διακόπτοντας την επικοινωνία των Ιωαννίνων με το Μπιζάνι. Την υπόλοιπη νύχτα οι άνδρες των δύο ταγμάτων αιχμαλώτισαν 37 αξιωματικούς και 935 (!) οπλίτες του τουρκικού στρατού που υποχωρούσαν, χωρίς να γνωρίζουν τη διείσδυση των Ευζώνων του Βελισσαρίου και του Ιατρίδη. Η είδηση της εισόδου των ελληνικών στρατευμάτων στον κάμπο των Ιωαννίνων έφθασε γρήγορα στο τουρκικό στρατηγείο. Η παράτολμη ενέργεια των Βελισσαρίου και Ιατρίδη έκανε τους Τούρκους να πιστέψουν πως έξω από τα Ιωάννινα είχε συγκεντρωθεί μεγάλη ελληνική δύναμη και άρα κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. «Ο κύβος για την πτώση των Ιωαννίνων είχε πλέον ριφθεί…»


Στις 11 το βράδυ, αντιπροσωπεία από τον επίσκοπο Δωδώνης και τους Τούρκους υπολοχαγό Ρεούφ και ανθυπολοχαγό Ταλαάτ, πήγε στο στρατόπεδο του 9ου Τάγματος Ευζώνων, μεταφέροντας επιστολή των ευρωπαίων προξένων και του διοικητή των Ιωαννίνων Εσάτ πασά, για παράδοση της πόλης.

Ο ίδιος ο Βελισσαρίου είχε τη χαρά και την τιμή να οδηγήσει την αντιπροσωπεία στο χάνι Εμίν Αγά, όπου ήταν η έδρα του ελληνικού στρατηγείου και στον διάδοχο Κωνσταντίνο. Ο διάδοχος, βλέποντας την επιτροπή των Τούρκων και το ύφος τους, κατάλαβε τι είχε συμβεί. Τα Γιάννενα είχαν πέσει από την ηρωική και παράτολμη ενέργεια του Βελισσαρίου. «Βελισσαρίου, είσαι άξιος ραπίσματος, που παρήκουσες τις εντολές της Διοίκησης, αλλά και φιλήματος. Εγώ αρκούμαι εις το φίλημα», του είπε και τον ασπάστηκε συγκινημένος. Η τύχη, ως γνωστόν, βοηθά τους τολμηρούς και στην προκειμένη περίπτωση δόξασε τον Βελισσαρίου και τον έκανε πρωταθλητή της απελευθέρωσης  των Ιωαννίνων!


Μερικούς μήνες αργότερα, λίγο πριν από τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, ο Βελισσαρίου θα συναντήσει τον αιχμάλωτο τούρκο φρούραρχο των Ιωαννίνων Βεχήπ μπέη σε μία έπαυλη στην Κηφισιά. «Μου έκαμε μεγάλη εντύπωση η γενναιότητά σας», είπε ο τούρκος στρατηγός σε άψογα ελληνικά. «Θα μπορούσατε όμως να είχατε φονευθεί ή και αιχμαλωτιστεί με το παράτολμο εκείνο εγχείρημά σας, να εισχωρήσετε πίσω από τις γραμμές του τουρκικού στρατού». Και η απάντηση του Βελισαρίου: «Να φονευθώ ναι, αλλά να αιχμαλωτισθώ όχι, αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ».


Η μοίρα βέβαια, που φαίνεται ότι οδηγούσε τα βήματα του Βελισσαρίου, «συναίνεσε» ώστε και το τέλος του να είναι αντάξιο όλων των πράξεων της ζωής του: να πεθάνει δηλαδή όρθιος στο πεδίο της μάχης. Μετά το Μπιζάνι, ακολουθώντας τα ιδανικά και τις αξίες που τον γαλούχησαν, βρέθηκε στο μέτωπο της Μακεδονίας, εναντίον αυτή τη φορά των βουλγαρικών στρατευμάτων. Οι νίκες στα υψώματα Κιλκίς-Λαχανά, στο Μπέλες, στη Τζουμαγιά, εγγράφονται στις ηρωικές προσπάθειες του πάντοτε «στρατιώτη» και στην υπηρεσία της πατρίδας Βελισσαρίου. Έτσι λοιπόν, στη νέα αυτή φάση των αγώνων του έθνους, μαχόμενος αδιάκοπα από τις 19 Ιουνίου μέχρι τις 12 Ιουλίου, βρίσκεται πριν από τα στενά της Κρέσνας. Κατά τη διάρκεια της μάχης για την κατάληψη του υψώματος 1378, στο οποίο είχαν εγκατασταθεί αμυντικά οι βουλγαρικές δυνάμεις, ο Βελισσαρίου και οι άνδρες του αντιμετώπισαν ισχυρή αντίσταση, ενώ οι απώλειες των ελληνικών δυνάμεων ήταν μεγάλες. Στην πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης (και αφού προηγουμένως είχε πολεμήσει με πέτρες και βράχους τους Βουλγάρους, λόγω έλλειψης πυρομαχικών) ο Βελισσαρίου σηκώθηκε όρθιος και κραδαίνοντας το περίστροφό του φώναξε, ώστε να ακουστεί από όλους: «Όποιος θέλει την νίκη ή αλλιώς τον θάνατο ας με ακολουθήσει». Πρώτος ο ταγματάρχης άρχισε να τρέχει προς τον εχθρό. Πίσω του, συνεπαρμένοι από τον ηρωισμό του διοικητή τους, όρμησαν οι Εύζωνοί του. Το καταιγιστικό πυρ των εχθρικών πολυβόλων προκάλεσε μεγάλες απώλειες στο τάγμα, το οποίο όμως συνέχιζε να πολεμά. Κάποια στιγμή ο ταγματάρχης Βελισσαρίου τραυματισμένος έπεσε στο έδαφος. 

Εκεί τον βρήκε το τέλος στις 12 Ιουλίου 1913, όρθιο στο «ύψωμα 1378» με το περίστροφο στο χέρι. Μια βολίδα τρύπησε τον πνεύμονά του αφήνοντάς τον ημιθανή. Το τέλος του ηρωικού ταγματάρχη ήρθε μερικές ώρες αργότερα. Πριν «φύγει» είχε το θάρρος και τη δύναμη να ρωτήσει: «Πώς πάνε τα παιδιά πάνω;» Μείνετε ήσυχος», απαντά ο γιατρός, «θα σας εκδικηθούν εκείνοι». «Ω, το πιστεύω θα νικήσετε, θα φθάσετε στη Σόφια. Τι κρίμα να μην είμαι και εγώ κοντά σας όπως και στα Γιάννενα!». Ξεψύχησε με τις λέξεις: «Και όπως είπαμε παιδιά μου. Στη Σόφια, στην Πόλη!» Την επομένη θάφτηκε  δίπλα από τον τάφο του Γεωργίου Κολοκοτρώνη, εγγονού του Γέρου του Μοριά, που είχε πέσει κι αυτός ηρωικά μια μέρα νωρίτερα.


Τα λόγια του Βασιλιά Κωνσταντίνου, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του ηρωικού ταγματάρχη, αποτέλεσαν δάφνινο στεφάνι στο μέτωπο του Βελισσαρίου: «Τέτοιοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων!».

Κλειώ, η Μούσα της Ιστορίας. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

   Οι Μούσες στην αρχαιότητα θεωρούνταν οι προστάτιδες των επιστημών και των τεχνών.

Κλειώ, η μούσα προστάτιδα της ιστορίας. Ελαιογραφία του Charles Meynier, 1798.


  Πατέρας των Μουσών ήταν ο Δίας ενώ μητέρα τους πιστευόταν ότι ήταν η θεά της μνήμης και του πολιτισμού, η Μνημοσύνη. Ο Δίας επισκέφτηκε τη Μνημοσύνη για εννέα συνεχόμενες νύχτες, και σε κάθε μία από τις νύχτες η μητέρα των Μουσών έμενε έγκυος. Κάθε μία από τις κόρες της Μνημοσύνης είχε το δικό της τομέα στις τέχνες και τις επιστήμες. Οι Μούσες καθοδηγούσαν και ενέπνεαν τους καλλιτέχνες.

  Τροφός των Μουσών θεωρήθηκε η Ευφήμη, η οποία ζούσε στην όμορφη περιοχή του Ελικώνα της Βοιωτίας. Δάσκαλος τους στη μουσική υπήρξε ο θεός Απόλλωνας. Για το λόγο αυτό ο Απόλλων έμεινε γνωστός και ως Μουσαγέτης, καθώς διεύθυνε τη χορωδία τους.

  Οι Μούσες συνήθιζαν να τραγουδούν και να χορεύουν, όταν θύμωναν όμως γίνονταν επικίνδυνες. Οι Σειρήνες κάποτε κουφάθηκαν όλες από τις Μούσες και ύστερα τους εκδικούνταν όλους κατασπαράζοντας τους.

 

Οι εννέα Μούσες

 

Ορφικός ύμνος Μουσών (θυμίαμα λίβανον)

  «Ερίγδουπες θυγατέρες της Μνημοσύνης και του Ζηνός, Μούσες Πιερίδες, μεγαλώνυμες, αγλαόφημες στους θνητούς, σε όσους εμφανίζεσται ποθεινότατες, πολύμορφες, που γεννάται την άμεμπτη αρετή πάσης παιδείας, θρέπτηρες της ψυχής, ορθοδότειρες της διάνοιας, και του ευδύνατου νοός καθηγήτηρες άνασσες, που αναδείξατε τις μυστιπόλευτες τελετές στους θνητούς. Κλειώ και Ευτέρπη και Θάλεια και Μελπομένη και Τερψιχόρη και Ερατώ και Πολύμνια και Ουρανία και μαζί με την μητέρα Καλλιόπη και την ευδύνατη θεά Αγνή. Αλλάας έλθετε, Θεές, πολυποίκιλες, αγνές, άγοντας στους μύστες εύκλειαν και ερατό πολύυμνον ζήλο.»

  «Μνημοσνης κα Ζηνς ριγδοποιο θγατρες, Μοσαι Πιερδες, μεγαλνυμοι, γλαφημοι, θνητος, ος κε παρτε, ποθεινταται, πολμορφοι, πσης παιδεης ρετν γεννσαι μεμπτον, θρπτειραι ψυχς, διανοας ρθοδτειραι, κα νου εδυντοιο καθηγτειραι νασσαι, α τελετς θνητος νεδεξατε μυστιπ<ο>λετους, Κλειτ Ετρπη τε Θλειτε Μελπομνη τε Τερψιχρη τ ραττε Πολμνιτ Ορανη τε Καλλιπηι σν μητρ κα εδυντηι θει γνι. λλ μλοιτε, θεα, μσταις, πολυποκιλοι, γνα, εκλειαν ζλν τ ρατν πολυμνον γουσαι.»

 

Η Κλειώ.

  Το όνομα της Κλειούς σημαίνει δόξα. Προέρχεται από το κλέω-κλειό που ερμηνεύεται ως αφηγούμαι ή κάνω γνωστό (να διακηρύξω, να κάνω διάσημο). Η Κλειώ θεωρείτο ως  διακηρυττής.

  Στην πιο γνωστή ζωγραφιά της κρατάει ένα πάπυρο και μια σάλπιγγα, με σκοπό να διαλαλεί. Εκτός από περγαμηνές άλλες φορές κρατάει και πλακίδια γραφής. Πάντα είναι νεαρή γυναίκα, δαφνοστεφανωμένη και με πορφυρό ένδυμα, ενώ αρκετές φορές έχει φτερά. Ως Μούσα είναι γνωστή και ως προστάτιδα της λύρας. Στις ζωγραφιές απεικονίζεται επίσης να έχει στα πόδια της το κιβώτιο της ιστορίας.

Η ΜΟΥΣΑ ΚΛΕΙΩ 1800 Charles Meynier  Cleveland Museum of Art ΟΗΙΟ


  Η Κλειώ ατύχησε να ερωτευθεί τον Άδωνη. Ύστερα με έπαρση και αλαζονεία ειρωνεύτηκε και κορόιδεψε την Αφροδίτη που επίσης είχε ερωτευτεί τον Άδωνη. Η Αφροδίτη την καταράστηκε να ερωτευτεί τον Πίερο.

  Έπειτα η Κλειώ απόκτησε δύο παιδιά, τον Υμέναιο και τον Υάκινθο. Τον  Υάκινθο σκότωσε ο Ζέφυρος και από το αίμα του φύτρωσε το ομώνυμο λουλούδι. Ο Απόλλων υπήρξε εραστής του Υάκινθου, ενώ αντίζηλος του ήταν ο Ζέφυρος. Μία ημέρα, σύμφωνα με τη μυθολογία ο Απόλλωνας πέταξε το δίσκο, ο οποίος έσκισε τα σύννεφα. Ο Υάκινθος θέλησε να εντυπωσιάσει τον Απόλλωνα και έτρεξε να πιάσει το δίσκο. Ο Ζέφυρος (δυτικός άνεμος), από φθόνο, φύσηξε δυνατά και ο δίσκος σκότωσε τον Υάκινθο. Έτσι το παιχνίδι κατέληξε στο θάνατο του Υάκινθου…

  Ο Πίερος κατόπιν απέκτησε εννέα κόρες και εξάπλωσε στη Βοιωτία τη λατρεία των Μουσών. Οι κόρες όταν μεγάλωσαν πίστεψαν ότι ήταν καλύτερες από τις Μούσες, τις οποίες προσκάλεσαν σε διαγωνισμό. Στο διαγωνισμό οι κόρες του Πίερου έχασαν και για τιμωρία τις μεταμόρφωσαν σε κίσσες…


Άγαλμα της Κλειούς στην πλατεία της Καρδίτσας

 


Οι ιδιότητες της Κλειούς.

  Η Κλειώ ήταν στην Ελλάδα η προστάτιδα της ιστορίας και της ανάπτυξης των καλών τεχνών. Προσωποποίηση της ιστορίας η Μούσα συμβάλει στο να διατηρηθεί ζωντανή στις επόμενες γενιές. Ο Ηρόδοτος αφιέρωσε(που αλλού θα το αφιέρωνε) το πρώτο βιβλίο της ιστορίας του στην Κλειώ.

  Η Μούσα εγγυάται την πιστότητα του αρχικού λόγου. Πρόκειται για φωνή «οηρεύουσα», καθώς καθίσταται όμηρος του γραπτού λόγου. Η κόρη διαλαλούσε τις ιστορίες με σάλπιγγα ή λύρα. Πάντα είχε μαζί της μια κλεψύδρα, ώστε να λέει τα γεγονότα με σειρά και να κρατά το χρόνο σε ευθεία.

  Η Μούσα της ιστορίας διαφυλάττει τη μνήμη και τη γνώση που προέρχεται από τις έρευνες του παρελθόντος. Όλες τις ευγενικές πράξεις αλλά και τους αγώνες των ηρώων. Τελικός σκοπός της ήταν η ενθάρρυνση των αναδιηγημάτων των παλιών ιστοριών…

 

 

Η ΜΟΥΣΑ ΚΛΕΙΩ 1792 Christian Bernhardt Rode  Βερολίνο. Η προτομή παραπέμπει σε Ελληνικό προφίλ και δίπλα στην κολώνα η θεά Αθηνά παρουσιάζει  τα όπλα της το σπαθί την ασπίδα και την περικεφαλαία.

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορ...