Τριαντάφυλλο στο στήθος, του Τεννεσί Ουίλιαμ. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.

   Φίλες και φίλοι του θεάτρου, απόψε θα σας παρουσιάσω το έργο του Τενεσί Ουίλιαμ Τριαντάφυλλο στο στήθος. Πρόκειται βασικά για μια κωμωδία για τον έρωτα. Ο πρωτότυπος τίτλος του είναι The Rose Tattoo, δηλαδή τατουάζ που εικονίζει τριαντάφυλλο.

  Το έργο γράφτηκε σε μια χαρούμενη στιγμή της ζωής του Ουίλιαμ, στην οποία ο συγγραφέας υπήρξε ψυχικά ήρεμος. Τον ενέπνευσε ένα ταξίδι στην πολύβουη και ζωντανή για τα μάτια του νότια Ιταλία. Είναι το μοναδικό του έργο που έχει αισιόδοξο τέλος…  

  Το Τριαντάφυλλο στο στήθος παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Μπρόντγουεη το 1951 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ανέβηκε σε πάνω από 300 παραστάσεις με πρωταγωνιστές την Μ. Σάπλετον και τον Ε. Ουάλαχ. Το 1955 έγινε κινηματογραφική ταινία με τον ίδιο τίτλο και πρωταγωνιστές την Άννα Μανιάνι και τον Μπαρτ Λάνκαστερ. Τη Μανιάνι κατά καιρούς έχουν αποκαλέσει «στοιχείο της φύσης», «ηφαίστειο» και «λύκαινα». Ο Τενεσί Ουίλιαμ υπήρξε φίλος της αλλά και θαυμαστής της. Αναμφίβολα, αυτή είχε στο μυαλό του όταν έγραψε το έργο.

  Στην Ελλάδα, για πρώτη φορά το έργο παρουσιάστηκε το 1956 από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Το 1971 έκανε πρεμιέρα στο Εθνικό Θέατρο σε μετάφραση Ασπρέα Σάγια και σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού. Πρωταγωνίστρια ήταν η Μαίρη Αρώνη. Πρόσφατα το παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Τέχνης (υπόγειο) σε σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανούδη και παραγωγής Δη.Πε,Θε, Κοζάνης.

Το «Τριαντάφυλλο στο στήθος», το 1956, στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης με τον Γιώργο Λαζάνη και τη Νέλλη Αγγελίδου.



Η υπόθεση:

  Η ιστορία διαδραματίζεται κάπου στη Νέα Ορλεάνη, σε μια γειτονιά Σικελών μεταναστών. Εκεί μένει η Σεραφίνα, μια παρορμητική Ιταλίδα, η οποία αντιδρά βίαια όταν μαθαίνει πως ο πεθαμένος άντρας της δεν της ήταν πιστός. Έχοντας εξιδανικεύσει τη σχέση της, που την μοιράζεται μυστικά μόνο με την Παναγία, αφήνεται στο απόλυτο πένθος και γίνεται θέμα κουτσομπολιού από τους γείτονές της, οι οποίοι βλέπουν την προσωπικότητα της να διαστρεβλώνεται, καθώς τριγυρίζει μισόγυμνη, φέρεται παράλογα στο παιδί της και μιλάει άγρια σε όλους. Όταν όμως γνωρίζει τον κωμικό φορτηγατζή Αλβάρο, τον άντρα με το ψεύτικο τριαντάφυλλο στο στήθος, η ζωή της αλλάζει και απελευθερώνεται από τις κοινωνικές καταπιέσεις.


Επιπλέον στοιχεία για το έργο: 

  Καταραμένος ποιητής ο Ουίλιαμ, ο «άνθρωπος που πληρώνουμε», όπως είπε κάποτε ο κριτικός Τομ Ντράιβερ, έκανε τη ζωή του θέατρο και τα πάθη του τραυματισμένου του Εγώ ρυθμιστικές μονάδες της σκηνικής του γλώσσας.

  Ο συγγραφέας, σύμφωνα με την Ειρήνη Αϊβαλιώτη, φιλοτεχνεί το έργο πατώντας στα χνάρια της Ηθογραφίας. Προχωρεί στη συμβατική ερμηνεία των φυσικών φαινομένων για να καταλήξει σε ιλαροτραγικό αφήγημα. Στόχος του είναι να ξορκίσει τα προβλήματα της αμερικάνικης κοινωνίας και κυρίως το Μακαρθισμό. Επιπρόσθετα επικεντρώνεται και στον πολλαπλασιασμό των γυναικείων νευρώσεων και την αγωνία των μικροαστών για κοινωνική άνοδο.



  Αντίθετα με τις μεγάλες του επιτυχίες έγραψε το Τριαντάφυλλο στο στήθος ως έργο κωμικό. Αποτελεί την μόνη εξαίρεση στα σκοτεινά και αποπνικτικά του έργα και ένα από τα αριστουργηματικά του γραπτά. Οι μεγάλες του επιτυχίες ήταν ξεσπάσματα προσωπικού λυρισμού. Το έργο είναι μια ιστορία πικρή, αδυσώπητη, αστεία και αληθινή. Άλλη μια απελπισμένου έρωτα, λαγνείας, αισθησιασμού αλλά με αίσιο-ρομαντικό τέλος αυτή τη φορά.

  

Οι ρόλοι:

  Η Σεραφείνα είναι μια γυναίκα όχι νέα, ονειροπόλα και ονειροπαρμένη, Μια από τις πρωταγωνίστριες αυτού του κόσμου. Ένα από τα φαντασιακά πρόσωπα του θεάτρου, φτιαγμένο από λέξεις και όνειρο. Ενσαρκώνει τον απόλυτο ενθουσιασμό.  Η πρωταγωνίστρια είναι μια Σισιλιάνα θέά, ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί ανά πάσα στιγμή, και που εκρήγνυται σαν το ηφαίστειο της Αίτνας. Το θεατρικό σύμπαν του Ουίλιαμ είναι ένας κόσμος δυνατών και επιθετικών γυναικών, μια από αυτές είναι και η εμονική Σεραφείνα.

  Στο έργο έχουμε και αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. Ο ίδιος είπε ότι ταυτίζεται με τις γυναίκες των έργων του και ότι υπήρξαν γι αυτόν πηγή έμπνευσης. Εξιδανικεύει τον άντρα της πάνω από τη Ρόζα (την κόρη της Σεραφείνας). Έτσι πάνω από τη Ρόζα βρίσκεται ο Ροζάριο. Στην περίπτωση της Ρόζα έχουμε αντιστροφή του Γυάλινου Κόσμου. Αντί της ψυχρής και αυταρχικής Αμάντα και της υπάκουης και υποχωρητικής Λόρα, έχουμε μια μητέρα που διαρκώς συρρικνώνεται από τον κόσμο και μια κόρη που τρέχει προς αυτόν. Η Σεραφείνα προσπαθεί μανιασμένα να κρατήσει την κόρη της μακριά από τους κυνηγούς άντρες.

Maureen Stapleton Don Murray The Rose Tattoo 1951


  Όταν πέθανε ο σύζυγός της, η Σεραφείνα έψαχνε κάπου να χωρέσει τη λατρεία της για κείνον. Δεν μπορεί να δεχτεί την απώλεια ούτε το θάνατο ούτε το πένθος.  Όταν η Σεραφείνα μαθαίνει ότι ο Ροζάριο είχε εξωσυζυγική σχέση, αφού αυτός έχει πεθάνει καταλαβαίνει ότι είχε δημιουργήσει μια ιδεατή εικόνα γι αυτόν και ζούσε μέσα στην πλάνη. Μοιραία έρχεται σε εσωστρέφεια. Τα πάντα καταρρέουν γύρω της. Οργίζεται. Καταπίνει όμως την οργή της. Στο σημείο αυτό δυσκολεύουν οι σχέσεις της με την κόρη της. Η καθημερινότητα της γίνεται ανυπόφορη, καθώς ο κόσμος της προκαλεί αποστροφή. Η πρωταγωνίστρια ψάχνει τις απαντήσεις από μια ξεθωριασμένη Μαντόνα που έχει απέναντι της. Ο Αλβάρο είναι ένας οδηγός φορτηγού. Όταν μπαίνει σπίτι της, η Σεραφείνα προσπαθεί να καταλάβει αν είναι το σημάδι που περιμένει από την Παναγία. Η ζωή πρέπει πάντα να προχωράει…

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν


  Το σύνολο του έργου του Ουίλιαμ είναι ένα διά-λογικό κατασκεύασμα. Βλέπουμε δύο ψυχές, δύο συνειδήσεις, δύο πρόσωπα σε ένα μύθο και μια ιστορία.  Ένα σώμα που εν ολίγοις θέλει να αρθρώσει τον ίδιο το διχασμό του, βλέπει τον κόσμο να γίνεται πρότυπο ομιλίας. Και αυτό το έργο δεν εντάσσεται στο κανονικό, παρόλαυτα όπως και τα υπόλοιπα έργα του είναι υποταγμένο εν μέρει στο φετίχ της υγείας, του νορμάλ και της προσαρμογής.

  Ο συγγραφέας και σ’ αυτό το έργο άρει τις αναντιστοιχίες ανάμεσα στο νορμάλ και το νοσηρό, το οικείο και το ανοίκειο, το παραδεκτό και το απαράδεκτο, το Διόνυσο και τον Απόλλωνα, τη φαντασία και τη βιωματική εμπειρία..

  Εν τέλει ο Ουίλιαμ, ως συγγραφέας κατόρθωσε να παίξει τέλεια το παιχνίδι ανάμεσα στη σύμβαση και στην ανατροπή της…  

 

 Το έργο μπορείτε να το ακούσετε εδώ:



-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

Η μάχη της Γαλλίας (1940)

 Η Mάχη της Γαλλίας, γνωστή και ως Πτώση της Γαλλίας, αναφέρεται στη γερμανική εισβολή (10 Μαΐου - 25 Ιουνίου 1940) στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στις έξι εβδομάδες από τις 10 Μαΐου 1940 οι γερμανικές δυνάμεις νίκησαν τις συμμαχικές δυνάμεις με ταχύτατες στρατιωτικές επιχειρήσεις και κατέκτησαν τη Γαλλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία. Η Ιταλία εισήλθε στον πόλεμο στις 10 Ιουνίου 1940, εισβάλλοντας στις Άλπεις, αλλά η πραγματική μάχη ουσιαστικά είχε κριθεί μέχρι τις 15 Μαΐου, μετά τη διάσπαση του γαλλικού αμυντικού συστήματος, κατά την οποία και δημιουργήθηκε θύλακας 160 χλμ. μεταξύ Ναμύρ και Σεντάν. Οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν και εδώ, όπως και στην Πολωνία, την τακτική του κεραυνοβόλου πολέμου (Blitzkrieg), με ταυτόχρονη επίθεση από τις μηχανοκίνητες μεραρχίες και σφοδρούς βομβαρδισμούς από την αεροπορία.



Σχέδια πολέμου


ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΌ ΣΧΈΔΙΟ

Η εισβολή αποτελούνταν από δύο κύριες επιχειρήσεις:

• Στη "Fall Gelb" (Επιχείρηση Kίτρινο) οι γερμανικές θωρακισμένες μονάδες θα εισέβαλαν από τις Αρδέννες και στη συνέχεια κατά μήκος της κοιλάδας του Σομ, κόβοντας στα δύο τις συμμαχικές δυνάμεις: σε αυτές που προχώρησαν στο Βέλγιο για να βοηθήσουν τον Βελγικό Στρατό και σε αυτές που υποχωρώντας οργανώθηκαν πίσω από τον Σομ. Οι πρώτες κυκλώθηκαν στη Δουνκέρκη, από όπου μεγάλο μέρος τους κατάφερε, εγκαταλείποντας το σύνολο του οπλισμού, να διαφύγει στη Μεγάλη Βρετανία. Οι δεύτερες έδωσαν την τελευταία μάχη της Γαλλίας στον ποταμό Σομ.ο Συμμαχικό σχέδιο

Οι Γάλλοι βασίζονταν στην οχυρωματική Γραμμή Μαζινό κατά μήκος των συνόρων τους με τη Γερμανία. Το σχέδιο των Συμμάχων προέβλεπε την προώθηση των συμμαχικών δυνάμεων από τα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Βελγίου με προορισμό τον ποταμό Ντέιλε (αμυντική γραμμή Ζιβέ – Ναμύρ – ποταμός Ντέιλε – Αμβέρσα), μόλις θα εκδηλωνόταν η γερμανική επίθεση. Ο αρχιστράτηγος Γκαμελέν προέβλεπε την ταχύτατη προέλαση της 7ης Γαλλικής Στρατιάς ως την ολλανδική πόλη Μπρέντα για να ενωθεί με τους Ολλανδούς και να παρατάξουν κοινή άμυνα, σε περίπτωση που οι τελευταίοι δέχονταν επίθεση.

Το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα (British Expeditionary Force – BEF) άρχισε να καταφθάνει στη Γαλλία στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1939 και ολοκλήρωσε την άφιξη του τον Μάρτιο του 1940.


ΤΟ ΣΧΈΔΙΟ ΜΆΝΣΤΑΪΝ

Ο Έριχ φον Μάνσταϊν διατύπωσε το νέο σχέδιο στο Κόμπλεντς. Ο Χάιντς Γκουντέριαν κλήθηκε να συνεισφέρει σε αυτό και κατά τη διάρκεια άτυπων συζητήσεων πρότεινε μια ριζοσπαστική ιδέα. Τα περισσότερα από τα άρματα μάχης θα έπρεπε να συγκεντρωθούν στο Σεντάν. Αυτή η συγκέντρωση των δυνάμεων έπρεπε να προχωρήσει προς τα δυτικά, προς τη Μάγχη, χωρίς να περιμένει το κύριο σώμα των δυνάμεων πεζικού. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε στρατηγική κατάρρευση του εχθρού.[17][18]

Ένας τέτοιος επικίν υνος ελιγμός είχε συζητηθεί ευρέως στη Γερμανία πριν τον πόλεμο, αλλά το γερμανικό Γενικό Επιτελείο (ΟΚΗ) αμφέβαλε για τη δυνατότητα επιτυχούς εκτέλεσής του.[19] Το σχέδιο του Mάνσταϊν κέρδισε την άμεση υποστήριξη του Γκουντέριαν, ο οποίος γνώριζε τις εδαφικές συνθήκες, έχοντας πολεμήσει στον γερμανικό στρατό το 1914 και το 1918. [20]Ο Mάνσταϊν έγραψε το πρώτο του υπόμνημα, όπου περιέγραφε το εναλλακτικό σχέδιο στις 31 Οκτωβρίου. Έξι άλλα υπομνήματα ακολούθησαν μεταξύ 31 Οκτωβρίου 1939 και 12 Ιανουαρίου 1940. Το καθένα γινόταν και πιο ριζοσπαστικό, αλλά όλα απορρίφθηκαν από την ΟΚΗ και τίποτε από το περιεχόμενό τους δεν έφθασε στον Χίτλερ.[20][21]


ΑΝΑΠΆΝΤΕΧΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΌ ΚΑΙ ΑΛΛΑΓΉ ΤΩΝ ΣΧΕΔΊΩΝ ΠΟΛΈΜΟΥ

Στις 10 Ιανουαρίου 1940 ένα γερμανικό αεροσκάφος, στο οποίο επέβαινε αξιωματικός που μετέφερε σχέδια της Λούφτβαφφε για επίθεση μέσω του κεντρικού Βελγίου, έπεσε κοντά στο Maasmechelen στο Βέλγιο. Τα έγγραφα δεσμεύτηκαν από τις συμμαχικές μυστικές υπηρεσίες. αλλά αυτές αμφέβαλαν ότι ήταν γνήσια. Τον Απρίλιο του 1940 ειδοποιήθηκαν όλες οι χώρες για πιθανή επίθεση στις Κάτω Χώρες και τη Γραμμή Μαζινό από τα βόρεια ή για εισβολή μέσω της Ελβετίας. Κανένα από τα περιστατικά δεν προέβλεπε τη γερμανική επίθεση μέσω των Αρδεννών, αλλά μετά την απώλεια των σχεδίων οι Γερμανοί υπέθεσαν ότι οι Σύμμαχοι θα ήταν πιο καλά πληροφορημένοι για τις γερμανικές προθέσεις.[22] Έτσι η γερμανική ηγεσία άλλαξε το σχέδιο του Χάλντερ σε αυτό του Μάνσταϊν, επειδή θεώρησε ότι ο εχθρός δεν θα περίμενε εισβολή με θωρακισμένες μεραρχίες διαμέσου της δύσβατης περιοχής των Αρδεννών.[23] Όταν τα τεθωρακισμένα θα έβγαιναν από την περιοχή των Αρδεννών, θα εισέρχονταν στις μεγάλες γαλλικές πεδιάδες, όπου θα υλοποιούσαν το υπόλοιπο σχέδιο με μεγάλη ταχύτητα.[24]


ΟΙ ΔΥΝΆΜΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΜΑΧΟΜΈΝΩΝ

Την ημέρα της επίθεσης οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν 141 μεραρχίες ταυτόχρονα εναντίον της Ολλανδίας, του Βελγίου και της Γαλλίας, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Γκερτ φον Ρούντστετ. Η Γερμανία είχε κινητοποιήσει 4.200.000 άνδρες, 1.000.000 της Λούφτβαφφε, 180.000 του Ναυτικού και 100.000 των Ες-Ες. Αντίστοιχα, κατά την εισβολή στην Πολωνία, τη Δανία και τη Νορβηγία, ο στρατός είχε διαθέσει 3.000.000 άνδρες. Οι γερμανικές δυνάμεις στη Δύση τον Μάιο και τον Ιούνιο ανέπτυξαν 2.439 άρματα και 7.378 πυροβόλα.[25] Ο γερμανικός στρατός απείχε πολύ από το να είναι πλήρως μηχανοκίνητος. Μόλις το 10% του στρατού ήταν μηχανοκίνητο το 1940 και μπορούσε να συγκεντρώσει μόνο 120.000 οχήματα, σε σύγκριση με τα 300.000 του γαλλικού στρατού.[26] Ο κύριος όγκος των γερμανικών μεταφορών διεξαγόταν από οχήματα ιπποκίνητα.[27] Μόνο το 50% των γερμανικών μεραρχιών που ήταν διαθέσιμες το 1940, ήταν έτοιμες για μάχη κι αυτές συχνά ήταν χειρότερα εξοπλισμένες από τα αντίστοιχα βρετανικά και γαλλικά στρατεύματα ή ακόμα και τον γερμανικό στρατό του 1914.[28] Την άνοιξη του 1940 ο γερμανικός στρατός είχε εξελιχθεί μερικώς. Ένας μικρός αριθμός από τα καλύτερα εξοπλισμένα τμήματα χωρίστηκε σε δυο ή τρία τμήματα. Οι γερμανικές δυνάμεις στηρίχθηκαν στον συνδυασμό των ταχύτατων τεθωρακισμένων μεραρχιών τους και της υποστήριξής τους από την αεροπορία. Η διάβαση του Μεύση από τον Γκουντέριαν θα ήταν αδύνατη, αν δεν είχε προηγηθεί η εξουδετέρωση του γαλλικού πυροβολικού από τον τρίτο αεροπορικό στόλο (Luftflotte 3) του πτέραρχου Χούγκο Σπέρλε.

Όπως προαναφέρθηκε, οι Γάλλοι παρέταξαν στις αμυντικές τους θέσεις 72 μεραρχίες, υπό την ανώτατη διοίκηση του στρατηγού Μορίς Γκαμελέν. Οι Γάλλοι παρέταξαν 117 μεραρχίες, εκ των οποίων οι 104 (11 εξ αυτών σε εφεδρεία) προορίζονταν για την άμυνα του Βορρά[εκκρεμεί παραπομπή]. Οι Βρετανοί συνέβαλαν με 13 μεραρχίες του Εκστρατευτικού Σώματος, εκ των οποίων οι 3 δεν είχαν εκπαιδευτεί καταλλήλως και ήταν πλημμελώς εξοπλισμένες. Επίσης υπήρχαν 22 βελγικές μεραρχίες, 10 ολλανδικές και 2 πολωνικές. Η βρετανική δύναμη πυροβολικού ανερχόταν σε 1.280 πυροβόλα, το Βέλγιο συγκέντρωσε 1.338, οι Ολλανδοί 656 και οι Γάλλοι 10.700, συνολικά 14.000 πυροβόλα, ποσοστό 45% μεγαλύτερο από το σύνολο των γερμανικών. Ο γαλλικός στρατός ήταν επίσης περισσότερο μηχανοκίνητος από τον αντίπαλό του. Αν και οι Βέλγοι, οι Βρετανοί και οι Ολλανδοί είχαν λίγα άρματα μάχης, οι Γάλλοι είχαν 3.254 άρματα, δηλαδή περισσότερα από τα γερμανικά.[29][30] Σύμφωνα με τις σύγχρονες εκτιμήσεις, αυτό που δεν διέθεταν ήταν διοικητική συνοχή και ευρύτητα πνεύματος στην ηγεσία τους. Χαρακτηριστικά, ο Ραϊμόν Καρτιέ αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια των μαχών «τα άρματα καταντούν φύλακες διαβάσεων». Είναι γεγονός ότι η γαλλική στρατιωτική ηγεσία αιφνιδιάστηκε ολοσχερώς από την εφαρμογή του κεραυνοβόλου πολέμου.[31]


Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΉ ΕΠΊΘΕΣΗ

Η επιχείρηση ξεκίνησε το βράδυ της 9ης Μαΐου 1940. Στις 21:00 μεταδόθηκε σε όλα τα στρατιωτικά τμήματα ο κωδικός της επιχείρησης "Danzig". Το απόρρητο της επιχείρησης ήταν τόσο υψηλό, ώστε πολλοί αξιωματικοί λόγω των συνεχών καθυστερήσεων ήταν μακριά από τις μονάδες τους όταν στάλθηκε η εντολή να ξεκινήσουν.[32] Οι γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν σχεδόν απροκάλυπτα το Λουξεμβούργο.[33] Κατά τη διάρκεια της νύχτας, η ομάδα στρατιών Β ξεκίνησε ταυτόχρονα την επίθεση στις Κάτω Χώρες και το Βέλγιο, ενώ το πρωί της 10ης Μαΐου οι αλεξιπτωτιστές από τις μεραρχίες 7η Flieger και 22nd Luftlande (υπό τον Κουρτ Στουντέντ) προσγειώθηκαν στη Χάγη, στο Ρότερνταμ και στο βελγικό φρούριο Εμπέν-Εμάλ, για να διευκολύνουν την προώθηση της στρατιάς Β.[34] Η γαλλική διοίκηση αντέδρασε αμέσως, στέλνοντας την 1η Ομάδα στρατού προς βορρά, σύμφωνα με το Σχέδιο Δ. Αυτή η κίνηση αποδιοργάνωσε τις δυνάμεις των Γάλλων, εξαντλώντας τα αποθέματα καυσίμων τους. Όταν η γαλλική 7η Στρατιά πέρασε τα ολλανδικά σύνορα, βρήκε τους Ολλανδούς σε πλήρη υποχώρηση και αποσύρθηκε στο Βέλγιο για να προστατεύσει την Αμβέρσα.[35] Οι πολίτες του Βελγίου, της Ολλανδίας, του Λουξεμβούργου αλλά και των πόλεων της βόρειας και ανατολικής Γαλλίας άρχισαν να απομακρύνονται από τις πόλεις κατευθυνόμενοι αρχικά προς το Παρίσι και στη συνέχεια προς το νότο της Γαλλίας στη μεγαλύτερη μαζική μετακίνηση πληθυσμών του 20ού αιώνα, που αναφέρεται ως Έξοδος του 1940 στη Γαλλία.[36]


ΕΙΣΒΟΛΉ ΣΤΗΝ ΟΛΛΑΝΔΊΑ

Στην Ολλανδία η πρωτεύουσα Χάγη και ο συγκοινωνιακός κόμβος της, το Ρότερνταμ, δέχτηκαν επίθεση από αλεξιπτωτιστές, ενώ παράλληλα εκδηλωνόταν εισβολή στα ανατολικά σύνορά της, με σκοπό να αποπροσανατολίσουν την ολλανδική άμυνα. Στην επιχείρηση χρησιμοποιήθηκαν 4.000 αλεξιπτωτιστές, συγκροτημένοι σε 5 τάγματα, με υποστήριξη μιας ελαφράς μεραρχίας πεζικού.[37] Η Λούφτβαφφε είχε την αεροπορική υπεροχή έναντι των Κάτω Χωρών με 247 μεσαία βομβαρδιστικά, 147 μαχητικά, 424 μεταγωγικά Junkers Ju 52 και 12 υδροπλάνα Heinkel He 59 που συμμετείχαν σε επιχειρήσεις σε όλη την Ολλανδία. Η Ολλανδική Πολεμική Αεροπορία (Militaire Luchtvaartafdeling, ML), είχε δύναμη 144 αεροσκαφών, τα μισά από τα οποία καταστράφηκαν την πρώτη ημέρα. Η υπόλοιπη πολεμική αεροπορία ήταν διασκορπισμένη και εκτέλεσε μόλις 332 πτήσεις, χάνοντας 110 αεροσκάφη.[38]

Οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν τις γέφυρες (Ρότερνταμ, Ντόρντρεχτ, Μούρντεϊκ) από όπου θα περνούσαν οι γερμανικές δυνάμεις. Σύμφωνα με κατοπινή μαρτυρία του Στρατηγού Στουντέντ, η αποστολή κατάληψης των γεφυρών είχε πλήρη επιτυχία, με μόνο 180 νεκρούς. Ο ίδιος μάλιστα τραυματίστηκε σοβαρά από αδέσποτη σφαίρα.[39] Η γερμανική 18η στρατιά εξασφάλισε όλες τις στρατηγικής σημασίας γέφυρες κατά τη διάρκεια της Μάχης του Ρότερνταμ. Μια επιχείρηση που οργανώθηκε ξεχωριστά από τη Λούφτβαφφε, η Μάχη για τη Χάγη, απέτυχε.[40] Τα αεροδρόμια που περιέβαλαν την πόλη (Ypenburg, Ockenburg και Valkenburg) καταλήφθηκαν, αλλά πολλά αεροσκάφη χάθηκαν και ο ολλανδικός στρατός ανακατέλαβε τα αεροδρόμια μέχρι το τέλος της ημέρας.[41][40] Η αεροπορική επιχείρηση κόστισε επίσης το 50% των Γερμανών αλεξιπτωτιστών, δηλαδή 4.000 άνδρες, το 20% υπαξιωματικών και το 42% των αξιωματικών της, ενώ 1.200 αιχμάλωτοι πολέμου μεταφέρθηκαν στη Βρετανία.[42]Η επίθεση των Γερμανών στα σύνορα της Ολλανδίας ανάγκασε τους Γάλλους να προχωρήσουν προς τα εμπρός σύμφωνα με το σχέδιό τους (σxέδιο D), αφήνοντάς τους εκτεθειμένους σε κυκλωτική κίνηση της 18ης γερμανικής Στρατιάς.[43]

Η γαλλική 7η Στρατιά απέτυχε να απωθήσει τις γερμανικές τεθωρακισμένες ενισχύσεις. Στα ανατολικά, μετά τη Μάχη του Grebbeberg, στην οποία απέτυχε η ολλανδική αντεπίθεση, οι Ολλανδοί υποχώρησαν από τη γραμμή Grebbe. Ο Ολλανδικός Στρατός παραδόθηκε το βράδυ της 14ης Μαΐου, μετά τον βομβαρδισμό του Ρότερνταμ από τη Λούφτβαφφε, κατά τον οποίο καταστράφηκε το κέντρο της πόλης, πράξη που παραμένει αμφιλεγόμενη. Ο Ολλανδικός Στρατός θεώρησε ότι η στρατηγική του κατάσταση είχε καταστεί απελπιστική και φοβόταν την περαιτέρω καταστροφή των ολλανδικών πόλεων. Το έγγραφο της συνθηκολόγησης υπεγράφη στις 15 Μαΐου. Σύμφωνα με τον Κουρτ Στουντέντ ο Χίτλερ έδωσε αυστηρές οδηγίες για τη σωματική ακεραιότητα της βασίλισσας Βιλελμίνης της Ολλανδίας, η οποία ήταν δημοφιλής σε όλο τον κόσμο.[44] Οι ολλανδικές δυνάμεις συνέχισαν τις μάχες στη Μάχη της Ζηλανδίας (όπου είχε εισέλθει ο γαλλικός στρατός) και στις αποικίες, ενώ η Βιλελμίνη της Ολλανδίας εγκατέστησε εξόριστη κυβέρνηση στη Βρετανία.[45]


ΕΙΣΒΟΛΉ ΣΤΟ ΒΈΛΓΙΟ

Οι Γερμανοί εδραίωσαν την αεροπορική υπεροχή τους στο Βέλγιο, έχοντας ολοκληρώσει διεξοδικά την αναγνωριστική φωτογράφιση και κατέστρεψαν αρκετά αεροσκάφη εντός των πρώτων 24 ωρών από την εισβολή. Οι Βέλγοι επιχείρησαν 77 αποστολές, αλλά αυτό συνέβαλε ελάχιστα στην αεροπορική μάχη. Ως αποτέλεσμα η Λούφτβαφφε είχε την υπεροχή των ουρανών στις Κάτω Χώρες. Επειδή η σύνθεση της ομάδας στρατιών Β ήταν τόσο αδύναμη σε σύγκριση με τα προηγούμενα σχέδια, η επίθεση της 6ης στρατιάς κινδύνευε να ατονήσει, καθώς η βελγική άμυνα στην διώρυγα του Αλβέρτου ήταν πολύ ισχυρή. Η κύρια διαδρομή προσέγγισης εμποδιζόταν από το οχυρό Εμπέν-Εμάλ, ένα μεγάλο φρούριο που έλεγχε τη διασταύρωση του Μεύση και της διώρυγας του Αλβέρτου.[46][47] Η καθυστέρηση ενδέχετο να θέσει σε κίνδυνο την έκβαση ολόκληρης της εκστρατείας, διότι ήταν πιθανό να επιτεθεί το κύριο σώμα των συμμαχικών στρατευμάτων πριν η Ομάδα Στρατιών Β προλάβει να δημιουργήσει προγεφύρωμα. Για να ξεπεράσουν αυτή τη δυσκολία, οι Γερμανοί κατέφυγαν σε μη συμβατικά μέσα, προκειμένου να εξουδετερώσουν το Εμπέν-Εμάλ. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Μαΐου ανεμόπτερα DFS 230 προσγειώθηκαν στην κορυφή του οχυρού, αποβίβασαν ομάδα 78 καταδρομέων υπό την οργάνωση του Γερμανού υπολοχαγού Ρούντολφ Βίτσιγκ και κατάφεραν να καταστρέψουν τα κύρια πυροβόλα με εκρηκτικά. Η αποστολή ήταν τόσο επιτυχημένη, που οι απώλειες των Γερμανών ήταν μόλις 6 νεκροί και 21 τραυματίες, καταφέρνοντας να κρατήσουν υπό έλεγχο τους 1.200 στρατιώτες της φρουράς για 24 ώρες, ώσπου να καταφθάσουν ισχυρότερες δυνάμεις.[48] Οι γέφυρες πάνω από το κανάλι καταλήφθηκαν από Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Οι Βέλγοι ξεκίνησαν ισχυρές αντεπιθέσεις που διαλύθηκαν από τη Λούφτβαφφε. Παρόμοιες επιχειρήσεις κατά των γεφυρών της Ολλανδίας, όπως στο Μάαστριχτ, απέτυχαν. Όλες καταστράφηκαν από τους Ολλανδούς και μόνο μία σιδηροδρομική γέφυρα είχε καταληφθεί. Αυτό καθυστέρησε τη γερμανική προέλαση στην ολλανδική επικράτεια.[49][50]

Οι Γάλλοι ήταν πεπεισμένοι ότι η βελγική αντίσταση θα τους έδινε αρκετές εβδομάδες χρόνο ώστε να προετοιμάσουν μια αμυντική γραμμή κοντά στην πόλη Ζαμπλού (Gembloux). Όταν ξεκίνησε η XVI Panzerkorps του Έριχ Χέπνερ, προς την κατεύθυνση του Ζαμπλού, αυτό φαινόταν να επιβεβαιώνει τις προσδοκίες της Γαλλικής Ανώτατης Διοίκησης ότι αυτό ήταν το γερμανικό κεντρικό σημείο επίθεσης. Το Ζαμπλού βρισκόταν μεταξύ Βάβρ (Wavre) και Ναμύρ, σε επίπεδη περιοχή, ιδανική για αρματομαχίες. Για να κερδίσει χρόνο για να σκάψει εκεί, ο Ρενέ Πριού (Rene Prioux), που διοικούσε το ιππικό σώμα της γαλλικής 1ης Στρατιάς, έστειλε την 2η και 3η Ελαφρά Μηχανοκίνητη Μεραρχία (1η και 2η DLM) προς τη γερμανική δύναμη στο Ανούτ, ανατολικά του Ζαμπλού. Θα παρείχαν ένα προπέτασμα για να καθυστερήσουν οι Γερμανοί και να δοθεί αρκετός χρόνος στην 1η στρατιά να προετοιμαστεί. [51]

Κατά την διάρκεια της Μάχης της Ανούτ (12-13 Μαΐου), μίας από τις μεγαλύτερες αρματομαχίες, συμμετείχαν περίπου 1.500 τεθωρακισμένα οχήματα μάχης. Οι Γάλλοι χτύπησαν περίπου 160 γερμανικά άρματα,[52] όμως οι Γερμανοί ήταν αυτοί που κρατούσαν το πεδίο της μάχης όταν αποχώρησαν οι Γάλλοι. Η καθαρή γερμανική απώλεια ανερχόταν σε 20 άρματα της 3ης μεραρχίας Πάντσερ και 29 της 4ης Μεραρχίας.[53] Ο Γάλλος Πριού είχε επιτύχει τον τακτικό και επιχειρησιακό στόχο του, να καθυστερήσει τα γερμανικά άρματα μέχρι να προετοιμαστεί η 1η γαλλική Στρατιά.[54][55] Η γερμανική δύναμη είχε εμπλακεί με την 1η γαλλική Στρατιά στα βόρεια του Σεντάν ο οποίος ήταν και ο σημαντικότερος στόχος του Γερμανού στρατηγού, Χέπνερ. Στις 14 Μαΐου, ο Χέπνερ, αφού ανακόπηκε στο Ανούτ, επιτέθηκε και πάλι, στη μάχη του Ζαμπλού. Αυτή ήταν η μόνη περίπτωση κατά την οποία τα γερμανικά άρματα επιτέθηκαν κατά οχυρωμένης θέσης, στη διάρκεια της εκστρατείας. Η 1η Μαροκινή Μεραρχία πεζικού απέκρουσε την επίθεση και άλλα 42 γερμανικά άρματα της 4ης μεραρχίας Πάντσερ καταστράφηκαν, ενώ 26 αποσύρθηκαν. Η δεύτερη γαλλική επιτυχία δεν είχε αποτέλεσμα λόγω των γεγονότων που συνέβησαν αργότερα πιο νότια, στο Σεντάν.[56]


ΚΕΝΤΡΙΚΌ ΜΈΤΩΠΟ

ΑΡΔΈΝΝΕΣ

Στις Αρδέννες οι οχυρωμένες θέσεις των συμμάχων δεν είχαν αποπερατωθεί και αυτό το γνώριζαν οι Γερμανοί από τις αεροφωτογραφίες της Υπηρεσίας Πληροφοριών τους. Η πρόοδος της ομάδας στρατιών Α επρόκειτο να καθυστερήσει από το βελγικό μηχανοκίνητο πεζικό και τα γαλλικά μηχανοκίνητα τμήματα ιππικού (DLC, Divisions Légères de Cavalerie) που προχωρούσαν στις Αρδέννες. Η κύρια αντίσταση προήλθε από το Βελγικό 1ο Chasseurs Ardennais, το 1ο τμήμα του ιππικού που ενισχύθηκε από το μηχανικό σώμα και τη γαλλική 5η Μεραρχία Légère de Cavalerie (5η DLC).[57] Τα βελγικά στρατεύματα μπλόκαραν τους δρόμους, με σκοπό να συγκρατήσουν το 1ο τάγμα Πάντσερ στο Bodange για περίπου οκτώ ώρες, στη συνέχεια αποχώρησαν προς τα βόρεια πολύ γρήγορα για τους Γάλλους, που έχασαν το έρεισμα και δεν είχαν φτάσει και τα εμπόδιά τους αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά, καθώς το γερμανικό Μηχανικό τα κατέστρεψε. Δεν είχαν επαρκή αντιαρματικά ικανά να εμποδίσουν τον εκπληκτικά μεγάλο αριθμό γερμανικών αρμάτων και αποσύρθηκαν πίσω από το Μεύση. Ο Γερμανός στρατηγός Κλάιστ είχε περισσότερα από 41.140 οχήματα, τα οποία μπορούσαν να διαλέξουν μόνο τέσσερις διαδρομές πορείας στις Αρδέννες.[58] Τα γαλλικά αναγνωριστικά είχαν αναφέρει την γερμανική δύναμη τη νύχτα της 10/11 Μαΐου, αλλά αυτό θεωρήθηκε δευτερεύον της κύριας επίθεσης στο Βέλγιο. Την επόμενη νύχτα ένας πιλότος αναγνωριστικού ανέφερε ότι είχε δει μεγάλες φάλαγγες οχημάτων κινούμενες χωρίς φώτα και ένας άλλος πιλότος που εστάλη να ελέγξει ανέφερε το ίδιο και ότι πολλά από τα οχήματα ήταν άρματα. Στις 12 Μαϊου καταλήφθηκε το Μπουϊγιόν και οι Γάλλοι υποχώρησαν. Αργότερα εκείνη την ημέρα η φωτογραφική αναγνώριση και οι αναφορές των πιλότων ήταν για άρματα και εξοπλισμό γεφύρωσης και στις 13 Μαΐου ο Κλάιστ προκάλεσε κυκλοφοριακή συμφόρηση περίπου 250 χλμ. (160 μίλια) από τον Μεύση έως τον Ρήνο σε μια διαδρομή. Αν σε εκείνη την περίπτωση επιτίθετο η συμμαχική αεροπορία θα κατάφερνε στους Γερμανούς ένα καίριο πλήγμα. Τα γαλλικά βομβαρδιστικά επιτέθηκαν στους Γερμανούς στο βόρειο Βέλγιο κατά τη διάρκεια της Μάχης του Μάαστριχτ με μεγάλες απώλειες. Σε δύο ημέρες η γαλλική αεροπορική δύναμη είχε μειωθεί από 135 σε 72 αεροπλάνα[εκκρεμεί παραπομπή].[59]

Στις 11 Μαΐου ο Μωρίς Γκαμελέν διέταξε να ενισχυθεί ο τομέας του Μεύση. Λόγω του κινδύνου από την Λούφτβαφφε, η κίνηση στο σιδηροδρομικό δίκτυο περιοριζόταν κατά τη διάρκεια της νύχτας επιβραδύνοντας την ενίσχυση, αλλά οι Γάλλοι δεν βιάζονταν, καθώς πίστευαν ότι η συσσώρευση γερμανικών δυνάμεων θα ήταν αντίστοιχα αργή. Ενώ γνώριζαν ότι οι γερμανικοί σχηματισμοί αρμάτων και πεζικού ήταν ισχυροί, ήταν σίγουροι για την ισχυρή τους οχύρωση και την υπεροχή του πυροβολικού τους. Οι δυνατότητες των γαλλικών μονάδων στην περιοχή ήταν αμφίβολες. Συγκεκριμένα το πυροβολικό τους σχεδιάστηκε για την καταπολέμηση του πεζικού και είχε ελλείψεις σε αντιαεροπορικό πυροβολικό και αντιαρματικά όπλα.[60] Οι γερμανικές δυνάμεις έφτασαν στη γραμμή του Μεύση αργά το απόγευμα της 12ης Μαΐου. Για να μπορέσει να περάσει η καθεμία από τις τρεις στρατιές της Ομάδας Στρατιών Α, έπρεπε να δημιουργηθούν τρεις γεφυρώσεις, στο Σεντάν στα νότια, στο Μοντερμέ (Monthermé) στα βορειοδυτικά και στο Ντινάν (Dinant) προς τα βόρεια.[61][62]

Έγινε και εδώ ότι είχε γίνει στην Πολωνία και το Βέλγιο. Ισχυρές γερμανικές μεραρχίες τεθωρακισμένων, υποβοηθούμενες από τους σφοδρούς βομβαρδισμούς των στούκας, διασπούσαν τις γραμμές των αντιπάλων και τις αχρήστευαν. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε ρήγμα μεταξύ Ναμύρ και Σεντάν σε μήκος 160 χλμ., από όπου οι Γερμανοί πέρασαν ανενόχλητοι. Το Σεντάν έγινε για δεύτερη φορά το σύμβολο της γαλλικής πολεμικής αποτυχίας.


ΜΆΧΗ ΤΟΥ ΣΕΝΤΆΝ ΚΑΙ Η ΠΤΏΣΗ ΤΟΥ ΜΕΎΣΗ

Πλέον τα γερμανικά στρατεύματα, που είχαν καταλάβει ολόκληρο το Βέλγιο, βρήκαν ελεύθερη διάβαση και η Γραμμή Μαζινό είχε παρακαμφθεί. Το πρωί της 13ης Μαΐου η 71η μεραρχία πεζικού διείσδυσε στα ανατολικά του Σεντάν, επιτρέποντας στην γαλλική 55η μεραρχία πεζικού να περιορίσει το μέτωπό της κατά ένα τρίτο και να εμβαθύνει τη θέση της πάνω από 10 χλμ. Όταν οι γερμανικές δυνάμεις έφτασαν στα υψώματα του Μεύση έμειναν έκπληκτοι από την ανεπαρκή οχύρωση των Γάλλων, καθώς υπήρχαν διασκορπισμένα λίγα φυλάκια με μικρές φρουρές. Οι μεγάλες οχυρώσεις που ανέμεναν να δούν οι Γερμανοί ήταν ανύπαρκτες. Ο Γκουντέριαν πέρασε με ταχύτητα τα γαλλικά σύνορα μέσα από τις Αρδέννες. Στις 13 Μαΐου ο Κλάιστ προέλασε στις τρεις διασταυρώσεις κοντά στο Σεντάν, με την 1η, 2η και 10η μεραρχία Πάντσερ, συνεπικουρούμενες από το σύνταγμα πεζικού «Γκρόσντοϊτσλαντ» (Großdeutschland). Οι Γερμανοί συγκέντρωσαν εκεί το μεγαλύτερο μέρος της αεροπορικής τους δύναμης (καθώς δεν είχαν πυροβολικό), ώστε να διαρρήξουν το γαλλικό μέτωπο.[62]Η Λούφτβαφφε επιτέθηκε με 300 εξόδους κατά των γαλλικών θέσεων[εκκρεμεί παραπομπή]. [63] Συνολικά 3.940 αποστολές έγιναν από εννέα σμήνη.[64] Ορισμένες από τις οχυρωματικές θέσεις ήταν άθικτες και οι φρουρές απέκρουσαν τις προσπάθειες της 2ης και 10ης μεραρχίας Πάντσερ. Το γερμανικό πεζικό με κόστος μερικών εκατοντάδων θυμάτων εισχώρησε μέχρι και 8 χλμ. στη γαλλική αμυντική ζώνη μέχρι τα μεσάνυχτα.[65]

Η αταξία στο πεδίο της μάχης που δημιουργήθηκε στο Σεντάν και στο Σεν-Μένζ απλώθηκε στις γαλλικές γραμμές. Στις 13 Μαΐου τα στρατεύματα του 295ου Συντάγματος της 55ης μεραρχίας πεζικού, που κρατούσαν την τελευταία αμυντική γραμμή στην ράχη Bulson, 10 χλμ. πίσω από τον ποταμό, πανικοβλήθηκαν από φήμες ότι τα γερμανικά άρματα θα τους επιτίθονταν στα νώτα τους και λιποτάκτησαν. Οι 4 γαλλικές μεραρχίες κρατούσαν ένα μέτωπο μήκους 65 χιλιομέτρων με ανεπαρκή εξοπλισμό και αντιαρματικά, ενώ οι άντρες ήταν παλιάς κλάσης και οι περισσότεροι ηλικιωμένοι.[66][67] Αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης στο Σεντάν, ο στρατηγός Gaston-Henri Billotte, διοικητής της γαλλικής 1ης στρατιάς, της οποίας η δεξιά πλευρά βρισκόταν στο Σεντάν, πρότεινε να καταστραφούν οι γέφυρες του Μεύση από την αεροπορία. Εκείνη τη μέρα η αεροπορία προσπάθησε με κάθε διαθέσιμο βομβαρδιστικό να καταστρέψει τις τρεις γέφυρες, αλλά έχασε περίπου το 44% της δύναμης της χωρίς κανένα αποτέλεσμα.[68][69]Στις 15 Μαΐου ο Γκουντέριαν συνέχισε με την 1η τεθωρακισμένη μεραρχία βόρεια σε αναζήτηση ενός αδύναμου σημείου, αλλά τον σταμάτησε η διαταγή παύσης της προέλασης. Επικοινώνησε με τον Κλάιστ και εκείνος του έδωσε την άδεια για ελευθερία κινήσεων μόνο για 24 ώρες. Την νύχτα της 16ης Μαΐου είχε καταφέρει να εισχωρήσει 80 χιλιόμετρα μέσα στην άμυνα των Γάλλων κοντά στην Μάγχη και είχε φτάσει στο Ουάζ. Εκεί τον σταμάτησε μια δεύτερη διαταγή από τον Χίτλερ.[70] Μετά την παύση οι γερμανικές δυνάμεις έστρεψαν την δύναμη τους προς τα δυτικά με μεγάλη ταχύτητα. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή συνελήφθη ο Γάλλος στρατηγός Ζιρό της 6ης Γαλλικής στρατιάς, της οποίας μόλις είχε αναλάβει την ηγεσία. Λίγο αργότερα οι δυνάμεις του Κλάιστ βρέθηκαν στα μετόπισθεν του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος.


Η ΠΑΡΆΔΟΣΗ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΉΣ ΜΑΖΙΝΌ

Οι οχυρώσεις της γραμμής Μαζινό ήταν στατικές, δεν επέτρεπαν καμία κίνηση και κανέναν ελιγμό. Οι Γερμανοί την παρέκαμψαν και η εισβολή έγινε από το Σεντάν στις 10 Μαΐου 1940, κοντά στη Βελγική μεθόριο, πέρα από τη γραμμή Μαζινό. Υπήρχε μόνο ένα οχυρωμένο φυλάκιο, το οποίο κατελήφθη εύκολα από μία μονάδα Μηχανικού, ύστερα από ισχυρό μπαράζ πυροβολικού και αφού όλοι οι υπερασπιστές του έπεσαν νεκροί. Οι Γερμανοί παρέκαμψαν την υπόλοιπη γραμμή, η γερμανική αεροπορία επιχειρούσε εναντίον της, ενώ τα γαλλικά στρατεύματα, κλεισμένα στα οχυρά τους, δεν μπορούσαν να μετακινηθούν και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις μηχανοκίνητες και θωρακισμένες μεραρχίες των Γερμανών.[74]

Η στατική άμυνα των Γάλλων έναντι της μηχανοκίνητης πορείας των γερμανικών δυνάμεων έφερε το αποτέλεσμα της στρατιωτικής κατάρρευσης της Γαλλίας. Καθώς η γραμμή ήταν περικυκλωμένη, ο γερμανικός στρατός επιτέθηκε σε κάποια οχυρά της, από την εσωτερική πλευρά των γαλλικών συνόρων, τα αποτελέσματα όμως της επίθεσής του ήταν πενιχρά, καθώς απέτυχε να καταλάβει οποιαδήποτε σημαντική οχύρωση. Η γραμμή Μαζινό παρέμεινε απόρθητη[75], οι οχυρώσεις της άθικτες και αρκετοί διοικητές των οχυρών ήταν έτοιμοι να εξαπολύσουν επιθέσεις. Στις 21 Ιουνίου οι Ιταλοί κινήθηκαν σε όλο το αλπικό μέτωπο, με την κύρια επίθεση στον βόρειο τομέα και μια δευτερεύουσα κατά μήκος της ακτής. Διέσχισαν λίγα μίλια στο γαλλικό έδαφος ενάντια σε ισχυρή αντίσταση. Η παράκτια πόλη Μεντόν ήταν η πιο σημαντική κατάκτηση.[6] Στις 14 Ιουνίου καταλήφθηκε το Παρίσι και η γαλλική κυβέρνηση εξαναγκάσθηκε σε ανακωχή, η οποία υπογράφηκε στις 22 Ιουνίου στην πόλη Κομπιέν, εκεί που είχε υπογραφτεί η ανακωχή του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Ο Μαξίμ Βεϊγκάν υπέγραψε την παράδοση και οι φρουρές των οχυρών της γραμμής Μαζινό χωρίς να πολεμήσουν διατάχθηκαν να αποχωρήσουν από τα οχυρά και μεταφέρθηκαν σε καταυλισμούς αιχμαλώτων πολέμου.[76]


ΤΟ ΤΈΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΈΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΏΣ ΤΟΥ ΒΙΣΎ

Κύριο λήμμα: Γαλλία του Βισύ

Οι γερμανικές φάλαγγες Πεζικού μπήκαν στο Παρίσι στις 14 Ιουνίου 1940. Ο στρατάρχης Πεταίν, που είχε αναλάβει την κυβέρνηση, ζήτησε διαπραγματεύσεις και στις 16 Ιουνίου 1940 υπέγραψε με τους εκπροσώπους του Ράιχ συνθήκη,[77]Σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή ο γαλλικός στρατός θα αφοπλιζόταν, ενώ ο γαλλικός στόλος θα παρέμενε κλεισμένος μέσα στους ναυστάθμους, χωρίς όμως να παραδοθεί.[78] Χαρακτηριστική είναι η καταβύθιση του γαλλικού στόλου της Μεσογείου, ο οποίος καταστράφηκε από τους Βρετανούς στις 3 Ιουλίου 1940 στον λιμένα Μερς Ελ Κεμπίρ, σκοτώνοντας 1297 Γάλλους, λόγω της ανησυχίας που είχε ο Ουίνστων Τσώρτσιλ ότι υπήρχε ενδεχόμενο ο γαλλικός στόλος να συνεργαστεί με τις δυνάμεις του Άξονα. Χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη απάνθρωπη απόφαση του Τσώρτσιλ,[79] κάνοντας το Μερς Ελ Κεμπίρ περισσότερο γνωστό. Σημειώνεται ότι στην επίθεση αυτή τα γαλλικά πλοία ήταν πρυμνοδετημένα και εκτός επιχειρησιακής ετοιμότητας.[80]

Κάθε οργανωμένη αντίσταση στη Γαλλία σταμάτησε, η χώρα χωρίστηκε σε Κατεχόμενη ζώνη στο βορρά και μη κατακτημένη περιοχή στο νότο, την Ελεύθερη ζώνη με Κυβέρνηση του Βισύ. Με αυτό τον τρόπο ικανοποιήθηκε το αίσθημα ρεβανσισμού που είχαν οι Γερμανοί από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Στις 22 Ιουνίου υπογράφηκε στην Κομπιέν η δεύτερη ανακωχή μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Η κυβέρνηση του Βισύ υπό την ηγεσία του στρατάρχη Πεταίν αντικατέστησε την Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία και η Γερμανία κατέλαβε τις βόρειες και δυτικές ακτές της Γαλλίας και την ενδοχώρα τους. Η Ιταλία ανέλαβε τον έλεγχο μιας μικρής εδαφικής ζώνης στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας και το καθεστώς του Βισύ διατηρούσε την περιοχή στο νότο, γνωστή ως Ελεύθερη Ζώνη.

Ο Σαρλ ντε Γκωλ, ως υφυπουργός[εκκρεμεί παραπομπή] Εθνικής Άμυνας από το Λονδίνο που είχε καταφύγει κατά τη διάρκεια της ανακωχής, εξέδωσε την ανακοίνωση στις 18 Ιουνίου. Με αυτήν αρνήθηκε να αναγνωρίσει την κυβέρνηση Βισύ ως νόμιμη και ξεκίνησε το έργο της οργάνωσης των ελεύθερων γαλλικών δυνάμεων.[81]


ΠΟΛΕΜΙΚΈΣ ΑΠΏΛΕΙΕΣ

ΑΠΏΛΕΙΕΣ ΤΟΥ ΆΞΟΝΑ

• Οι γερμανικές απώλειες είναι δύσκολο να προσδιοριστούν, οι πιθανότεροι αριθμοί αναφέρουν 27.074 νεκρούς, 111.034 τραυματίες και 18.384 αγνοούμενους.[82] Η μάχη για τη Γαλλία είχε κοστίσει στην Λούφτβαφφε το 28% της δύναμης της περίπου 1.236-1.428 αεροσκάφη. Καταστράφηκαν 1.129 σε επιχειρήσεις εναντίον του εχθρού και 299 σε διάφορα ατυχήματα. Επιπλέον 323-488 υπέστησαν ζημιές, 225 σε επιχειρήσεις κατά του εχθρού και 263 σε διάφορα ατυχήματα, καθιστώντας το 36% της δύναμης της κατεστραμμένο.[83] Οι απώλειες προσωπικού της Λούφτβαφφε ανέρχονται σε 6.653 άνδρες σε 4.417 αεροσκάφη, από αυτούς 1.129 σκοτώθηκαν και 1.930 αναφέρθηκαν αγνοούμενοι ή αιχμάλωτοι, πολλοί από τους οποίους απελευθερώθηκαν από τα γαλλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης μετά τη γαλλική συνθηκολόγηση.[84]

• Οι ιταλικές απώλειες ανήλθαν σε 642 νεκρούς, 2.631 τραυματίες και 616 αγνοούμενους. Περίπου 2.151 άνδρες υπέφεραν από κρυοπαγήματα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας. Οι επίσημοι ιταλικοί αριθμοί καταρτίστηκαν σε μια έκθεση στις 18 Ιουλίου 1940, όταν πολλοί από τους νεκρούς βρίσκονταν ακόμα κάτω από το χιόνι και είναι πιθανό οι περισσότεροι να μην είχαν καταγραφεί. Οι μονάδες που επιχειρούσαν σε πιο δύσκολο έδαφος είχαν υψηλότερες αναλογίες θανάτων και πιθανότατα οι περισσότεροι από τους αγνοούμενους είχαν πεθάνει.[85][86][87]


ΣΥΜΜΑΧΙΚΈΣ ΑΠΏΛΕΙΕΣ

• Σύμφωνα με την γαλλική ιστορική υπηρεσία σκοτώθηκαν 85.310 Γάλλοι (συμπεριλαμβανομένων 5.400 Αράβων από τις (γαλλικές αποικίες), υπήρξαν 120.000 τραυματίες, 12.000 αγνοούμενοι και 1.540.000 αιχμάλωτοι (συμπεριλαμβανομένων 67.400 Αράβων).[88] Πρόσφατες γαλλικές έρευνες όμως δείχνουν ότι ο αριθμός των νεκρών ήταν μεταξύ 55.000 και 85.000[82], ενώ μια δήλωση της Γαλλικής Ιστορικής Υπηρεσίας μειώνει το αριθμό αισθητά.[89] Τον Αύγουστο του 1940 1.540.000 αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στη Γερμανία και περίπου 940.000 παρέμειναν εκεί μέχρι το 1945, όταν απελευθερώθηκαν από τις συμμαχικές δυνάμεις. Τουλάχιστον 3.000 Σενεγαλέζοι δολοφονήθηκαν στην αιχμαλωσία.[90] Στην αιχμαλωσία απεβίωσαν επίσης 24.600 Γάλλοι κρατούμενοι, 71.000 κατάφεραν να δραπετεύσουν και 220.000 απελευθερώθηκαν από την κυβέρνηση του Βισύ. Αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες απελευθερώθηκαν λόγω αναπηρίας και/ή ασθένειας. Οι απώλειες της γαλλικής πολεμικής αεροπορίας υπολογίζονται σε 1.274 αεροσκάφη που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.[91][92] Οι απώλειες γαλλικών αρμάτων ανέρχονται σε 1.749 άρματα (43%), εκ των οποίων 1.669 χάθηκαν στις επιχειρήσεις, 45 από ναρκοπέδια και 35 από επιθέσεις αεροσκαφών.[93]

• Η Βρετανία είχε λιγότερους από 10.000 νεκρούς σε επιχειρήσεις συμπεριλαμβανομένου του πλοίου Λανκάστρια, συνολικό αριθμό απωλειών 68.111 ανδρών, ενώ περίπου 64.000 οχήματα καταστράφηκαν ή εγκαταλείφθηκαν και 2.472 πυροβόλα καταστράφηκαν ή εγκαταλείφθηκαν.[94] Οι απώλειες της RAF στην εκστρατεία από τις 10 Μαΐου έως τις 22 Ιουνίου ανήλθαν σε 931 αεροσκάφη και 1.526 θύματα. Οι Βρετανοί έχασαν επίσης 243 πλοία από βομβαρδισμούς στην Επιχείρηση Ντιναμό, συμπεριλαμβανομένων 8 αντιτορπιλικών και 8 μεταγωγικών πλοίων.[94]

• Οι ολλανδικές απώλειες ανήλθαν σε 2.157 στρατιώτες και αξιωματικούς, 75 αεροπόρους και 125 ναύτες. Επίσης σκοτώθηκαν 2.559 πολίτες.[95]

• Οι βελγικές απώλειες ανέρχονται σε 6.093 νεκρούς και οι τραυματίες ανέρχονται σε 15.850, ενώ περίπου 2.000 αιχμάλωτοι απεβίωσαν στην αιχμαλωσία[96] και περισσότεροι από 500 αγνοούνταν.[97] Το σύνολο αιχμαλώτων ανήλθε σε 200.000 άνδρες και η Βελγική αεροπορία έχασε 112 αεροσκάφη. [98][98][99]

• Οι Πολωνικές απώλειες ήταν περίπου 5.500 νεκροί και τραυματίες, ενώ σχεδόν 13.000 στρατιώτες της 2ης μεραρχίας Πεζικού περιορίστηκαν στην Ελβετία κατά τη διάρκεια του πολέμου και 16.000 έμειναν αιχμάλωτοι.[100]


ΕΠΊΛΟΓΟΣ

Όταν το γαλλικό αμυντικό σύστημα κατέρρευσε στις 15 Μαΐου 1940 και οι μηχανοκίνητες μεραρχίες των Γερμανών πέρασαν το Σεντάν, ο ραδιοφωνικός σταθμός του Βερολίνου ανακοίνωσε ότι ο στρατός και η αεροπορία του Ράιχ είναι έτοιμοι να πλήξουν το νησιωτικό κράτος της Αγγλίας. Η ασφάλεια των βρετανικών νησιών ετίθετο πλέον υπό αίρεση. Στη μάχη της Γαλλίας οι Γερμανοί κατάφεραν με κεραυνοβόλα πλήγματα να εκμηδενίσουν έναν από τους κυριότερους εχθρούς τους και να τον βγάλουν εκτός μάχης. Έτσι η Αγγλία έμενε μόνη στον πόλεμο εναντίον του Άξονα, η γερμανική αεροπορία ετοιμαζόταν να επιτεθεί και στο ίδιο το αγγλικό έδαφος, η Ιταλία ετοιμαζόταν να κάνει εκστρατεία για την κατάκτηση της Αιγύπτου, ενώ η Μάλτα, βάση των Άγγλων προς τη Μέση Ανατολή, βομβαρδιζόταν από το 1940. Η μάχη της Γαλλίας ήταν μια αποφασιστική νίκη των δυνάμεων του Άξονα, μέχρι ο Χίτλερ να δώσει τη διαταγή στην Βέρμαχτ να επιτεθεί στην Σοβιετική Ένωση. πηγη Βικπαιδια

Οι θυσίες μέσα στα κείμενα του Αισχύλου. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος

   Η καθημερινότητα των αρχαίων Ελλήνων ήταν γεμάτη από θυσιαστικές τελετές. Οι άνθρωποι αισθάνονταν ότι επικοινωνούσαν με τους θεούς μέσω των θυσιών που τελούνταν. Με την παράθεση χωρίων από τα έργα του Αισχύλου θα επιχειρήσουμε να αντλήσουμε στοιχεία γι αυτή τη θρησκευτική διαδικασία.


  Της θυσίας προηγούνταν πάντα ο εξαγνισμός του θυσιαζόμενου θύματος. Ο ιερέας σε κάθε περίπτωση έπρεπε να βεβαιώσει ότι το θύμα πληροί τις προϋποθέσεις της αγνότητας. Στις Ευμένιδες ο Ορέστης έχει εξαγνιστεί και δε μολύνει το ξόανο της θεάς. Ο Ορέστης καταφεύγοντας στο ναό ως ικέτης, συναισθάνεται τη μιαρότητα του εξαιτίας του φόνου που έχει διαπράξει, και απευθύνεται στο άγαλμα της Αθηνάς: «Δεν είμαι ικέτης και δεν κάθισα πλάι στο άγαλμα σου έχοντας μολυσμένα τα χέρια μου από φόνο τα χέρια μου.» Ο μητροκτόνος αναζητεί αίμα σφαχτού ώστε να αποκαθάρει τα χέρια του, έτσι λοιπόν αμέσως μετά θα πει: «Ο νόμος προστάζει ένας φονιάς αμίλητος να μένει, ωσότου κάποιος με αίμα γαλαθηνού σφαχτού, που θα χύσει τα χέρια του του τα ξεπλύνει. Από καιρό σ’ άλλα σπίτια πηγαίνοντας έχω εξαγνιστεί και με νερά τρεχούμενα και μ’ αίμα σφαχτών.» Έτσι και με αυτόν τον τρόπο, ο Ορέστης, επιθυμεί να αποκαθαρθεί προκειμένου να ζητήσει την προστασία της θεάς στην Αθήνα.

  Οι θυσίες θα χρησιμεύουν, σύμφωνα με τις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων, για την αντιμετώπιση της ιεροσυλίας. Σε γενικές γραμμές ο ιερόσυλος πρέπει να εγκαταλείψει τη γη του για να μην τη μολύνει: επομένως θα φύγει για μακρινές πόλεις και θα απαιτήσει ως ικέτης, θέτοντας τον εαυτό του υπό την προστασία των θεών, για να ενσωματώσει μια σε νέα κοινότητα ανθρώπων. Το κανάλι της επικοινωνίας με τους θεούς με τους θεούς θα αποκαθίσταται με θυσιαστικές τελετές.

Αναπαράσταση θυσίας σε ερυθρόμορφο αττικό κρατήρα, περ. 420 π.Χ., Λούβρο

  Στις Ευμένιδες ο Απόλλωνας αισθάνεται συνυπεύθυνος και εξίσου μολυσμένος με τον Ορέστη: «Για μάρτυρας του ήρθα εδώ –γιατί σύμφωνα με το νόμο ο άνθρωπος αυτός είναι ικέτης μου και στο ναό κατέφυγε, και εγώ από αυτό το φόνο τον ξέπλυνα- κι ως συνήγορος· έχω ευθύνη εγώ για το φόνο της μάνας του.» Στις Χοηφόρους ο Ορέστης, επίσης, μετά το φόνο της μητέρας του αισθάνεται την ανάγκη του καθαρμού και ο Χορός τον συμβουλεύει προκειμένου να εξαγνιστεί: «Ένας είναι για σένα ο καθαρμός· ο Λοξίας Απόλλωνας, αγγίζοντας σε ελεύθερο απ’ αυτές τις συμφορές θα σε κάνει.» Ο Ορέστης πραγματοποιεί θυσία γουρουνιών για το σκοπό αυτό: « Διότι το αίμα από τα χέρια μου σβήνει και μαραίνεται και το μητροκτόνο μόλυσμα είναι ξεπλυμένο πια. Διότι όσο ήταν νωπό, στο βωμό πάνω του θεού Φοίβου διώχτηκε με καθαρμούς από σφαγή γουρουνιών.» Ο καθαρμός ήταν κάτι πολύ σημαντικό στο πλαίσιο της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας και ιδιαίτερα κατά τη διαδικασία της τέλεσης της θυσίας. Μετά από διωγμό των ιερόσυλων από την πόλη, ακόμη, τελούνταν θυσίες, κάτι τέτοιο συνέβη και στην περίπτωση του Πολυνίκη όταν διώχθηκε από τη Θήβα.

  Ο Ερινύες στις Ευμένιδες όταν μετατρέπονται σε Ευμένιδες θα δέχονται τα σφάγια των θυσιών που θα τελούνται γι αυτές σε καθημερινή βάση. Η θεά Αθηνά θα απευθυνθεί στις Ερινύες λέγοντας τες: «Κοίμισε την πικρή οργή του μαύρου αναβρασμού σου, γιατί θα είσαι πολύτιμη και μ’ εμένα συγκάτοικη. Απ’ αυτή τη μαύρη χώρα έχοντας προσφορές εξαίρετες για τη γέννηση των παιδιών και του γάμου τη χαρά θα ευλογείς πάντοτε το λόγο αυτόν εδώ.»  Πλέον, τα μέχρι πρότινος τέρατα θα δέχονται θυσίες για κάθε γέννηση και γάμο.

  Στους Πέρσες του Αισχύλου, η βασίλισσα Ατόσα, βαδίζει προς το βωμό του Απόλλωνα, ο Χορός την προτρέπει, προκειμένου να προσφέρει θυσίες μετά το κακό όνειρο που είχε δει. Η Ατόσα αποχωρεί για να προσφέρει θυσία, και μετά από ένα φανταστικό λυρικό τραγούδι που θρηνεί τους άντρες που «ξεσκίστηκαν από τα φοβερά κύματα και σφάχτηκαν από τα άφωνα ψάρια της αμόλυντης θάλασσας» επιστρέφει με ενδύματα θλιμμένα χωρίς τη μακρόσυρτη συνοδεία της για να κάνει σπονδή στο Δαρείο. Μετά τη συζήτηση με τον αγγελιοφόρο η βασίλισσα φεύγει από τη σκηνή για να προσφέρει θυσίες στους θεού.

Αττικός μελανόμορφος σκύφος που αποδίδει μία πομπή θυσίας. Ένας άνδρας καθοδηγεί τον ταύρο που πρόκειται να θυσιαστεί, ενώ κάποιος άλλος μεταφέρει έναν αμφορέα.


  Από το μύθο του Προμηθέα γνωρίζουμε  ότι στο τραπέζι της Μηκώνης, στο οποίο συμμετείχαν θεοί και άνθρωποι, ο Προμηθέας λαμβάνει ένα βόδι από το Δία και κρύβει τα καλύτερα κομμάτια του κρέατος. Ο Δίας αντιλαμβάνεται την πράξη του και δίνει ένα κομμάτι στους ανθρώπους που φαίνεται καλύτερο. Με αυτό τον τρόπο τους καταδικάζει στη θνητότητα, και τους σκλαβώνει στην πείνα. Έτσι διαχωρίζονται άνθρωποι και θεοί. Αυτό το διαχωρισμό έκτοτε θα συμβολίζει η διαίρεση των κομματιών της θυσίας. Ο Δίας κρύβει τη φωτιά και ο Προμηθέας την επαναφέρει στους ανθρώπους ώστε ν’ αρχίσουν πάλι να θυσιάζουν ψήνοντας το φαγητό τους.

  Στο έργο Προμηθέας δεσμώτης, μέσα από τους λόγους του Τιτάνα επιβεβαιώνονται τα ανωτέρω. Ο Προμηθέας θα πει στην αρχή του έργου: «εντός νάρθηκος έκρυψα, θηρεύσας, του πυρος την κλαπείσαν πηγήν η οποία διδάσκαλος πάσης τέχνης εις τους ανθρώπους εφάνη, και μέγας πορισμός.» Από την απαρίθμηση των ευεργετημάτων του Προμηθέα στους ανθρώπους, που έκανε προς το Χορό των Ωκεανίδων  πληροφορούμαστε σχετικά με τις θυσίες ότι: «και της χολής και του λόβου την ποικίλην ευμορφίαν · Ως προς την κνίσαν, τα άκρα των σφαγίων και τη μακρά ράχην συγκάλυπτα εις το πυρπαρέδωκα και δύσκολον τέχνην υπέδειξα εις τους θνητούς.» Αξίζει επίσης να προσθέσουμε ότι το γεύμα το οποίο λάμβανε χώρα μετά την τέλεση της θυσίας συμβόλιζε τη συμφιλίωση κα την επικοινωνία ανθρώπων και θεών.

Ο Αισχύος του Ευφορίωνα

  Στις Ευμένιδες, στην αρχή του έργου, η Κλυταιμνήστρα εξαιτίας του κακού ονείρου που είδε, θυσιάζει σιωπηλά στους θεούς. Το γεγονός αυτό το αναφέρει ο Χορός: «Συ όμως, του Τυνδάρεως κόρη, Κλυταιμνήστρα βασίλισσα, ποια ανάγκη; Τι μήνυμα να έχεις; Τι έχοντας ακούσει από ποιο μήνυμα πείστηκες και ολόγυρα θυσία ετοιμάζεις; Όλων των θεών της πόλης μας των ουράνιων, των γήινων, των σπιτιών, της αγοράς, οι βωμοί από τα δώρα φλέγονται·». Όταν επίσης καταφθάνει ο Αγαμέμνονας, η Κλυταιμνήστρα προκειμένου να τον παραπλανήσει, λίγο πριν το φόνο που θα διαπράξει, δηλώνει ότι θα ευχαριστήσει τους θεούς για την επιτυχία του: «Δεν έχω καιρό για χάσιμο έξω από την πόρτα του σπιτιού· Διότι στου παλατιού τη μέση μπρος το βωμό στέκονται για τη σφαγή και τα πρόβατα, που δεν το περίμεναν ποτέ να έχουν τέτοια χάρη.»

 Στις Ικέτιδες ο Αισχύλος μας διδάσκει ότι τα αφιερώματα, μεταξύ αυτών και τα θύματα των θυσιών είναι καλοδεχούμενα αν προέρχονται από άγιους ανθρώπους, έτσι ο απαρτιζόμενος από τις παρθένες κόρες Χορός, θα πει στο βασιλιά: «Αν τον Ικέτη σεβαστείς, είναι ευπρόσδεκτες απ’ τους θεούς οι προσφορές του αγνού ανθρώπου». Κεντρικός άξονας του έργου  είναι η τελετουργία της Ικεσίας, καθώς οι θεοί προστατεύουν τους Ικέτες, ενώ κυρίαρχη αντίληψη θα αποτελέσει η σύγκρουση θεϊκών κανόνων και ανθρώπινων συμφερόντων.

  Στους τελευταίους στίχους των Ευμένιδων οι ιερείς προπομποί καλούν ν’ ακουστεί η ολολυγή κραυγή, που βγάζουν οι γυναίκες όταν το ζώο της θυσίας δέχεται το πρώτο χτύπημα. Η Αθηνά θα φωνάξει: «μέσα στα πανάρχαια άδυτα τις γης με τιμές και θυσίες και τύχη πολυσέβαστες. (κρατήστε σιωπή όλοι μαζί). Σπλαχνικές και με σωστή σκέψη για τη γη ελάτε, σεβαστές θεές, νιώθοντας χαρά στο δρόμο σας απ’ τη φλογόκλαυτη λαμπάδα. (αλαλάξτε τώρα με ψαλμούς)! Οι σπονδές με τις αναμένες λαμπάδες μένουν για πάντα στα σπίτια των πολιτών της Παλλάδας· ο παντεπόπτης Δίας και η μοίρα έτσι τα συμφώνησαν.» Η θυσία συνδέεται άμεσα με τη σπονδή και τον όρκο, η σπονδή ειδικότερα φέρνει σε σύνδεση τους θεούς με τον τελούμενο όρκο.

  Αναφορές σχετικές με τις θυσίες μπορεί κανείς να εντοπίσει και στις Χοηφόρους με το Χορό να αναφέρεται στις θυσίες βοδιών: « Στους θεούς, που τη χώρα αυτή εξουσιάζουν, πάντοτε ας προσφέρουν τιμές μ’ εντόπιες πατροπαράδοτες δαφνωστεφάνωτες θυσίες βοδιών.». Σύμφωνα με τα μέτρα των αρχαίων ο ταύρος ήταν το καταλληλότερο ζώο και αμέσως μετά ακολουθούσε το βόδι. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις θυσιάζονταν μια εκατοντάδα βοδιών και τότε η θυσία ονομάζονταν εκατόμβη. Αναφορές σε εκατόμβες έχουμε συνήθως στους μύθους και τους επικούς κύκλους, εφόσον στην πραγματικότητα τόσο πολυδάπανες θυσίες ήταν ασύμφορες.

  Στον Αγαμέμνων η πρώτη σκηνή θυσίας εμφανίζεται ήδη από το στίχο 65, όπου η έναρξη του πολέμου παραβάλλεται με τα προτέλεια, τη θυσία πριν το γάμο, και αμέσως μετά ακολουθεί το θέμα της θυσίας που δεν τη δέχονται οι θεοί, της «αλλοιωμένης ψευτοθυσίας» όπως την έχουν ονομάσει. Ο Χορός θα πει: «Και είναι όπως τώρα είναι τα πράγματα· θα γίνει ότι είναι το γραφτό και ούτε συνδαυλίζοντας τη φωτιά ούτε από πάνω λάδι χύνοντας της απρόσεκτης θυσίας δε θα μαλάξεις την αλύγιστη ορμή.» Η «αλλοιωμένη ψευτοθυσία» θα οδηγήσει στη θυσία της Ιφιγένειας.

Peter Paul Rubens and Frans Snyders, Prometheus Bound, c. 1611-1618, oil on canvas. Philadelphia Museum of Art

  Στο πρώτο έργο της τριλογίας Ορέστεια, στο Αγαμέμνων, έχουμε και την πρώτη αναφορά στον Αισχύλο για ανθρωποθυσία. Οι Έλληνες μαζεύτηκαν κάτω από την ηγεσία του Αγαμέμνονα, αλλά δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν, επειδή η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη. Η φουρτούνα δε σταματούσε. Ο μάντης Κάλχας είπε στον Αγαμέμνονα ότι η τρικυμία ήταν σημάδι της οργής της Αρτέμιδος που θα μαλάκωνε μόνο με τη θυσία της κόρης του Ιφιγένειας. Ο Χορός θα εξιστορήσει την ανθρωποθυσία της Ιφιγένειας από τον πατέρα της: «τόλμησε λοιπόν θύτης να γίνει της κόρης του, για να νικήσει σε πόλεμο εκδίκησης για μια γυναίκα και για ξεκίνημα των πλοίων.»

  Το έργο του Αισχύλου είναι γεμάτο από αναφορές σε θυσιαστικές τελετές. Από τους στίχους που παραθέσαμε γίνεται σαφές ότι το θύμα και ο θυσιαστής έπρεπε να εξαγνιστούν πριν την τέλεση της θυσίας, όπως είδαμε στις Ευμένιδες με την ανάγκη που αισθανόταν ο Ορέστης για καθαρμό. Η θυσία επίσης ήταν ένα μέσο επικοινωνίας με τους θεούς, συνδεόταν και με τον όρκο, ενώ η σημαντικότερη, αλλά εξαιρετικό δαπανηρή θυσία ήταν η Εκατόμβη. Στα κείμενα του Αισχύλου αναφέρεται και η ανθρωποθυσία της Ιφιγένειας, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της Ορέστειας.

  

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1)     Αισχύλος, Αγαμέμνων, μετάφρ. Γ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2007.

2)     Αισχύλος, Ευμένιδες,  μετάφρ. Γ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2007.

3)     Αισχύλος, Προμηθέας Δεσμώτης, μετάφρ. Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου, εκδ. Γεωργιάδη, Αθήνα 2001.

4)     Αισχύλος, Χοηφόροι, μετάφρ. Γ. Μαυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2007.

5)     Gilbert M, Αισχύλος, ο δημιουργός της τραγωδίας, μετάφρ. Β. Μανδηλαρά, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993,

6)     Lesky A., Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων τ.1, από τη γέννηση του είδους μέχρι το Σοφοκλή, μετάφρ. Ν. Χουρμουζιάδη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1987.

7)     Thomson G., Αισχύλος και Αθήνα, μετ. Γ. Βιστάλη και Φ. Αποστολόπουλου, εκδ. Ορίζοντες, Αθήνα 1954.

8)     Umberto E., Αρχαία Ελλάδα, τ.5, μύθος και θρησκεία, μετάφρ. Γ. Μυλωνάς, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2018.

9)     Vernant J. P., Naquet  P. V., Μύθος και τραγωδία  στην αρχαία Ελλάδα, τ. 1,μετάφρ. Σ. Γεωργούδη, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988

10) http://www.ime.gr/chronos/04/gr/culture/410rel_rituals_sacrifice.html, 09-04-2022.

 

-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.

 

 

ΠΑΊΟΝΕΣ : ΟΙ ΆΓΝΩΣΤΟΙ ΦΡΟΥΡΟΊ ΑΚΡΊΤΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΊΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΊΑΣ

 Οι ρίζες του ονόματος της αρχαίας Παιονίας χάνονται στην αχλή της ελληνικής μυθολογίας. Ο Παίονας ήταν ένας από τους γιους του Ενδυμίοντα, εραστή της Σελήνης. Μαζί με τα αδέλφια του, τον Επειό και τον Αιτωλό, διαγωνίστηκε σε έναν αγώνα δρόμου στην Ολυμπία για να διεκδικήσει το βασίλειο του πατέρα του. Στο δρόμο όμως νίκησε ο Επειός και ο Παίονας, λυπημένος, έφυγε από το βασίλειο και εγκαταστάθηκε στην άνω κοιλάδα του Αξιού που πήρε το όνομα «Παιονία». Ως γενάρχης των Παιόνων θεωρείται, σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Πηλεγώνας ο οποίος προέκυψε μετά τον έρωτα του θεού Αξιού με τη μεγαλύτερη κόρη του Ακεσσαμενού, βασιλιά της γειτονικής στον Αξιό Πιερίας, την Περίβοια.


Παιονία ονομάζονταν, επίσης, η Θεά Αθηνά και Παίων ή Παιήων, σωτήρας ο Θεός Απόλλων. Ο Παυσανίας αποδίδει το όνομα στον πρωτότοκο γιό του βασιλιά της Ήλιδας Ενδυμίωνα, τον Παίονα, ο δε Όμηρος αναφέρεται στους Παίονες και στην Παιονία εκτενέστερα στην Ιλιάδα ονομάζοντας τον Αξιό ποταμό πλατύρροο και το ωραιότερο της γης.

Στα χρόνια του Ομήρου οι Παίονες κατοικούσαν στην κοιλάδα του Aξιού μέχρι τον Στρυμόνα και τη Ροδόπη, όπου έγιναν γείτονες με τους Bέσσους, έφθασαν δε μέχρι τις πηγές του Σκέου ποταμού, παραποτάμου του Ίστρου (Δούναβη). Αναφέρονται και σαν γείτονες των Σελλών της Ηπείρου και των Δολόπων της Θεσσαλίας. Αργότερα περιορίσθηκαν στις περιοχές του μέσου Aξιού «την Αμφαξίτιν Παιονίαν», και στην κοιλάδα του Στρυμόνα «την επί τω Στρυμόνι Παιονίαν».

Σύμφωνα με άλλη άποψη, η χώρα των Παιόνων διαιρέθηκε σε τρεις περιοχές. Στη δυτική Παιονία που καταλάμβανε το βόρειο μέρος της κοιλάδας του Αξιού και την περιοχή του Ερυγώνα ποταμού, η οποία είναι γνωστή με το όνομα Δερρίοπος χώρα ή Δερρίοπος Παιονία. Πόλεις της ήταν: η Δερρίοπος, τα Στύμβαρα, αι Αλκομεναί, το Βρυάνιον, η Πλούβια και η Περσηίς. Στην Αμφαξίτιδα Παιονία με τις πόλεις Βυλάζωρα, Στόβοι, Αμυδών, Αντιγόνεια, Αστραίον, Δόβηρος, Άστιβος, Ταυρίανα, στη σημερινή Παιονία τις πόλεις Γορτυνία, Ευρωπό, Αταλάντη, Ειδομένη. Τέλος στην Παρορβηλία Παιονία, εκείνη που βρίσκονταν γύρω από το όρος Όρβηλος με σημαντικές πόλεις τις: Όρβηλο, Γαρησκό και Παντάλια.

Η αρχαία Παιονία περιελάμβανε γεωγραφικά ένα μεγάλο τμήμα της ΠΓΔΜ, ένα μέρος του βόρειου τμήματος του αρχαίου Μακεδονικού βασιλείου και μια μικρή περιοχή της Δυτικής Βουλγαρίας. Ο ποταμός Αξιός σημάδεψε την εξέλιξη της περιοχής και το υδάτινο δυναμικό του ευνοεί την ανάπτυξη πλούσιων καλλιεργειών.

Οι αρχαίοι Παίονες θεωρούνται ως ένα από τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα φύλα των κεντρικών περιοχών της Χερσονήσου του Αίμου και αναφέρονται στα ιστορικά κείμενα του Ομήρου, του Ηροδότου, του Στράβωνα και του Θουκυδίδη. Σύμφωνα με τον Όμηρο, πρωτεύουσα της Παιονίας ήταν η πόλη Αμυδών, η οποία, γεωγραφικά, βρισκόταν πολύ κοντά στο σημερινό Αξιοχώρι και οι Παίονες της Αμυδώνας συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο.

Ο λαός των Παιόνων αποτελούνταν από πολλές φυλές γνωστές με τα ονόματα Παίονες, Σιροπαίονες, Γρααίοι, Λαιαίοι, Παιόπλαι, Παναίοι. Τα όρια του βασιλείου της αρχαίας Παιονίας μεταβάλλονταν μέσα στους αιώνες λόγω των συχνών πολεμικών συρράξεων με τους γειτονικούς λαούς (Φρύγες, Θράκες, Ιλλυριοί, Πελασγοί), αλλά οι Παίονες ποτέ δεν εκτοπίστηκαν από την ευρύτερη κοιλάδα του Αξιού ποταμού.

Η ανεξαρτησία τους υπό τον βασιλιά Άγη, διατηρήθηκε έως την εισβολή του Φιλίππου (355 π.Χ. – 354 π.Χ.), η οποία ήταν καθοριστική για την προσάρτηση τους στο αρχαίο Μακεδονικό βασίλειο. Συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου με μια μονάδα ελαφρά οπλισμένων ιππέων – ανιχνευτών. Πολέμησαν ηρωικά και με τον διοικητή τους, Αρίστωνα, συνέτριψαν ένα τμήμα του περσικού ιππικού που προσπάθησε να ανακόψει την προέλαση του μακεδονικού στρατού από τον ποταμό Τίγρη, λίγες ημέρες πριν από τη μάχη των Γαυγαμήλων (331 π.Χ.).

Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου οι Παίονες εκμεταλλεύτηκαν τις εμφύλιες συγκρούσεις που ακολούθησαν και απέκτησαν και πάλι την ανεξαρτησία τους μέχρι την υποταγή τους στο Λυσίμαχο (281 π.Χ.), έναν από τους διαδόχους του Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος έγινε βασιλιάς της Θράκης και της Μακεδονίας μέχρι το θάνατο του. Αργότερα η περιοχή της Παιονίας και της αρχαίας Μακεδονίας κατακτήθηκε από Γαλατικά φύλα (Κέλτες). Η Παιονία προσαρτήθηκε οριστικά στο βασίλειο της Μακεδονίας στα τέλη του δεύτερου μισού του 3ου αιώνα π.Χ. μέχρι την εισβολή των Ρωμαίων.

Οι Παίονες αναφέρονται συχνά στην Ιλιάδα ως σύμμαχοι των Τρώων. Η ομηρική πρωτεύουσά τους ήταν η Ἀμυδών/Ἀβυδών στην ανατολική όχθη του κάτω Αξιού (μάλλον στο σημερινό Αξιοχώρι, πρώην Βαρντάροφτσα), οικισμός που, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήταν «χωρίον ἐρυμνὸν» (= καλά οχυρωμένο) που το κατέστρεψαν οι Αργεάδες Μακεδόνες κατά την ανατολική τους επέκταση.

Το επίθετο «ἱπποκορυσταί» που τους προσάπτουν οι Ραψωδοί συνήθως ερμηνεύεται ως «ἱππιοχάρμαι» = «ἁρματομάχοι». Κυριολεκτικά σημαίνει «αυτοί που κορύσσουν ἵππους». Tο ρήμα κορύσσω σημαίνει τόσο «εξοπλίζω για πόλεμο» (equip, arm oneself) όσο και «παρέχω πολεμικό εξοπλισμό σε κάποιον άλλο» (furnish, provide). Επομένως, ο ἱπποκορυστής ετυμολογικά είναι τόσο αυτός που εξοπλίζει τα άλογά του για να πολεμήσει ο ίδιος όσο και αυτός που παρέχει ίππους σε άλλους ιππομάχους/αρματομάχους.

Το επίθετο «ἱπποκορυσταί» που τους προσάπτουν οι Ραψωδοί συνήθως ερμηνεύεται ως «ἱππιοχάρμαι» = «ἁρματομάχοι». Κυριολεκτικά σημαίνει «αυτοί που κορύσσουν ἵππους». Tο ρήμα κορύσσω σημαίνει τόσο «εξοπλίζω για πόλεμο» (equip, arm oneself) όσο και «παρέχω πολεμικό εξοπλισμό σε κάποιον άλλο» (furnish, provide). Επομένως, ο ἱπποκορυστής ετυμολογικά είναι τόσο αυτός που εξοπλίζει τα άλογά του για να πολεμήσει ο ίδιος όσο και αυτός που παρέχει ίππους σε άλλους ιππομάχους/αρματομάχους.

Στο Αξιοχώρι/Βαρντάροφτσα, όπου τοποθετείται η Αμυδώνα/Αβυδώνα, έχουν βρεθεί τα παλαιότερα οστά αλόγου στα νοτιοδυτικά Βαλκάνια (~2500 π.Χ.), σχεδόν σύγχρονα με το στεπικού τύπου ρόπαλο φυλάρχου με ιππόμορφη λίθινη κεφαλή που βρέθηκε στο Πόροντιν της Πελαγονίας και με τα ελαφρώς μεταγενέστερα οστά αλόγου που βρέθηκαν στα Σέρβια Κοζάνης (~2200 π.Χ.).

Επομένως, η εκτροφή ίππων στην κοιλάδα του κάτω Αξιού, εκεί όπου ο Όμηρος τοποθετεί την Παιονική Αμυδώνα, είχε μακρά παράδοση.

Ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας την επέκταση των Μακεδόνων, αναφέρει ως πρώην περιοχές της Παιονίας το στενό κομμάτι γης από την Πέλλα ως τον Αξιό.

Ο Στέφανος Βυζάντιος εξηγεί το επίθετο «Βούνομος» της Μακεδονικής Πέλλας, λέγοντας ότι «Βούνομος» και «Βουνόμεια» ήταν τα παλιά της ονόματα. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί δηλώνουν εκτροφή βοοειδών (όπως άλλωστε και το τοπωνύμιο Βοττιαία < βοτόν) και, επομένως, οι Παίονες εκτός από ιπποβότες ήταν σίγουρα και βουβότες.

Αυτή η εκτροφή της «μείζονος προβάσεως» (pecus maius = άλογα και βοοειδή, ενώ τα αιγοπρόβατα ή μῆλα < *(s)meh1l- > small, σλαβ. malŭ, συνιστούσαν την «ελάσσονα πρόβασιν» ~ pecudes minores) πιστεύω ότι έδωσε στους Παίονες το όνομά τους.

Το εθνωνύμιο Παίονες μπορεί να ετυμολογηθεί χωρίς δυσκολία ως «κτηνοτρόφοι, βοτήρες», αλλά υπάρχουν τρεις διαφορετικοί συνδυασμοί των ίδιων μορφημάτων που οδηγούν σε αυτήν την ετυμολογία. Τα «σύνορα» της «Παιονίας» δεν ήταν σταθερά με το πέρασμα των αιώνων. Η μεγαλύτερη έκτασή τους πρέπει να ήταν γύρω στα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα όταν, σύμφωνα με τον Hammond, ήταν η υπερδύναμη της ευρύτερης περιοχής. Κατά αυτή την περίοδο «ηγεμονίας» τους, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Παίονες πολιόρκησαν την Πέρινθο στον Ελλήσποντο, μια κίνηση που θα επαναλάβει ο Φίλιππος κατά την περίοδο της Μακεδονικής ηγεμονίας.

Οι Αθηναίοι συγγραφείς των τελών του 5ου π.Χ. αιώνα μερικές φορές χρησιμοποιούν τους όρους «Φρύγες» και «Τρώες» ως ταυτόσημους και, ο Στράβων αργότερα παρουσιάζει μία γνώμη σύμφωνα με την οποία οι Πάιονες ήταν «άποικοι» ή «αρχηγέτες» (= μητροπολιτικός πληθυσμός) των Φρυγών και κάποτε κατοικούσαν και στα μέρη που βρίσκονται μεταξύ Πελαγονίας και Πιερίας. Αυτή η εθνογλωσσική σχέση μεταξύ Παιόνων και Φρυγών πιστεύω πως είναι το πιθανότερο σενάριο.

Η περίοδος της παιονικής «ηγεμονίας» έληξε με την Περσική κατάκτηση, γιατί οι Παίονες αποφάσισαν να αντισταθούν στους Πέρσες και ηττήθηκαν κατά κράτος. Οι Πέρσες κράτησαν δυσμενή στάση προς τους Παίονες (μετέφεραν χιλιάδες αιχμαλώτους στην Ασία) και προτίμησαν να ευνοήσουν τους Μακεδόνες και τους Θράκες Ηδωνούς που είχαν προσφέρει «γη και ύδωρ». Το αποτέλεσμα ήταν πως οι Μακεδόνες εκ δυσμών και οι Ηδωνοί εξ ανατολών, εξαπλώθηκαν και οι δύο εις βάρος των Παιόνων και έφτασαν να έχουν κοινά σύνορα σε μια γραμμή που χονδρικά ένωνε το όρος Δύσωρον με το δέλτα του Αξιού. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι γύρω στο 500 π.Χ. τα πολιτικά σύνορα της Μακεδονίας έφταναν ως το όρος Δύσωρον. Η λίμνη Πρασιάς είναι η σημερινή Κερκίνη (νοτίως του όρους Κερκίνη) και ο Ηρόδοτος περιγράφει μια κοινότητα πολύγαμων Παιόνων που είχαν χτίσει ένα πασσαλοχωριό μέσα στην λίμνη (ἐν τῇ λίμνη κατοικημένους … ἴκρια ἐπὶ σταυρῶν) και είχαν κόψει την απαραίτητη ξυλεία από το όρος Όρβηλος. 

Το Παιονικό φύλο που ζούσε στις πηγές του Οίσκου ήταν οι Αγριάνες. Ο Θουκυδίδης τους προσδιορίζει ως Παιονικό φύλο (Ἀγριᾶνας καὶ Λαιαίους καὶ ἄλλα ὅσα ἔθνη Παιονικὰ) και θεωρεί το όρος «Σκόμβρο» (Vitoša, πάνω από το όρος Ρίλα), απ΄όπου πηγάζει ο Στρυμόνας που ρέει επί της περιοχής των Αγριανών και των Λαιαίων, λίγο πολύ σαν τριεθνικό σημείο: στα ανατολικά του ζούσαν Θράκες, στα βορειοδυτικά του οι Τριβαλλοί και στα νοτιοδυτικά του οι Παίονες.Σε αυτό το χωρίο ο Θουκυδίδης αναφέρει πως ο Οδρύσης Σιτάλκης κατάφερε να εξαπλώσει την εξουσία του μέχρι και τους Αγριάνες και τους Λαιαίους, αλλά όχι στους «αυτόνομους Παίονες» που ζούσαν δυτικότερα.

Ο Θουκυδίδης πάντα αναφέρει τους Μαίδους και τους Σιντούς ως ανατολικούς γείτονες των Παιόνων και το όρος Κερκίνη ως το σιντο-παιονικό μεθόριον. Όταν ο στρατός του Σιτάλκη εισέβαλε στην Μακεδονία από τον μέσο Στρυμόνα είχε στα δεξιά του τους Παίονες και στα αριστερά του τους Σιντούς και τους Μαίδους, φτάνοντας στην Παιονική Δόβηρο (Δοϊράνη).

Ο Αριστοτέλης γράφοντας γύρω στο 325 π.Χ. περιγράφει το όρος Μεσσάπιον (~ σημερινό Osogovo) ως το μεθόριον Παιονίας και Μαιδικής και αναφέρει τον ποταμό Πόντο (Στρωμνιτσιώτης;) στην χώρα των Σιντών και των Μαιδών. Αν η περιγραφή του είναι ακριβής, τότε το ανατολικό παιονικό σύνορο είχε υποχωρήσει ελαφρώς προς τα δυτικά από τα χρόνια του Ηρόδοτου μέχρι αυτά του Αριστοτέλη.

Τα δυτικά σύνορα των Παιόνων έφταναν κάποτε μέχρι τον Εριγώνα ποταμό της Πελαγονίας, ενώ τα βόρεια σύνορα με τους Δαρδάνους σχημάτιζαν οι ποταμοί Pčinja και Treska (ο νοτιότερος των δύο βασικών παραποτάμων που δυτικά των Σκοπίων σχηματίζουν τον ενιαίο Αξιό).

Με την έναρξη της Μακεδονικής ηγεμονίας επί Φιλίππου Β΄, οι Παίονες έγιναν υποτελής λαός στους Μακεδόνες, διατηρώντας τους βασιλικούς τους οίκους. Μετά από 2 χρόνια (356/5 π.Χ.) αυτονομήθηκαν και συμμετείχαν στην συμμαχία κατά του Φιλίππου (Αθηναίοι, Παίονες/Λύππειος, Θράκες/Κετρίπορις, Ιλλυριοί/Γράβος). Η αθηναϊκή επιγραφή με τον όρκο της συμμαχίας έχει διασωθεί.

Όλα τα μέλη της συμμαχίας ηττήθηκαν ανεξάρτητα από τους Μακεδόνες και οι Παίονες αναγκάστηκαν να επανέλθουν στο «μαντρί» υποτέλειας του Φιλίππου. Οι Παίονες προσπάθησαν να αποτάξουν τον μακεδονικό ζυγό τόσο μετά τον θάνατο του Φιλίππου όσο και μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου και, στην δεύτερη περίπτωση, θα καταφέρουν να διατηρήσουν την αυτονομία τους μέχρι να τους «ξαναμαντρώσει» ο Λυσίμαχος.

Στο δεύτερο μισό του 3ου π.Χ. αιώνα, όταν οι Δάρδανοι θα εξελιχθούν σε «παρομοιώδεις εχθρούς των Μακεδόνων», οι Παίονες θα προτιμήσουν να προσαρτηθούν τελείως στην Μακεδονία (217 π.Χ.), για να γλιτώσουν από τις Δαρδανικές επιδρομές. Ο Φίλιππος Ε΄ θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα «μαξιλάρι» (buffer zone ~ ρυθμιστική ζώνη) ανάμεσα στην Μακεδονία και τους Δαρδάνους. Στην μεν Παιονία, σύμφωνα με τον Πολύβιο εγκατέστησε «Θράκες κι άλλους [φιλικά προσκείμενους] βαρβάρους» για να ενισχύσει την αντιδαρδανική άμυνα της περιοχής. Στην δε κοιλάδα του Πόλογκ, είχε συνάψει συμμαχία με τους Γερμανούς Βαστάρνες έχοντας κατά νου ένα πρόγραμμα «εθνοκάθαρσης» των Δαρδάνων του Πόλογκ. Οι Δάρδανοι θα απωθούνταν βορείως του Σκάρδου και οι Βαστάρνες θα εποικούσαν την περιοχή δρώντας σαν υποτελείς «ακρίτες». Αυτό το δεύτερο σχέδιο δεν πρόλαβε να πραγματοποιηθεί. Ο Φίλιππος πέθανε και οι Βαστάρνες αποδυναμώθηκαν από συγκρούσεις που είχαν με εγχώρια φύλα στην Θρακική ενδοχώρα.

Ο Πολύβιος παρουσιάζει τα/την Βυλάζωρα ως την μεγαλύτερη Παιονική πόλη. Ο Φίλιππος κατέλαβε και οχύρωσε τα/την Βυλάζωρα, γιατί η πόλη έλεγχε τις «εισβολές» (= περάσματα εισόδου των Δαρδάνων επιδρομέων) από την Δαρδανική στην Μακεδονία.

Λίγο πριν την μακεδονική προσάρτηση του 217 π.Χ., το «Κοινὸν τῶν Παιόνων» έκανε μια αφιέρωση στην Ολυμπία τιμώντας τον Παίονα βασιλιά και «κτίστη» Δρωπίωνα. Ο όρος «κτίστης» συνήθως σημαίνει «ιδρυτής», αλλά σήμαινε και «αποκαταστάτης της ελευθερίας της πατρίδος» (ορισμός II).

Μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση, η Παιονία θα γίνει Macedonia Secunda/Salutaris με πρωτεύουσα τους Στόβους, την πόλη του Ιωάννη Στοβαίου. Από το παλαιό δαρδανο-παιονικό σύνορο (γραμμή Treska–Pčinja) θα περάσει η περιβόητη Γραμμή του Jireček και το διοικητικό σύνορο που θα χωρίσει την Διοίκηση Μακεδονίας από την Διοίκηση Δακίας.

Οι κάτοικοι των Σκουπών (Σκόπια) αμέσως πάνω από την γραμμή, πριν την Ρωμαϊκή κατάκτηση ήταν Δάρδανοι και όχι Παίονες και, κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, χρησιμοποιούν κυρίως την Λατινική στις επιγραφές τους, στις οποίες αυτοπροσδιορίζονται ως «Βέσσοι», όρος που κατέληξε να σημαίνει εν γένει τον ομιλητή Δακο-Θρακικών διαλέκτων.

http://paionia.gov.gr/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%A4%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82/paioniahistory

https://maxitis.gr/xristos-intos-gia-tous-arxaious-paiones-tis-perioxes-kai-tis-poleis-tous/#google_vignette

https://smerdaleos.wordpress.com/2015/06/24/%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-1-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC/

https://smerdaleos.wordpress.com/2015/06/24/%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-1-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC/

Η επιβίωση του ιερού μέσα από το άνθος... Γράφει ο Θωμάς Μοσχόπουλος

Σε κάθε σπίτι, σε κάθε μπαλκόνι, κάθε πρώτη του Μάη, ένα στεφάνι από αγριολούλουδα, βότανα και πράσινα κλήματα, στέκεται ταπεινά στην είσοδο. Και όμως αυτό το φαινομενικά απλό στόλισμα είναι κάτι πολύ περισσότερο: είναι τελετουργία, είναι αρχέγονη ιερουργία.



Η Πρωτομαγιά, έτσι όπως τη βιώνουμε στο λαϊκό φαντασιακό δεν είναι νεωτερική εφεύρεση. Είναι επιβίωση ενός πανάρχαιου εθίμου: η ετήσια ανακύκλωση της φύσης, η αναγέννηση της ζωής, ο κύκλος του θανάτου και της αφύπνισης, μεταμορφωμένος σε άνθος.

Ο Μάιος οφείλει το όνομά του στη θεά Μαία, μία από τις Πλειάδες, μητέρα του Ερμή. Αν και η λατρεία της Μαίας ως αυτόνομης θεότητας δεν είναι ευρέως τεκμηριωμένη στον ελλαδικό χώρο, το όνομά της συνδέεται με τη ρίζα μα- (μεγαλώνω, αυξάνω), μια λέξη που αποπνέει τη δυναμική της βλάστησης και της ανάπτυξης (Chantraine, Dictionnaire Étymologique de la Langue Grecque).

Η ίδια η εποχή της Πρωτομαγιάς σχετίζεται με πλήθος ανοιξιάτικων τελετουργιών στην αρχαιότητα: τα Ανθεστήρια προς τιμήν του Διονύσου, τα Αδώνια και τα Θαργήλια, γιορτές προσφοράς,, καθαρμού και συμφιλίωσης με τη φύση. Σε αυτές τις τελετές, το άνθος, το στεφάνι, το βότανο, η σιωπηλή έξοδος στη φύση, είχαν ρόλο ιερό. Δεν ήταν απλά σύμβολα της ωραιότητας, αλλά μέσα επικοινωνίας με τις εποχικές θεότητες της βλάστησης.

Όπως έγραφε ο Walter Burkert:

«Η ελληνική θρησκεία είναι θρησκεία των εποχών, της γονιμότητας, της αιώνιας επανόδου» (Greek Religion, 1985).

Το στεφάνι της Πρωτομαγιάς είναι ένας κύκλος. Ο κύκλος είναι το αρχέτυπο του αιώνιου, του θείου, της μη αρχής και του μη τέλους. Η μορφή του παραπέμπει στην αιώνια επιστροφή — τη βασική κοσμολογική αρχή της ελληνικής σκέψης. Εκείνη τη βασική κοσμολογική ιδέα της ελληνικής σκέψης, που βρίσκουμε από τον Ηράκλειτο μέχρι τον Νεοπλατωνισμό.

Μέσα στο απλό σχήμα του κύκλου κωδικοποιείται η οργιαστική, διονυσιακή μυσταγωγία της ζωής και του θανάτου, η φθορά και η αναγέννηση, η κάθοδος και η άνοδος της ψυχής. Ο Πυθαγόρας πρώτος έδωσε στον κύκλο αυτόν ψυχική και μεταφυσική σημασία, ως σύμβολο του μεταβατικού, αλλά αθάνατου στοιχείου του ανθρώπου, ενώ ο Πλάτων (στην Πολιτεία, στον Φαίδρο, στον Φαίδωνα) συνέδεσε τον κύκλο με την αιώνια επιστροφή των ψυχών, την ατραπό της μετεμψύχωσης και την κυκλική πορεία προς το Αγαθό.

Το στεφάνι, λοιπόν, αποτελεί ένα μικρό κοσμικό διάγραμμα. Στολισμένο με άνθη και βότανα του Μάη, γίνεται φορέας μιας αρχαίας μνήμης: της φυσικής ιερότητας και της αέναης συνέχειας της ζωής. Ένα φυτικό μαντάτο της αλήθειας ότι τίποτε δεν τελειώνει — μόνο μεταμορφώνεται. Όπως η φύση. Όπως η ψυχή.

Το ίδιο το στεφάνι συνιστά προσφορά και ταυτόχρονα προστασία. Όπως στην αρχαιότητα στεφάνωναν τα αγάλματα των θεών ή τις ερμαϊκές στήλες στους δρόμους, έτσι σήμερα στεφανώνουμε το σπίτι, σαν να του αποδίδουμε έναν μικρό ιερό τίτλο.Μια  μαγική πράξη..

Στις περιοχές της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, αλλά και σε νησιά του Αιγαίου, μέχρι και τον 20ό αιώνα, η συλλογή των λουλουδιών για το στεφάνι γινόταν πριν την ανατολή του ήλιου και με σιωπή, για να "μην ταραχθεί το ξόρκι". Παλαιά βοτανοσυλλεκτικά έθιμα, όπως τα ριζικάρια ή η «ανεράιδα του Μάη», επιβίωσαν αυτούσια — και προδίδουν έναν λαό που, ασυνείδητα ή όχι, συνεχίζει να ιερουργεί. Γιατί το ένστικτο του ιερού στη λαϊκή συνείδηση δεν ξεριζώνεται με διατάγματα. Όπως γράφει ο Νικόλαος Πολίτης:

«Ταύτα τα έθιμα διεσώθησαν ὑπὸ τῶν ἀγροτῶν, ὡς κληρονομία παλαιοτάτη, μὴ ἐξοβελισθεῖσα ἐκ τῆς ζωῆς» (Παραδόσεις, 1904, τόμ. Α΄).

Η σύγχρονη κοινωνία ίσως νομίζει πως δεν έχει ανάγκη από τελετές, πως είναι “μεταθρησκευτική”. Όμως, κάθε πρώτη του Μάη, κάθε φορά που κρεμάμε το στεφάνι στην πόρτα, δεν κοσμούμε τον χώρο. Δεν αποδίδουμε φόρο τιμής στην άνοιξη, επικαλούμαστε χωρίς να το κατανοούμε πλήρως το άφθαρτο στοιχείο της Φύσης. Σαν ασυνείδητοι ιερείς ενός αρχαίου κόσμου που δεν πέθανε ποτέ, αλλά επέζησε μέσα από τα άνθη, το χώμα και το φως.

Αν η Πρωτομαγιά μας συγκινεί ακόμη είναι επειδή την προσεγγίζουμε όχι με τον νου, αλλά με την ψυχή, με το ασυνείδητο του λαού μας, με εκείνη τη βαθιά μνήμη που διαπερνά τις θρησκείες και τους αιώνες. Γιατί πίσω από κάθε στεφάνι, πίσω από κάθε παιδικό γέλιο που κυλά σ' ένα ανθισμένο λιβάδι, κρύβεται η αιώνια ελληνική γραμμή. Όπως έγραψε ο Παλαμάς, «η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας, άθελα, κρυμμένη».

Καλή Πρωτομαγιά!!!


 Βιβλιογραφία

Γ. Μέγας, Ελληνικές Εορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, Εστία, 1957

Ν. Πολίτης, Παραδόσεις, τόμ. Α΄, Εστία, 1904

Walter Burkert, Greek Religion, Harvard University Press, 1985

Π. Χαντραίν, Dictionnaire étymologique de la langue grecque, CNRS Éditions

Πηδάλιον της Εκκλησίας, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, 1800

Πρακτικά Συνόδου Λαοδικείας (4ος αι.), Κανών 36

Ι. Χρυσόστομος, Κατά εθνικών εθίμων

460 years ago in 1565, the first major fortification of Malta, St. Elmo, falls to Ottoman soldiers after miraculously holding out for 28 days.

Malta had been the target of previous Ottoman invasions, as the seafaring Knights Hospitaller, the last surviving crusade military order, controlled the island and were a thorn in the side of Ottoman naval hegemony. On May 18th 1565, the Ottomans showed up to the island with over 30,000 soldiers, 200 ships, 50 pieces of heavy artillery, and 80,000 shots. The defenders had around 7000 men and only a fraction of them professional soldiers. 



The main focus of the siege was around a peninsula with several fortifications and harbors. St. Elmo was a fortress that sat at the tip of the peninsula and was garrisoned by 1500 men throughout the siege. Across the bay were the fortresses of St. Michael and Birgu, which were able to use row boats to support St. Elmo with supplies and reinforcements 

On June 22nd, a large assault was ordered on the fort but the Ottomans were beaten back at great cost to the garrison. The fortress had held out for 27 days so far and many of its walls were destroyed and most of its garrison wounded. It was decided that no more efforts would be made to assist the fortress that miraculously held out for almost a month and inflicted thousands of casualties on the Turks. All men and resources would be dedicated to the next fortresses. 

On the morning of June 23rd, across the bay the Christians used looking-glasses to observe what would likely be the final assault. After hours of fighting the Ottomans breached the defenses and massacred all the defenders they could find. On the rooftop a Knight Hospitaller made his final stand with a two handed sword, slaying as many Turks as he could before being overwhelmed.

After 28 days of fighting, the garrison was wiped out, but they managed to inflict around 8000 causalities, almost 1/4th of the entire invasion force. The garrison’s sacrifice allowed the other fortifications to hold out for another 2 months, until a relief force arrived and drove the Ottomans away. The Siege of Malta became one of the most celebrated Christian victories for the next 3 centuries. 


[Online References]

(https://www.warhistoryonline.com/featured/malta-greatest-siege-history-part-5.html )

(http://www.historynet.com/no-mercy-malta.htm )

(http://www.newworldencyclopedia.org/entry/Siege_of_Malta_(1565) )

[Audiobook Reference]

The Great Siege Malta 1565 

By: Ernle Bradford

(https://www.audible.com/pd/History/The-Great-Siege-Audiobook/B009P555ZG )

Authored by R.E. Foy

Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

 Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 - 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορ...